ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 25ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-302/02
Nils Laurin Effing
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οικογενειακές παροχές – Χορήγηση προκαταβολών διατροφής για ανήλικα τέκνα – Τέκνο κρατουμένου – Προϋπόθεση κατοικίας – Έκτιση ποινής σε άλλο κράτος μέλος»
I – Εισαγωγή
1. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αυστριακό Oberster Gerichtshof υποβάλλει το ερώτημα αν συνάδει προς την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεως λόγω ιθαγένειας κατά το άρθρο 12 EΚ και το άρθρο 3 του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 (2) το γεγονός ότι κατά τη χορήγηση παροχών υπέρ των τέκνων κρατουμένων πρέπει να γίνεται διάκριση ανάλογα με το αν η στερητική της ελευθερίας ποινή εκτίεται στην ημεδαπή ή σε άλλο κράτος μέλος. Κατά το αυστριακό δίκαιο, στο τέκνο χορηγείται προκαταβολή διατροφής όταν ο υπόχρεος για την καταβολή διατροφής γονέας εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή στην Αυστρία, όχι όμως και όταν ο εν λόγω γονέας οφείλει να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή σε άλλο κράτος.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ο εν λόγω κανονισμός ισχύει για τους εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους και τους επιζώντες τους.
3. Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, σημείο i, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τον εργαζόμενο ως το πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, που εφαρμόζεται στους μισθωτούς.
4. Η εκάστοτε εφαρμοστέα έννομη τάξη καθορίζεται στην υπό κρίση υπόθεση κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 14 μέχρι 17:
α) Ο εργαζόμενος που απασχολείται στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού·
[…]
στ) το πρόσωπο το οποίο δεν υπόκειται πλέον στη νομοθεσία κράτους μέλους, χωρίς να έχει εφαρμογή σ’ αυτό η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με μια από τις διατάξεις των προηγουμένων στοιχείων ή με μια από τις εξαιρέσεις ή τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί».
5. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ρυθμίζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Ειδικότερες ρυθμίσεις για τις οικογενειακές παροχές συνάγονται ιδίως από τα άρθρα 73 και 74.
6. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 (3), ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους απολαύει στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του.
Β – Η σύμβαση για τη μεταφορά καταδίκων
8. Κατά τη σύμβαση για τη μεταφορά καταδίκων (4), οι κατάδικοι μπορούν, με τη συγκατάθεσή τους, να μεταφερθούν στο κράτος της καταγωγής τους, για να εκτίσουν στερητικές της ελευθερίας ποινές οι οποίες απορρέουν από την καταδίκη σε άλλο κράτος. Συναφώς, μπορεί η στερητική της ελευθερίας ποινή του παραδίδοντος κράτους να μετατραπεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή κατά το δίκαιο του κράτους υποδοχής.
9. Από της ενάρξεως της ισχύος της Συμβάσεως για την Ιρλανδία την 1η Νοεμβρίου 1995 η Σύμβαση ισχύει μεταξύ όλων των κρατών μελών. Για την Αυστρία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1987 και για τη Γερμανία την 1η Φεβρουαρίου 1992. Εν τω μεταξύ, και τα νέα κράτη μέλη επικύρωσαν τη Σύμβαση.
Γ – Το εθνικό δίκαιο
10. Ο αυστριακός Unterhaltsvorschussgesetz (νόμος περί της προκαταβαλλόμενης διατροφής για τη συντήρηση τέκνων, στο εξής: UVG) προβλέπει ότι υπέρ των ανηλίκων τέκνων χορηγούνται προκαταβολές διατροφής, όταν ο υπόχρεος για τη διατροφή γονέας δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις διατροφής που υπέχει. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 4, σημείο 3, του νόμου αυτού, όταν ο υπόχρεος για τη διατροφή εκτίει, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, στερητική της ελευθερίας ποινή που υπερβαίνει τον ένα μήνα στην ημεδαπή και, ως εκ τούτου, αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις διατροφής που υπέχει έναντι του τέκνου του.
11. Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του UVG, ο υπόχρεος προς διατροφή πρέπει να επιστρέψει τις προκαταβολές της διατροφής κατά το άρθρο 4, σημείο 3, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους επιείκειας βάσει της εισοδηματικής και περιουσιακής του καταστάσεως, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων μέριμνας και των σκοπών της εκτίσεως της ποινής, και δεν θίγει την οικονομική του δυνατότητα για αποκατάσταση της ζημίας.
12. Και στη Γερμανία υπάρχει ένας UVG (5). Οι παροχές περιορίζονται το πολύ σε 72 μήνες μέχρι τη συμπλήρωση του 12ου έτους της ηλικίας του οικείου τέκνου. Δεν προβλέπονται ειδικοί κανόνες για κρατουμένους.
13. Οι κρατούμενοι έχουν υποχρέωση παροχής εργασίας τόσο εντός της Αυστρίας όσο και της Γερμανίας.
III – Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικό ερώτημα
14. Ο Nils Laurin Effing (στο εξής: γιος), που γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1992, είναι εξώγαμο τέκνο του Γερμανού υπηκόου Ingo Effing (στο εξής: πατέρας). Ο γιος είναι Αυστριακός υπήκοος και διαμένει στην οικία της μητέρας του που έχει την επιμέλειά του στη Βιέννη. Καίτοι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι ο πατέρας ήταν εργαζόμενος, η Αυστριακή Κυβέρνηση πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ήταν ασφαλισμένος στην Αυστρία μέχρι τις 30 Ιουνίου 2001 ως μη μισθωτός. Στις 7 Ιουνίου 2000 προφυλακίστηκε στην Αυστρία και, στη συνέχεια, καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή. Κατόπιν αυτού χορηγούνταν στον γιο του από την 1η Ιουνίου 2000 μηνιαίως προκαταβολή διατροφής κατά το άρθρο 4, περίπτωση 3, του UVG.
15. O πατέρας άρχισε να εκτίει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε στην Αυστρία. Συναφώς είχε ασφαλιστεί, κατά τις πληροφορίες της Αυστριακής Κυβερνήσεως, κατά της ανεργίας. Στις 19 Δεκεμβρίου 2001 μεταφέρθηκε στη Γερμανία για να εκτίσει εκεί το υπόλοιπο της ποινής του.
16. Κατά τις πληροφορίες της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η ποινή του μετατράπηκε, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της Συμβάσεως, σε γερμανική στερητική της ελευθερίας ποινή. Η Γερμανική Κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι κατά τη διάρκεια της φυλακίσεώς του τους μήνες Φεβρουάριο έως Ιούλιο του 2002 καθώς και Σεπτέμβριο του 2002 έως Μάρτιο του 2003 εργάσθηκε έναντι αμοιβής. Γι’ αυτόν καταβλήθηκαν αρχικώς ποσά για την ασφάλιση κατά της ανεργίας και αργότερα για την ασφάλιση κατά ασθενειών. Στις 3 Απριλίου 2003 αφέθηκε ελεύθερος. Για την έκτοτε απασχόλησή του δεν υφίστανται πληροφορίες.
17. Οι αρμόδιες αυστριακές αρχές διέκοψαν, με την πάροδο του Δεκεμβρίου του 2001, τη χορήγηση προκαταβολών διατροφής. Κατά παγία νομολογία των αυστριακών δικαστηρίων, οι προκαταβολές διατροφής για καταδίκους που υπέχουν υποχρέωση διατροφής χορηγούνται μόνον όταν η ποινή εκτίεται στην Αυστρία.
18. Το αυστριακό Oberster Gerichtshof δεν αποκλείει, εντούτοις, το ενδεχόμενο η εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής περί προκαταβολών διατροφής καταδίκων να συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας. Εξαιτίας της Συμβάσεως για τη μεταφορά καταδίκων, υπήκοοι άλλων κρατών μελών εκτίουν ενδεχόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή εντός άλλου κράτους μέλους. Η (αλλοδαπή) ιθαγένεια είναι συναφώς καθοριστική για το αν ο υπόχρεος προς διατροφή ο οποίος καταδικάστηκε στην Αυστρία εκτίει τη στερητική της ελευθερίας ποινή του στο κράτος καταγωγής του, επομένως στην αλλοδαπή. Κατά συνέπεια, είναι έμμεσα καθοριστική και για το αν το δικαιούμενο διατροφής τέκνο του καταδίκου μπορεί να προβάλει αξίωση για προκαταβολή διατροφής κατά το άρθρο 4, περίπτωση 3, του UVG. Επομένως, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Έχει την έννοια το άρθρο 12 EΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία θέτει σε δυσμενέστερη θέση τους κοινοτικούς πολίτες κατά την είσπραξη από κρατικό φορέα της προκαταβαλλόμενης διατροφής για τη συντήρηση τέκνου, όταν ο υπόχρεος για την καταβολή της διατροφής πατέρας εκτίει ποινή φυλακίσεως στη χώρα καταγωγής του (όχι στην Αυστρία) και ως εκ τούτου το τέκνο Γερμανού υπηκόοου που διαβιοί στην Αυστρία υφίσταται δυσμενή διάκριση κατά το ότι δεν του προκαταβάλλεται διατροφή από τον αρμόδιο προς τούτο κρατικό φορέα για τον λόγο ότι ο πατέρας του εκτίει στη χώρα καταγωγής του (και όχι στην Αυστρία) στερητική της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε στην Αυστρία;»
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Επί του κανονισμού 1408/71
1) Οι ισχυρισμοί των μερών
19. Τα μέρη θεωρούν, στηριζόμενα στις αποφάσεις Offermanns (6) και Humer (7), ότι οι προκαταβολές διατροφής συνιστούν οικογενειακές παροχές υπό την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο η΄, του κανονισμού 1408/71.
20. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, δεν είναι εντούτοις βέβαιο ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, καθόσον οι κατάδικοι δεν είναι εργαζόμενοι. Αν το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την άποψη αυτή, υποχρέωση για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών δεν υπέχει εν πάση περιπτώσει η Αυστρία, αλλά η Γερμανία. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, τούτο συνάγεται από τον τόπο εργασίας. Επικουρικώς, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει την εφαρμογή των διατάξεων του κράτους κατοικίας. Περαιτέρω, από τα άρθρα 73 και 74 του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι αξιώσεις για οικογενειακές παροχές για μέλη της οικογένειας των εργαζομένων δεν πρέπει να στηρίζονται στο δίκαιο του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας, αλλά στο δίκαιο του τόπου εργασίας του εργαζομένου.
21. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο πατέρας ήταν, μετά τη μεταφορά του στη Γερμανία, εργαζόμενος υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, διότι οι κρατούμενοι ασφαλίζονται κατά της ανεργίας, καθόσον εκπληρώνουν στη φυλακή την υποχρέωσή τους για παροχή εργασίας. Ακόμη και για τον χρόνο της κρατήσεώς του στην Αυστρία υπάρχουν ενδείξεις όσον αφορά την ιδιότητα του εργαζομένου, διότι και κατά το αυστριακό σωφρονιστικό δίκαιο πρέπει να επιδιώκεται η ασφάλιση των κρατουμένων.
22. Από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 EΚ, προκύπτει απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Τούτο έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, διότι υπάρχει διασυνοριακή σχέση. Το κριτήριο του τόπου φυλακίσεως στοιχειοθετεί έμμεση διάκριση, καθόσον γίνεται κατά κανόνα χρήση της δυνατότητας μεταγωγής των υπηκόων άλλων κρατών μελών. Η διάκριση αυτή δεν δικαιολογείται ούτε από αντικειμενικούς λόγους, ανεξάρτητους από την ιθαγένεια. Το νομικό πλάσμα της αντιπαροχής που συνίσταται στην εργασία του καταδίκου δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι η προκαταβολή της διατροφής, στο πλαίσιο άλλων συνθηκών, παρέχεται ανεξάρτητα από αντιπαροχή προς το συμφέρον του δικαιούχου διατροφής. Ούτε η απόφαση Mora Romero (8) παρέχει σχετική δικαιολογία, διότι το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη απαίτησε τον συνυπολογισμό του χρόνου στρατιωτικής θητείας που είχε εκπληρωθεί στην αλλοδαπή για τη χορήγηση συντάξεως ορφανού. Υποστηρίζοντας την ιδέα ότι ο τόπος κατοικίας του δικαιούχου δεν μπορεί να συνεπάγεται καμία διαφορά για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση φρονεί ότι ούτε ο τόπος κρατήσεως στην περίπτωση συνεχίσεως της κρατήσεως πρέπει να ασκεί επιρροή. Τέλος, κατά την απόφαση Humer, ο γιος μπορεί και ανεξαρτήτως του πατέρα του να επικαλεστεί άμεσα την απαγόρευση των διακρίσεων.
23. Και κατά την άποψη της Επιτροπής η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 στην περίπτωση αυτή έχει ως συνέπεια την αξίωση για προκαταβολή διατροφής. Ειδικότερα, εκθέτει συναφώς ότι ο πατέρας λόγω της ασφάλειας κατά της ανεργίας κατά την έκτιση της ποινής του στη Γερμανία πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος και, κατά συνέπεια, ο γιος πρέπει να αναγνωρισθεί ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου. Για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου πρέπει να ληφθεί υπόψη το πρόσωπο του γιου, εφόσον οι ρυθμίσεις του αυστριακού UVG συνεπάγονται δυσμενή διάκριση στο πρόσωπό του. Η διάκριση αυτή στηρίζεται έμμεσα στην ιθαγένεια, εφόσον, τυπικώς, οι αλλοδαποί μεταφέρονται στην αλλοδαπή για την έκτιση της ποινής τους και τα τέκνα τους δεν λαμβάνουν πλέον προκαταβολές διατροφής. Δεν αποκλείει τη λύση αυτή το γεγονός ότι ενδεχομένως γεννώνται ταυτοχρόνως αξιώσεις κατά της Γερμανίας. Για την περίπτωση αυτή, ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει, πράγματι, κανόνες προς αποφυγή της σωρεύσεως, ιδίως το άρθρο 76, το οποίο συνεπάγεται την αναστολή της γερμανικής αξιώσεως.
2) Η θέση μου επί του ζητήματος
24. Η εφαρμογή της απαγορεύσεως της άνισης μεταχειρίσεως λόγω ιθαγενείας κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προϋποθέτει, κατ’ αρχάς, ότι το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού διευρύνεται και έχει εφαρμογή το αυστριακό δίκαιο.
α) Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
25. Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής διευρύνεται κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71 εάν ο γιος πρέπει να θεωρηθεί ως μέλος της οικογενείας μισθωτού ή μη μισθωτού (9). Όσον αφορά την κατάσταση της μητέρας, κανένα στοιχείο δεν είναι γνωστό στην παρούσα υπόθεση. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν ο πατέρας μπορεί να θεωρηθεί ως εργαζόμενος.
26. Η έννοια του εργαζομένου του κανονισμού 1408/71 δεν ταυτίζεται με την έννοια του εργαζομένου του κανονισμού 1612/68 και του άρθρου 39 EΚ(10). Στα πλαίσια του άρθρου 39 EΚ και του κανονισμού 1612/68, ως εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται το πρόσωπο που παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (11). Αντιθέτως, το άρθρο 1, στοιχείο α΄, σημείο i, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τον εργαζόμενο ως το πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς.
27. Ορθώς η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν τον πατέρα ως εργαζόμενο, εφόσον αυτός –σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Γερμανική Κυβέρνηση– κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της εκτίσεως της ποινής του στη Γερμανία ήταν ασφαλισμένος κατά του κινδύνου της ανεργίας. Η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί μεν ότι οι κατάδικοι μπορούν να είναι εργαζόμενοι υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, πλην όμως η άποψη αυτή αντιβαίνει προς τον σαφή ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο α΄, σημείο i, του κανονισμού 1408/71. Η παραπομπή της διατάξεως αυτής στο καθεστώς ασφαλίσεως δικαιολογείται επίσης, διότι ο κανονισμός 1408/71 έχει πρωτίστως ως αντικείμενο τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών. Ένα συνεπές σύστημα συντονισμού πρέπει να περιλαμβάνει και προσδοκίες ασφαλιστικού δικαιώματος, που αποκτήθηκαν κατά την έκτιση στερητικών της ελευθερίας ποινών.
28. Η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείεται επίσης για τον λόγο ότι ο πατέρας ως κατάδικος δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας. Κατά πάγια νομολογία, ο κανονισμός 1408/71 ισχύει για όλους τους εργαζομένους υπό την έννοια του άρθρου 1, οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και τελούν σε έννομη σχέση η οποία παρουσιάζει στοιχεία αλλοδαπότητας που ρυθμίζεται στον κανονισμό, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους (12). Στην παρούσα υπόθεση ο αναγκαίος διασυνοριακός σύνδεσμος προκύπτει από το γεγονός ότι πατέρας και γιος βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη (13).
29. Κατά συνέπεια, ο πατέρας ήταν, κατά τη διάρκεια της φυλακίσεώς του, εργαζόμενος υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71, εφόσον είχε ενταχθεί στην ασφάλιση κατά της ανεργίας. Ενδεχόμενες σύντομες διακοπές του ασφαλιστικού χρόνου, π.χ. για τους μήνες Ιανουάριο και Αύγουστο του 2002, δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την ιδιότητα του εργαζομένου, διότι αυτές από ποιοτικής απόψεως είναι παρεμφερείς προς περιόδους άδειας ή ασθενείας.
β) Επί του εφαρμοστέου δικαίου
30. Είναι εντούτοις αμφίβολο αν στον γιο ενός εργαζομένου που απασχολείται στη Γερμανία έχει εφαρμογή ο αυστριακός UVG και όχι ο γερμανικός UVG. Το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται κατά τους κανόνες άρσεως συγκρούσεως των άρθρων 13 επ. του κανονισμού 1408/71. Εάν το εφαρμοστέο στον γιο δίκαιο προέκυπτε από τη δική του κατάσταση, τότε θα εφαρμοζόταν σ’ αυτόν –όπως φρονεί η Επιτροπή– κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, το αυστριακό δίκαιο, διότι αυτός κατοικεί στην Αυστρία και δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του κανένας από τους άλλους κανόνες άρσεως συγκρούσεως. Εντούτοις, εάν το εφαρμοστέο δίκαιο –όπως φρονεί η Αυστριακή Κυβέρνηση– έπρεπε να καθοριστεί βάσει της καταστάσεως του πατέρα, τότε θα εφαρμοζόταν το γερμανικό δίκαιο, διότι ο πατέρας από τον Φεβρουάριο του 2002 εργαζόταν στη Γερμανία και τον Ιανουάριο του 2002 τουλάχιστον κατοικούσε στη Γερμανία.
31. Στη νομολογία υπάρχουν ενδείξεις περί του ότι το εφαρμοστέο δίκαιο προκύπτει από την κατάσταση του πατέρα. Στην απόφαση Humer (14) το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η θυγατέρα που κατοικούσε στη Γαλλία μπορούσε να απαιτήσει, βάσει του κανονισμού 1408/71, προκαταβολές διατροφής κατά τον αυστριακό UVG έναντι των αξιώσεων διατροφής που είχε κατά του εργαζομένου στην Αυστρία και εν συνεχεία ανέργου πατέρα της. Εάν καθοριστική σημασία είχε το πρόσωπο της θυγατέρας, τότε θα εφαρμοζόταν το γαλλικό δίκαιο. Με την απόφαση Hoever και Zachow (15) το Δικαστήριο αναγνώρισε στις συζύγους απασχολουμένων στη Γερμανία εργαζομένων, οι οποίες διαβιούσαν στις Κάτω Χώρες, αξίωση για γερμανικές οικογενειακές παροχές. Τούτο δεν θα είχε καταστεί δυνατόν εάν είχε ισχύσει το ολλανδικό δίκαιο.
32. Η σύνδεση με τον υποκείμενο σε ασφάλιση εργαζόμενο δικαιολογείται, κατ’ αρχήν, αντικειμενικά στο πλαίσιο του κανονισμού 1408/71. Το μεγαλύτερο τμήμα των καλυπτομένων κοινωνικών παροχών στηρίζεται πράγματι σε συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
33. Κατά συνέπεια, οι κατωτέρω σκέψεις πρέπει να έχουν ως αφετηρία ότι, κατ’ αρχήν, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο απασχολείται ο εργαζόμενος ή ο μη μισθωτός, στο πρόσωπο του οποίου στηρίζεται η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71. Κάθε σύνδεσμος οποιασδήποτε μορφής με τον τόπο κατοικίας του γιου θα είχε, επομένως, ως συνέπεια στην υπό κρίση υπόθεση την εφαρμογή των διατάξεων των δύο κρατών μελών –εκτός του δικαίου του τόπου εργασίας του πατέρα και το δίκαιο του τόπου κατοικίας του γιου.
34. Πάντως, τον σύνδεσμο με το δίκαιο δύο κρατών μελών αποκλείει ο θεμελιώδης κανόνας του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, κατά τον οποίο κάθε πρόσωπο υπάγεται στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους. Το Δικαστήριο δέχεται, κατά παγία νομολογία, ότι οι διατάξεις του τίτλου II του κανονισμού 1408/71, στις οποίες ανήκει το άρθρο 13, αποτελούν ένα κλειστό και ενιαίο σύστημα κανόνων άρσεως συγκρούσεως. Με τις διατάξεις αυτές σκοπείται, μεταξύ άλλων, η αποτροπή της ταυτόχρονης εφαρμογής νομοθεσιών πλειόνων κρατών μελών και των δυσχερειών οι οποίες μπορεί να ανακύψουν από αυτήν (16). Διπλός σύνδεσμος θα ήταν, κατά συνέπεια, ασυμβίβαστος προς τους σκοπούς του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71. Επομένως, είναι εύλογο, κατά τον καθορισμό των αξιώσεων των μελών της οικογένειας, να εφαρμοστεί μόνον το δίκαιο το οποίο ισχύει για τον κυρίως δικαιούχο, εν προκειμένω τον πατέρα.
35. Πάντως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εφαρμοστεί τόσο το αυστριακό όσο και το γερμανικό δίκαιο. Παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, το οποίο ρυθμίζει τη σώρευση αξιώσεων για οικογενειακές παροχές. Η διάταξη αυτή θα ήταν περιττή εάν, βάσει των κανόνων άρσεως συγκρούσεως, είχε πάντοτε εφαρμογή μια μόνον έννομη τάξη.
36. Η απόφαση ΜcMenamin (17) φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη περί εφαρμογής δύο εννόμων τάξεων τουλάχιστον για τις οικογενειακές παροχές. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε οικογενειακές παροχές υπέρ εργαζομένης η οποία εργαζόταν στη Βόρεια Ιρλανδία και κατοικούσε στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Ελάμβανε ήδη παροχές από την Ιρλανδία και ζητούσε επιπροσθέτως παροχές κατά το βρετανικό δίκαιο. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, θα είχε ισχύσει στην περίπτωση αυτή αποκλειστικά το βρετανικό δίκαιο. Το Δικαστήριο τόνισε, εντούτοις, ότι η αρχή του άρθρου 13, κατά την οποία ένας εργαζόμενος υπάγεται στη νομοθεσία μόνον του κράτους στο οποίο εργάζεται, δεν αποκλείει ότι για μεμονωμένες παροχές ισχύουν ειδικές διατάξεις του κανονισμού αυτού. Εξ αυτού συνήγαγε ότι είχαν εφαρμογή οι διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72 (18).
37. Επομένως, στην υπόθεση McMenamin η παραπομπή σε συγκεκριμένη έννομη τάξη διά των κανόνων άρσεως συγκρούσεως του κανονισμού 1408/71 δεν είχε ως συνέπεια να παρεμποδίσει την εφαρμογή διατάξεων άλλης έννομης τάξεως. Αυτό όμως δεν σημαίνει κατάργηση των κανόνων άρσεως συγκρούσεως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναγνώρισε απλώς ότι το κράτος κατοικίας μπορεί να χορηγήσει παροχές ανεξαρτήτως του κανονισμού 1408/71, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των διατάξεων που απαγορεύουν τη σώρευση. Αντιθέτως, οι κανόνες που απαγορεύουν τη σώρευση και η απόφαση McMenamin δεν έχουν έννομες συνέπειες για το εφαρμοστέο κατά τους κανόνες άρσεως συγκρούσεως του κανονισμού 1408/71 δίκαιο. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει παραπομπή αποκλειστικά στο γερμανικό δίκαιο.
38. Ομοίως, η άποψη της Επιτροπής ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το πρόσωπο του γιου, επειδή οι κανόνες του αυστριακού UVG έχουν εμμέσως δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτόν, δεν είναι ορθή. Το εφαρμοστέο δίκαιο δεν μπορεί να συναχθεί από ενδεχόμενες συνέπειες σε κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, διότι οι έννομες συνέπειες προϋποθέτουν ότι οι αντίστοιχες ρυθμίσεις έχουν οπωσδήποτε εφαρμογή. Τούτο καθίσταται σαφές ιδίως στην απαγόρευση των διακρίσεων. Η διάκριση είναι δυνατή μόνον όταν ένας φορέας εξουσίας μεταχειρίζεται κατά άνισο τρόπο δύο παρεμφερείς περιπτώσεις, ή επιφυλάσσει σε διαφορετικές περιπτώσεις την ίδια μεταχείριση. Όταν όμως η Αυστρία δεν είναι, από απόψεως δικαίου κοινωνικών ασφαλίσεων, αρμόδια για τον γιο, αυτός δεν υφίσταται δυσμενή διάκριση εκ μέρους της Αυστρίας.
39. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να εφαρμοστεί το αυστριακό αλλά το γερμανικό δίκαιο (19), εάν βάσει του κανονισμού 1408/71 υπάρχει αξίωση οικογενειακών παροχών οι οποίες θεμελιώνονται στο πρόσωπο του πατέρα.
γ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
40. Στο μέτρο που η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως συνδέεται με τον κανονισμό 1408/71, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 δεν απαγορεύει εθνική διάταξη η οποία αποκλείει κοινοτικούς πολίτες που έχουν δικαίωμα διατροφής από την προκαταβολή διατροφής, εάν ο υπόχρεος για την καταβολή της διατροφής πατέρας εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή όχι στο κράτος στο οποίο εργαζόταν πριν τη φυλάκιση, αλλά στο κράτος καταγωγής του.
Β – Επί του κανονισμού 1612/68
1) Επί του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68
α) Ισχυρισμοί της Επιτροπής
41. Η Επιτροπή προτείνει την αναδιατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, προκειμένου να είναι δυνατή η εξέταση παραβιάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 39 EΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68.
42. Επικαλείται την απόφαση Nazli (20), για να εκθέσει ότι η προσωρινή κράτηση δεν καταλήγει στην απώλεια της ιδιότητας του εργαζομένου για τον πατέρα υπό την έννοια του άρθρου 39 EΚ και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Και ο γιος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Η προκαταβολή διατροφής αποτελεί κοινωνικό όφελος υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Επειδή η μεταγωγή έχει εφαρμογή μόνο στους μη έχοντες αυστριακή ιθαγένεια κρατουμένους, υφίσταται έμμεση διάκριση. Η ένσταση της αντιπαροχής του εργαζομένου κρατουμένου είναι καθαρώς δημοσιονομική θεώρηση, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διάκριση.
43. Τα λοιπά μέρη δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του κανονισμού 1612/68.
β) Η θέση μου επί του ζητήματος
44. Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν αναφέρει βεβαίως τον κανονισμό 1612/68. Επειδή το Δικαστήριο προσπαθεί όμως να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλες τις ενδείξεις οι οποίες είναι αναγκαίες για την έκδοση αποφάσεως επί της διαφοράς της κύριας δίκης που ανταποκρίνεται στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου (21), η εν λόγω υπόδειξη της Επιτροπής αξίζει διεξοδικής εξετάσεως.
45. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους απολαύει στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους. Η εν λόγω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύει κάθε ανοικτή ή συγκεκαλυμμένη διάκριση λόγω ιθαγενείας κατά τη χορήγηση των προαναφερθέντων πλεονεκτημάτων.
46. Η εφαρμογή της εν λόγω απαγορεύσεως των διακρίσεων προϋποθέτει ότι ο εργαζόμενος απασχολείται εντός άλλου κράτους μέλους. Συναφώς, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά το πρόσωπο του πατέρα. Εν πάση περιπτώσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο ο πατέρας δεν βρισκόταν πλέον στο κράτος υποδοχής, δηλαδή στην Αυστρία, αλλά στο κράτος καταγωγής του, δηλαδή στη Γερμανία.
47. Περαιτέρω, αμφισβητείται αν ο πατέρας ως κατάδικος ήταν εργαζόμενος. Για τον κανονισμό 1612/68 ισχύει –σε αντιδιαστολή προς τον κανονισμό 1408/71– ο γενικός ορισμός του εργαζομένου σύμφωνα με το άρθρο 39 ΕΚ, ο οποίος δεν συνδέεται με το καθεστώς ασφαλίσεως. Βάσει αυτού, εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται το πρόσωπο που παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (22).
48. Οι κρατούμενοι στις γερμανικές φυλακές παρέχουν βεβαίως, κατ’ αρχήν, υπό τη διεύθυνση τρίτου υπηρεσίες, για τις οποίες λαμβάνουν ως αντιπαροχή μια ελάχιστη αμοιβή, πλην όμως το καθεστώς του κρατουμένου είναι ασυμβίβαστο προς την έννοια της ελεύθερης κυκλοφορίας του εργαζομένου. Η ελεύθερη κυκλοφορία ενσαρκώνει την ελευθερία του ιδιώτη να ασκήσει δραστηριότητα της επιλογής του στον τόπο της επιλογής του. Οι κρατούμενοι περιορίζονται εν πάση περιπτώσει όσον αφορά τον τόπο της δραστηριότητάς τους και, στην πράξη, τις περισσότερες φορές και όσον αφορά το είδος της δραστηριότητας. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αρνηθεί την ιδιότητα του εργαζομένου, στο μέτρο που επρόκειτο για δραστηριότητες στο πλαίσιο εθνικής ρυθμίσεως περί παροχής εργασίας με σκοπό τη διατήρηση, αποκατάσταση ή βελτίωση της ικανότητας προς εργασία προσώπων, τα οποία για απροσδιόριστο χρόνο δεν είναι σε θέση, λόγω περιστάσεων που άπτονται της καταστάσεώς τους, να εργαστούν υπό κανονικές συνθήκες (23). Καθοριστική σημασία είχε συναφώς για το Δικαστήριο το γεγονός ότι οι δραστηριότητες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματικές και γνήσιες οικονομικές δραστηριότητες, εφόσον αποτελούν μέσον αγωγής αποκαταστάσεως και επανεντάξεως των εργαζομένων στον εργασιακό βίο. Η απασχόληση καταδίκων επιτελεί, επομένως, την παρεμφερή λειτουργία της εκ νέου κοινωνικοποιήσεως (24). Κατά συνέπεια, ο πατέρας δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη διάρκεια εκτίσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής του, ως εργαζόμενος υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68.
49. Επειδή αποκλείεται η ευθεία εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, μόνον ενδεχόμενη προηγούμενη ιδιότητα εργαζομένου του πατέρα στην Αυστρία θα μπορούσε να αποτελέσει συνδετικό στοιχείο για την εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
50. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εφόσον λυθεί η σχέση εργασίας, ο ενδιαφερόμενος χάνει, κατ’ αρχήν, την ιδιότητα του εργαζομένου, αλλά εννοείται ότι η ιδιότητα αυτή ενδέχεται να παραγάγει ορισμένα αποτελέσματα μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως (25), τα οποία εκτίθενται κατ’ ουσίαν στην απόφαση Lair (26). Αφορούν τους όρους παραμονής στο κράτος υποδοχής μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή ανικανότητας προς εργασία καθώς και στην περίπτωση της απασχολήσεως σε άλλο κράτος μέλος (27). Σε περίπτωση ανεργίας, υφίσταται επίσης δικαίωμα παραμονής (28) και απαγόρευση των διακρίσεων έναντι ημεδαπών εργαζομένων, όσον αφορά την επαγγελματική επανένταξη ή επαναπασχόληση (29) και τη φοίτηση στις επαγγελματικές σχολές ή στα κέντρα αναπροσαρμογής ή επανεκπαιδεύσεως (30). Στην απόφαση Lair, το Δικαστήριο επέκτεινε επιπλέον την απαγόρευση των διακρίσεων όσον αφορά γενικά κοινωνικά οφέλη και στη συνεχή προώθηση της επαγγελματικής δραστηριότητας μέσω φοιτήσεως σε πανεπιστημιακή σχολή (31).
51. Εντούτοις, καμία από τις εν λόγω περιπτώσεις συνεπειών της ιδιότητας του εργαζομένου δεν αφορά προκαταβολές διατροφής για τα μέλη της οικογένειας κρατουμένων. Δεν συντρέχει ούτε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως, ούτε αμφισβητείται το δικαίωμα διαμονής ή η επαγγελματική επανένταξη. Σε αντιδιαστολή προς την υπόθεση Lair, η κατάσταση του κρατουμένου δεν χαρακτηρίζεται κατά κανόνα (32) από τη συνέχεια προς την προηγούμενη εργασιακή σχέση, αλλά από τη διακοπή.
52. Η Επιτροπή επισημαίνει μια άλλη μορφή συνεπειών της προηγούμενης σχέσεως εργασίας. Κατ’ αναλογία προς την απόφαση Nazli (33), η στερητική της ελευθερίας ποινή πρέπει να θεωρηθεί ως καθαρώς προσωρινή διακοπή της δραστηριότητας του καταδίκου ως διακινουμένου εργαζομένου, η οποία δεν δικαιολογεί την αναστολή της ισχύος των δικαιωμάτων του διακινουμένου εργαζομένου και της οικογενείας του. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε το δικαίωμα Τούρκων εργαζομένων μετά από ορισμένη διάρκεια της απασχολήσεως να αποκτήσουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα και σε σχέση με αυτή να αποκτήσουν και σταθερή θέση από απόψεως δικαιώματος διαμονής. Προς τούτο, η απόφαση 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την προώθηση της συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητας και της Τουρκίας, προβλέπει ως προϋπόθεση τη διαρκή ένταξη στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Το Δικαστήριο έκρινε στην περίπτωση εκείνη ότι ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια προφυλακίσεως δεν είναι πλέον διαθέσιμος για την αγορά εργασίας. Θεώρησε όμως ότι αυτό δεν ασκεί επιρροή, εάν η περίσταση αυτή διατηρήσει τον προσωρινό χαρακτήρα της (34).
53. Η απόφαση εκείνη δεν είναι εντούτοις παρεμφερής προς την παρούσα περίπτωση. Η υπόθεση Nazli δεν αφορούσε τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά το δικαίωμα διαμονής και την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Περαιτέρω, ο Nazli δεν εξέτιε στερητική της ελευθερίας ποινή, αλλά ήταν προφυλακισμένος. Όσον αφορά το τεκμήριο αθωότητας, η προφυλάκιση πρέπει να θεωρηθεί ως προσωρινή διακοπή επαγγελματικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, η στερητική της ελευθερίας ποινή έχει μια πολύ δραστική συνέπεια, εν πάση περιπτώσει όταν είναι τόσο μακράς διαρκείας ώστε να αποκλείει την παράταση της σχέσεως εργασίας.
54. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στο πρόσωπο του πατέρα δεν υφίσταται ούτε παρούσα ούτε προηγούμενη σχέση απασχολήσεως στην Αυστρία συνεπαγόμενη την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
2) Επί του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68
55. Η εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 θα μπορούσε, εντούτοις, να προκύπτει έμμεσα από το γεγονός ότι ο γιος ακολουθεί μια μορφή σχολικής εκπαιδεύσεως, πράγμα το οποίο μέχρι τούδε ούτε το Oberster Gerichtshof ούτε οι διάδικοι έλαβαν υπόψη κατά τις αναλύσεις τους. Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68, τα τέκνα του υπηκόου κράτους μέλους που απασχολείται ή έχει απασχοληθεί εντός άλλου κράτους μέλους γίνονται δεκτά στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους, εφόσον τα τέκνα αυτά διαμένουν στην επικράτειά του. Μολονότι, εκ πρώτης όψεως, η διάταξη αυτή φαίνεται να αφορά μόνον την πρόσβαση στην εκπαίδευση, το Δικαστήριο την ανήγαγε σε ίδια νομική αξίωση των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων, να υφίστανται, κατά τη διάρκεια εκπαιδεύσεως στο κράτος υποδοχής όσον αφορά την απόλαυση κοινωνικών πλεονεκτημάτων, την ίδια μεταχείριση με τα τέκνα των υπηκόων του εν λόγω κράτους μέλους. Επειδή πρόκειται για ίδια αξίωση του τέκνου και όχι για αξίωση του εργαζομένου υπέρ του τέκνου, δεν υπάρχει αντίθεση προς τον πυρήνα των κανόνων άρσεως συγκρούσεως των άρθρων 13 επ. του κανονισμού 1408, κατά τους οποίους εφαρμογή έχει, κατ’ αρχήν, η νομοθεσία ενός μόνον κράτους.
56. Το Δικαστήριο στηρίζει τη σχετική με το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 νομολογία του στη σκέψη ότι η πραγματοποίηση της σκοπούμενης με τον κανονισμό 1612/68 ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπό συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας απαιτεί να υπάρχουν οι καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση της οικογένειας του κοινοτικού εργαζομένου στη χώρα υποδοχής (35). Το περιεχόμενο του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 δεν περιορίζεται, κατά συνέπεια, στην κατά κυριολεξία πρόσβαση στην εκπαίδευση, αλλά εκτείνεται σε όλα τα μέτρα τα οποία διευκολύνουν τη φοίτηση, καθόσον εξασφαλίζουν και τη συντήρηση του ενδιαφερομένου (36). Στην απόφαση Baumbast το Δικαστήριο συνήγαγε μάλιστα τα δικαιώματα διαμονής των γονέων από τα δικαιώματα των τέκνων για συμμετοχή στη σχολική εκπαίδευση (37).
57. Για την υπό κρίση υπόθεση, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το Δικαστήριο στην απόφαση Echternach κ.λπ. επέκτεινε την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 στα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων, όταν αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, γίνονται δεκτά στην εκπαίδευση της χώρας υποδοχής, διότι η διάταξη αυτή θα έχανε κάθε αποτελεσματικότητα αν ερμηνευόταν διαφορετικά (38). Κατά συνέπεια, τα τέκνα αυτά απολαύουν, εξ ιδίου δικαιώματος, στο κράτος υποδοχής τα ίδια κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα όπως τα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων.
58. Για την εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξετασθεί, κατ’ αρχάς, αν ο γιος μπορεί να θεωρηθεί τέκνο διακινουμένου εργαζομένου υπό την έννοια του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68. Επειδή το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 ευνοεί και τα τέκνα πρώην διακινουμένων εργαζομένων, δεν έχει σημασία το αν ο διακινούμενος εργαζόμενος εξακολουθεί να βρίσκεται, κατά τον χρόνο της εφαρμογής της διατάξεως υπέρ του τέκνου, στη χώρα υποδοχής ή αν είναι εργαζόμενος (39). Δεν είναι επίσης αναγκαίο να συντρέχουν περαιτέρω οι προϋποθέσεις του άρθρου 10. Η διάταξη αυτή ορίζει τον κύκλο προσώπων που έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου στο κράτος υποδοχής ως μέλη της οικογενείας του. Απαιτεί ιδίως να εξασφαλίζει ο εργαζόμενος τη συντήρηση των οικείων προσώπων. Οι αξιώσεις κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 εξαρτώνται, εντούτοις, μόνον από το γεγονός ότι μια τέτοια κατάσταση υπήρξε στο παρελθόν. Είναι ανεξάρτητες από την παρούσα κατάσταση (40). Κατά συνέπεια, αρκεί ότι το τέκνο ζούσε με τους γονείς του ή με τον έναν από αυτούς σε κράτος μέλος, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του κατοικούσε εντός αυτού ως εργαζόμενος (41). Εν πάση περιπτώσει, στις διαπιστώσεις αυτές πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για τη συγκατοίκηση του γιου με τον πατέρα ούτε για την προηγούμενη ιδιότητα του πατέρα ως εργαζόμενου στην Αυστρία (42).
59. Αντιθέτως, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει στην παρούσα υπόθεση αν η προκαταβολή της διατροφής συνιστά κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 και ενδεχομένως αν η άρνηση χορηγήσεώς της συνάδει προς τη διάταξη αυτή.
60. Ο ορισμός του κοινωνικού πλεονεκτήματος πρέπει να νοηθεί ευρέως. Κατά την απόφαση Lair, η έννοια περιλαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα τα οποία εξασφαλίζουν στον διακινούμενο εργαζόμενο, σύμφωνα προς την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, τη δυνατότητα βελτιώσεως των όρων διαβιώσεως και εργασίας και, κατά συνέπεια, διευκολύνουν και την κοινωνική του άνοδο(43). Στην κατηγορία αυτή ανήκουν όλα τα πλεονεκτήματα, τα οποία –ανεξάρτητα του αν συνδέονται με σύμβαση εργασίας ή όχι– αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζομένους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή λόγω του ότι έχουν απλώς την κατοικία τους στο εθνικό έδαφος και των οποίων η επέκταση στους εργαζομένους που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών εμφανίζεται, επομένως, ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (44).
61. Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο συνήγαγε ιδίως ότι παροχή εξασφαλίζουσα το κατώτατο όριο διαβιώσεως (45), ειδικές υποτροφίες για την κάλυψη εξόδων διατροφής φοιτητών (46) ή και το γερμανικό επίδομα ανατροφής (47), μια οικογενειακή παροχή κατά τον κανονισμό 1408/71 (48), πρέπει να θεωρηθούν κοινωνικά πλεονεκτήματα.
62. Η προκαταβολή διατροφής αποτελεί αναμφιβόλως πλεονέκτημα για τον δικαιούμενο διατροφής, διότι αυτός λαμβάνει διατροφή, καίτοι ο υπόχρεος για την καταβολή της διατροφής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Υφίσταται επίσης λειτουργική αντιστοιχία προς τις αναγνωρισμένες από το Δικαστήριο παροχές για την κάλυψη των αναγκών διαβιώσεως. Κατά συνέπεια, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, πρέπει και η προκαταβολή διατροφής να θεωρηθεί ως κοινωνικό πλεονέκτημα.
63. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν η διαφοροποίηση ανάλογα με τον τόπο εκτίσεως της ποινής του υποχρέου για την καταβολή διατροφής συνάδει προς την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Η διαφοροποίηση αυτή δεν συνδέεται άμεσα με την ιθαγένεια. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 περιλαμβάνει, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας των προσώπων που δικαιούνται παροχών, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως, η οποία, κατ’ εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (49).
64. Με την απόφαση O’Flynn, το Δικαστήριο όρισε την έμμεση διάκριση ως εξής:
«[...] πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγονται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις οι προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου οι οποίες, μολονότι εφαρμόζονται χωρίς διάκριση λόγω ιθαγενείας, θίγουν, κυρίως, [...] ή στη μεγάλη πλειονότητά τους, τους διακινούμενους εργαζομένους [...] καθώς και οι αδιακρίτως εφαρμοζόμενες προϋποθέσεις [...] οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο να λειτουργήσουν σε βάρος ειδικά των διακινουμένων εργαζομένων [...]. Η κατάσταση διαφέρει μόνον αν οι διατάξεις δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους, ανεξάρτητους από την ιθαγένεια των ενδιαφερομένων εργαζομένων, και είναι ανάλογες προς τον σκοπό που θεμιτώς επιδιώκεται από το εθνικό δίκαιο [...]» (50).
65. Το καθοριστικό κριτήριο για την άρνηση της χορηγήσεως της προκαταβολής διατροφής προκύπτει εν προκειμένω από την ιθαγένεια του πατέρα. Πράγματι, μόνον αλλοδαποί κατάδικοι μπορούν να εκτίσουν εκτός Αυστρίας στερητική της ελευθερίας ποινή που επιβλήθηκε στην Αυστρία. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι, αντιθέτως, Αυστριακοί υπήκοοι μετά από καταδίκη σε άλλο κράτος μέλος μπορούν να μεταφερθούν στην Αυστρία κατ’ εφαρμογή της Συμβάσεως. Στην περίπτωση αυτή, τα τέκνα τους μπορούν να τύχουν της προκαταβολής διατροφής. Κατά συνέπεια, η άρνηση χορηγήσεως της προκαταβολής διατροφής σε περίπτωση εκτίσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής εκτός Αυστρίας έχει δυσμενείς συνέπειες ιδίως για τα μέλη των οικογενειών των πολιτών άλλων κρατών μελών.
66. Η εν λόγω άνιση μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το πλάσμα μια σχέσεως παροχής, υπό τη μορφή της εργασίας του καταδίκου, προς αντιπαροχή, υπό τη μορφή της προκαταβολής διατροφής. Ορθώς η Γερμανική Κυβέρνηση παραπέμπει συναφώς στην απόφαση Mora Romero, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αντίστοιχο επιχείρημα. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την καταβολή της συντάξεως ορφανού, η οποία παρατάθηκε κατά τον χρόνο εκπληρώσεως της στρατιωτικής θητείας στο καταβάλλον κράτος μέλος, όχι όμως και κατά τον χρόνο της στρατιωτικής θητείας εντός άλλων κρατών μελών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφοροποίηση αυτή συνιστά ανεπίτρεπτη διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω του ότι η παράταση της καταβολής της παροχής είχε ενδεχομένως τον χαρακτήρα αποζημιώσεως (51).
67. Στην παρούσα υπόθεση η σχέση μεταξύ της παροχής εργασίας και της προκαταβολής διατροφής είναι ακόμη πιο χαλαρή. Η προκαταβολή της διατροφής σκοπεί πρωτίστως στη στήριξη της οικογένειας και ιδίως του τέκνου. Η κύρια αντιπαροχή είναι η αξίωση του Αυστριακού Δημοσίου κατά του υποχρέου διατροφής για την επιστροφή της προκαταβολής κατά το άρθρο 29 του UVG. H αξία της παροχής εργασίας του καταδίκου, αντιθέτως, μπορεί να απορροφηθεί πλήρως από τις δαπάνες για την εκτέλεση της ποινής (52), οι οποίες, σε περίπτωση εκτίσεως της ποινής στην αλλοδαπή, δεν επιβαρύνουν πλέον το αυστριακό δημόσιο ταμείο.
68. Εν πάση περιπτώσει, δικαιολογείται αντικειμενικά η συνεκτίμηση, σε περίπτωση χορηγήσεως προκαταβολής διατροφής, ορισμένων παροχών της ίδιας κατηγορίας που ο γιος λαμβάνει κατά τον κανονισμό 1408/71 λόγω της απασχολήσεως του πατέρα του στη Γερμανία. Θα πρέπει συναφώς να εφαρμοστούν αντιστοίχως οι διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 ή του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο i, του κανονισμού 574/72 (53), οι οποίες, βάσει άλλων συντρεχουσών περιστάσεων, καθορίζουν αν την υποχρέωση καταβολής παροχών υπέχει πρωτίστως είτε η Αυστρία είτε η Γερμανία, οπότε το έτερο κράτος πρέπει να καταβάλει συμπληρωματικές παροχές, εάν οι παροχές του είναι υψηλότερες από τις παροχές που καταβάλλει το κράτος το οποίο υπέχει πρωτίστως την υποχρέωση καταβολής (54).
69. Συνοψίζοντας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 12, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, διάταξη αποκλείουσα το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος είναι υπόχρεος για διατροφή από την προκαταβολή διατροφής, εάν ο εργαζόμενος αυτός εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή όχι στο κράτος το οποίο καταβάλλει την παροχή αυτήν, αλλά στο κράτος της καταγωγής του, υπό την προϋπόθεση
– ότι το τέκνο αυτό παρακολουθεί μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στο κράτος το οποίο χορηγεί την εν λόγω παροχή και
– ότι το τέκνο ζούσε με τους γονείς του ή με τον έναν από αυτούς στο κράτος μέλος που χορηγεί την εν λόγω παροχή, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του κατοικούσε εντός αυτού ως εργαζόμενος.
Γ – Επί του άρθρου 12 EΚ
70. Το άρθρο 12 EΚ απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της Συνθήκης. Στην επιφύλαξη υπέρ των ειδικών διατάξεων, η οποία περιλαμβάνει και την εξατομίκευση, με διατάξεις του παραγώγου δικαίου, ειδικών απαγορεύσεων των διακρίσεων της Συνθήκης (55), εκφράζεται η αρχή της ειδικότητας. Στα προδικαστικά ερωτήματα μπορεί ήδη να δοθεί απάντηση βάσει των άρθρων 12 και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Κατά συνέπεια, δεν είναι ανάγκη να λάβω θέση και ως προς το άρθρο 12 EΚ.
Δ – Επί του δικαιώματος ακροάσεως των διαδίκων
71. Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι παρούσες σκέψεις όσον αφορά το άρθρο 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 μπορούν να θεωρηθούν ως ισχυρισμοί οι οποίοι δεν συζητήθηκαν μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως επιβάλλει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του κανονισμού διαδικασίας.
72. Κατά τον ορισμό του Δικαστηρίου, η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως σκοπεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί η απόφαση του Δικαστηρίου από επιχειρήματα επί των οποίων δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων(56). Με τον τρόπο αυτόν επιδιώκεται η πρόληψη της εκδόσεως αποφάσεως που θα αποτελεί έκπληξη.
73. Βεβαίως κανείς από τους διαδίκους δεν εξέτασε μέχρι τώρα το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, πλην όμως δεν τους ήταν αδύνατον να λάβουν θέση επί της λύσεως αυτής. Πράγματι, αυτή απορρέει από τις διατάξεις ενός κανονισμού –τον οποίο μάλιστα επικαλέστηκε κυρίως η Επιτροπή– καθώς και από παγία νομολογία. Δεν προστέθηκαν νέα νομικά στοιχεία. Κατά συνέπεια, οι διάδικοι μπορούσαν να αναγνωρίσουν τη σημασία του άρθρου 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 για την υπό κρίση υπόθεση και να λάβουν θέση συναφώς. Για τον λόγο αυτόν, μπορεί να υποστηριχθεί ότι παρέλκει η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
V – Συμπέρασμα
74. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
1. Δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3 του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, για την εφαρμογή του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, εθνική διάταξη αποκλείουσα το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος είναι υπόχρεος για διατροφή από την προκαταβολή διατροφής, εάν ο εργαζόμενος αυτός εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή όχι στο κράτος το οποίο καταβάλλει την παροχή αυτήν, αλλά στο κράτος της καταγωγής του.
2. Είναι αντίθετη προς το άρθρο 12 σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, διάταξη αποκλείουσα το τέκνο διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος είναι υπόχρεος για διατροφή από την προκαταβολή διατροφής, εάν ο εργαζόμενος αυτός εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή όχι στο κράτος το οποίο καταβάλλει την παροχή αυτήν, αλλά στο κράτος της καταγωγής του, υπό την προϋπόθεση
– ότι το τέκνο αυτό παρακολουθεί μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στο κράτος το οποίο χορηγεί την εν λόγω παροχή και
– ότι το τέκνο ζούσε με τους γονείς του ή με τον έναν από αυτούς στο κράτος μέλος που χορηγεί την εν λόγω παροχή, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του κατοικούσε εντός αυτού ως εργαζόμενος.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός (EΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, για την εφαρμογή του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως ισχύει με τον κανονισμό (EΚ) 1386/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ L 187, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2434/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1612/68).
4 – Στρασβούργο, 21 Μαρτίου 1983, ETS (European Treaty Series) αριθ. 112.
5 – Όπως τροποποιήθηκε με δημοσίευση της 2ας Ιανουαρίου 2002, BGBl. I, 2002, σ. 615.
6 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, C-85/99 (Συλλογή 2001, σ. I-2261).
7 – Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2002, C-255/99 (Συλλογή 2002, σ. I-1205).
8 – Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96 (Συλλογή 1997, σ. I-3659).
9 – Απόφαση Humer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 35).
10 – Απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C-85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I-2691, σκέψη 31).
11 – Απόφαση Martínez Sala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 32).
12 – Αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-95/99 έως C-98/99 και C-180/99, Khalil κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-7413, σκέψη 55), βλ. και για τον προηγούμενο κανονισμό 3 την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1969, 27/69, Compagnie belge d’assurances générales sur la vie et contre les accidents (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 143, σκέψη 4).
13 – Όμοια κατάσταση στις αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, 115/77, Laumann (Συλλογή τόμος 1978, σ. 281, σκέψη 5), της 5ης Μαρτίου 1998, C-194/96, Kulzer (Συλλογή 1998, σ. I-895, σκέψη 30), και Humer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 48).
14 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 7.
15 – Απόφαση της 10ης Oκτωβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-245/94 και C-312/94 (Συλλογή 1996, σ. I-4895).
16 – Αυτό τονίζει και η απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-275/96, Kuusijärvi (Συλλογή 1998, σ. I‑3419, σκέψη 28).
17 – Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1992, C-119/91 (Συλλογή 1992, σ. I-6393).
18 – Απόφαση McMenamin (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 14 επ.).
19 – Για την περίπτωση ελέγχου των αξιώσεων κατά τον γερμανικό UVG επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι αποφάσεις Offermans (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6) και Humer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 7) επιτρέπουν αντίστοιχη εφαρμογή στην εν λόγω παροχή.
20 – Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-340/97 (Συλλογή 2000, σ. I-957).
21 – Στην εξέταση του κανονισμού 1612/68 προέβη το Δικαστήριο π.χ. στην απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, 94/84, Deak (Συλλογή 1985, σ. 1873, σκέψεις 18 επ.). Ο κανονισμός 1408/71 εξετάσθηκε, παρά το γεγονός ότι δεν έγινε μνεία του στη διάταξη περί παραπομπής, στην απόφαση Mora Romero (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 21 επ.).
22 – Απόφαση Martínez Sala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 32).
23 – Απόφαση της 31ης Mαΐου 1989, 344/87, Bettray (Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψεις 17 επ.).
24 – Βλ. το γερμανικό Bundesverfassungsgericht, 2 BvR 441/90 της 1ης Ιουλίου 1998, σημεία 137 επ.
25 – Απόφαση Martínez Sala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 32).
26 – Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 39/86 (Συλλογή 1988, σ. 3161, σκέψεις 31 επ.), βλ. και τις αποφάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-35/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1998, σ. Ι‑5325, σκέψη 41, και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-413/01, Ninni-Orasche (Συλλογή 2003, σ. I‑13187, σκέψη 34).
27 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ’ αυτό ορισμένης εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 24).
28 – Άρθρο 7 της οδηγίας του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43).
29 – Άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68.
30 – Άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68.
31 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψεις 37 επ.
32 – Η συνέχιση μιας εργασιακής σχέσεως δεν φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, κατ’ εξαίρεση να αποκλείεται, εάν ο κρατούμενος και κατά την έκτιση της ποινής του ασκεί την προηγούμενη δραστηριότητά του κατά τους όρους της αγοράς, π.χ. υπό τη μορφή της ελεύθερης σχέσεως εργασίας κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, του γερμανικού Strafvollzugsgesetz (σωφρονιστικού κώδικα).
33 – Απόφαση Nazli (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20).
34 – Απόφαση Nazli (παρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψεις 41 επ.).
35 – Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R. (Συλλογή 2002, σ. I-7091, σκέψη 50), και της 3ης Ιουλίου 1974, 9/74, Casagrande (Συλλογή τόμος 1974, σ. 395, σκέψεις 3 επ.).
36 – Βλ. τις αποφάσεις της 15ης Mαρτίου 1989, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 389/87 και 390/87, Echternach κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψεις 32 επ.), και Casagrande (παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 3).
37 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 68 επ.
38 – Αποφάσεις Echternach κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 34), καθώς και της 13ης Noεμβρίου 1990, C-308/89, di Leo (Συλλογή 1990, σ. I-4185, σκέψεις 14 επ.), και της 4ης Mαΐου 1995, C-7/94, Gaal (Συλλογή 1995, σ. I-1031, σκέψη 30).
39 – Απόφαση Echternach κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψεις 20 επ.).
40 – Απόφαση Gaal (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 20 επ.).
41 – Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown (Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 30) και Gaal (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 27).
42 – Εάν ο πατέρας δεν ήταν ποτέ Αυστριακός εργαζόμενος, άποψη υπέρ της οποίας θα μπορούσε να συνηγορεί η ασφάλισή του ως επαγγελματία, θα έπρεπε να εξετασθεί αν η ελευθερία εγκαταστάσεως ή η γενική απαγόρευση των διακρίσεων θεμελιώνουν άμεσα παρεμφερείς αξιώσεις για τα τέκνα των μη μισθωτών, όπως αυτές που απορρέουν από τον κανονισμό 1612/68 για τα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων.
43 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 20.
44 – Αποφάσεις της 27ης Mαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 20), και Martínez Sala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 25).
45 – Απόφαση Hoeckx (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 22).
46 – Αποφάσεις Lair (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 23), Echternach κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 34), di Leo (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψεις 14 επ.) και Gaal (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 30).
47 – Απόφαση Martínez Sala (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 26).
48 – Απόφαση Hoever και Zachow (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 16 επ.).
49 – Απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, C-237/94, O’Flynn (Συλλογή 1996, σ. I-2617, σκέψη 17 με περαιτέρω παραπομπές).
50 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 49, σκέψεις 18 επ.
51 – Απόφαση Mora Romero (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 35).
52 – Κατά τη Susanne Meyer, Die Tageshaftkosten der deutschen Strafvollzugsanstalten: Ein Überblick, Darmstadt Discussion Papers in Economics/ Arbeitspapiere des Instituts für Volkswirtschaftslehre, Technische Universität Darmstadt, Nummer 121 (2003), οι καθημερινές δαπάνες για τους κρατουμένους στη Γερμανία ανέρχονται σε ποσά μεταξύ 61,09 ευρώ ανά ημέρα κρατήσεως στη Βαυαρία και 91,40 ευρώ στο Αμβούργο. Για την Αυστρία θα πρέπει να ισχύουν ανάλογοι αριθμοί.
53 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 «περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας» (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1386/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ 2001, L 187, σ. 1).
54 – Βλ. την απόφαση McMenamin (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17).
55 – Απόφαση Mora Romero (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 11).
56 – Διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar (Συλλογή 2000, σ. I-665, σκέψη 18).
Full & Egal Universal Law Academy