ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L.A. GEELHOED
της 18ης Νοεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-304/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους, άρθρο 228 ΕΚ – Μη συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1991 επί της υποθέσεως C-64/88 – Μη εξασφάλιση της τηρήσεως των τεχνικών μέτρων για τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων όσον αφορά το ελάχιστο μέγεθος των ιχθύων, ιδίως των μερλουκίων – Παράλειψη βεβαιώσεως των παραβάσεων, τις οποίες μπορούσαν να διαπιστώσουν οι εθνικές αρχές, και διώξεως των παραβατών – Χρηματική ποινή»
I – Εισαγωγή
1. Με τις πρώτες προτάσεις μου επί της παρούσας υποθέσεως, τις οποίες ανέπτυξα στις 29 Απριλίου 2004, κατέληξα, κατ’ ουσίαν, στο συμπέρασμα ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει, προ της εκπνοής της προθεσμίας που ετάχθη με την πρόσθετη αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2000, ή προ της διατυπώσεως των δικών μου προτάσεων, τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1991 επί της υποθέσεως C-64/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (2), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει εκ του άρθρου 228, παράγραφος 1, ΕΚ. Λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας της παραβάσεως των εκ της Συνθήκης υποχρεώσεών της, πρότεινα στο Δικαστήριο να υποχρεώσει τη Γαλλική Δημοκρατία να καταβάλει κατ’ αποκοπήν ποσόν 115 522 500 ευρώ για το αρχικό χρονικό διάστημα της παραβάσεως, καθώς και χρηματική ποινή 57 761 250 ευρώ ανά εξάμηνο για το διάστημα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου επί της παρούσας υποθέσεως. Η πρότασή μου αφίστατο από την αίτηση της Επιτροπής προς το Δικαστήριο να υποχρεωθεί η Γαλλική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή 316 500 ευρώ ανά ημέρα περαιτέρω μη συμμορφώσεως προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1991.
2. Επειδή οι προτάσεις αυτές ήγειραν νέα ζητήματα ερμηνείας του άρθρου 228 ΕΚ, τα οποία δεν συζητήθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, το Δικαστήριο, με διάταξη της 16ης Ιουνίου 2004, διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, προκειμένου να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να αναπτύξουν τις απόψεις τους επί του ακολούθου ζητήματος:
«Εάν το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί υποθέσεως δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2 ΕΚ, κρίνει ότι κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς προγενέστερη απόφασή του, η δε Επιτροπή έχει ζητήσει από το Δικαστήριο να καταδικάσει το εν λόγω κράτος σε καταβολή χρηματικής ποινής, δύναται το Δικαστήριο
– να επιβάλει στο οικείο κράτος μέλος κατ’ αποκοπήν ποσόν;
– ή, εάν παρίσταται ανάγκη, να καταδικάσει το εν λόγω κράτος μέλος σε καταβολή τόσο κατ’ αποκοπήν ποσού όσο και χρηματικής ποινής;»
3. Δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τα λοιπά κράτη μέλη, πλην της Γαλλικής Δημοκρατίας, κλήθηκαν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των ζητημάτων αυτών. Πέραν της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βελγική, η Τσεχική, η Δανική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ισπανική, η Ιρλανδική, η Ιταλική, η Κυπριακή, η Ουγγρική, η Ολλανδική, η Αυστριακή, η Πολωνική, η Πορτογαλική, η Φινλανδική και η Βρετανική Κυβέρνηση.
II – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
4. Οι ερωτήσεις του Δικαστηρίου αφορούν δύο νέες πτυχές της ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 228 EΚ. Δεδομένου ότι οι ερωτήσεις αυτές δεν δύνανται να τύχουν απαντήσεως χωρίς αναφορά στο γενικό πλαίσιο και τους σκοπούς της εν λόγω διατάξεως της Συνθήκης, θα διατυπώσω κατ’ αρχάς σειρά σχετικών εισαγωγικών παρατηρήσεων γενικού χαρακτήρα.
5. Εν πρώτοις, στην οικονομία του άρθρου 228 ΕΚ, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η υποχρέωση των κρατών μελών να λάβουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, με την οποία διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του εκ της Συνθήκης. Τα μέτρα αυτά πρέπει να ληφθούν αμέσως και να είναι πρόσφορα να άρουν την παρανομία που διαπίστωσε το Δικαστήριο. Εν προκειμένω μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται περί συγκεκριμένης εφαρμογής της γενικής υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ.
6. Εάν κράτος μέλος έχει παραβεί αυτή την κύρια υποχρέωση, την πηγάζουσα εκ του άρθρου 228, παράγραφος 1, ΕΚ, η δεύτερη παράγραφος του αυτού άρθρου εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή επί παραβάσει, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, λόγω μη συμμορφώσεως προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή, εάν κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, εξακολουθεί να μην έχει λάβει τα μέτρα που απαιτεί η εκτέλεση της αποφάσεως, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, προσδιορίζοντας τη χρηματική κύρωση την οποίαν κρίνει ενδεδειγμένη λόγω της μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους προς την αρχική απόφαση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, εάν κρίνει βάσιμη την προσφυγή της Επιτροπής δύναται να επιβάλει κύρωση, όπως προβλέπει το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ.
7. Ο λόγος επιβολής αυτής της κυρώσεως συνίσταται, κατ’ αρχάς, στο γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς απόφαση του Δικαστηρίου. Μια τέτοια παράλειψη ενέχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο Κοινότητας η οποία βασίζεται στην αρχή της νομιμότητας και στην ισότητα όλων των κρατών μελών ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους εκ της Συνθήκης. Η μη συμμόρφωση προς απόφαση του Δικαστηρίου η οποία διαπιστώνει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί τις εκ της Συνθήκης υποχρεώσεις του πλήττει καιρίως την έννομη τάξη της Κοινότητας και υπονομεύει σοβαρώς την αξιοπιστία της. Δεδομένου ότι όλες οι διαφορές περί τον σεβασμό των υποχρεώσεων που απορρέουν εκ της Συνθήκης επιλύονται μέσω των διαδικασιών που αυτή προβλέπει, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου αποτελούν το κεντρικό μέσον, στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως, για να καθορισθεί εν τέλει η έκταση αυτών των υποχρεώσεων. Εάν τα κράτη είχαν τη δυνατότητα να αποφασίζουν εάν, πότε ή υπό ποιες προϋποθέσεις θα συμμορφωθούν προς απόφαση του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 226 ΕΚ, το κύρος των αποφάσεων αυτών θα υπονομευόταν πλήρως. Στην πραγματικότητα, τα κράτη μέλη θα είχαν τη δυνατότητα να καθορίζουν μονομερώς το εύρος των εκ της Συνθήκης υποχρεώσεών τους.
8. Ο δεύτερος δικαιολογητικός λόγος για την επιβολή κυρώσεως σε τέτοιες περιπτώσεις έγκειται στο γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος, παραλείποντας να συμμορφωθεί προς απόφαση του Δικαστηρίου η οποία διαπιστώνει παράβαση των υποχρεώσεών του εκ της Συνθήκης, παρατείνει μια αντίθετη προς το δίκαιο κατάσταση με επιβλαβείς συνέπειες για τη λειτουργία του κοινοτικού συστήματος. Ακριβέστερα, το γεγονός ότι κράτος μέλος παραβαίνει τις εκ της Συνθήκης υποχρεώσεις του, ενώ άλλα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς αυτές, θίγει την ενιαία εφαρμογή της οικείας κοινοτικής διατάξεως, περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και υπονομεύει την επίτευξη του επιδιωκομένου δι’ αυτής σκοπού. Επίσης στρεβλώνει τους όρους, υπό τους οποίους λειτουργούν οι παράγοντες της αγοράς στα διάφορα τμήματα της Κοινότητας, και διαταράσσει την ισορροπία των εκ της Συνθήκης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κρατών μελών. Η κοινοτική έννομη τάξη στηρίζεται επί του τεκμηρίου, το οποίο εκφράζει το άρθρο 10 ΕΚ, ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται ειλικρινώς προς τις εκ της Συνθήκης υποχρεώσεις τους σε πνεύμα αλληλεγγύης. Εάν κράτος μέλος διεκδικεί δι’ εαυτό προνομιακή θέση όσον αφορά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του εκ της Συνθήκης, πλήττεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών και η οποία αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών. Τούτο συμβαίνει ιδιαιτέρως όταν οι εν λόγω πολιτικές επιβάλλουν περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου να επιτευχθούν σκοποί επιβεβλημένοι από το γενικό συμφέρον.
9. Πιστεύω ότι, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, πρέπει να έχουμε κατά νουν τους δύο αυτούς σκοπούς.
10. Η αποστολή των κυρώσεων, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, πρέπει να εξετασθεί επίσης υπό το πρίσμα αυτών των δύο αυτών βασικών σκοπών. Οι κυρώσεις αυτές επιδιώκουν διττώς να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Πρώτον, η δυνατότητα επιβολής κυρώσεως σε κράτος μέλος, το οποίο δεν συμμορφώθηκε προς απόφαση του Δικαστηρίου, έχει προβλεφθεί για να καταστήσει οικονομικώς ασύμφορη την εξακολούθηση της παραβάσεως μετά από απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ. Υπ’ αυτήν την έννοια, έχει γενικό, προληπτικό χαρακτήρα. Δεύτερον, εάν, παρά ταύτα, κράτος μέλος δεν έχει λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της πρώτης αποφάσεως, η οποία διαπίστωσε την παράβαση, η δε Επιτροπή άσκησε προσφυγή προς διαπίστωση αυτού του γεγονότος, σκοπός είναι να παρασχεθεί η δυνατότητα ασκήσεως πιέσεως στο κράτος μέλος, ώστε να πειθαναγκασθεί να συμμορφωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υπ’ αυτήν την έννοια, έχει ειδικό, πειθαναγκαστικό χαρακτήρα.
11. Επιπλέον, πρέπει επισημανθεί ότι οι κυρώσεις αυτές αποτελούν μέτρα, τα οποία, εκ της φύσεώς τους, απαντώνται μόνον στην κοινοτική έννομη τάξη και δεν μπορούν να συγκριθούν προς τους μηχανισμούς κυρώσεων στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, είτε είναι ποινικού είτε διοικητικού ή αστικού χαρακτήρα. Οι κυρώσεις αυτές διαφέρουν, αφενός, ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιβάλλονται και, αφετέρου, ως προς τον τρόπο με τον οποίον εφαρμόζονται. Επομένως, η μη συμμόρφωση κράτους μέλους προς απόφαση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συγκριθεί με τα αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο των μηχανισμών κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, τα αποτελέσματα κυρώσεως επιβληθείσας σε κράτος μέλος επέρχονται μέσω μηχανισμών εσωτερικής πολιτικής ευθύνης εντός του οικείου κράτους μέλους. Εν ολίγοις, η διαδικασία του άρθρου 228 EΚ πρέπει να χαρακτηρισθεί –για να παραθέσουμε τον γενικό εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer– ως «ιδιόμορφη δικαστική διαδικασία εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως» (3).
12. Τελικώς, έχει υψίστη σημασία για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την επίτευξη των σκοπών της να εκτελούν καλοπίστως τα κράτη μέλη τις υποχρεώσεις τους εκ της Συνθήκης και, εάν το Δικαστήριο αποφανθεί με απόφασή του δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ ότι δεν το έπραξαν, να αίρουν το συντομότερο δυνατόν οποιαδήποτε κατάσταση ασύμβατη προς τη Συνθήκη. Το άρθρο 228 ΕΚ προβλέπει μηχανισμό, προκειμένου να εξασφαλισθεί εν τέλει ο σεβασμός και η αποτελεσματική εκτέλεση των κοινοτικών υποχρεώσεων. Η ανάγκη αυστηρής συμμορφώσεως προς τις κοινοτικές υποχρεώσεις είναι ακόμη μεγαλύτερη σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη πολυμορφία και ετερογένεια. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αυξάνεται ο κίνδυνος αποκλίσεως λόγω διαφορών στην εκπλήρωση, την εκτέλεση και την επιβολή των κοινοτικών υποχρεώσεων εντός των κρατών μελών. Προς μετριασμό αυτού του κινδύνου, το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται έτσι ώστε να αποτελεί αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσον έναντι παραβάσεων, εκ μέρους των κρατών μελών, των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης.
III – Οι ερωτήσεις του Δικαστηρίου
13. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, δεδομένου ότι ήγειρα ο ίδιος αυτό το ζήτημα με τις προηγούμενες προτάσεις μου, η απάντησή μου προς τις δύο ερωτήσεις του Δικαστηρίου έχει, στην πραγματικότητα, ήδη δοθεί. Ωστόσο, οι παρατηρήσεις της Επιτροπής, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και των λοιπών κυβερνήσεων που κατέθεσαν παρατηρήσεις, πράγματι δε οι σοβαρές επιφυλάξεις που εξέφρασε η πλειονότητα των εν λόγω κρατών μελών, παρέχουν χρήσιμη βάση για την ανάπτυξη και εμβάθυνση της αναλύσεώς μου. Η ανάλυσή μου θα εστιασθεί στα κύρια επιχειρήματα, τα οποία προέβαλαν, ιδίως, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Εφόσον οι πλείστες των κυβερνήσεων που κατέθεσαν παρατηρήσεις, με ορισμένες εξαιρέσεις, προέβαλαν, σε γενικές γραμμές, παρόμοια επιχειρήματα προς στήριξη της αρνητικής ή καταφατικής απαντήσεως στο ένα ή το άλλο σκέλος του ερωτήματος του Δικαστηρίου, θα τα εντάξω στη συνοπτική μου έκθεση των κύριων επιχειρημάτων της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, χωρίς κατ’ ανάγκην να διευκρινίζω πάντοτε από ποιο κράτος μέλος προέρχεται το συγκεκριμένο επιχείρημα. Ωστόσο, πριν εισέλθω σε αυτήν τη συζήτηση, και προκειμένου να παράσχω γενική έποψη της σχετικής προβληματικής, εκθέτω τον προσανατολισμό των απαντήσεων που πρότειναν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις, στο μέτρο που ασχολήθηκαν με αμφότερα τα σκέλη της ερωτήσεως, με την επιφύλαξη δε ότι κάθε κράτος μέλος εξαρτά τη θέση του από προϋποθέσεις διαφόρων βαθμών:
– Στο πρώτο σκέλος της ερωτήσεως δίδεται καταφατική απάντηση από την Επιτροπή καθώς και από την Τσεχική, την Ουγγρική, την Πολωνική και τη Φινλανδική Κυβέρνηση, ενώ δίδουν αρνητική απάντηση η Γαλλική, η Βελγική, η Δανική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ισπανική, η Ιταλική, η Ολλανδική, η Πορτογαλική και η Αυστριακή Κυβέρνηση.
– Στο δεύτερο σκέλος της ερωτήσεως δίδεται καταφατική απάντηση από την Επιτροπή καθώς και από τη Δανική, την Ολλανδική, τη Φινλανδική και τη Βρετανική Κυβέρνηση. Η Γαλλική, η Βελγική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Ισπανική, η Ιρλανδική, η Ιταλική, η Κυπριακή, η Ουγγρική, η Αυστριακή, η Πολωνική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση προτείνουν αρνητική απάντηση στο δεύτερο αυτό σκέλος.
Α – Δύναται το Δικαστήριο να επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσόν εάν η Επιτροπή έχει ζητήσει να επιβληθεί χρηματική ποινή;
14. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έχει πλήρη ελευθερία να αποφασίσει, αφενός, για το ύψος και, αφετέρου, για τη φύση της κυρώσεως, ως εκ των περιστάσεων επιβάλλεται. Η Φινλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιβάλει κύρωση άλλη από εκείνη, την οποίαν πρότεινε η Επιτροπή, ενδέχεται να είναι επίσης προς το συμφέρον του οικείου κράτους μέλους. Ωστόσο, επιβάλλεται και εν προκειμένω να ακουσθεί πρώτα το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
15. Η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και οι κυβερνήσεις οι οποίες απαριθμούνται στη σκέψη 13, πρώτη περίπτωση, ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να επιβάλει κύρωση μη προταθείσα από την Επιτροπή. Μολονότι δέχονται ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι προτάσεις της Επιτροπής ως προς την επιβλητέα κύρωση αποτελούν απλώς χρήσιμη βάση αναφοράς, οι κυβερνήσεις αυτές επισημαίνουν ότι, κατά την άσκηση της ευχερείας του δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2 ΕΚ, το Δικαστήριο πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα άμυνας, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών και την ασφάλεια δικαίου.
16. Εάν το Δικαστήριο μελετά το ενδεχόμενο να αποστεί ουσιωδώς από τις προτάσεις της Επιτροπής, τα δικαιώματα άμυνας επιβάλλουν να δοθεί η δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να αναπτύξει τις απόψεις του επί του ζητήματος. Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, μόνον μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας τής δόθηκε η δυνατότητα να αναπτύξει τις απόψεις της ως προς τη δυνατότητα επιβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, ενώ η Επιτροπή είχε προτείνει χρηματική ποινή, και ότι, ακόμη και τότε, μπόρεσε να επιχειρηματολογήσει μόνον επί της αρχής, όχι επί της εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω κυβέρνηση προβάλλει ότι η δίκη λόγω παραβάσεως περιλαμβάνει επίσης έγγραφη διαδικασία και ότι, εν προκειμένω, δεν της δόθηκε προφανώς η δυνατότητα, σε εκείνο το στάδιο, να τοποθετηθεί επί προτάσεως μη υποβληθείσας από την Επιτροπή. Πολλές κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να αποφανθεί ultra petita (πέραν των αιτηθέντων) και δεν υπάρχει λόγος παρεκκλίσεως από τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες η προσφυγή ορίζει το αντικείμενο της διαφοράς, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιδικάσει πέραν των αιτηθέντων και ότι, εκ φύσεως, η δίκη έχει χαρακτήρα αντιδικίας.
17. Η Γαλλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι με την απόφασή του επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ελλάδος (4), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές επί της εφαρμογής του άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (5) (νυν άρθρου 228, παράγραφος 2, EΚ) τις οποίες θεσπίζει η Επιτροπή, έχουν σκοπό να διασφαλισθεί η ισότητα μεταχειρίσεως των κρατών μελών. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές συμβάλλουν στη διασφάλιση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφαλείας δικαίου, όσον αφορά τη δράση της Επιτροπής, ενώ παράλληλα επιδιώκεται να εξασφαλισθεί ότι οι επιβαλλόμενες από την Επιτροπή χρηματικές ποινές δεν θα είναι δυσανάλογες (6). Εάν το Δικαστήριο ακολουθούσε τις προτάσεις μου εν προκειμένω, η Γαλλική Δημοκρατία θα υπέκειτο σε διαφορετική μεταχείριση έναντι των δύο άλλων κρατών μελών, στα οποία επιβλήθηκαν μέχρι σήμερα κυρώσεις δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ (7). Εάν η εξακολούθηση της παραβάσεως αποτελεί τον λόγο επιβολής κατ΄ αποκοπήν ποσού, η κύρωση αυτή θα έπρεπε να επιβληθεί σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις μη συμμορφώσεως προς απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εφόσον αυτή αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής κατά το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ.
18. Τρίτον, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι παρέκκλιση, όπως η υποδειχθείσα, από την πρόταση της Επιτροπής θα υπέσκαπτε την ασφάλεια δικαίου. Οι επιβλητέες κυρώσεις σε μια περίπτωση, όπως η επίδικη, πρέπει να είναι αρκούντως προβλέψιμες. Προστίθεται, μεταξύ άλλων, από τη Βελγική Κυβέρνηση, ότι το Δικαστήριο δεν δύναται αυτεπαγγέλτως να επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσόν ελλείψει κατευθυντήριων γραμμών ως προς την εφαρμογή αυτού του μέτρου και τον υπολογισμό του ποσού.
19. Η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζομένη από την Ελληνική Κυβέρνηση, διατείνεται ότι η επιλογή να επιβληθεί κατ’ αποκοπήν ποσόν αντί χρηματικής ποινής είναι πολιτικής φύσεως, το δε Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, αλλά ούτε και τα μέσα, να προβεί σε αυτήν την επιλογή. Η λήψη μιας τέτοιας αποφάσεως από το Δικαστήριο θα αντέβαινε προς την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Το άρθρο ΙΙΙ-362, παράγραφος 3, του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (8) (στο εξής: η Συνταγματική Συνθήκη) επιβεβαιώνει ότι το Δικαστήριο μόνον επί έλασσον δύναται να αναθεωρεί το ποσόν το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή.
20. Άλλα κράτη μέλη διατείνονται ότι το Δικαστήριο, μολονότι τύποις δεν δεσμεύεται από πρόταση της Επιτροπής κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα άμυνας, καθώς και τις αρχές της αναλογικότητας, της προβλεψιμότητας και της ασφαλείας δικαίου.
21. Το ζήτημα εάν το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσόν σε κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει συμμορφωθεί με πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, αφορά κατ’ ουσίαν το κύρος και τη φύση των προτάσεων, τις οποίες υποβάλλει η Επιτροπή με την προσφυγή της δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Είναι οι προτάσεις αυτές δεσμευτικές για το Δικαστήριο ή μήπως το τελευταίο δύναται να αποστεί αυτών και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες προϋποθέσεις; Διατυπωμένο διαφορετικά: Έχει το Δικαστήριο, δυνάμει της διατάξεως αυτής, πλήρη και απεριόριστη δικαιοδοσία;
22. Κατά πάγια ήδη νομολογία, οι προτάσεις της Επιτροπής περί επιβολής χρηματικής κυρώσεως δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο (9). Συναφώς, το Δικαστήριο στηρίζεται επί της σαφούς διατυπώσεως του άρθρου 228, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι «εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με την απόφασή του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής». Το γεγονός ότι οι προτάσεις της Επιτροπής είναι απλώς ενδεικτικές και, επομένως, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο απορρέει επίσης από τη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 228 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι η Επιτροπή «προσδιορίζ[ει]» το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει το κράτος μέλος και το οποίο η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή της Συνθήκης δεν χρησιμοποιεί όρο όπως «αίτηση», ο οποίος θα προσέδιδε επισημότερο χαρακτήρα στην πρόταση της Επιτροπής.
23. Υπέρ της ερμηνείας αυτής του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ συνηγορεί επίσης η οικονομία της εν λόγω διατάξεως, στο πλαίσιο της οποίας το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο δεν συνδέονται. Το τρίτο εδάφιο δεν περιλαμβάνει παραπομπή στις προτάσεις της Επιτροπής και, μάλιστα, δεν ορίζει ρητώς ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επί της κυρώσεως πρέπει να στηρίζεται στις προτάσεις αυτές. Η έλλειψη τέτοιας συνδέσεως, σε συνδυασμό με την αντιδιαστολή που γίνεται στην περιγραφή των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και του Δικαστηρίου όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η οποία προβλέπει ότι η μεν Επιτροπή «ορίζ[ει]», το δε Δικαστήριο «επιβάλλει», καταδεικνύει σαφώς ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί εάν πρέπει να επιβληθεί κύρωση, τι είδους κύρωση πρέπει να επιβληθεί και το ύψος αυτής.
24. Λειτουργικοί λόγοι συνηγορούν επίσης υπέρ της απόψεως ότι το Δικαστήριο απολαύει πλήρους δικαιοδοσίας όσον αφορά τις κυρώσεις που δύνανται να επιβληθούν δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Αντικείμενο της δίκης κατά το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ είναι ότι κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί προς απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα ότι το κράτος αυτό έχει παραβεί ορισμένες από τις υποχρεώσεις που υπέχει εκ του κοινοτικού δικαίου. Μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή, ως θεματοφύλακα της Συνθήκης, να παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς παρόμοια απόφαση και, εφόσον είναι αναγκαίο, αφού δε τηρηθεί η προ της ασκήσεως προσφυγής στο Δικαστήριο διαδικασία, να προσφύγει για δεύτερη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο πάντως είναι καλύτερα σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσον η κατάσταση στο οικείο κράτος μέλος συνάδει, ή όχι, με την πρώτη απόφασή του δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ και να εκτιμήσει τη σοβαρότητα τυχόν συνεχιζομένης παραβάσεως, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά συμφέροντα. Είναι προφανές ότι η ανάγκη επιβολής κυρώσεως και το ζήτημα ποια κύρωση είναι η πλέον κατάλληλη για την περίσταση μπορούν να κριθούν μόνον υπό το φως των διαπιστώσεων, οι οποίες περιλαμβάνονται στην απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Εν προκειμένω η απόφαση δεν μπορεί να εξαρτάται από τις σχετικές απόψεις της Επιτροπής.
25. Ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η επιλογή του είδους της επιβλητέας κυρώσεως έχει πολιτικό χαρακτήρα και, επομένως, δεν μπορεί, εκ φύσεως, να γίνει από το Δικαστήριο, τυγχάνει απορριπτέος. Το εύρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ έχει ορισθεί με τη Συνθήκη και, όπως ήδη διευκρίνισα, στη δικαιοδοσία αυτή περιλαμβάνεται η εξουσία εκτιμήσεως της προσήκουσας αντιδράσεως έναντι συνεχιζόμενης παραβάσεως. Η άσκηση αυτής της εξουσίας δεν εξαρτάται από εκτιμήσεις πολιτικού χαρακτήρα, αλλά εμπίπτει πλήρως στη δικαιοδοτική λειτουργία. Το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ περιλαμβάνει σαφή διάκριση μεταξύ, αφενός, του σταδίου προ της ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το οποίο η Επιτροπή δύναται να διατυπώσει της απόψεις της επί της ουσίας της υποθέσεως και επί των κυρώσεων τις οποίες κρίνει κατάλληλες, και, αφετέρου, του κατ’ αντιδικίαν δικαστικού σταδίου, στο πλαίσιο του οποίου το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει, κατά την κρίση του, τις εξουσίες που του απονέμει η Συνθήκη.
26. Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν πιστεύω ότι το Δικαστήριο θα αποφαινόταν ultra petita εάν αφίστατο ουσιωδώς από τις προτάσεις της Επιτροπής ως προς την επιβλητέα κύρωση. Πρέπει να επισημανθεί ότι η διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ έχει χαρακτήρα sui generis, οπότε αντίστοιχή της δεν απαντάται στα εθνικά νομικά συστήματα, ούτε μπορεί να συγκριθεί με αστική δίκη. Αντικείμενο της διαδικασίας αυτής είναι η μη συμμόρφωση κράτους μέλους με απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, διαπιστώνουσα ότι το οικείο κράτος μέλος έχει παραβεί ορισμένες εκ τις υποχρεώσεις του εκ του κοινοτικού δικαίου. Τούτο προϋποθέτει ότι η αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο κατάσταση διήρκεσε επί μακρό χρόνο, υπονομεύοντας την πλήρη και ενιαία εφαρμογή της οικείας διατάξεως της κοινοτικής νομοθεσίας επί ζημία του γενικού συμφέροντος της Κοινότητας και των συμφερόντων των λοιπών κρατών μελών και των υπηκόων τους. Η διάσταση αυτή, την οποία έχει το αντικείμενο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, παρέχει τη δικαιολογητική βάση για την πλήρη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και διαφοροποιεί την εν λόγω διαδικασία από διαδικασίες όπως, επί παραδείγματι, η αστική δίκη.
27. Περαιτέρω, έγινε επίκληση του άρθρου III‑362 της Συνταγματικής Συνθήκης, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 228 EΚ. Στο τελευταίο αυτό άρθρο, μολονότι συμπεριελήφθη χωρίς τροποποιήσεις στο σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, προστέθηκε μια νέα, τρίτη, παράγραφος. Η διάταξη αυτή εξουσιοδοτεί την Επιτροπή, στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει του άρθρου III-360 της Συνταγματικής Συνθήκης (άρθρου 226 EΚ), σε περίπτωση που κράτος μέλος παρέβη την υποχρέωσή του να ανακοινώσει τα μέτρα μεταφοράς ενός ευρωπαϊκού νόμου-πλαισίου στο εθνικό δίκαιο, να υποδείξει το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής προς καταβολή από το εν λόγω κράτος και που η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση. Το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει την καταβολή κατ’ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής «έως του ορίου του ποσού το οποίο υπέδειξε η Επιτροπή». Εν προκειμένω, αφενός, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο εν λόγω περιορισμός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι τούτο δεν δύναται να αποστεί από τις προτάσεις της Επιτροπής επί υποθέσεων του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Αφετέρου, υποστηρίζεται ότι εκ του γεγονότος ότι τέτοιος περιορισμός δεν συμπεριελήφθη στο άρθρο III-362, παράγραφος 2, της Συνταγματικής Συνθήκης (άρθρο 228, παράγραφος 2, EΚ) επιβεβαιώνεται ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ είναι πράγματι απεριόριστη. Εφόσον μπορούν να αντληθούν επιχειρήματα από την προεκτεθείσα ανάλυση, η τελευταία αυτή άποψη μου φαίνεται πειστικότερη. Εάν εσκοπείτο ο περιορισμός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου III-362, παράγραφος 2, της Συνταγματικής Συνθήκης, θα έπρεπε, προφανώς, να είχε προστεθεί η ίδια διάταξη με αυτήν που συμπεριελήφθη στο άρθρο III-362, παράγραφος 3, της Συνταγματικής Συνθήκης.
28. Μετά τη διαπίστωση ότι το Δικαστήριο πράγματι απολαύει πλήρους δικαιοδοσίας ως προς όλες τις πτυχές των επιβλητέων, δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, κυρώσεων, ανακύπτει ακολούθως το ζήτημα εάν η εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής πρέπει να υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση και άλλες κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις επικαλούνται τα δικαιώματα άμυνας, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών και την ασφάλεια δικαίου. Θα ασχοληθώ κατ’ αρχάς με τα δύο τελευταία, ακολούθως δε θα εξετάσω τη λειτουργία των δικαιωμάτων άμυνας.
29. Ορισμένες κυβερνήσεις διατείνονται ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καταλαμβάνει την εφαρμογή των μέτρων, τα οποία προβλέπει το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Οι κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 1996, έτειναν, εν μέρει, στην επίτευξη αυτού του σκοπού όσον αφορά τον υπολογισμό των κυρώσεων, όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (10). Οι κυβερνήσεις αυτές υποστηρίζουν ότι η επιβολή στη Γαλλική Δημοκρατία κυρώσεως άλλου είδους και διαφορετικού ύψους από εκείνη που επεβλήθη στο πλαίσιο των δύο άλλων υποθέσεων, επί των οποίων έχουν εκδοθεί αποφάσεις μέχρι σήμερα, θα αντέβαινε προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
30. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών αναγνωρίζεται παγίως ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου. Δυνάμει της εν λόγω αρχής, εφόσον δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που να το δικαιολογούν, παρόμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, ούτε διαφορετικές καταστάσεις να τυγχάνουν της αυτής μεταχειρίσεως. Μολονότι δεν συμμερίζομαι ανεπιφυλάκτως τη λογική της αρχής αυτής ως προς το δεύτερο σκέλος της, είναι προφανώς αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι οι παραβάσεις των εκ του κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεων, οι οποίες προσομοιάζουν ως προς τη σοβαρότητα που εμφανίζουν και τη βλάβη που επιφέρουν στο κοινό συμφέρον, τυγχάνουν όμοιας μεταχειρίσεως όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων. Τούτο ισχύει τόσο για το είδος της κυρώσεως όσο και για το ύψος αυτής. Σε μια υπόθεση, όπως η παρούσα, έχει σημασία να επισημανθεί ότι η φύση της παραβάσεως δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνες, οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο των δύο πρώτων αποφάσεων του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Όπως διευκρίνισα με τις πρώτες προτάσεις μου επί της παρούσας υποθέσεως, η αυστηρή συμμόρφωση προς τα μέτρα διατηρήσεως στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής έχει θεμελιώδη σημασία, προκειμένου να επιτευχθούν οι μακροπρόθεσμοι σκοποί της πολιτικής αυτής (11). Η παράλειψη της Γαλλικής Δημοκρατίας να ελέγχει την εφαρμογή και να επιβάλλει την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων περί αλιείας επί τόσα πολλά έτη δεν μπορεί να συγκριθεί με την παράβαση των οδηγιών περί προστασίας του περιβάλλοντος στις λοιπές περιπτώσεις περί των οποίων ήδη έγινε λόγος. Η παρούσα παράβαση όχι μόνο υπονόμευσε τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, η οποία εσκοπείτο με τα σχετικά κοινοτικά μέτρα, αλλά κατ’ ανάγκην έθιξε επίσης τα συμφέροντα των άλλων κρατών μελών και των αλιέων τους. Οι προς τα έξω επιπτώσεις διαφοροποιούν την παρούσα υπόθεση από τις δύο άλλες επί των οποίων αποφάνθηκε το Δικαστήριο μέχρι σήμερα. Επομένως, εν προκειμένω η επιβολή άλλου είδους κυρώσεων δικαιολογείται από τον διαφορετικό χαρακτήρα και συνέπειες της παραβάσεως. Συγκεκριμένα, η αντίδραση αυτή υπαγορεύεται από το σεβασμό της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον λαμβάνει υπόψη τις ασκούσες επιρροή διαφορές στα πραγματικά περιστατικά των εν λόγω υποθέσεων.
31. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι απόκλιση από τις προτάσεις της Επιτροπής ως προς την επιβλητέα κύρωση, όπως εισηγήθηκα με τις πρώτες προτάσεις μου επί της παρούσας υποθέσεως, θα αντέβαινε προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή, οι κυρώσεις και οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αυτές δύνανται να επιβληθούν, πρέπει να είναι προβλέψιμες, τούτο όμως δεν συμβαίνει, ελλείψει κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 1996.
32. Εν προκειμένω, είναι σημαντικό να γίνει και πάλι αναφορά στην οικονομία και τη διατύπωση του άρθρου 228, παράγραφος 2, EΚ, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσόν ή χρηματική ποινή, εάν διαπιστώσει ότι κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ. Η άσκηση αυτής της εξουσίας, η οποία παρασχέθηκε στο Δικαστήριο με τη Συνθήκη ΕΚ, δεν εξαρτάται από την έκδοση κατευθυντηρίων γραμμών με αντικείμενο, επί παραδείγματι, τις πραγματικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες δύναται να επιβληθεί το ένα ή το άλλο είδος κυρώσεως, ή τη μέθοδο υπολογισμού του ύψους αυτής. Η εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση τέτοιων κατευθυντήριων γραμμών ως προς συγκεκριμένο είδος κυρώσεως αποσαφηνίζει στα κράτη μέλη τον τρόπο, με τον οποίον προτίθεται να ασκήσει τις εξουσίες της δυνάμει της διατάξεως αυτής. Ωστόσο, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να επιβάλει την κύρωση που κρίνει κατάλληλη για τη συγκεκριμένη εκάστοτε περίσταση. Με άλλα λόγια, οσάκις η Επιτροπή ασκεί προσφυγή κατά κράτους μέλους δυνάμει της διατάξεως αυτής, είναι προβλέψιμο ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τις επαπειλούμενες κυρώσεις.
33. Εκ του γεγονότος ότι το Δικαστήριο απολαύει πλήρους δικαιοδοσίας δυνάμει της διατάξεως αυτής, όπως ήδη διευκρίνισε με τη νομολογία του, τονίζοντας ότι δεν δεσμεύεται από τις προτάσεις της Επιτροπής, είναι επίσης, κατ’ αρχήν, προβλέψιμο ότι το Δικαστήριο ενδέχεται να επιβάλει οποιαδήποτε από τις επαπειλούμενες κυρώσεις. Επ’ αυτού δύναται να προστεθεί, όπως επεσήμανε η Επιτροπή, ότι με τις επιστολές οχλήσεως και τις αιτιολογημένες γνώμες προς κράτη μέλη, τα οποία δεν έχουν συμμορφωθεί προς προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή αναφέρεται στο ενδεχόμενο να επιβληθεί στο οικείο κράτος μέλος να καταβάλει κύρωση, χωρίς όμως να διευκρινίζει τι είδους κύρωση μπορεί να είναι αυτή. Έτσι συνέβη επίσης με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη της 17ης Απριλίου 1996 επί της παρούσας υποθέσεως.
34. Επιπλέον, όλα αυτά ισχύουν σε περίπτωση, κατά την οποία το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της καταστάσεως, η δε Επιτροπή έχει επιστήσει την προσοχή του κράτους μέλους στη συνέχιση της καταστάσεως αυτής, παρέχοντας σε αυτό περαιτέρω δυνατότητες να συμμορφωθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό τι ωθεί το κράτος μέλος να επικαλεσθεί την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Για τους διαφόρους αυτούς λόγους, κράτος μέλος δεν δύναται, κατά την άποψή μου, να επικαλεσθεί την αρχή της ασφαλείας δικαίου προς αμφισβήτηση του νομίμου της επιβολής κυρώσεως, την οποία δεν είχε προτείνει η Επιτροπή με την προσφυγή της.
35. Το λογικώς επόμενο ζήτημα που ανακύπτει είναι αν το Δικαστήριο υποχρεούται να ακούσει το κράτος μέλος –και την Επιτροπή– σε περίπτωση που μελετά το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρότερης κυρώσεως από αυτήν που πρότεινε η Επιτροπή. Η διαδικασία του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ παρέχει ήδη τις αναγκαίες δικονομικές εγγυήσεις, ώστε το καθού κράτος μέλος να είναι σε θέση να αντικρούσει πλήρως, αφενός, την προσφυγή της Επιτροπής επί της ουσίας και, αφετέρου, τη σκοπιμότητα της προτεινομένης από αυτήν κυρώσεως. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, πρωταρχικής σημασίας είναι το ζήτημα εάν συνεχίζεται η παράβαση, την οποία διαπίστωσε προηγουμένως το Δικαστήριο, οπότε υφίσταται η βάση για την επιβολή κυρώσεως συγκεκριμένου είδους και ύψους. Μολονότι η εξουσία επιβολής τέτοιας κυρώσεως ανήκει αποκλειστικώς στο Δικαστήριο, όπως ήδη τόνισα, έχει κεφαλαιώδη σημασία να λάβει γνώση το Δικαστήριο, πριν αποφασίσει σχετικώς, των απόψεων αμφοτέρων των διαδίκων επί των αποτελεσμάτων της κυρώσεως όσον αφορά την επίτευξη των σκοπών τους οποίους επιδιώκει. Δεδομένου ότι τα διαθέσιμα στοιχεία, κατ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, έχουν ως βάση τις προτάσεις της Επιτροπής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τα αποτελέσματα κυρώσεων οι οποίες αφίστανται ουσιωδώς από τις προτάσεις αυτές. Κατά συνέπεια, κρίνω ενδεδειγμένο, προ της επιβολής κυρώσεως η οποία αφίσταται ουσιωδώς από τα ενδεχόμενα τα οποία είχαν τη δυνατότητα να συζητήσουν οι διάδικοι, να παρασχεθεί σε αυτούς η ευκαιρία να αναπτύξουν προσηκόντως τις απόψεις τους επί εναλλακτικών λύσεων που προέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
36. Επί υποθέσεως όπως η παρούσα, η προφορική διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί δυνάμει του άρθρου 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να αναπτύξουν τις απόψεις τους επί της κυρώσεως, το ενδεχόμενο επιβολής της οποίας εξετάζεται από το Δικαστήριο. Της προφορικής διαδικασίας μπορεί επίσης να προηγηθεί η παροχή σχετικών πληροφοριών εγγράφως, την οποίαν δύναται να διατάξει το Δικαστήριο βάσει των άρθρων 60 και 45, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας. Ωστόσο, σε ενδεχόμενες μελλοντικές υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων το ζήτημα αυτό εγείρεται πριν από την προφορική διαδικασία, είναι προτιμότερο οι διάδικοι να αναπτύξουν τις απόψεις τους επί του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο. Εν προκειμένω, διατάχθηκε η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Οι διάδικοι εκλήθησαν να λάβουν θέση επί του ζητήματος εάν, κατ’ αρχήν, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει διαφορετική κύρωση από εκείνη που πρότεινε η Επιτροπή. Ωστόσο, δεν τους ζητήθηκε να τοποθετηθούν επί της σκοπιμότητας των κυρώσεων, τις οποίες πρότεινα υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό όταν θα εξετάζω τις συνέπειες των προτάσεών μου για την παρούσα υπόθεση.
37. Κατά συνέπεια, η απάντησή μου στο πρώτο ερώτημα είναι ότι το Δικαστήριο απολαύει πλήρους δικαιοδοσίας, δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, όσον αφορά την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού, ακόμη και εάν η Επιτροπή έχει προτείνει την επιβολή χρηματικής ποινής. Εάν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρότερης κυρώσεως από εκείνη που πρότεινε η Επιτροπή, τα δικαιώματα άμυνας επιβάλλουν να ακουσθούν οι διάδικοι επί της μελετωμένης κυρώσεως.
Β – Δύναται το Δικαστήριο να επιβάλει σωρευτικώς κατ’ αποκοπήν ποσόν και χρηματική ποινή;
38. Με την απάντησή της στο ερώτημα αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει, επί τη βάσει τελεολογικής αναλύσεως, ότι τα δύο διαφορετικά είδη κυρώσεων τυγχάνουν εφαρμογής σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, οπότε δεν τίθεται ζήτημα σωρεύσεως των κυρώσεων. Ενώ το κατ’ αποκοπήν ποσόν επιβάλλεται για παρελθούσες ενέργειες του κράτους μέλους και επιδιώκεται να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, η χρηματική ποινή τείνει να ασκήσει επιρροή επί των μελλοντικών ενεργειών του κράτους μέλους και, επομένως, να το ωθήσει σε συμμόρφωση. Ο σκοπός του άρθρου 228 ΕΚ δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν δεν ήταν δυνατός ο συνδυασμός αμφοτέρων των κυρώσεων. Ο συνδυασμός αυτός δεν πρέπει να εκληφθεί ως διπλή κύρωση, αλλά ως δύο όψεις ενιαίας κυρώσεως. Από γλωσσικής απόψεως, η Επιτροπή δεν πιστεύει ότι η χρήση της λέξεως «ή» στο άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το κατ’ αποκοπήν ποσόν και η χρηματική ποινή δύνανται να επιβάλλονται μόνον υπαλλακτικώς. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο παράγων της διάρκειας λαμβάνεται μεν υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού, δεν μπορεί όμως να συνεκτιμηθεί για τον υπολογισμό της χρηματικής ποινής η οποία επιβάλλεται συγχρόνως. Παρόμοια επιχειρηματολογία ανέπτυξαν τα κράτη μέλη, τα οποία τάχθηκαν υπέρ καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα.
39. Η Γαλλική Κυβέρνηση, ακολουθούμενη από άλλα κράτη μέλη των οποίων έγινε μνεία στη σκέψη 13, διατείνεται ότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ έχει σκοπό να ωθήσει σε συμμόρφωση και όχι να επιβάλει ποινή στο κράτος μέλος. Η επιβολή τόσον του κατ’ αποκοπήν ποσού όσο και της χρηματικής ποινής πρέπει να εναρμονίζεται με αυτόν το στόχο. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται το γεγονός ότι η Επιτροπή, με την ανακοίνωσή της του 1996, τόνισε αυτόν τον στόχο και ότι η χρηματική ποινή είναι το καταλληλότερο μέσον για την επίτευξή του. Πράγματι, στη μέχρι τούδε πρακτική της, η Επιτροπή βεβαιώνει μόνον ότι η επιβολή χρηματικών ποινών υπηρετεί αυτόν το σκοπό. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επιβολή αμφοτέρων των κυρώσεων για μία μόνον παράβαση σημαίνει ότι ο παράγων της διάρκειας ελήφθη υπόψη δύο φορές. Κατά την Γαλλική Κυβέρνηση, αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Διατείνεται ότι η χρήση του διαζευκτικού «ή» στο άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, μολονότι, όπως η ίδια αναγνωρίζει, δεν έχει κατ’ ανάγκην αποφασιστική σημασία, καταδεικνύει εντούτοις σαφώς ότι οι επαπειλούμενες κυρώσεις δύνανται να επιβάλλονται μόνον υπαλλακτικώς. Προβάλλει περαιτέρω ότι η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού σε συνδυασμό με χρηματική ποινή αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας.
40. Το ζήτημα εάν το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ επιτρέπει τη σωρευτική επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού και χρηματικής ποινής πρέπει να κριθεί κυρίως υπό το πρίσμα του σκοπού και της δικαιολογητικής βάσεως της διατάξεως αυτής. Όπως υποστήριξα στα σημεία 7 και 8 ανωτέρω, η μη συμμόρφωση προς απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 226 EΚ έχει δύο πτυχές. Αφενός, προϋποθέτει ότι περιφρονείται η κοινοτική έννομη τάξη. Αφετέρου, προϋποθέτει ανοχή προς τη συνέχιση καταστάσεως, για την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο, και προς τις επιβλαβείς για την κοινοτική πολιτική συνέπειες οι οποίες είναι σύμφυτες με αυτήν την κατάσταση. Οι δύο αυτές πτυχές πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό του τρόπου ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Μολονότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ έχει προδήλως σκοπό να εξασφαλισθεί ότι κράτος μέλος συμμορφώνεται εν τέλει προς απόφαση του Δικαστηρίου, στην οποίαν δεν είχε δώσει την προσήκουσα συνέχεια, η διάταξη αυτή, εξεταζομένη ευρύτερα στο πλαίσιο των λόγων μη συμμορφώσεως προς απόφαση του Δικαστηρίου, επιδιώκει επίσης να εξασφαλισθεί η εκ μέρους κράτους μέλους εκπλήρωση των κοινοτικών του υποχρεώσεων υπό ευρύτερη έννοια. Τούτο σημαίνει ότι τα προβλεπόμενα με τη διάταξη αυτή μέσα δύνανται επίσης να χρησιμοποιηθούν αποτρεπτικώς ή, με άλλα λόγια, με σκοπό να προληφθούν παραβάσεις, εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους, των εκ του κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεών του.
41. Ως εκ της φύσεώς τους, το κατ’ αποκοπήν ποσόν και η χρηματική ποινή υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Μολονότι αμφότερα αποτελούν αντίδραση στην παράβαση, εκ μέρους κράτους μέλους, των υποχρεώσεών του εκ της Συνθήκης, το μεν πρώτο δρα αποτρεπτικώς, η δε δεύτερη πειθαναγκαστικώς. Δεν έχω πεισθεί από το επιχείρημα ότι το μεν κατ’ αποκοπήν ποσόν στρέφεται προς το παρελθόν, η δε χρηματική ποινή προς το μέλλον. Αμφότερες οι κυρώσεις επιδιώκουν να ασκήσουν επιρροή επί των μελλοντικών ενεργειών του κράτους μέλους, αλλά με διαφορετικό τρόπο.
42. Σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο κυρώσεων είναι ότι η επιβολή του μεν κατ’ αποκοπήν ποσού είναι απηλλαγμένη αιρέσεως, της δε χρηματικής ποινής τελεί, εκ φύσεως, υπό αίρεση. Όπως εξέθεσα με τις πρώτες προτάσεις μου επί της παρούσας υποθέσεως (12), ένα κράτος μέλος ενδέχεται να επιτύχει να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες είχε προηγουμένως παραβεί, εντός της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο. Σε αυτήν την περίπτωση, το αποτέλεσμα θα ήταν ότι εν τέλει δεν θα εκδηλωθεί αντίδραση της Κοινότητας προς παράβαση η οποία ενδέχεται να έχει διαρκέσει επί πολλά έτη. Η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ θα επέφερε, εν τέλει, τη συμμόρφωση του κράτους μέλους, πλην όμως δεν θα επιτυγχανόταν ο σκοπός της αποτροπής ενδεχομένων μελλοντικών παραβάσεων. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να υπηρετεί, συγχρόνως, σκοπούς πειθαναγκασμού και αποτροπής, είναι σαφές ότι, προκειμένου να επιτευχθούν πράγματι οι σκοποί αυτοί, το Δικαστήριο πρέπει, κατ’ αρχήν, να έχει τη δυνατότητα να επιβάλει σωρευτικώς κατ’ αποκοπήν ποσόν και χρηματική ποινή.
43. Η Γαλλική Κυβέρνηση και άλλες κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις αντιτείνουν ότι τα μέτρα, τα οποία προβλέπει το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν προς κολασμό. Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα εάν η επιβολή κυρώσεως πρέπει, ή όχι, να χαρακτηρισθεί ως μέτρο κολασμού, είναι εκτός θέματος. Η διαδικασία της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να συγκριθεί με μηχανισμούς εκτελέσεως οι οποίοι απαντώνται σε εθνικό επίπεδο. Υπηρετεί το δικό της σκοπό εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως και προορίζεται να εξασφαλίσει πράγματι ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις αυτής της έννομης τάξεως. Αυτό είναι το ουσιώδες.
44. Προς στήριξη της απόψεως ότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ δεν πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο που να επιβάλλει κολασμό των παρελθουσών ενεργειών των κρατών μελών, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, εάν κράτος συμμορφωθεί προς απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ προ της εκπνοής της προθεσμίας η οποία ετάχθη με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, ουδεμία διαδικασία δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ δύναται να κινηθεί κατά του κράτους μέλους αυτού. Αυτή μπορεί να είναι πράγματι η δικονομική συνέπεια της εν λόγω καταστάσεως, πλην όμως δεν δύναται να δικαιολογήσει συσταλτική ερμηνεία της διατάξεως της Συνθήκης, της οποίας κύριος σκοπός είναι να εξασφαλισθεί πράγματι η συμμόρφωση των κρατών μελών προς τις εκ της Συνθήκης υποχρεώσεις τους. Όπως ήδη κατέδειξα, από την ίδια τη φύση των παραβάσεων, τις οποίες το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ τείνει να αντιμετωπίσει, μπορεί να συναχθεί ότι, επί τη βάσει της διατάξεως αυτής, είναι δυνατή η επιβολή μέτρων που έχουν, συγχρόνως, αποτρεπτικό και πειθαναγκαστικό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι κράτος μέλος εκφεύγει της κυρώσεως, εάν συμμορφωθεί, εν τέλει, με τις υποχρεώσεις του κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, μπορεί, αντιθέτως, να εκληφθεί ως αποτέλεσμα της επαπειλούμενης κυρώσεως, πράγμα που επιβεβαιώνει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της εν λόγω κυρώσεως.
45. Ένα από τα σπουδαιότερα επιχειρήματα κατά της δυνατότητας να επιβληθούν σωρευτικώς κατ’ αποκοπήν ποσόν και χρηματική ποινή αντλείται από το γράμμα του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιβάλει κατ’ αποκοπήν ποσόν «ή» χρηματική ποινή, εάν διαπιστώσει ότι κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ. Ως εκ τούτου, το ερώτημα είναι εάν το διαζευκτικό «ή» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει ή περικλείει. Πρώτον, φρονώ ότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί με τρόπο που να αποτελεί αποτελεσματικό μέσον συμμορφώσεως προς τις κοινοτικές υποχρεώσεις, σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος παραβαίνει διαρκώς τις υποχρεώσεις αυτές. Όπως ήδη διευκρίνισα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μόνη η επιβολή είτε κατ’ αποκοπήν ποσού είτε χρηματικής ποινής ενδέχεται να μην αποτελεί κατάλληλη αντίδραση έναντι συνεχιζόμενης παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου οπότε να καθίσταται επιβεβλημένη η σώρευση των μέτρων αυτών. Η ερμηνεία αυτή βασίζεται στους σκοπούς και την αποστολή του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Η αποδοχή της απόψεως ότι το διαζευκτικό «ή» εντός της διατάξεως αυτής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει, θα αντέβαινε προς τους σκοπούς και θα έπληττε την αποτελεσματικότητα του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ. Εξάλλου, παρέλκει να επιχειρηθεί ερμηνεία υπ’ αυτό το πνεύμα, δεδομένου ότι, από γλωσσικής απόψεως, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το «ή» έχει την έννοια ότι περικλείει. Πράγματι, σειρά διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ, όπως τα άρθρα 5, 48 και 81 ΕΚ, το χρησιμοποιούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μολονότι, εν γένει, αναλόγως του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται, η λέξη «ή» ενδέχεται να έχει την έννοια ότι περικλείει ή αποκλείει, είναι σαφές ότι, υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων σκοπών του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, μπορεί να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διατάξεως μόνον υπό την έννοια ότι περικλείει.
46. Ορισμένα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η σωρευτική επιβολή κυρώσεων προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας. Δέχομαι ότι, οσάκις το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να την επιβάλει, πρέπει να το πράξει ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως. Εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό a fortiori ότι η σώρευση των κυρώσεων είναι εκ φύσεως δυσανάλογη. Τούτο εξαρτάται καθ’ ολοκληρίαν από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως. Οι περιστάσεις αυτές ενδέχεται να είναι τέτοιες, ώστε μόνη η επιβολή είτε κατ’ αποκοπήν ποσού είτε χρηματικής ποινής, αποφευγομένης της σωρεύσεως, να μην αποτελεί την κατάλληλη αντίδραση και, επομένως, να παραβιάζει, αντιστρόφως, την αρχή της αναλογικότητας.
47. Ένα ακόμη αντεπιχείρημα αντλείται από το γεγονός ότι, κατά τον υπολογισμό του ύψους του κατ’ αποκοπήν ποσού και της χρηματικής ποινής, η διάρκεια της παραβάσεως λαμβάνεται υπόψη δύο φορές. Τούτο θα σήμαινε επιβολή διπλής κυρώσεως για την ίδια χρονική περίοδο παραβάσεως των κοινοτικών υποχρεώσεων. Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη. Κάθε κύρωση υπηρετεί τον δικό της σκοπό και πρέπει να επιμετράται κατά τρόπον ώστε να εκπληρώνει την αποστολή της. Το κατ’ αποκοπήν ποσό επιβάλλεται λόγω της συνεχιζόμενης παραβάσεως των υποχρεώσεων εκ της Συνθήκης για ορισμένη χρονική περίοδο. Δεδομένου ότι η κύρωση αυτή προορίζεται να δράσει αποτρεπτικώς, το ύψος της πρέπει να είναι τέτοιο, ώστε να αποτρέπει κράτος μέλος από τη διάπραξη περαιτέρω παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει για τη χρηματική ποινή όσον αφορά την αποστολή της να ωθήσει κράτος μέλος σε συμμόρφωση. Η συνεκτίμηση της διάρκειας της παραβάσεως κατά την επιμέτρηση της μιας ή της άλλης κυρώσεως δεν σημαίνει επιβολή διπλής κυρώσεως για την ίδια χρονική περίοδο παραβάσεως. Η διάρκεια είναι μόνον ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου πειθαναγκασμού.
48. Κατά συνέπεια, η απάντησή μου στη δεύτερη ερώτηση είναι ότι το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ δεν απαγορεύει στο Δικαστήριο να επιβάλει, σωρευτικώς, κατ’ αποκοπήν ποσό και χρηματική ποινή σε κράτος μέλος, εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με δικαστική απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 226 EΚ και κρίνει ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως δικαιολογούν τη σωρευτική επιβολή κυρώσεων.
IV – Συνέπειες για την παρούσα υπόθεση
49. Με τις προτάσεις μου της 29ης Απριλίου 2004 κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Γαλλική Δημοκρατία πράγματι δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1991. Λόγω της ιδιάζουσας βαρύτητας της αθετήσεως των υποχρεώσεών της να ελέγχει την τήρηση και να επιβάλλει την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων περί του ελαχίστου μεγέθους των ιχθύων επί σχεδόν δύο δεκαετίες, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι δικαιολογείται η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού για τον χρόνο από της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Συνθήκης του Μάαστριχτ) μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας συμμορφώσεως η οποία είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 6ης Ιουνίου 2000 (13). Ως προς την επιμέτρηση του κατ’ αποκοπήν ποσού πρότεινα να επιδειχθεί επιείκεια, δεδομένου ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται τέτοια πρόταση, η δε Επιτροπή δεν είχε προτείνει αυτήν την κύρωση, ούτε έχει διαμορφωθεί ακόμη σχετική πρακτική δυναμένη να παράσχει κατευθύνσεις (14).
50. Επομένως, δεν βλέπω λόγο να αναθεωρηθεί αυτή η ανάλυση ως προς την ουσία της ή ως προς τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας παράβαση των υποχρεώσεών της εκ της Συνθήκης. Ωστόσο, όπως πρότεινα με την απάντησή μου στην πρώτη ερώτηση, το Δικαστήριο, εάν, επί υποθέσεως η οποία εκκρεμεί ενώπιόν του, μελετά το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρότερης κυρώσεως από εκείνη που πρότεινε η Επιτροπή, πρέπει να ακούσει τους διαδίκους επί της κυρώσεως αυτής. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, οι διάδικοι δεν είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί της κυρώσεως, την οποία πρότεινα με τις πρώτες προτάσεις μου, κρίνεται εύλογο να κληθούν να το πράξουν στο πλαίσιο περαιτέρω επ’ ακροατηρίου διαδικασίας. Επικουρικώς, το Δικαστήριο, εάν υιοθετούσε κατ’ αρχήν τις απόψεις μου, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής συμβολικού κατ’ αποκοπήν ποσού. Αντιθέτως, δεν υπάρχουν λόγοι δικαιολογούντες την αναθεώρηση της χρηματικής ποινής την οποία πρότεινα.
V – Πρόταση
51. Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα του Δικαστηρίου:
– Το Δικαστήριο απολαύει πλήρους δικαιοδοσίας, δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, ως προς την επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού, ακόμη και εάν η Επιτροπή πρότεινε την επιβολή χρηματικής ποινής. Εάν μελετά το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρότερης κυρώσεως από αυτήν που πρότεινε η Επιτροπή, τα δικαιώματα άμυνας επιβάλλουν να ακουσθούν οι διάδικοι επί της μελετωμένης κυρώσεως.
– Το άρθρο 228, παράγραφος 2, EΚ δεν απαγορεύει στο Δικαστήριο να επιβάλει σωρευτικώς κατ’ αποκοπήν ποσόν και χρηματική ποινή σε κράτος μέλος, εάν διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ και κρίνει ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως δικαιολογούν τη σωρευτική επιβολή κυρώσεων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Συλλογή 1991, σ. I‑2727.
3 – Προτάσεις επί της υποθέσεως C-387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 2000, σ. I‑5047, σκέψεις 33 και 42).
4 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, βλ. τη σκέψη 84 της αποφάσεως.
5 – ΕΕ 1996, C 242, σ. 6.
6 – Απόφαση C-387/97, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 87.
7 – Υπόθεση C-387/97, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, καθώς και απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2003, σ. Ι-0000.
8 – CIG 87/1/04, rev. 1 της 13ης Οκτωβρίου 2004
9 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδος, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 89 και Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 41.
10 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 84.
11 – Βλ. τις σκέψεις 31 έως 37 και 93.
12 – Στη σκέψη 88.
13 – Σκέψεις 90 έως 95.
14 – Σκέψη 102.
Full & Egal Universal Law Academy