ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 11ης Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-329/02 P
SAT.1 SatellitenFernsehen GmbH
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 – Λεκτικό σύμπλεγμα “SΑΤ.2”»
1. Πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως (2) με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή κατά της αρνήσεως καταχωρίσεως του όρου «SAT.2» ως κοινοτικού σήματος για διάφορες κατηγορίες υπηρεσιών. Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι: i) αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα (3) έχει ως σκοπό να παραμένουν διαθέσιμα προς γενική χρήση τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, ii) ο τρόπος της εκτιμήσεως, συνολικά, του διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου συνισταμένου από διάφορα στοιχεία και iii) ο τρόπος εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όταν η απόρριψη της καταχωρίσεως ενός σήματος προσκρούει σε προηγούμενη πρακτική.
Νομοθεσία
2. Το άρθρο 4 του κανονισμού περί εμπορικού σήματος ορίζει: «Μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων».
3. Σύμφωνα με το άρθρο 7, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου»:
«1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:
α) τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4·
β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·
γ) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών·
δ) τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου·
ε) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά:
i) από το σχήμα που επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του προϊόντος, ή
ii) από το σχήμα του προϊόντος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος, ή
[…]» (4).
4. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, «[η] παράγραφος 1, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄, δεν εφαρμόζεται αν το σήμα έχει αποκτήσει για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται η καταχώριση διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης που του έχει γίνει».
Συνοπτική περιγραφή της διαδικασίας
5. Στις 15 Απριλίου 1997, η SAT.1 SatellitenFernsehen GmbH (στο εξής: SAT.1), εταιρία παροχής υπηρεσιών δορυφορικής τηλεοράσεως, υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: Γραφείο) αίτηση καταχωρίσεως του σήματος «SAT.1» για αγαθά διαφόρων κλάσεων και για υπηρεσίες των κλάσεων 35, 38, 41 και 42 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας (5). Σύμφωνα με τις επικεφαλίδες τους, οι κλάσεις αυτές αφορούν κυρίως: διαφήμιση και διοίκηση επιχειρήσεων ή διαχείριση γραφείου· εκπαίδευση, επιμόρφωση, ψυχαγωγία, αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες και υπηρεσίες μη υπαγόμενες σε άλλη κατηγορία. Η αίτηση αφορούσε λεπτομερώς απαριθμούμενες υπηρεσίες υπό τις ως άνω επικεφαλίδες. Ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση ως προς όλες τις περιλαμβανόμενες σε αυτήν υπηρεσίες, «καθόσον αφορούν δορυφορικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες δορυφορικής τηλεοράσεως με την ευρύτερη δυνατή έννοια». Το δεύτερο τμήμα προσφυγών απέρριψε την ένσταση της SAT.1, κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι το σημείο είναι περιγραφικό και ότι στερείται διακριτικού χαρακτήρα, εμπίπτοντας τόσο στο στοιχείο β΄ όσο και στο στοιχείο γ΄ του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος.
6. Η SAT.1 προσέφυγε, κατόπιν, στο Πρωτοδικείο, το οποίο ακύρωσε την απόφαση του τμήματος προσφυγών, καθόσον αυτό δεν αποφάνθηκε επί των αιτημάτων της αναιρεσείουσας σχετικά με τις υπηρεσίες της κλάσεως 35 (6) και καθόσον η απόφασή του αφορούσε ορισμένα είδη υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην αίτηση, αλλά δεν σχετίζονται με δορυφορική μετάδοση (7).
7. Το Πρωτοδικείο έκανε δέχθηκε επίσης, όσον αφορά όλες τις συναφείς υπηρεσίες, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος· έκρινε ότι το λεκτικό σύμπλεγμα «SAT.2» δεν είναι αποκλειστικά περιγραφικό κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (8).
8. Απέρριψε, ωστόσο, την προσφυγή ως προς όλες τις περιλαμβανόμενες σε αυτήν υπηρεσίες που αφορούν «μετάδοση μέσω δορυφόρου», με το αιτιολογικό ότι ο όρος «SAT.1», αν και μη περιγραφικός, στερείται εντούτοις διακριτικού χαρακτήρα ως προς τις υπηρεσίες αυτές, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Πρωτοδικείο ακολούθησε, ουσιαστικά, την εξής συλλογιστική (9).
9. Με τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως ε΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος, επιδιώκεται σκοπός δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στο να διασφαλίζεται η ελεύθερη χρήση από όλους των σημείων στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις αυτές. Έτσι, στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, υπάγονται ιδίως τα σήματα που χρησιμοποιούνται ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Ο διακριτικός χαρακτήρας πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση τόσο με τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες όσο και με την αντίληψη που σχηματίζει το ενδιαφερόμενο κοινό για το σήμα. Εν προκειμένω, το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται από επαγγελματίες του κινηματογράφου και των μέσων ενημερώσεως ή από τον μέσο καταναλωτή, ανάλογα με το συγκεκριμένο είδος υπηρεσίας.
10. Ως σύνθετο εμπορικό σήμα, το «SAT.2» πρέπει να εξεταστεί συνολικά για να διαπιστωθεί ο διακριτικός του χαρακτήρας. Ωστόσο, κάθε στοιχείο του θα μπορούσε να εξεταστεί χωριστά. Πρώτον, το «SAT» έχει καθιερωθεί, στην αγγλική και τη γερμανική γλώσσα, ως συντομογραφία ενός χαρακτηριστικού (παραπέμπει σε δορυφορική μετάδοση) των περισσοτέρων από τις οικείες υπηρεσίες. Επομένως, στερείται διακριτικού χαρακτήρα ως προς τις υπηρεσίες αυτές. Κατόπιν, αριθμοί όπως το «2» χρησιμοποιούνται ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων υπηρεσιών και, επομένως, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα. Τέλος, το στοιχείο «.» χρησιμοποιείται ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση κάθε είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Επομένως, το «SAT.2», ως σύνολο, συνίσταται από συνδυασμό στοιχείων, καθένα από τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων υπηρεσιών και, κατά συνέπεια, στερείται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα ως προς αυτές.
11. Το γεγονός ότι ένα σύνθετο σήμα συνίσταται μόνον από στοιχεία που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα οδηγεί, εν γένει, στο συμπέρασμα ότι το σήμα αυτό, ως σύνολο, είναι επίσης δυνατόν να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Το συμπέρασμα αυτό αναιρείται μόνον αν αποδειχθεί –πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση– ότι το σύνθετο σήμα αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από το σύνολο των στοιχείων από τα οποία συνίσταται.
12. Όσον αφορά τον τελευταίο λόγο ακυρώσεως της SAT.1, περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, επειδή το Γραφείο δεν ακολούθησε προηγούμενες αποφάσεις του σχετικές με σήματα συνιστάμενα από αριθμούς και γράμματα, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ήταν ουσιαστικά η εξής (10). Αν, σε μία περίπτωση, έγινε ορθώς δεκτή η καταχώριση ενός σημείου, ενώ σε μεταγενέστερη, αλλά παρόμοια, υπόθεση εκδόθηκε αντίθετη απόφαση, η δεύτερη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως των σχετικών διατάξεων του κανονισμού περί εμπορικού σήματος· δεν μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς κανένας λόγος ακυρώσεως για παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Αντιθέτως, αν έγινε εσφαλμένως δεκτή η καταχώριση ενός σημείου και κατόπιν ελήφθη αντίθετη απόφαση σε μεταγενέστερη, αλλά παρόμοια περίπτωση, δεν μπορεί να ζητηθεί λυσιτελώς η ακύρωση της δεύτερης αποφάσεως με επίκληση της προηγούμενης. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συμβαδίζει με αυτήν της νομιμότητας, ουδείς δε μπορεί να επικαλεστεί, προς στήριξη του αιτήματός του, παράνομες πράξεις από τις οποίες ωφελήθηκε τρίτος. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να προβληθεί ως λόγος ακυρώσεως της δεύτερης αποφάσεως.
13. Η SAT.1 προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε κακώς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος, από τρεις κυρίως απόψεις: έκρινε εσφαλμένως ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στο να παραμένει η χρήση ορισμένων σημείων ελεύθερη για όλους· κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του «SAT.2», εφάρμοσε κριτήριο που δεν στηρίζεται στη διάταξη αυτή, ήτοι την πιθανότητα χρήσεως του όρου στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων· πράττοντας έτσι, δεν εξέτασε το διακριτικό χαρακτήρα του σήματος ως συνόλου, αλλά περιορίστηκε στην εξέταση του κάθε στοιχείου χωριστά. Επικουρικώς, η SAT.1 υποστηρίζει ότι Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, διότι έκρινε ότι ο λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε προηγούμενες ατομικές αποφάσεις, αντί στην προηγούμενη πάγια πρακτική του Γραφείου ως προς τα σήματα που περιέχουν αριθμούς και συντομογραφίες, την οποίαν επικαλέστηκε η SAT.1.
Κύριος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄
Η έννοια του διακριτικού χαρακτήρα
14. Προτού εξεταστούν τα συγκεκριμένα επιχειρήματα που προβάλλονται με την αίτηση αναιρέσεως, είναι ενδεχομένως χρήσιμη μία σύντομη θεώρηση της έννοιας του διακριτικού χαρακτήρα, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος.
15. Η έννοια αυτή έχει προκαλέσει ορισμένες δυσκολίες, διότι η απαγόρευση της καταχωρίσεως σημάτων που «στερούνται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα» εμφανίζεται ως επανάληψη της επιταγής του άρθρού 4 και, κατά παραπομπή, του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, να είναι τα σήματα «ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων». Πρόκειται για απλή επανάληψη ή οι δύο έννοιες διαφέρουν;
16. Η απλούστερη απάντηση φαίνεται να είναι αυτή που προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 3, σύμφωνα με το οποίο τα στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄ –αλλά όχι το στοιχείο α΄– της παραγράφου 1, του άρθρου 7 δεν έχουν εφαρμογή εάν ένα εμπορικό σήμα έχει αποκτήσει λόγω χρήσεως διακριτικό χαρακτήρα ως προς τα αγαθά ή τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται η καταχώρισή του. Υπό το πρίσμα αυτό φαίνεται λογική η υπόθεση ότι τα άρθρα 4 και 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αναφέρονται στη γενική, απόλυτη και αφηρημένη ικανότητα διακρίσεως προϊόντων διαφορετικής προελεύσεως, ενώ το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, αποβλέπει στον συσχετισμό του διακριτικού χαρακτήρα με τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντος.
17. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, αν ζητούνταν χωριστά η καταχώριση του κάθε στοιχείου, θα διαπιστωνόταν ότι το στοιχείο «.» –του οποίου τον διακριτικό χαρακτήρα ουδείς επικαλείται– στερείται παντελώς ικανότητας διακρίσεως, ενώ ο διακριτικός χαρακτήρας του στοιχείου «SAT» θα έπρεπε να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τις οικείες υπηρεσίες. Σε τέτοια περίπτωση, η καταχώριση του πρώτου θα απαγορευόταν –για όλα τα αγαθά και υπηρεσίες– τόσο από το στοιχείο α΄ όσο και από το στοιχείο β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7, ενώ, για το δεύτερο, θα μπορούσε να θεωρηθεί, στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ότι διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα ως προς ορισμένα προϊόντα, αλλά όχι ως προς άλλα.
Ο σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄
Επιχείρημα
18. Η SAT.1 δέχεται ότι από την απόφαση Windsurfing Chiemsee (11) προκύπτει ότι, με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος, επιδιώκεται να διασφαλιστεί ότι τα σημεία ή οι ενδείξεις που είναι περιγραφικές των αγαθών ή των υπηρεσιών χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους ως προς τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες. Ωστόσο, το Δικαστήριο ουδέποτε έκρινε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ έχει τον ίδιο σκοπό· έχει τονίσει μάλλον ότι η βασική λειτουργία του σήματος είναι να διακρίνει μεταξύ τους προϊόντα διαφορετικής προελεύσεως και να εγγυάται, στο πλαίσιο του ανόθευτου ανταγωνισμού, ότι όλα τα προϊόντα ή υπηρεσίες που φέρουν το σήμα αυτό παρέχονται υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους και η οποία πρέπει να είναι σε θέση να διατηρεί τους πελάτες της χάρη στην ποιότητα αυτή (12). Αυτός είναι ο λόγος που δεν επιτρέπεται η καταχώριση σημάτων στερουμένων διακριτικού χαρακτήρα, και όχι το ότι επιβάλλεται να παραμείνουν διαθέσιμα προς γενική χρήση.
19. Το Γραφείο υποστηρίζει ότι είναι σαφώς προς το δημόσιο συμφέρον να μην καταχωρίζονται ως σήματα τα σημεία που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα. Στην υπόθεση Canon (13), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου και χρηστής διοικήσεως, πρέπει να διασφαλίζεται ότι δεν καταχωρίζονται σήματα των οποίων η χρήση θα ήταν δυνατό να αμφισβητηθεί επιτυχώς ενώπιον των δικαστηρίων. Σημεία που περιλαμβάνουν ένα μόνον από τα ευρέως χρησιμοποιούμενα στοιχεία –όπως γράμματα, αριθμούς ή βασικά χρώματα– διαθέτουν περιορισμένη μόνον ικανότητα διακρίσεως των προϊόντων, ιδίως δε οι αριθμοί πρέπει να παραμένουν διαθέσιμοι για τον προσδιορισμό των ποσοτήτων.
Εκτίμηση
20. Δεν αμφισβητείται ότι ο κάθε λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του δημοσίου συμφέροντος στο οποίο στηρίζεται (14).
21. Το συμφέρον υπέρ του οποίου υπάρχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, συνίσταται στο «να μπορούν τα σημεία ή οι ενδείξεις που περιγράφουν τις κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους». Αυτό διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην υπόθεση Windsurfing Chiemsee (15), σχετικά με την πανομοιότυπη διάταξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας περί εμπορικών σημάτων και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την απόφαση Linde κ.λπ. (16). Ακόμη πιο πρόσφατα, επανελήφθη στην απόφαση Doublemint (17), στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ του κανονισμού.
22. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί ισχύει αυτό. Το να επιτραπεί σε επιχειρηματία να μονοπωλεί έναν όρο που μπορεί να χρησιμεύσει για τον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος ισοδυναμεί με την παραχώρηση σε αυτόν αθέμιτου πλεονεκτήματος έναντι των ανταγωνιστών του που έχουν έννομο συμφέρον να μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο περιγραφικώς.
23. Η συλλογιστική αυτή μπορεί να μεταφερθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία δ΄ και ε΄, αντιστοίχως, όσον αφορά τους όρους που έχουν καταστεί συνήθεις για ένα προϊόν, καθώς και για τα σχήματα που έχουν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο συνδεθεί στενά με τη φύση του προϊόντος (18).
24. Φρονώ, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να μεταφερθεί απεριόριστα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Δεν υπάρχει κάποιος προφανής λόγος για τον οποίον τα σημεία που στερούνται απλώς διακριτικού χαρακτήρα –ακόμη και αν η έλλειψη αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά υφίσταται μόνον ως προς τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες– θα πρέπει να παραμένουν διαθέσιμα προς γενική χρήση, εκτός αν τα ίδια τα σημεία σχετίζονται επίσης στενά με τα οικεία προϊόντα, ιδίως με κάποιον από τους προσδιοριζομένους με τα στοιχεία γ΄ έως ε΄ τρόπους. Ουδεμία τέτοια σχέση συνάγεται από το γεγονός και μόνον ότι το σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα.
25. Είναι αληθές ότι, με την απόφαση Libertel (19), αντικείμενο της οποίας ήταν αίτηση καταχωρίσεως ενός χρώματος per se ως σήματος, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας περί εμπορικών σημάτων (η διατύπωση του οποίου είναι ταυτόσημη με αυτήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού), έκρινε ότι, για να εκτιμηθεί ο διακριτικός χαρακτήρας που ένα συγκεκριμένο χρώμα μπορεί να έχει ως σήμα, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα χρήσεως των χρωμάτων από άλλους επιχειρηματίες που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες ομοειδείς με εκείνες για τις οποίες ζητείται η καταχώριση.
26. Ωστόσο, το συμφέρον αυτό δεν ταυτίζεται με αυτό που επιδιώκει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄. Στην απόφαση Libertel, δεν γίνεται λόγος τόσο για το να παραμένουν τα σημεία διαθέσιμα ώστε να «μπορούν ελεύθερα να χρησιμοποιούνται από όλους», όσο μάλλον για το να «να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα» η ελεύθερη χρήση τους. Περαιτέρω, αυτό αφορά, συγκεκριμένα, τα σημεία για τα οποία δεν υπάρχει ευρεία δυνατότητα επιλογής, δεδομένου ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των χρωμάτων που ο μέσος καταναλωτής είναι σε θέση να διακρίνει (20). Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, ενδιαφέρει το αν είναι πιθανό να αντιληφθεί ο μέσος καταναλωτής, ως σημεία με διακριτικό χαρακτήρα, τους αριθμούς που είναι πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι τα χρώματα.
27. Θα μπορούσε επίσης να ληφθεί υπόψη ότι (αν συμπεριληφθούν στα χρώματα το άσπρο και το μαύρο) δεν νοείται οπτικό εμπορικό σήμα, περίβλημα προϊόντος ή οποιαδήποτε οπτική διαφήμιση όπου να μη χρησιμοποιείται τουλάχιστον ένα χρώμα, και στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων δύο χρώματα, από το περιορισμένο φάσμα των διαθέσιμων χρωμάτων, ενώ είναι ζήτημα επιλογής το αν θα χρησιμοποιηθεί κάποιο άλλου είδους στοιχείο με εξίσου περιορισμένο φάσμα επιλογών, όπως είναι οι αριθμοί ή τα σημεία στίξεως. Επιπλέον, η καταχώριση ενός χρώματος per se, κατ’ αντιδιαστολή προς συγκεκριμένο ομοιόχρωμο σχήμα ή μορφή, μπορεί να παρομοιαστεί, αν εφαρμοστεί για παράδειγμα στους αριθμούς, με την καταχώριση οποιασδήποτε εκφράσεως δυαδικότητας («2», «ΙΙ», «ii», «δύο», «δυάρι», «ζεύγος», «δίδυμο», «διπλό» κ.λπ, καθώς και τα αντίστοιχα σε άλλες γλώσσες), κατ’ αντιδιαστολή προς το συγκεκριμένο ψηφίο «2».
28. Επομένως, η κρίση που διατυπώνεται με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, είναι να παραμείνει ελεύθερη για όλους η χρήση των οικείων σημείων, υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που εγώ θεωρώ ως ορθή ερμηνεία του νόμου. Αν και αυτή καθαυτή δεν έχει τόσο αποφασιστική σημασία, η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει, ενδεχομένως, επηρεάσει την τελική εκτίμηση ως προς τη δυνατότητα καταχωρίσεως του «SAT.2»· η εφαρμογή ενός κριτηρίου με σκοπό να διασφαλιστεί η ελεύθερη χρήση ενός σημείου από όλους θα είναι αναπόφευκτα αυστηρότερη απ’ ό,τι η εφαρμογή ενός κριτηρίου με μοναδικό σκοπό να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η χρήση άλλων σημείων περιορισμένου φάσματος.
Σχετικά με την εκτίμηση του σήματος ως συνόλου
Επιχείρημα
29. Η SAT.1 υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αν το «SAT.2» επιτρέπει στο ενδιαφερόμενο κοινό να διακρίνει τις σημαινόμενες υπηρεσίες από άλλες με διαφορετική εμπορική προέλευση. Η διαπίστωση ότι το «SAT» είναι μία συνήθης συντομογραφία για τον όρο «satellite» και ότι το «.» και το «2» χρησιμοποιούνται ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση τέτοιων υπηρεσιών είναι, εν προκειμένω, αλυσιτελής. Το αν ένα στοιχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο αποτελεί κριτήριο που εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ ή ε΄, και όχι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεν είναι να λειτουργήσει ως έσχατος λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως σημάτων που δεν είναι αποκλειστικώς περιγραφικά.
30. Επιπλέον, αυτό που έχει σημασία είναι η συνολική αντίληψη που σχηματίζει ο καταναλωτής, ο οποίος δεν αναλύει ένα εμπορικό σήμα στα συστατικά του στοιχεία. Το «SAT.2», εξεταζόμενο ως σύνολο, δεν είναι περιγραφικό καμίας από τις οικείες υπηρεσίες, αλλά αποτελεί επινόηση που απομνημονεύεται εύκολα και, ως εκ τούτου, είναι ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ανάλογα με την προέλευσή τους. Η SAT.1 παραθέτει την απόφαση Baby-dry (21), για να δείξει ότι οι πρωτοποριακοί, μη περιγραφικοί, όροι μπορούν να διαθέτουν διακριτικό χαρακτήρα.
31. Το Γραφείο επισημαίνει ότι, αν και το «SAT.2», ως σύνολο, δεν είναι περιγραφικό και, επομένως, δεν μπορεί να απορριφθεί η καταχώρισή του δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, εντούτοις, σύμφωνα με τις μη υποκείμενες σε αναιρετικό έλεγχο διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο, περιέχει το στοιχείο «SAT», το οποίο είναι περιγραφικό (και, επομένως, δεν διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα), και το ψηφίο «2», το οποίο δεν είναι ούτε περιγραφικό ούτε διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα (δεν χρειάζεται να ληφθεί υπόψη το στοιχείο «.»). Το κάθε σήμα πρέπει, βεβαίως, να εκτιμάται ως σύνολο, αυτό δε που έχει σημασία είναι αν είναι ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ανάλογα με την προέλευσή τους· ωστόσο, με την απλή προσθήκη ενός στοιχείου που δεν διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα σε ένα περιγραφικό στοιχείο, δεν μπορεί να δημιουργηθεί σήμα που διαθέτει, ως σύνολο, διακριτικό χαρακτήρα, εκτός αν από τον συνδυασμό δημιουργείται ένα σύνολο πολύ ευρύτερο από το σύνολο των στοιχείων από τα οποία συνίσταται το σήμα αυτό.
32. Ο υπαινιγμός της SAT.1 ότι όποιο σήμα δεν είναι περιγραφικό διαθέτει οπωσδήποτε ικανότητα διακρίσεως είναι παράλογος και εσφαλμένος· μια τέτοια συλλογιστική συνεπάγεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεν διαθέτει αυτοτελές πεδίο εφαρμογής. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, δεν καλύπτει απλώς ένα υποσύνολο των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Η απόφαση Baby-Dry δεν ενισχύει την άποψη της SAT.1, διότι αφορά την ικανότητα διακρίσεως μιας επινοημένης και συντακτικώς ασυνήθιστης παραθέσεως δύο περιγραφικών στοιχείων και όχι την ικανότητα διακρίσεως που δημιουργείται με την προσθήκη ενός στοιχείου με διακριτικό χαρακτήρα σε ένα περιγραφικό. Σε κάθε περίπτωση, το κριτήριο της «οποιαδήποτε αντιληπτής διαφοράς» (22) δεν πληρούται με την προσθήκη ενός συνήθους στοιχείου, όπως ένας αριθμός ή ένα πλάγιο τυπογραφικό στοιχείο.
Εκτίμηση
33. Με τη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, «[ό]ταν πρόκειται για σύνθετο σήμα, πρέπει, κατά την εξέταση του διακριτικού του χαρακτήρα, να λαμβάνεται υπόψη το σύνολό του. Εντούτοις, αυτό δεν είναι ασυμβίβαστο με τη διαδοχική εξέταση των διαφόρων στοιχείων από τα οποία το σήμα αποτελείται».
34. Εν συνεχεία, με τις σκέψεις 41 έως 47, έκρινε ότι το στοιχείο «SAT» «δηλώνει ένα χαρακτηριστικό των περισσότερων από τις οικείες υπηρεσίες το οποίο ενδέχεται να λάβει υπόψη το ενδιαφερόμενο κοινό στο πλαίσιο των επιλογών του, ήτοι την ιδιότητα συνδέσεως σε μετάδοση μέσω δορυφόρου» και, επομένως, στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, τα δε στοιχεία «2» και «.» χρησιμοποιούνται ευρέως στις συναλλαγές για τέτοιες υπηρεσίες και, επομένως, τα στοιχεία αυτά στερούνται διακριτικού χαρακτήρα για τις ίδιες υπηρεσίες.
35. Με τις σκέψεις 49 και 50 επισήμανε ότι:
«[…] το γεγονός ότι ένα σύνθετο σήμα αποτελείται μόνον από στοιχεία στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα επιτρέπει το συμπέρασμα ότι το σήμα αυτό, θεωρούμενο στο σύνολο του, είναι επίσης δυνατό να χρησιμοποιείται συνήθως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Το συμπέρασμα αυτό αναιρείται μόνο στην περίπτωση που συγκεκριμένες ενδείξεις, όπως, κυρίως, ο τρόπος κατά τον οποίο συνδυάζονται τα διάφορα στοιχεία, καταδεικνύουν ότι το σύνθετο σήμα αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται.
Εν προκειμένω, όμως, δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις. […] [Ε]ίναι αλυσιτελές το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το σήμα του οποίου η καταχώριση ζητήθηκε, θεωρούμενο στο σύνολό του, περιλαμβάνει ένα στοιχείο φαντασίας».
36. Το Πρωτοδικείο κατέληξε, έτσι, στο συμπέρασμα ότι το «SAT.2» στερείται διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα που σχετίζονται με «μετάδοση μέσω δορυφόρου».
37. Η SAT.1 επικρίνει, κατ’ ουσίαν δύο πλευρές της συλλογιστικής αυτής: την εκτίμηση των επιμέρους στοιχείων «SAT» και «2» και την εκτίμηση του σήματος ως συνόλου.
38. Κατά την εξέταση των επικρίσεων αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς επισήμανε ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, το σήμα πρέπει να εξετάζεται ως σύνολο. Κατά πάγια νομολογία, τα σήματα εν γένει πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα της εντυπώσεως που δημιουργούν στον μέσο καταναλωτή, δεδομένου ότι ο καταναλωτής, μολονότι θεωρείται ευλόγως πληροφορημένος, προσεκτικός και ενημερωμένος, «προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του» (23).
39. Ωστόσο, είναι χρήσιμο, σε ένα ενδιάμεσο στάδιο της συνολικής εκτιμήσεως, να εξεταστούν χωριστά καθένα από τα συστατικά του σήματος και δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι προέβη σε τέτοια εξέταση.
40. Όσον αφορά την εξέταση του στοιχείου «SAT», δεν θεωρώ εσφαλμένο το συμπέρασμα ότι, εφόσον το στοιχείο «SAT» είναι περιγραφικό των υπηρεσιών που σχετίζονται με δορυφορική μετάδοση, στερείται επίσης διακριτικού χαρακτήρα ως προς τα προϊόντα αυτά. Μολονότι τα στοιχεία β΄ και γ΄ του άρθρου 7, παράγραφος 1, θεσπίζουν διαφορετικούς λόγους απαραδέκτου, εντούτοις οι καταστάσεις που εμπίπτουν σε αυτά αλληλεπικαλύπτονται, με αποτέλεσμα ένας όρος που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ως δηλωτικός των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος να στερείται, ενδεχομένως, διακριτικού χαρακτήρα ως προς το προϊόν αυτό (24)· εν προκειμένω, το συμπέρασμα είναι καταφανώς ορθό.
41. Στη συνέχεια, όσον αφορά το ψηφίο «2», οι επικρίσεις της αναιρεσείουσας είναι, κατά την άποψή μου, πιο αξιοπρόσεκτες. Κατ’ αυτήν, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι «οι αριθμοί γενικώς και ο αριθμός «2» ειδικότερα χρησιμοποιούνται ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων υπηρεσιών» και, ως εκ τούτου, δεν διαθέτουν ως προς αυτές διακριτικό χαρακτήρα, εισήγαγε νέο κριτήριο, το οποίο δεν έχει έρεισμα στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ (25).
42. Θεωρώ ότι, πράγματι, η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη. Μολονότι είναι πολύ πιθανό ένα περιγραφικό στοιχείο που χρησιμοποιείται ευρέως στις συναλλαγές για την περιγραφή προϊόντων ή υπηρεσιών να στερείται διακριτικού χαρακτήρα, η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να επεκταθεί αυτομάτως στα μη περιγραφικά στοιχεία. Τα αριθμητικά ψηφία, συγκεκριμένα, χρησιμοποιούνται ευρέως σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις –σε διοικητικά έντυπα, σε λέσχες γκολφ και σε δρομολόγια λεωφορείων, για να αναφέρω τρεις από αυτές– ώστε να γίνεται διάκριση μεταξύ κατηγοριών αντικειμένων, προϊόντων ή υπηρεσιών (26), και φαίνεται ότι επιτελούν ικανοποιητικά τη λειτουργία αυτή. Δεν υπάρχει κάποιος εγγενής λόγος για τον οποίον τα αριθμητικά ψηφία –τα οποία περιλαμβάνονται ρητώς στην απαρίθμηση του άρθρου 4 του κανονισμού– δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως διακριτικό των προϊόντων διαφορετικών προμηθευτών. Το Πρωτοδικείο, με την προσέγγισή που ακολούθησε, φαίνεται να συγχέει το κριτήριο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, περί του διακριτικού χαρακτήρα, με αυτό του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, περί περιγραφικότητας.
43. Τέλος, και το σημαντικότερο, η φύση καθενός από τα συστατικά του σήματος αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση του συνόλου. Ως reductio ad absurdum, μπορεί να επισημανθεί ότι, αν κανείς θεωρήσει ότι το κάθε γράμμα της αλφαβήτου χωριστά στερείται διακριτικού χαρακτήρα (27), δεν μπορεί να συναγάγει συμπέρασμα ως προς τον διακριτικό χαρακτήρα ενός λεκτικού σήματος αποτελουμένου από τέτοια γράμματα.
44. Επομένως, το ότι ένα σήμα συνίσταται αποκλειστικά από στοιχεία, το καθένα από τα οποία στερείται διακριτικού χαρακτήρα ως προς τα οικεία προϊόντα, δεν μπορεί να οδηγήσει αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι το σήμα, ως σύνολο, επίσης στερείται διακριτικού χαρακτήρα, συμπέρασμα το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνον αν αποδειχθεί η ύπαρξη κάποιου πρόσθετου παράγοντα, όπως κάποιος ιδιαίτερος τρόπος συνδυασμού των στοιχείων, και το οποίο, ελλείψει τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων, καθιστά περιττή την εκτίμηση του σήματος ως συνόλου.
45. Αντιθέτως, όταν είναι αμφίβολο αν το σήμα, ως σύνολο, αποτελεί κάτι «ευρύτερο από το σύνολο των στοιχείων από τα οποία συνίσταται», επιβάλλεται πάντοτε η εξέτασή του ως συνόλου. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο δεν φαίνεται να προέβη σε τέτοια εξέταση με τις σκέψεις 49 και 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
46. Επομένως, η άποψή μου είναι ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κατά την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος: πρώτον, διότι, από το γεγονός ότι οι αριθμοί εν γένει και ο αριθμός «2» ειδικότερα χρησιμοποιούνται ευρέως για την παρουσίαση των οικείων υπηρεσιών, κατέληξε ότι στερούνται διακριτικού χαρακτήρα ως προς αυτές· δεύτερον, διότι, δεν εκτίμησε τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος «SAT.2», ως συνόλου, και έκρινε αλυσιτελές το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το σήμα, ως σύνολο, διαθέτει κάποιο στοιχείο φαντασίας.
Επικουρικός λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
Επιχείρημα
47. Η SAT.1 προβάλλει ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ευσταθεί όταν υπάρχουν αντικρουόμενες ατομικές αποφάσεις, αλλά όχι όταν, όπως ισχυρίστηκε τόσο κατά τη δίκη στον πρώτο βαθμό όσο και κατά τη διοικητική διαδικασία της καταχωρίσεως, το Γραφείο έχει ακολουθήσει μία σταθερή και σαφώς καθορισμένη πρακτική κατά το παρελθόν, σύμφωνη προς τις κατευθυντήριες γραμμές που αυτό καταρτίζει σχετικά με την εξεταστική διαδικασία. Μεταξύ των σημάτων που το Γραφείο έχει δεχθεί προς καταχώριση, στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, καταλέγονται τα «T-SAT», «One Tel», «One.Tel» και «MEDIA 4».
48. Το Γραφείο αντιτείνει ότι ο λόγος αναιρέσεως αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως από το Γραφείο και όχι από το Πρωτοδικείο. Η SAT.1 επιδιώκει έτσι να επανεξεταστεί από το Δικαστήριο ο ισχυρισμός που προέβαλε πρωτοδίκως σχετικά με την πρακτική του Γραφείου, πράγμα μη επιτρεπτό κατ’ αναίρεση.
Εκτίμηση
49. Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κύριος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, θα σχολιάσω συνοπτικά μόνον τον επικουρικό λόγο αναιρέσεως.
50. Πρώτον, είναι, νομίζω, σαφές ότι, εν προκειμένω, η SAT.1 ισχυρίζεται ότι η κρίση του Πρωτοδικείου επί του αρχικού λόγου ακυρώσεως, σχετικά με την άνιση μεταχείρισή της από το Γραφείο, στηρίζεται σε νομική πλάνη. Η SAT.1 υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτόν, ακολούθησε νομική συλλογιστική η οποία είναι κατάλληλη για σύγκριση μεμονωμένων υποθέσεων και όχι για σύγκριση μίας μεμονωμένης αποφάσεως και μίας σταθερής πρακτικής. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
51. Δεύτερον, η προσέγγιση του Πρωτοδικείου φαίνεται, καταρχήν, άψογη. Αν μία προηγούμενη απόφαση του Γραφείου ήταν εσφαλμένη, δεν μπορεί, βάσει αυτής, να ζητηθεί η ακύρωση μεταγενέστερης, ορθής αποφάσεως –κανείς δεν μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος τρίτου (28). Όταν –όπως θεωρώ ότι συμβαίνει εν προκειμένω– η κατάσταση αντιστρέφεται, η δεύτερη απόφαση πρέπει σε κάθε περίπτωση να ακυρωθεί, η δε αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν ασκεί επιρροή.
52. Τρίτον, η συλλογιστική αυτή ενισχύεται ιδιαίτερα με την επισήμανση ότι τα τμήματα προσφυγών, όταν αποφαίνονται επί της καταχωρίσεως, αποφασίζουν κατά δέσμια αρμοδιότητα και όχι κατά διακριτική ευχέρεια. Ωστόσο, μολονότι η διακριτική ευχέρεια είναι πράγματι περιορισμένη, υφίσταται, αναπόφευκτα, ορισμένος βαθμός υποκειμενικότητας κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος, ακόμη και στο πλαίσιο της ορθής εφαρμογής του νόμου. Η διατήρηση της συνέπειας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντική στο πλαίσιο αυτό. Πράγματι, το ίδιο το Γραφείο, με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε (29), επισημαίνει ότι: «πρέπει να υφίσταται συνοχή κατά τη λήψη των αποφάσεων, ώστε να υπάρχει ίση μεταχείριση όλων των δικαιούχων. Οι εξεταστές έχουν την ευθύνη να ενημερώνονται για τις αποφάσεις των συναδέλφων τους, ιδιαίτερα δε για αυτές των τμημάτων προσφυγών και του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
Επί της ουσίας της προσφυγής
53. Το μόνο ζήτημα που μένει να εξεταστεί είναι αν το σήμα «SAT.2», ως σύνολο, στερείται διακριτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος, ως προς τις σχετιζόμενες με δορυφορική μετάδοση υπηρεσίες.
54. Σύμφωνα με το άρθρο 61 του οργανισμού του Δικαστηρίου, το ζήτημα μπορεί να κριθεί είτε από το Δικαστήριο, εφόσον η πρόοδος της διαδικασίας το επιτρέπει, είτε να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο. Στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε εκτεταμένη συζήτηση επί του θέματος, η δε αναπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο δεν θα υπηρετούσε την οικονομία της διαδικασίας. Πράγματι, υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που διατύπωσα ανωτέρω, δεν μικρή περαιτέρω ανάλυση απαιτείται.
55. Το «SAT.2» είναι σύνθετο σήμα, του οποίου η μορφή είναι πολύ συνηθισμένη στην τηλεόραση. Ο μακρύς κατάλογος παρόμοιων σημάτων στις ευρωπαϊκές χώρες περιλαμβάνει τα «BBC 1», «Kanaal 2», «MTV 3», «TV4», «Tele 5», «M6», «RTL 7» κ.λπ. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το μη αριθμητικό στοιχείο διαθέτει από μόνο του διακριτικό χαρακτήρα, ενώ σε άλλες είναι περιγραφικό κατά τον ίδιο τρόπο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το «SAT» είναι περιγραφικό ως προς τις υπηρεσίες δορυφορικής μεταδόσεως και, ως εκ τούτου, στερείται διακριτικού χαρακτήρα ως προς αυτές.
56. Ωστόσο, η παρουσία ενός προσδιοριστικού αριθμητικού ψηφίου αποσκοπεί εμφανώς στο να διασφαλίσει την ύπαρξη διακριτικού χαρακτήρα. Η έντονη χρήση των σημείων αυτών στις συναλλαγές για τον προσδιορισμό των τηλεοπτικών διαύλων και των συναφών προϊόντων αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη της ορθότητας της προσεγγίσεως αυτής. Αν ο μέσος καταναλωτής τηλεοπτικών προγραμμάτων και συναφών προϊόντων δυσκολευόταν να διακρίνει μεταξύ των προϊόντων αυτών και της προελεύσεώς τους, τα σημεία αυτά δεν θα χρησιμοποιούνταν, ιδίως επειδή η πίεση της αγοράς για διαφημιστικά έσοδα και μερίδια τηλεθεάσεως δημιουργεί έντονη ανάγκη να παραμείνει το κοινό πιστό στο συγκεκριμένο προϊόν (30).
57. Ούτε φαίνεται να ασκεί, εν προκειμένω, επιρροή ο σκοπός του να «μην περιορίζεται αδικαιολόγητα» η ελεύθερη χρήση ορισμένων σημείων, σκοπός που καταλέγεται μεταξύ αυτών του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄. Όταν ένα σήμα συνίσταται από ένα αριθμητικό και ένα μη αριθμητικό στοιχείο, το τελευταίο ενδέχεται να είναι ή να μην είναι περιγραφικό· σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η επιλογή δεν περιορίζεται ιδιαιτέρως. Υπάρχει, βέβαια, κάποιο πρακτικό όριο στο φάσμα των αριθμών που μπορούν πραγματικά να χρησιμοποιηθούν, ωστόσο το φάσμα αυτό είναι ευρύ. Όταν τα δύο αυτά είδη στοιχείων συνενωθούν, αυξάνεται κατά πολύ ο αριθμός των συνδυασμών που διαθέτουν διακριτικό χαρακτήρα και ξεχωρίζουν. Αν οι καταναλωτές είναι σε θέση να προσδιορίσουν, για παράδειγμα, ένα δίαυλο δορυφορικής τηλεοράσεως μέσω ενός σημείου όπως το «SAT.2», είναι σαφές ότι μπορούν να διακρίνουν το σημείο αυτό από άλλα που περιλαμβάνουν διαφορετικά γράμματα ή/και αριθμητικά ψηφία, τα οποία άλλες συναφείς επιχειρήσεις ενδεχομένως επιθυμούν να καταχωρίσουν ως εμπορικά σήματα (31).
58. Επομένως, θεωρώ ότι το τμήμα προσφυγών έσφαλε, κρίνοντας ότι το «SAT.2», εξεταζόμενο ως σύνολο, στερείται διακριτικού χαρακτήρα ως προς τις οικείες υπηρεσίες.
Πρόταση
59. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση της 2ας Ιουλίου 2002 του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-323/00, SAT.1/ΓΕΕΑ (SAT.2), καθόσον με αυτήν απορρίφθηκε η σχετική προσφυγή, με το αιτιολογικό ότι η καταχώριση του «SAT.2» ως κοινοτικού εμπορικού σήματος για υπηρεσίες που σχετίζονται με δορυφορική μετάδοση απαγορεύεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, περί εμπορικού σήματος,
– να ακυρώσει την απόφαση R 312/1999-2 του δεύτερου τμήματος προσφυγών, στο μέτρο που δεν έχει ήδη ακυρωθεί με την απόφαση στην υπόθεση T-323/00, και
– να καταδικάσει το Γραφείο στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της κατ’ αναίρεση δίκης.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση της 2ας Ιουλίου 2002, T-323/00, SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (STA.2) (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ2839, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1).
4 – Συνοπτικά, τα υπόλοιπα εδάφια ζ΄ έως ι΄ απαγορεύουν την καταχώριση: σημάτων που αντίκεινται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη· των σημάτων που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν το κοινό· σημάτων που περιλαμβάνουν διακριτικά σύμβολα, εμβλήματα ή θυρεούς· των γεωγραφικών ενδείξεων για κρασιά ή οινοπνευματώδη που δεν έχουν τη συγκεκριμένη καταγωγή.
5 – Διακανονισμός της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και υπηρεσιών προς τον σκοπό της καταχωρίσεως των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε.
6 – Σκέψεις 18 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
7 – Όπ.π., σκέψεις 42 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
8 – Όπ.π., σκέψεις 24 έως 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
9 – Όπ.π., σκέψεις 34 έως 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
10 – Όπ.π., σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο αναφέρει τις αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 1984, 188/83, Witte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1984, σ. 3465, σκέψη 15), και της 4ης Ιουλίου 1985, 134/84, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1985, σ. 2225, σκέψη 14).
11 – Απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, C-108/97 και C-109/97 (Συλλογή 1999, σ. Ι-2779, ιδίως σκέψη 25), σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας περί εμπορικών σημάτων (πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί εμπορικών σημάτων, ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), το οποίο αφορά τα εμπορικά σήματα σε εθνικό και όχι σε κοινοτικό επίπεδο, αλλά έχει την ίδια διατύπωση με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού περί εμπορικού σήματος.
12 – Αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1989, C-39/97, Canon (Συλλογή 1998, σ. Ι-5507, σκέψη 28)· της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, HAG GF (Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, σκέψη 13)· της 18ης Ιουνίου 2002, C-299/99, Philips (Συλλογή 2002, σ. Ι-5475, σκέψη 30.
13 – Σκέψη 21 της αποφάσεως που παρατίθεται στην υποσημείωση 12.
14 – Βλ., π.χ., σκέψη 77 της αποφάσεως Philips, η οποία παρατίθεται στην υποσημείωση 12.
15 – Σκέψη 25 της αποφάσεως που παρατίθεται στην υποσημείωση 11.
16 – Απόφαση της 8ης Απριλίου 2003, C-53/01 έως C-55/01 (Συλλογή 2003, σ. Ι-3161, σκέψη 73 της αποφάσεως και σημείο 2 του διατακτικού).
17 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-191/01 P, ΓΕΕΑ κατά Wringley (Συλλογή 2003, σ. Ι-12447, σκέψη 31).
18 – Σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας (το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του κανονισμού), βλ. σκέψεις 78 έως 80 της αποφάσεως που παρατίθεται στην υποσημείωση 12. Οι σκοποί που επιδιώκονται με τα στοιχεία ζ΄ έως ι΄ διαφέρουν, το περιεχόμενό τους όμως είναι σαφές: βλ. υποσημείωση 4.
19 – Απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, C-104/01, Libertel (Συλλογή 2003, σ. Ι-3793), όπου η απόφαση εκδόθηκε μετά την υποβολή της αιτήσεως αναιρέσεως και του υπομνήματος απαντήσεως, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως· βλ., ιδίως, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, τις σκέψεις 44 έως 60.
20 – Σκέψη 47 της αποφάσεως. Βλ. επίσης το σημείο 81 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo της 6ης Νοεμβρίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-456/01 P και C-457/01 P, Henkel κατά ΓΕΕΑ, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-468/01 P έως C‑472/01 P, Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-473/01 και C-474/01 Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ («πολύχρωμες ταμπλέτες απορρυπαντικού»).
21 – Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-383/99 P, Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2001, σ. Ι-6251, σκέψεις 40 και 42 έως 45).
22 – Σκέψη 37 της αποφάσεως Baby-Dry.
23 – Βλ., π.χ., ως προς τα διαφορετικά είδη εκτιμήσεως, υπόθεση C-251/95, SABEL (Συλλογή 1997, σ. Ι-6191, σκέψη 23)· απόφαση Baby-dry, σκέψη 40· C-291/00, LTJ Diffusion (Συλλογή 2003, σ. Ι-2799, σκέψη 52).
24 – Βλ., π.χ., απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-265/00, Campina Melkunie (Συλλογή 2004, σ. Ι-1699, σκέψεις 18 και 19).
25 – Σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26 – Αυτές είναι περιπτώσεις όπου ο αριθμός χρησιμοποιείται ως στοιχείο της ταυτότητας, και όχι ως ένδειξη, π.χ., του μεγέθους, οπότε πρόκειται για σαφώς περιγραφικό στοιχείο.
27 – Βλ. όμως, William Cornish, W., και Llewelyn, D.,Intellectual Property (5η έκδοση 2003), παράγραφοι 17 έως 32, σ. 663, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
28 – Σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
29 – Στις 26 Μαρτίου 1996 (EE ΓΕΕΑ 9/96, σ. 1327, παράγραφος 2.2).
30 – Σε ένα διαφορετικό πεδίο, θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τα «Pastis 51» και «VAT 69» ως κατεξοχήν επωνυμίες με διακριτικό χαρακτήρα, οι οποίες περιλαμβάνουν μόνο ένα περιγραφικό στοιχείο και ένα διακριτικό αριθμό.
31 – Πρέπει να υπομνηστεί ότι το ζήτημα, εν προκειμένω, αφορά έναν από τους λόγους απαραδέκτου του άρθρου 7 του κανονισμού· στο πλαίσιο αυτό, δεν ενδιαφέρουν οπωσδήποτε εκτιμήσεις που θα είχαν ενδεχομένως σημασία στο πλαίσιο ανακοπής ή διαδικασίας περί παραποιήσεως/απομιμήσεως, βάσει ενός σχετικού λόγου απαραδέκτου, όπως είναι η προγενέστερη ύπαρξη παρόμοιου σήματος για παρόμοια προϊόντα.
Full & Egal Universal Law Academy