ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 30ής Μαρτίου 2004 (1)
Υποθέσεις C-346/02 και C-347/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (C-346/02)
και
Γαλλικής Δημοκρατίας (C-347/02)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 92/49/ΕΟΚ – Τιμολογιακή ελευθερία – Σύστημα bonus-malus»
I – Εισαγωγή
1. Στις παρούσες διαδικασίες παραβάσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή στρέφεται κατά εθνικών διατάξεων που προβλέπουν την υποχρέωση να περιλαμβάνονται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια αυτοκινήτων συστήματα κατατάξεως ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι ζημιών. Κατά την άποψή της, μια τέτοια υποχρέωση συνιστά παραβίαση της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας.
2. Τόσο το λουξεμβουργιανό όσο και το γαλλικό δίκαιο προβλέπουν πράγματι ότι οι συμβάσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων πρέπει να περιέχουν ένα καθοριζόμενο από τον νόμο σύστημα για την προσαρμογή των ασφαλίστρων προς τη συχνότητα των ζημιών. Στηριζόμενη στην οδηγία 92/49/ΕΟΚ (2) (στο εξής οδηγία 92/49), η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό συνιστά παραβίαση της τιμολογιακής ελευθερίας που, κατά την άποψή της, συνάγεται από την κατάργηση του εκ μέρους των αρχών προληπτικού ελέγχου τιμολογίων και όρων, δεδομένου ότι τέτοια υποχρεωτικά συστήματα έχουν άμεση επίδραση στα προτεινόμενα τιμολόγια.
3. Η Επιτροπή στηρίζεται εν προκειμένω ιδίως στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας (3), με την οποία αναγνωρίσθηκε ρητώς η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας. Επομένως, πρέπει να διασαφηνισθεί προ πάντων αν η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, την οποία το Δικαστήριο συνήγαγε από τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49, εμποδίζει άμεσα ρυθμίσεις, όπως τις υπό κρίση, επί μέρους κρατών μελών ή αν αυτές, αντιθέτως, είναι επιδεκτικές ελέγχου αναλογικότητας για λόγους γενικού συμφέροντος.
II – Νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
4. Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/49 διευκρινίζονται τα εξής:
«[…] η προσέγγιση που υιοθετήθηκε συνίσταται στην επίτευξη της βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής.»
5. Στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/49 εκτίθενται τα εξής:
«[…] το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος οφείλει συνεπώς να εξασφαλίζει ότι δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για την εμπορία στο έδαφός του όλων των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρονται στην Κοινότητα, εφόσον η εμπορία των προϊόντων αυτών δεν αντιβαίνει στις νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος και, στο μέτρο που το γενικό συμφέρον δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις σε κάθε επιχείρηση η οποία ασκεί τις δραστηριότητές της στο εν λόγω κράτος μέλος και είναι αντικειμενικά απαραίτητες και ανάλογες με τον επιδιωκόμενο στόχο.»
6. Το άρθρο 1 της οδηγίας 92/49 έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:
[…]
γ) “κράτος μέλος καταγωγής”: το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο
[...]»
7. Στον τίτλο ΙΙ – Ανάληψη ασφαλιστικής δραστηριότητας, το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49 ορίζει τα εξής:
«Το άρθρο 8 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 8
[...]
3. Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.
[...]”»
8. Στον τίτλο ΙΙΙ – Εναρμόνιση των όρων άσκησης της ασφαλιστικής δραστηριότητας, το άρθρο 28 της οδηγίας 92/49 έχει ως εξής:
«Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος δεν μπορεί να εμποδίζει τον ασφαλιζόμενο να συνάπτει σύμβαση με ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, εφόσον η σύμβαση αυτή δεν αντιβαίνει προς τις νομικές διατάξεις περί προστασίας του δημοσίου συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος.»
9. Στον ίδιο τίτλο ΙΙΙ, το άρθρο 29 της οδηγίας 92/49 έχει την ακόλουθη διατύπωση:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγχουν την τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση αυτών των όρων και λοιπών εγγράφων, χωρίς η απαίτηση αυτή να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρήσουν ή να καθιερώσουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
10. Το άρθρο 30, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49, το οποίο περιλαμβάνεται ομοίως στον τίτλο ΙΙΙ, προβλέπει τα εξής:
«Παρά την ύπαρξη αντίθετης διάταξης, ένα κράτος μέλος που επιβάλλει την υποχρεωτική σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να απαιτεί ότι οι γενικοί και ειδικοί όροι των υποχρεωτικών ασφαλίσεων πρέπει να κοινοποιούνται, πριν από την έναρξη εφαρμογής τους, στις αρμόδιες αρχές του.»
11. Στον τίτλο IV της οδηγίας 92/49 – Διατάξεις για την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 3, περιέχει την ακόλουθη ρύθμιση:
«2. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν θεσπίζει διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγξει την τήρηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στο έδαφός τους, υπό καθεστώς εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μόνο την μη συστηματική κοινοποίηση των όρων αυτών ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς όμως η τήρηση αυτής της απαίτησης να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
3. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν μπορεί να διατηρήσει ή να καθιερώσει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
Εθνικό δίκαιο – Λουξεμβούργο
12. Η κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα της 20ής Δεκεμβρίου 1994 για την εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφοι 2 και 3, του τροποποιηθέντος νόμου της 7ης Απριλίου 1976, περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και του καθορισμού των υποχρεωτικών όρων που πρέπει να πληρούν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (4) εισάγει ιδίως ένα σύστημα μειώσεως ασφαλίστρων μετά από αρκετά έτη χωρίς ζημίες και αυξήσεως ασφαλίστρων σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών (στο εξής: σύστημα bonus-malus). Κατά το άρθρο 3 της κανονιστικής αυτής αποφάσεως, αντίθετες ρήτρες απαγορεύονται.
13. Κατά το άρθρο 7 της κανονιστικής αποφάσεως, το σύστημα bonus-malus έχει εφαρμογή σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις αστικής ευθύνης για οχήματα με συνήθη τόπο σταθμεύσεως το Μεγάλο Δουκάτο που συνάπτονται με φυσικά πρόσωπα. Επομένως, το σύστημα bonus-malus δεν έχει εφαρμογή σε ασφαλιστικές συμβάσεις για οποιαδήποτε ζημία ή σε ασφαλιστικές συμβάσεις νομικής προστασίας σε σχέση με αυτοκίνητα οχήματα που συνάπτονται με φυσικά πρόσωπα, καθώς και σε οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση σε σχέση με αυτοκίνητα οχήματα που συνάπτεται με νομικά πρόσωπα.
14. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα bonus-malus κάθε νέος αντισυμβαλλόμενος κατατάσσεται στο κλιμάκιο 11 της κλίμακας bonus-malus, πράγμα που αντιστοιχεί σε bonus 0 %. Ανυπαρξία ζημιών κατά το –κατ’ αρχήν διάρκειας ενός έτους– στάδιο παρακολουθήσεως συνεπάγεται κάθοδο κατά ένα κλιμάκιο στην κλίμακα –κατά μέγιστο όριο μέχρι τον βαθμό -3. Στην τελευταία κατάταξη, ο αντισυμβαλλόμενος πληρώνει μόνο το 45 % του βασικού ασφαλίστρου. Αντιθέτως, κάθε ζημία επιφέρει άνοδο κατά 3 κλιμάκια, ενώ η άνοδος αυτή παύει στο κλιμάκιο 22 –που αντιστοιχεί στο 250 % του βασικού ασφαλίστρου.
15. Για τους σκοπούς αυτού του συστήματος λαμβάνονται υπόψη ως ζημίες μόνον αυτές που συνδέονται με παροχή του ασφαλιστή σε ζημιωθέντες τρίτους. Επομένως, δεν επέρχεται άνοδος στην κλίμακα, όταν οι απαιτήσεις των ζημιωθέντων τρίτων είναι τελικώς χαμηλότερες λόγω ενδεχομένως εφαρμογής ρυθμίσεων περί κατ’ αναλογούν μερίδιο αυτοευθύνης προς αποζημίωση ή όταν ο αντισυμβαλλόμενος αποδίδει στον ασφαλιστή τα καταβληθέντα ποσά εντός τεσσάρων μηνών από της γνωστοποιήσεως της πληρωμής.
Εθνικό δίκαιο – Γαλλία
16. Στη Γαλλία, με το άρθρο L.111-4 του ασφαλιστικού κώδικα (5) παρέχεται στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών η εξουσία να επιβάλλει τη χρησιμοποίηση τυποποιημένων ρητρών στα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Ο υπουργός έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας σε σχέση με την αποκαλούμενη ρήτρα bonus-malus (6) στην ασφάλιση αυτοκινήτων: το άρθρο A.121‑1 του ασφαλιστικού κώδικα ορίζει κατ’ ουσίαν ότι ασφαλιστήρια συμβόλαια αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων πρέπει να περιλαμβάνουν μια ρήτρα bonus-malus σύμφωνα με τις προδιαγραφές του παραρτήματος (στο εξής, επίσης, σύστημα bonus-malus).
17. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο A.121‑1 του ασφαλιστικού κώδικα ρήτρα, ο ασφαλιστής καθορίζει ένα βασικό ασφάλιστρο. Το πραγματικό ασφάλιστρο που πρέπει να καταβάλει ο αντισυμβαλλόμενος υπολογίζεται μέσω πολλαπλασιασμού του βασικού αυτού ασφαλίστρου επί τους αντίστοιχους προς τη συχνότητα ζημιών συντελεστές μειώσεως ή αυξήσεως. Το ύψος αυτών των συντελεστών κυμαίνεται σύμφωνα με την υποχρεωτική ρήτρα μεταξύ 0,5 και 3,5, όπου κάθε περίπτωση ζημίας –με εξαίρεση την πρώτη εντός χρονικού διαστήματος τριών ετών χωρίς ατύχημα με συντελεστή 0,5– συνεπάγεται αύξηση συντελεστή κατά 25 %, ενώ η ανυπαρξία ζημίας κατά το κρίσιμο –διάρκειας ενός έτους– χρονικό διάστημα παρακολουθήσεως επιφέρει μείωση συντελεστή κατά 5 %.
18. Συνεπεία του γεγονότος ότι κατά το άρθρο L111‑4 του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα η σχετική ρήτρα λογίζεται ως πλασματικώς συμπεριλαμβανομένη, ενδεχομένως αποκλίνουσες ή αντίθετες ρήτρες θεωρούνται μη γεγραμμένες (7).
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και η ένδικη διαδικασία
19. Δεδομένου ότι η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι οι ισχύουσες στο Λουξεμβούργο και στη Γαλλία νομοθετικές διατάξεις που αφορούν την ασφάλιση αυτοκινήτων –μάλιστα δε η προβλεπόμενη εν προκειμένω υποχρέωση να περιλαμβάνονται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων συστήματα τιμολογιακής κατατάξεως αναλόγως προς την ύπαρξη ή όχι ζημιών– αντιβαίνουν προς την, κατά τη γνώμη της, συναγόμενη από την οδηγία 92/49 τιμολογιακή ελευθερία, απηύθυνε στη Γαλλική Κυβέρνηση, στις 7 Ιουλίου 1997, καθώς και στην Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, στις 25 Ιουλίου 2001, έγγραφο οχλήσεως, καλώντας τες να διατυπώσουν συναφώς τις παρατηρήσεις τους εντός δύο μηνών.
20. Δεδομένου ότι οι γραπτές απαντήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, της 23ης Οκτωβρίου 1997 και της 31ης Ιουλίου 1998 (8) δεν εξάλειψαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, τις υπόνοιες για την ύπαρξη παραβάσεως, απηύθυνε με έγγραφα της 20ής Απριλίου 2001 προς τη Γαλλική Δημοκρατία και της 20ής Δεκεμβρίου 2001 προς το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία διατύπωσε την αιτίαση παραβάσεως της οδηγίας 92/49, και κάλεσε αμφότερα τα κράτη μέλη να λάβουν εντός δύο μηνών τα αντιστοίχως αναγκαία μέτρα. Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 2001, η δε Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση με έγγραφο της 6ης Μαρτίου 2002.
21. Δεδομένου ότι η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι η Γαλλική Δημοκρατία, αφενός, και το Mεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, αφετέρου, δεν συμμορφώθηκαν προς τις υποχρεώσεις τους, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου με δικόγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυθημερόν, προσφυγή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, αφενός, και κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ.
22. Στην υπόθεση C-346/02 που αφορά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισάγοντας και διατηρώντας, σε αντίθεση προς την προβλεπόμενη στα άρθρα 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας και την κατάργηση προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων τιμολογίων και συμβάσεων, ένα σύστημα bonus-malus, το οποίο αυτομάτως και υποχρεωτικώς, χωρίς διάκριση μεταξύ ασφαλιστικών εταιριών με έδρα το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν εκεί τις δραστηριότητές τους μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, έχει επιπτώσεις στα τιμολόγια που ισχύουν για όλες τις συμβάσεις ασφαλίσεως αυτοκινήτων που συνάπτονται στο Λουξεμβούργο με φυσικά πρόσωπα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία·
– να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
23. Στην υπόθεση C-347/02 που αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εισάγοντας και διατηρώντας, σε αντίθεση προς την προβλεπόμενη στα άρθρα 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας και την κατάργηση προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων τιμολογίων και συμβάσεων, ένα σύστημα bonus-malus, το οποίο αυτομάτως και υποχρεωτικώς, χωρίς διάκριση μεταξύ ασφαλιστικών εταιριών με έδρα τη Γαλλία και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν εκεί τις δραστηριότητές τους μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, έχει επιπτώσεις στα τιμολόγια που ισχύουν για όλες τις συμβάσεις ασφαλίσεως αυτοκινήτων που συνάπτονται στη Γαλλία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία·
– να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις για το διάγραμμα της εξετάσεώς μας
24. Δεδομένου ότι και στις δύο υποθέσεις δεν διαφέρουν ουσιαστικώς, αφενός, οι αιτιάσεις της Επιτροπής και, αφετέρου, οι ισχυρισμοί των κρατών μελών, επιθυμώ να προβώ συναφώς σε από κοινού εκτίμησή τους. Μόνο καθόσον αναφέρονται σε ειδικές περιστάσεις, φαίνεται απαραίτητη μια ξεχωριστή ανά περίπτωση εκτίμηση.
25. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η λουξεμβουργιανή και η γαλλική ρύθμιση συνιστούν εξίσου παράβαση της οδηγίας 92/49, διότι η προβλεπόμενη στις ρυθμίσεις αυτές υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη η συχνότητα των ζημιών στο πλαίσιο συστημάτων κατατάξεως ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι ζημιών έχει αυτομάτως και υποχρεωτικώς, βάσει του αντίστοιχου συστήματος, επιπτώσεις στα τιμολόγια. Αυτό συνιστά παραβίαση της προκύπτουσας από την οδηγία 92/49 αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας. Αντιθέτως, τόσον η Λουξεμβουργιανή όσο και η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζουν ότι η αντίστοιχη ρύθμιση καθενός των κρατών μελών αφήνει άθικτη την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, ακριβώς λόγω του ότι οι ασφαλιστές διατηρούν την ευχέρεια να καθορίζουν ελεύθερα τα (βασικά) τιμολόγιά τους. Εν πάση περιπτώσει, πάντως, οι εθνικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Η Επιτροπή, αντιθέτως, βλέπει ότι δεν υπάρχει κανένα έδαφος για μια τέτοια δικαιολόγηση, διότι η οδηγία περιέχει αποκλειστική ρύθμιση της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας.
26. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι στις παρούσες διαδικασίες ανακύπτουν ουσιαστικώς τρία νομικά ζητήματα. Κατ’ αρχάς, φαίνεται άξιο λόγου το περιεχόμενο της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας. Μόνον έτσι μπορεί να διαπιστωθεί αν η οδηγία περιέχει αποκλειστική ρύθμιση σε σχέση με ρυθμίσεις που αφορούν τιμολόγια, με τη συνέπεια ότι ρυθμίσεις κρατών μελών με ενδεχομένως ευρύτερο περιεχόμενο δεν θα μπορούσαν πλέον να δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος.
27. Αν προκύψει ότι η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας δεν εμποδίζει κατ’ αρχήν ένα σύστημα bonus-malus όπως το επίδικο, θα πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσον οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις περιορίζουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες που στηρίζονται στο πρωτογενές δίκαιο και έχουν ιδίως υλοποιηθεί με την οδηγία 92/49 όσον φορά τον ασφαλιστικό τομέα.
28. Τέλος θα πρέπει να ερευνηθεί αν οι παρατεθείσες από τα καθών κράτη μέλη δικαιολογητικές αιτίες μπορούν να γίνουν δεκτές και αν ευσταθούν υπό το πρίσμα του ελέγχου της αναλογικότητας.
Β – Επί της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας
1) Συναγωγή της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας
α) Αντικείμενο της οδηγίας 92/49
29. Με την οδηγία 92/49 ολοκληρώθηκε η ίδρυση μιας εσωτερικής αγοράς για την ασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής που άρχισε με τις δύο πρώτες γενεές οδηγιών (9). Σκοπός του κανονιστικού αυτού πλαισίου είναι η προώθηση της ολοκληρώσεως της αγοράς με ταυτόχρονη εξασφάλιση επαρκούς προστασίας των αντισυμβαλλομένων (10).
30. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε απαραίτητο να καθορίσει με πράξεις του κοινοτικού δικαίου τους όρους ασκήσεως των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων εντός της εσωτερικής αγοράς. Αυτό πραγματοποιήθηκε με τη θέσπιση ενός κοινού πλαισίου για την εναρμόνιση βασικών αρχών του δικαίου που διέπει τον έλεγχο των ασφαλίσεων. Πυρήνας αυτού του πλαισίου είναι η συγκέντρωση της αρμοδιότητας ασκήσεως ελέγχου στο κράτος μέλος προελεύσεως (11). Το σύστημα αυτό ελέγχου επιτρέπει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν την άσκηση δραστηριοτήτων σε κάθε άλλο κράτος μέλος βάσει της αρχής της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
31. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων –αργότερα επίσης των ασφαλιστικών ομίλων (12) και χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων (13)– απέκτησε κεφαλαιώδη σημασία, ενώ αρχικώς παραλείφθηκε ο έλεγχος της δραστηριότητας διαμεσολαβητών (14), ο δε έλεγχος των προϊόντων και των τιμολογίων, αν καν υφίστατο, περιορίσθηκε σε ένα γενικό έλεγχο αθέμιτων καταστάσεων (15). Το σύστημα της Single Licence συνεπάγεται πράγματι την κατάργηση του προληπτικού ελέγχου όρων ασφαλίσεως και τιμολογίων (16).
32. Πρέπει να τονισθεί επίσης ότι το καθοριστικό εν προκειμένω κοινοτικό νομικό πλαίσιο συνιστά σαφώς περιορισμένη εναρμόνιση. Με την τρίτη γενεά οδηγιών έπρεπε προ πάντων να συντονισθούν τα εθνικά συστήματα ελέγχου. Επομένως, εναρμόνιση του δικαίου που διέπει τα του ελέγχου επήλθε μόνον καθόσον αυτή θεωρήθηκε απαραίτητη για την εγκαθίδρυση μιας εσωτερικής αγοράς (17). Το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση οριακώς μόνον επηρεάστηκε από αυτές τις εξελίξεις (18): κοινοτική πρόβλεψη υφίσταται μόνον ως προς τους κανόνες άρσεως συγκρούσεως και την υποχρέωση πληροφορήσεως κατά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως.
33. Όσον αφορά την τιμολογιακή ελευθερία, από τις ανωτέρω παρατηρήσεις προκύπτει ότι αυτή πηγάζει από την κατάργηση του προληπτικού ελέγχου ασφαλιστικών όρων και τιμολογίων. Περαιτέρω, φαίνεται να έχει σημασία το ότι με την οδηγία 92/49 δεν πραγματοποιήθηκε πλήρης εναρμόνιση όλων των διατάξεων που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στα τιμολόγια. Πρέπει εντούτοις να τονισθεί ότι η οδηγία 92/49, πέραν από την κατάργηση του προληπτικού ελέγχου όρων και τιμολογίων, επιδιώκει την επίτευξη ελεύθερης εμπορίας ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας (19). Στην αιτιολογική της σκέψη 19 εκτίθενται συναφώς τα εξής: «στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η δυνατότητα πρόσβασης στο ευρύτερο δυνατό φάσμα ασφαλιστικών προϊόντων στην Κοινότητα, προκειμένου να είναι δυνατή η επιλογή του καταλληλότερου για τις ανάγκες τους προϊόντος, αποβαίνει προς το συμφέρον των αντισυμβαλλομένων». Αναφορικά με τα εν λόγω συστήματα bonus-malus, πρέπει να σημειωθεί ότι ο καθορισμός με νόμο της επηρεάζουσας τα τιμολόγια συχνότητας ζημιών υπό τη μορφή ενός άκαμπτου συστήματος εκπτώσεων ή προσαρμογής ασφαλίστρων συνοδεύεται κατ’ ανάγκην από μείωση του αριθμού διαφοροποιημένων προϊόντων, διότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν εν προκειμένω να προσφέρουν δικά τους πρότυπα.
β) Η απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 2003 (Επιτροπή κατά Ιταλίας)
34. Στην υπόθεση αυτή (20), η Επιτροπή άσκησε προσφυγή με αντικείμενο μια εθνική ρύθμιση, κατά την οποία παγώνουν συμβάσεις για αστική ευθύνη προκύπτουσα από την κυκλοφορία αυτοκινήτων που αφορούν τα τιμολόγια για την κάλυψη κινδύνου κείμενου στην ιταλική επικράτεια, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ ημεδαπών ασφαλιστικών εταιριών και εκείνων που ασκούν τις δραστηριότητές τους μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
35. Η Ιταλική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι υφίστατο περιορισμός της τιμολογιακής ελευθερίας των ασφαλιστικών εταιριών, επικαλέστηκε όμως την περίπτωση εξαιρέσεως του άρθρου 8, παράγραφος 3, εδάφιο 3, της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (21) υπέρ ορισμένων στοιχείων ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.
36. Το Δικαστήριο υπενθύμισε στη σκέψη 28 της αποφάσεώς του ότι «σύμφωνα με τα άρθρα 8, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 73/239, και 29, δεύτερο εδάφιο, και 39, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ την προηγούμενη γνωστοποίηση ή την έγκριση των προτεινομένων αυξήσεων τιμών παρά μόνον ως στοιχείο ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών».
37. Κατά το Δικαστήριο, «εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης σαφώς επιδίωξε να διασφαλίσει την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής, συμπεριλαμβανομένης, καθόσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση, της ασφαλίσεως για την αστική ευθύνη που έχει σχέση με την κυκλοφορία του αυτοκινήτου. Η αρχή αυτή συνεπάγεται την απαγόρευση οποιουδήποτε συστήματος προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως και εγκρίσεως των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ορίσει στις σχέσεις της με τους ασφαλιζομένους» (22).
38. Ως προς επιτρεπόμενες παρεκκλίσεις, το Δικαστήριο εξέθεσε τα ακόλουθα: «Η μόνη παρέκκλιση από την αρχή αυτή που η οδηγία 92/49 επιτρέπει έχει σχέση με την προηγούμενη γνωστοποίηση και την έγκριση «των αυξήσεων τιμών» στο πλαίσιο ενός “γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών”» (23).
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέθεσε τα εξής: «Βεβαίως, το άρθρο 28 της οδηγίας 92/49 επιτρέπει στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος να εμποδίζει τον ασφαλιζόμενο να συνάπτει σύμβαση με μια ασφαλιστική επιχείρηση όταν η σύμβαση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν σ’ αυτό το κράτος μέλος.
Όμως, η διάταξη αυτή δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να ερμηνευθεί έτσι ώστε να στερηθούν της πρακτικής τους αποτελεσματικότητας οι διατάξεις που μνημονεύονται στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως, διατάξεις όπου ρητώς μνημονεύονται οι λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση από την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το γεγονός ότι αμέσως μετά το άρθρο 28 της οδηγίας 92/49 ακολουθεί διάταξη, υπαγόμενη στο ίδιο κεφάλαιο, η οποία ρητώς επαναλαμβάνει την επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη απαγόρευση να περιορίζουν την τιμολογιακή ελευθερία, με εξαίρεση την περίπτωση που κάτι τέτοιο αποτελεί στοιχείο ενός γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών» (24).
39. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας. Εν προκειμένω, καθοδηγήθηκε προφανώς από την υφιστάμενη συνάφεια μεταξύ καταργήσεως του προληπτικού ελέγχου και τιμολογιακής ελευθερίας. Αν, εντούτοις, αναλογισθούμε ότι στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ήταν αναμφισβήτητος ο περιορισμός της τιμολογιακής ελευθερίας, ανακύπτει το ζήτημα του περιεχομένου αυτής της αρχής. Στις παρούσες υποθέσεις, πράγματι, το ζήτημα μπορεί να είναι αν πρόκειται γι’ αυτή την ίδια την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας.
2) Περιεχόμενο της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας
α) Κύριοι ισχυρισμοί των διαδίκων
40. Η Επιτροπή προβάλλει ότι τα εν λόγω συστήματα bonus-malus συνιστούν παραβίαση της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας. Συνάγει αυτή την αρχή, αναφερόμενη στις ήδη παρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας, της 11ης Μαΐου 2000 (25), και Επιτροπή κατά Ιταλίας, της 25ης Φεβρουαρίου 2003 (26), αφενός, από την παύση του προληπτικού ελέγχου όρων και τιμολογίων και, αφετέρου, από τον σκοπό της οδηγίας που συνίσταται στην ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας.
41. Κατά την άποψή της, η αρχή αυτή δεν επιτρέπει μια εθνική ρύθμιση κατά την οποία ορισμένες περιστάσεις που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια μιας συμβάσεως ασφαλίσεως πρέπει υποχρεωτικώς και στο βαθμό που ορίζεται από τον νόμο να έχουν επιπτώσεις στο ύψος του τιμολογίου. Παρά ταύτα, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να εισάγουν μια κλιμάκωση, κατά την οποία θα λαμβάνονται υπόψη οι προκαλούμενες από τους ασφαλισμένους ζημίες ή ακόμη να εφαρμόζουν ένα ενιαίο σύστημα κατατάξεως ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι ζημιών. Κατά συνέπεια, θα θεωρούσε ότι κατατάξεις σε κατηγορίες άνευ ατυχήματος ή σε κατηγορίες με ατύχημα, χωρίς να επιβάλλονται συντελεστές μειώσεως ή προσαυξήσεως των ασφαλίστρων ή των εισφορών δεν δημιουργούν ενδοιασμούς, διότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα ήταν εν προκειμένω ελεύθερες να αξιολογούν κατ’ ελεύθερη εκτίμηση τις χρηματοοικονομικές συνέπειες των επί μέρους παραγόντων –όπως για παράδειγμα τον αριθμό ατυχημάτων, τη σοβαρότητα της εκάστοτε ζημίας ή την ανεπιτηδειότητα του οδηγού.
42. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση υποστηρίζει αντιθέτως την άποψη ότι η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας αντίκειται προς την υποχρέωση προληπτικής ή συστηματικής υποχρεώσεως κοινοποιήσεως ή εγκρίσεως σε σχέση με τιμολόγια. Επομένως, μπορεί να αποκλεισθεί το ότι θίγεται η αρχή αυτή συνεπεία του λουξεμβουργιανού συστήματος bonus-malus, διότι αυτό δεν συνδέεται με μια τέτοια υποχρέωση. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση τονίζει εν προκειμένω ότι στο Μεγάλο Δουκάτο τα ασφάλιστρα μπορούν να καθορίζονται ελευθέρως. Η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση αφορά μόνο την προσαρμογή τους σε αντιστοιχία προς τη συχνότητα προκλήσεως ζημιών. Επομένως, το σύστημα bonus-malus αφορά μόνον ένα μέρος των τιμολογίων, οπότε μπορεί επίσης να αποκλεισθεί το ότι θίγεται ο μέσω τιμολογίων ανταγωνισμός.
43. Ο ισχυρισμός της Γαλλικής Κυβερνήσεως αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν προς τον ισχυρισμό του Λουξεμβούργου. Προειδοποιεί για τον κίνδυνο η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας να θεωρηθεί ως κάτι το απόλυτο. Εν πάση περιπτώσει, τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του άρθρου 28 της ίδιας οδηγίας.
44. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται εξάλλου την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (27), καθώς και την απόφαση στην υπόθεση Cullet (28), των οποίων η δοθείσα λύση μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως στην παρούσα περίπτωση.
β) Εκτίμηση
45. Η αντιπαράθεση ως προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας δεν αφορά στην πραγματικότητα τόσο την ισχύ της αρχής όσο τις επιτρεπόμενες εξαιρέσεις από αυτή την αρχή. Αν πράγματι ληφθεί ως βάση ότι η οδηγία 92/49 προβλέπει πέραν της καταργήσεως του προληπτικού ελέγχου τιμολογίων και όρων μια γενική τιμολογιακή ελευθερία, τότε προκύπτει ότι η οδηγία περιέχει εν προκειμένω πλήρη ρύθμιση, με τη συνέπεια να είναι δυνατό να επιτρέπονται από την αρχή αυτή μόνον εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς από την ίδια την οδηγία 92/49. Αν, αντιθέτως, θεωρηθεί ότι η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας έχει περιορισμένο περιεχόμενο, τότε πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον μια αφορώσα τιμολόγια ρύθμιση των κρατών μελών μπορεί να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.
46. Πρέπει εκ προοιμίου να λεχθεί ότι η απόφαση στην υπόθεση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, Επιτροπή κατά Ιταλίας (29), δεν διευκρίνισε οριστικώς αυτό το ζήτημα, διότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η επίμαχη στην υπόθεση αυτή ρύθμιση έπρεπε οπωσδήποτε να θεωρηθεί ως περιορισμός της τιμολογιακής ελευθερίας.
47. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει, όχι άνευ λόγου, ότι η οδηγία 92/49 δεν μνημονεύει ρητώς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 73/239, ως έχει κατά την οδηγία 92/49, δεν σχετίζει την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή εξαίρεση με την τιμολογιακή ελευθερία γενικώς, αλλά (μόνο) με ενδεχόμενους μηχανισμούς εκ των προτέρων ελέγχων ή με υποχρεώσεις συστηματικών κοινοποιήσεων.
48. Καθόσον όμως η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας αποτελεί έκφραση της καταργήσεως ενός προληπτικού ελέγχου τιμολογίων καθώς και ενδεχομένως μιας υποχρεώσεως συστηματικών κοινοποιήσεων, είναι σαφές ότι ισχύει υπό την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, Επιτροπή κατά Ιταλίας. Αμφίβολο παραμένει μόνον αν η αρχή αυτή εμποδίζει ρυθμίσεις των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν μεν τη διαμόρφωση τιμολογίων από ασφαλιστικές επιχειρήσεις –για παράδειγμα, όπως εν προκειμένω, μέσω ρυθμίσεως επί μέρους στοιχείων της τιμολογήσεως–, πλην όμως δεν μπορούν να εξομοιωθούν με εκ των προτέρων έλεγχο των τιμολογίων ή με υποχρέωση συστηματικής κοινοποιήσεως.
49. Ελάχιστη βοήθεια φαίνεται να παρέχει στην παρούσα αλληλουχία η αναφορά στην επιδιωκόμενη με την οδηγία 92/49 ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας. Πράγματι, η ελεύθερη αυτή εμπορία ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 28 της οδηγίας 92/49, δηλαδή με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος (σε διάκριση προς το κράτος μέλος καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 92/49). Επομένως, η οδηγία 92/49 υιοθετεί γενικώς τις δικαιολογητικές αιτίες για τον περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών που αποτελούν συστατικό μέρος της Συνθήκης (30).
50. Η αναγωγή πάντως στο άρθρο 28 της οδηγίας 92/49 πρέπει να απορριφθεί, καθόσον λαμβάνεται ως δεδομένο η εναρμόνιση όλων των σχετικών με τιμολόγια διατάξεων βάσει της οδηγίας (31). Από τη διεύρυνση του περιεχομένου της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας –σύμφωνα με την ευνοούμενη από την Επιτροπή αντίληψη– συνάγεται ότι η τιμολογιακή ελευθερία αποκλείει πέραν του τομέα που αποτελεί τον πυρήνα της –κατάργηση του προληπτικού ελέγχου και αποκλεισμό υποχρεώσεως συστηματικών κοινοποιήσεων– οποιαδήποτε σχετική με τιμολόγια ρύθμιση των κρατών μελών. Επομένως, η Επιτροπή, ζητώντας να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογίαν η λύση που προκύπτει από την απόφαση στην υπόθεση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, Επιτροπή κατά Ιταλίας, είναι συνεπής: μόνον ένα γενικό σύστημα τιμών μπορεί να δικαιολογεί εξαιρέσεις από την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας εν ευρεία εννοία. Δεν επιτρέπεται το άρθρο 28 να αναιρεί την πρακτική αποτελεσματικότητα αυτής της σχέσεως κανόνα προς εξαίρεση.
51. Προβληματικό είναι πάντως αν μια ευρεία αντίληψη της τιμολογιακής ελευθερίας –και επομένως του εναρμονισμένου μέσω της οδηγίας τομέα– μπορεί να είναι πειστική.
52. Συγχρόνως, όμως, πρέπει να επισημανθεί ο κίνδυνος μιας υπερβολικής επεκτάσεως της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας, διότι η επέκταση αυτή δεν θα ελάμβανε επαρκώς υπόψη ούτε το γράμμα ούτε την οικονομία της οδηγίας 92/49 και επί πλέον θα είχε ως συνέπεια μη αμελητέες αξιολογικές αντιφάσεις και δυσχέρειες οριοθετήσεως.
53. Κατ’ αρχάς, δεν διαφαίνεται από το γράμμα και την οικονομία της οδηγίας 92/49 ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, πέραν της καταργήσεως του προληπτικού ελέγχου όρων και τιμολογίων καθώς και της εξαλείψεως ενδεχομένων υποχρεώσεων κοινοποιήσεως, να εξασφαλίσει απόλυτη τιμολογιακή ελευθερία υπό την έννοια ότι σχετικές με τιμολόγια ρυθμίσεις των κρατών μελών κατ’ αρχήν δεν επιτρέπονται (32).
54. Εν προκειμένω, πρέπει να αναλογισθούμε ότι η ασφάλιση καθεαυτή είναι ένα γνήσιο νομικό προϊόν, με τη συνέπεια ότι οποιαδήποτε επέμβαση στην τιμολογιακή ελευθερία –είτε μέσω καθορισμού μιας ελάχιστης καλύψεως είτε μέσω απαγορεύσεως ορισμένων ρητρών που, μεταξύ άλλων, καθορίζουν την έκταση της καλύψεως– θίγει το ίδιο το προϊόν και δείχνει αντιστοίχως ότι έχει κάποια –αν και μόνον έμμεση– επίπτωση για τα τιμολόγια. Η υιοθέτηση όμως μιας ευρύτερης αντιλήψεως της τιμολογιακής ελευθερίας επιβάλλει κατ’ ανάγκη μια, ακριβώς από άποψη πρακτικής εφαρμογής, κοπιαστική –και από πλευράς αναλογιστικής τεχνικής μη βάσιμη– διάκριση μεταξύ, αφενός, ρυθμίσεων που αφορούν πρωτίστως τους συμβατικούς όρους –και των οποίων η επίπτωση για τα τιμολόγια, ως εκ της φύσεώς τους, πολύ δύσκολα μπορεί να διαπιστωθεί (33)– και, αφετέρου, ρυθμίσεων των οποίων η επίπτωση για τα τιμολόγια προκύπτει από τη ρύθμιση ενός στοιχείου της τιμολογήσεως. Εντούτοις, σε αμφότερες ακριβώς τις κατηγορίες εμπίπτουν πιθανότατα τα συστήματα bonus-malus.
55. Συγχρόνως, γίνεται φανερό ότι στον ασφαλιστικό τομέα η τιμολογιακή ελευθερία βρίσκεται σε στενή σχέση με την ελευθερία των συμβάσεων. Ουδέποτε όμως υποστηρίχθηκε εκ μέρους της Επιτροπής η άποψη ότι η ελευθερία των συμβάσεων πρέπει να θεωρείται υπό την έννοια ότι απαγορεύει κατ’ αρχήν οποιονδήποτε περιορισμό της ελευθερίας των συμβάσεων –για παράδειγμα υπό τη μορφή ενός εθνικού δικαίου των συμβάσεων ασφαλίσεως. Αντιθέτως, αναγνωρίζεται γενικώς ότι ενδεχόμενοι –αποτελούντες συνάρτηση θεσπιζομένων χάριν της προστασίας των αντισυμβαλλομένων νομοθετικών διατάξεων επί μέρους κρατών μελών– περιορισμοί της ελεύθερης εμπορίας ασφαλιστικών προϊόντων μπορούν να δικαιολογούνται, καθόσον οι διατάξεις αυτές αποτελούν διατάξεις που θεσπίζονται για λόγους γενικού συμφέροντος.
56. Τέλος, η εκ μέρους της Επιτροπής αναγωγή της τιμολογιακής ελευθερίας σε απόλυτη αρχή δεν είναι δυνατόν να είναι πειστική και για τον λόγο ότι αυτή η ίδια επιδιώκει σε μια άλλη αλληλουχία –στηριζόμενη σε άλλες αξιολογήσεις– να προβεί σε ρυθμίσεις όσον αφορά ορισμένα στοιχεία τιμολογήσεως: ας αναφερθεί εδώ απλώς η πρωτοβουλία της για τον αποκλεισμό ορισμένων –αναγομένων ειδικά στο φύλο– στοιχείων τιμολογήσεως (34).
3) Προσωρινό συμπέρασμα
57. Η αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας κατά τα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 δεν εμποδίζει κατ’ αρχήν μια όπως η επίμαχη στην υπόθεση C-346/02 καθώς και στην υπόθεση C-347/02 εθνική ρύθμιση.
58. Απομένει πάντως να εξετασθεί αν κατέστη δυνατό να εντοπίσει η Επιτροπή άλλα σημαντικά εμπόδια, συνεπεία των επίμαχων εθνικών ρυθμίσεων, για την επιδιωκόμενη πραγμάτωση μιας εσωτερικής αγοράς των ασφαλίσεων.
Γ – Συστήματα bonus-malus, που έχουν υποχρεωτικώς και αυτομάτως επιπτώσεις στα τιμολόγια, ως εμπόδια για την πραγμάτωση μιας εσωτερικής αγοράς των ασφαλίσεων
1) Κύριοι ισχυρισμοί των διαδίκων
59. Κατά την επιβεβαιωθείσα με το υπόμνημα αντικρούσεως άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, από το γεγονός ότι η τιμολογιακή ελευθερία είναι εν προκειμένω άσχετη προκύπτει ότι το σύστημα bonus-malus πρέπει να εκτιμηθεί βάσει της κατά το άρθρο 49 ΕΚ ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
60. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση επίσης, αναφερόμενη στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/49, προβάλλει ότι η από την οδηγία αυτή απορρέουσα εναρμόνιση δεν είναι πλήρης και περιορίζεται κατ’ ουσίαν σε στοιχεία αφορώντα τον κατά νόμο έλεγχο. Από αυτό συνάγεται ότι τα τιμολόγια ασφαλίσεως δεν αποτελούν αντικείμενο αυτής της εναρμονίσεως, οπότε το Μεγάλο Δουκάτο μπορεί να διατηρήσει για λόγους γενικού συμφέροντος το ισχύον σύστημά του bonus-malus. Η άποψη αυτή επιρρωννύεται από τη σκέψη 19 της οδηγίας, καθώς και από το άρθρο 28 αυτής.
61. Η Επιτροπή δεν έλαβε ρητώς θέση επ’ αυτών των ισχυρισμών της Γαλλικής και της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως. Από όσα όμως ανέπτυξε μπορεί σαφώς να συναχθεί ότι, αν το Δικαστήριο λάβει ως βάση ότι δεν υφίσταται εναρμόνιση ως προς συστήματα bonus-malus, η δικαιολόγηση ενδεχομένων περιορισμών των θεμελιωδών ελευθεριών οι οποίες στηρίζονται στη Συνθήκη –και υλοποιούνται με την οδηγία 92/49– θα πρέπει να ελεγχθεί σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγίας 92/49.
2) Εκτίμηση
62. Πρέπει εκ προοιμίου να λεχθεί ότι η νομική άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως φαίνεται εν πάση περιπτώσει αλυσιτελής. Πράγματι, αν το Δικαστήριο ελάμβανε ως βάση ότι συστήματα bonus-malus δεν περιλαμβάνονται στην επιδιωκόμενη με την οδηγία μερική εναρμόνιση του δικαίου των ασφαλίσεων, δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει τα επίμαχα συστήματα bonus-malus βάσει του πρωτογενούς δικαίου, αυτό δε για τον λόγο και μόνον ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε σχετικό αίτημα. Σύμφωνα, επομένως, με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (35), η προσφυγή της Επιτροπής θα έπρεπε να απορριφθεί.
63. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα συστήματα bonus-malus δεν επηρεάζουν μόνο την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, αλλά επίσης –και προ πάντων (36) – την ελευθερία εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 43 ΕΚ.
α) Η ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων ως παραγώγου δικαίου έκφραση της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
64. Δεδομένου ότι η οδηγία 92/49 σκοπό έχει την πλήρη πραγμάτωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ασφαλίσεων, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι λαμβάνει εν προκειμένω πρόνοια για την υλοποίηση των θεμελιωδών ελευθεριών που αποτελούν συστατικό μέρος της Συνθήκης –δηλαδή της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών– και επομένως συμβάλλει στη διασφάλισή τους.
65. Στην αλληλουχία αυτή, τα οικεία κράτη μέλη δεν αμφισβητούν ότι τα αντίστοιχα συστήματά τους bonus-malus θίγουν την ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων –εν προκειμένω ασφαλιστηρίων αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων– καθόσον εξαναγκάζουν ημεδαπά υποκαταστήματα ασφαλιστικών εταιριών, οι οποίες έχουν έδρα σε άλλο κράτος μέλος, ή αλλοδαπές εταιρίες, οι οποίες προσφέρουν τα προϊόντα τους στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να προβαίνουν σε αντίστοιχες τροποποιήσεις των όρων και των τιμολογίων τους (37).
66. Πρέπει να τονισθεί ότι το γεγονός ότι το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο δεν έχει πλήρως εναρμονίσει τις νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τα τιμολόγια ουδόλως αποκλείει την ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της ελεύθερης εμπορίας. Αυτό έχει σημασία για το ζήτημα των επιτρεπομένων εξαιρέσεων.
β) Συμπέρασμα ως προς το κριτήριο εκτιμήσεως
67. Πέραν της –εν προκειμένω εκτός θέματος– διασφαλίσεως της τιμολογιακής ελευθερίας μέσω καταργήσεως των προληπτικών ελέγχων και αποκλεισμού ενδεχομένης υποχρεώσεως συστηματικών κοινοποιήσεων, η οδηγία 92/49 εξασφαλίζει την ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή έλαβε την οδηγία 92/94 ως κριτήριο εκτιμήσεως κατά την εξέταση του ζητήματος αν τα επίδικα συστήματα bonus-malus αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο.
68. Επομένως, καθόσον τα συστήματα αυτά θίγουν την ελεύθερη εμπορία ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας, αντιβαίνουν πλήρως προς την οδηγία 92/94, εκτός αν θεωρηθούν ως νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 28 της οδηγίας 92/94.
Δ – Δικαιολόγηση για λόγους γενικού συμφέροντος
1) Κύριοι ισχυρισμοί των διαδίκων
69. Τόσο η Λουξεμβουργιανή όσο και η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρούν τα επίδικα συστήματα bonus-malus ως νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος.
70. Η Επιτροπή, πλέον συνεπής, λαμβάνει μόνον επικουρικώς θέση επί του ισχυρισμού αυτού, διότι θεωρεί ότι δικαιολόγηση αποκλείεται.
α) Κύριοι ισχυρισμοί στην υπόθεση C-346/02
71. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση αναφέρεται ιδίως στην απόφαση Gräbner (38) και εκθέτει ότι εθνικά μέτρα που περιορίζουν τις διασφαλιζόμενες από τη Συνθήκη θεμελιώδεις ελευθερίες μπορούν να επιτρέπονται μόνον υπό τέσσερις προϋποθέσεις: πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο διακρίσεις, να ανταποκρίνονται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι ικανά να εγγυηθούν την υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκουν και να μη βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
72. Το λουξεμβουργιανό σύστημα bonus-malus πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Η εφαρμογή του γίνεται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται διακρίσεις. Λόγοι γενικού συμφέροντος είναι η αναγνωρισμένη (39) από το Δικαστήριο προστασία του καταναλωτή και η επίσης αναγνωρισμένη (40) από το Δικαστήριο οδική ασφάλεια.
73. Το σύστημα bonus-malus εξυπηρετεί την προστασία του καταναλωτή, καθόσον ενισχύει τη διαφάνεια και διατηρεί εντός κάποιων ορίων ενδεχόμενες προσαυξήσεις λόγω της συχνότητας ζημιών ή της απειρίας στο τιμόνι. Επί πλέον, ως εκ του ότι το σύστημα καθιστά δυνατό να λαμβάνεται υπόψη η συχνότητα ζημιών, δημιουργείται ένα κίνητρο για την προσεκτική και υπεύθυνη οδήγηση.
74. Επίσης, το επίμαχο σύστημα δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη αυτών των σκοπών: έχει εφαρμογή μόνο σε φυσικά πρόσωπα και αφήνει κάθε ευχέρεια στις ασφαλιστικές εταιρίες να καθορίζουν το βασικό ασφάλιστρο σύμφωνα με δικούς τους υπολογισμούς.
75. Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι οι ανωτέρω σκοποί μπορούν να επιτυγχάνονται με λιγότερο δραστικά μέτρα, ιδίως μέσω της εγκαταλείψεως του με νόμο καθορισμού των τιμολογιακών συνεπειών μιας κατατάξεως στις αντίστοιχες κατηγορίες ζημιών (άνευ ζημιών). Επί πλέον, είναι αμφίβολη η καταλληλότητα του συστήματος για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας, διότι αυτό είναι εφαρμοστέο μόνο σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων και δεν λαμβάνει υπόψη όλες τις περιπτώσεις ζημιών.
β) Κύριοι ισχυρισμοί στην υπόθεση C-347/02
76. Η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται στην απόφαση SETTG (41) και υπενθυμίζει ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορεί επιτρεπτώς να περιορίζεται μόνο με ρυθμίσεις που δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και ισχύουν για όλα τα πρόσωπα ή όλες τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους προορισμού. Ειδικότερα, οι περιορισμοί πρέπει να είναι κατάλληλοι για να εξασφαλίζεται η πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου με αυτούς σκοπού και δεν επιτρέπεται να βαίνουν πέραν αυτού που είναι απαραίτητο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
77. Το γαλλικό σύστημα bonus-malus έχει ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλες τις εταιρίες που ασκούν τις δραστηριότητές τους στην ημεδαπή. Ως λόγοι γενικού συμφέροντος θεωρούνται η προστασία του καταναλωτή και η οδική ασφάλεια (42).
78. Όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή, η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει τον απορρέοντα από το σύστημα αυτό περιορισμό των διακυμάνσεων ασφαλίστρων, πράγμα που επενεργεί περαιτέρω θετικώς στην εξέλιξη των ασφαλίστρων και θέτει φραγμό στον κίνδυνο της μη ασφαλίσεως. Επί πλέον, διαπιστώνεται κάποια διαφάνεια στα τιμολόγια.
79. Αναφερόμενη στην οδική ασφάλεια η Γαλλική Κυβέρνηση παραθέτει μελέτες από τις οποίες προκύπτει ότι η λήψη υπόψη της συχνότητας ζημιών ως στοιχείο της τιμολογήσεως επενεργεί θετικώς στη συμπεριφορά γενικώς των ασφαλισμένων οδηγών.
80. Δεν φαίνεται να υπάρχουν λιγότερο δραστικά μέτρα, διότι οι θετικές επενέργειες του συστήματος για την προστασία του καταναλωτή και την οδική ασφάλεια αποτελούν ακριβώς συνέπεια του υποχρεωτικού του χαρακτήρα.
81. Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς την ίδια νομική άποψη όπως στην υπόθεση C‑346/02 έναντι της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως.
2) Εκτίμηση
82. Πρέπει εκ προοιμίου να λεχθεί ότι προς αποφυγή επαναλήψεων ενδείκνυται να προχωρήσω με διασυνδεόμενες παραπομπές στον βαθμό που οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των κρατών μελών παρουσιάζουν ομοιότητες. Κατά τα λοιπά, πάντως, είναι αναπόφευκτη μια χωριστή εξέταση καθενός συστήματος bonus-malus προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
83. Η δικαιολόγηση των –διαπιστωθέντων– περιορισμών της ελεύθερης εμπορίας ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας (43) συνεπεία των επίμαχων συστημάτων bonus-malus τελεί υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως ότι τα συστήματα αυτά δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνιστά δυσμενή διάκριση, επί πλέον δε ότι πρέπει να ανταποκρίνονται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και να μη βαίνουν πέραν αυτού που είναι απαραίτητο για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Επιπροσθέτως, πρέπει επίσης να εξασφαλίζεται ότι τα επίμαχα συστήματα δεν έχουν ως συνέπεια να επαναλαμβάνονται ισοδύναμες διατάξεις του κράτους μέλους προελεύσεως (44).
α) Διαφάνεια τιμολογίων και προστασία των καταναλωτών
84. Είναι βέβαιο ότι η προστασία των καταναλωτών περιλαμβάνεται στους λόγους του γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογούν περιορισμούς των θεμελιωδών ελευθεριών (45). Ούτε η Επιτροπή αμφισβήτησε ότι αμφότερα τα επίμαχα συστήματα συνιστούν μέτρα που εφαρμόζονται αδιακρίτως.
i) Στην υπόθεση C-346/02
85. Θεωρώ ότι ελάχιστα ευσταθούν οι διευκρινίσεις της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως ως προς την καταλληλότητα και την αναλογικότητα του εθνικού συστήματος bonus-malus σε σχέση με την επιδίωξη σκοπών προστασίας του καταναλωτή.
86. Το επιχείρημα της διαφάνειας βρίσκεται σε αντίφαση προς τις διευκρινίσεις της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως όσον αφορά την –κατά την άποψή της– ισχύουσα στο Μεγάλο Δουκάτο τιμολογιακή ελευθερία. Αν τα ασφάλιστρα μπορούν κατ’ αρχήν να καθορίζονται ελεύθερα από τις ασφαλιστικές εταιρίες που ασκούν τις δραστηριότητές τους στο Μεγάλο Δουκάτο και το σύστημα bonus-malus αφορά απλώς και μόνον ένα στοιχείο της τιμολογήσεως, δεν γίνεται αντιληπτό κατά πόσο το σύστημα αυτό επηρεάζει τη διαφάνεια των ασφαλίστρων και των ασφαλιστικών εισφορών. Με άλλα λόγια: ο ενιαίος καθορισμός των συντελεστών που προκύπτουν από το ότι λαμβάνεται υπόψη η συχνότητα ζημιών και η εφαρμογή τους στο αποκαλούμενο βασικό ασφάλιστρο ουδόλως επηρεάζει την ενδεχόμενη δυνατότητα συγκρίσεως αυτού του βασικού ασφαλίστρου με ασφάλιστρα άλλων ασφαλιστών.
87. Επίσης, για πολλούς λόγους, το επιχείρημα του περιορισμού των διακυμάνσεων ασφαλίστρων δεν είναι πειστικό.
88. Καθόσον συστήματα bonus-malus θέτουν μέσω του καθορισμού ενός ανώτατου συντελεστή όρια όσον αφορά το ότι λαμβάνεται υπόψη η συχνότητα ζημιών ή η απειρία ορισμένων αντισυμβαλλομένων, συμβάλλουν βεβαίως στην εξασφάλιση της υπάρξεως προσφοράς ασφαλίσεων που δεν αποτρέπει τέτοιους οδηγούς από τη σύναψη μιας συμβάσεως ασφαλίσεως για οικονομικούς λόγους. Εντούτοις, όπως παρατηρήθηκε ήδη από την Επιτροπή, δεν φαίνεται να αποδεικνύεται από την πείρα ότι η κατάργηση υποχρεωτικών συστημάτων κατατάξεως ανάλογα με την ανυπαρξία ή όχι ζημιών θα συνεπήγετο αύξηση του αριθμού ανασφάλιστων οδηγών. Επί πλέον, πρέπει να παρατηρηθεί, όπως επισημαίνει και η Επιτροπή, ότι οι επιτρεπόμενοι συντελεστές 0,5 έως 2,5 καθιστούν δυνατή μια διακύμανση των ασφαλίστρων ή εισφορών σε αναλογία 1 έως 5 και επομένως επιτρέπουν σε σημαντικό βαθμό διακυμάνσεις, οπότε η εξασφάλιση «πληρώσιμων» ασφαλίστρων φαίνεται κάπως υποθετική.
89. Εξάλλου, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι η προστασία ανασφάλιστων οδηγών αποτελεί ευκταίο στόχο των οδηγιών που αφορούν την ασφάλιση αυτοκινήτων (46), οπότε εθνικές αυτοτελείς πρωτοβουλίες σ’ αυτόν επίσης τον τομέα, και ιδίως σ’ αυτόν, δεν φαίνονται κατ’ αρχήν απαλλαγμένες προβλημάτων.
90. Καθόσον προβάλλεται ότι τα συστήματα bonus-malus περιορίζουν, μέσω καθορισμού ενός ελάχιστου συντελεστή, την έκπτωση λόγω ανυπαρξίας ζημιών που παρέχεται για καλούς οδηγούς, προκειμένου να εξασφαλίζεται αλληλεγγύη μεταξύ των ασφαλισμένων, αρκεί η παρατήρηση ότι και χωρίς ένα σύστημα bonus-malus του εν λόγω τύπου οι επιφορτισμένες με τον έλεγχο αρχές δεν στερούνται της δυνατότητας, στο πλαίσιο του αποκαλούμενου ελέγχου αθέμιτων καταστάσεων, να λαμβάνουν μέτρα κατά υπερβολικών εκπτώσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ικανότητα των ασφαλιστικών εταιριών να εκπληρώνουν πάντοτε τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις.
ii) Στην υπόθεση C-347/02
91. Οι σκέψεις που αφορούν τη διαμόρφωση του λουξεμβουργιανού συστήματος bonus-malus ισχύουν πλήρως –στο μέτρο πάντως που οι επιτρεπόμενοι στο γαλλικό σύστημα συντελεστές μεταξύ 0,5 έως 3,5 καθιστούν δυνατή μια διακύμανση ασφαλίστρων ή εισφορών σε σχέση 1 έως 7– και για τη διαμόρφωση του γαλλικού συστήματος bonus-malus.
β) Οδική ασφάλεια
92. Η βελτίωση της οδικής ασφάλειας περιλαμβάνεται στους αναγνωρισμένους λόγους γενικού συμφέροντος (47). Αμφίβολο είναι αν τα επίμαχα συστήματα bonus-malus επιδιώκουν αυτόν τον σκοπό σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
i) Στην υπόθεση C-346/02
93. Η καταλληλότητα του λουξεμβουργιανού συστήματος bonus-malus για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας φαίνεται αμφίβολη από διττή άποψη.
94. Αφενός, το πεδίο εφαρμογής του λουξεμβουργιανού συστήματος περιορίζεται σε φυσικά πρόσωπα. Αν όμως ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη σημασία του leasing στο Μεγάλο Δουκάτο (48), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το λουξεμβουργιανό σύστημα bonus-malus δεν αφορά ένα μεγάλο μέρος των μετεχόντων της οδικής κυκλοφορίας.
95. Αφετέρου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά το λουξεμβουργιανό σύστημα, η κατάταξη σε μια κατηγορία ζημιών συνδέεται με το εκάστοτε όχημα. Βεβαίως η κατάταξη μεταφέρεται σε αναπληρωματικά οχήματα, πλην όμως μεταφορά κατατάξεως αποκλείεται στην περίπτωση αγοράς δεύτερου οχήματος. Δεν γίνεται αντιληπτό για ποιους λόγους ένας ασφαλισμένος οδηγός κατατάσσεται διαφορετικά ανάλογα με το ποιο όχημα χρησιμοποιεί, ιδίως δε διότι η διαφορετική αυτή κατάταξη δεν προκύπτει από τη στατιστικώς αποδεικνυόμενη «τάση για ατυχήματα» του εκάστοτε οχήματος.
96. Καθόσον ένα κράτος μέλος επιθυμεί να διασφαλίσει την οδική ασφάλεια μέσω επίσης της διαμορφώσεως των τιμολογίων ασφαλίσεως, είναι νοητά συστήματα, στο πλαίσιο των οποίων ενδεχόμενες αφαιρέσεις βαθμών σε συνάρτηση με σχετικές με τους βαθμούς ρυθμίσεις περί αδειών οδηγήσεως –όπως αυτές που υφίστανται τόσο στο Λουξεμβούργο όσο και στη Γαλλία– θα έχουν επίπτωση στον καθορισμό του ασφαλίστρου και συγχρόνως θα θίγουν λιγότερο την ελεύθερη διαμόρφωση τιμολογίων και προϊόντων, π.χ. διότι το πραγματικό ύψος προσαρμογής του ασφαλίστρου δεν προβλέπεται υποχρεωτικώς από τον νόμο. Τέτοια συστήματα θα επέτρεπαν ενδεχομένως να λαμβάνεται καλύτερα υπόψη η πραγματική συμπεριφορά του οδηγού.
ii) Στην υπόθεση C-347/02
97. H ανωτέρω σκέψη ισχύει επίσης για το γαλλικό σύστημα.
98. Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση κατέδειξε με τις διευκρινίσεις της ότι το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη η συχνότητα ζημιών –υπό τη μορφή ενός στοιχείου τιμολογήσεως– κατά τον υπολογισμό ασφαλίστρων ή εισφορών συμβάλλει στην οδική ασφάλεια, λόγω του ότι οι ασφαλισμένοι οδηγοί συμμετέχουν οικονομικώς στις συνέπειες της συμπεριφοράς τους όταν βρίσκονται στο τιμόνι. Το φαινόμενο του ηθικού κινδύνου (moral hazard), κατά το οποίο η προσοχή ενός ασφαλισμένου με ασφάλιση αστικής ευθύνης μειώνεται μετά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως, είναι εντούτοις κάτι που εμφανίζεται γενικώς στο πλαίσιο της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, οπότε υφίσταται πάντοτε, από απόψεως αναλογιστικής τεχνικής, ανάγκη δημιουργίας αντίστοιχων κινήτρων –υπό τη μορφή αποκλεισμού ασφαλιστικών παροχών ή ρητρών περί κατ’ αναλογούν μερίδιο αυτοευθύνης. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν κατέδειξε εντούτοις ότι είναι απαραίτητο ένα προβλεπόμενο από το νόμο σύστημα για την αντιμετώπιση αυτού του ηθικού κινδύνου. Αντιθέτως, φαίνεται πιθανότερο ότι η αγορά, ήδη για λόγους αναλογιστικής τεχνικής, θα πρότεινε αντίστοιχα –το ίδιο αποτελεσματικά– συστήματα (49).
99. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να καταδείξει ούτε ότι ο αριθμός των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων στα κράτη μέλη με προβλεπόμενα από τον νόμο συστήματα bonus-malus είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι στα κράτη μέλη, όπου τέτοια συστήματα απορρέουν από την πρακτική που υφίσταται στην αγορά ή όπου η νομοθετική ρύθμιση αφήνει άθικτη τη διάρθρωση των τιμολογίων (50).
100. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα συστήματα bonus-malus έχουν ως αποτέλεσμα περιορισμό της ελεύθερης εμπορίας ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας ο οποίος δεν φαίνεται να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος.
V – Δικαστικά έξοδα
101. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθούν το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι τα κράτη αυτά ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
102. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) Στην υπόθεση C-346/02
– Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εισάγοντας και διατηρώντας, σε αντίθεση προς την προβλεπόμενη στα άρθρα 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ και 88/357/EΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) αρχή της ελεύθερης εμπορίας ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας, ένα σύστημα bonus-malus, το οποίο αυτομάτως και υποχρεωτικώς, χωρίς διάκριση μεταξύ ασφαλιστικών εταιριών με έδρα το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν εκεί τις δραστηριότητές τους μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, έχει επιπτώσεις στα τιμολόγια που ισχύουν για όλες τις συναπτόμενες στο Λουξεμβούργο με φυσικά πρόσωπα συμβάσεις ασφαλίσεως αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
– Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
2) Στην υπόθεση C-347/02
– Η Γαλλική Δημοκρατία, εισάγοντας και διατηρώντας, σε αντίθεση προς την προβλεπόμενη στα άρθρα 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49 αρχή της ελεύθερης εμπορίας ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας, ένα σύστημα bonus-malus, το οποίο αυτομάτως και υποχρεωτικώς, χωρίς διάκριση μεταξύ ασφαλιστικών εταιριών με έδρα τη Γαλλική Δημοκρατία και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν εκεί τις δραστηριότητές τους μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών, έχει επιπτώσεις στα τιμολόγια που ισχύουν για όλες τις συναπτόμενες στη Γαλλία συμβάσεις ασφαλίσεως αστικής ευθύνης προκύπτουσας από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
– Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ και 88/357/EΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1).
3 – Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-59/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑1759). Για την απόφαση αυτή, βλ. Binon, Jean-Marc, «Assurance et responsabilité», Chronique de droit européen, RGAR 2003, σ. 13785, σημείο 8.
4 – Mémorial A, 1994, σ. 2776.
5 – Όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 94-5 της 4ης Ιανουαρίου 1994 (JORF της 5ης Ιανουαρίου 1994, σ. 236). Με τον νόμο αυτό μεταφέρθηκε στο γαλλικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, η οδηγία 92/49.
6 – «Clause de réduction ou de majoration des primes ou cotisations».
7 – Απόφαση του Γαλλικού Αναιρετικού (Cour de cassation), πρώτο τμήμα αστικών υποθέσεων, της 20ής Μαρτίου 1984, δημοσιευμένη στο RGAT 1984,6 σ. 420, με σημείωση του Bigot. Βλ. συναφώς και Bigot, Traité de droit des assurances, Tome III: Le contrat d’assurance, Paris, 2000, σημείο 343.
8 – Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής.
9 – Στην εκτός της ασφάλειας ζωής ασφάλιση, πρέπει ιδίως να αναφερθούν η πρώτη οδηγία 73/239/EΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 157), η οδηγία 73/240/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως στον τομέα της πρωτασφαλίσεως εκτός από την ασφάλιση ζωής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001 σ. 174), καθώς και η δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (ΕΕ L 172, σ. 1).
10 – Βλ., αντί άλλων, την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/49.
11 – Αυτό που αποκαλείται «Single Licence» ή «Passeport unique».
12 – Οδηγία 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (EE L 330, σ. 1).
13 – Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (EE 2003, L 35, σ. 1).
14 – Βλ., εντούτοις, την οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (ΕΕ 2003, L 9, σ. 3).
15 – Βλ., αντί πολλών άλλων, την επισκόπηση στο Feyock/Jacobsen/Lemor, Kraftfahrtversicherung, 2η έκδοση, München, 2002, ιδίως τα σημεία 143 επ. με περαιτέρω παραπομπές.
16 – Άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49.
17 – Πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/49: «η προσέγγιση που υιοθετήθηκε συνίσταται στην επίτευξη της βασικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, η οποία επιτρέπει τη χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής».
18 – Δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/49: «η εναρμόνιση του δικαίου που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς των ασφαλίσεων».
19 – Βλ., ήδη, με αυτό το πνεύμα, την απόφαση της 11ης Μαΐου 2000, C-296/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I-3025, σκέψη 29): «Η υποχρέωση συστηματικής κοινοποιήσεως [ορισμένων] στοιχείων συνιστά απαίτηση αντίθετη προς την ελεύθερη διάθεση των ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας, που έχουν σκοπό να πραγματοποιήσουν οι οδηγίες 92/49 και 92/96».
20 – Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
21 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/49.
22 – Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 29.
23 – Όπ.π., σκέψη 29.
24 – Όπ.π., σκέψεις 30 επ.
25 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
26 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
27 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 78/82 (Συλλογή 1983, σ. 1955). Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι ο καθορισμός ενός υποχρεωτικού εμπορικού περιθωρίου για τη λιανική πώληση προϊόντων καπνού στο πλαίσιο κρατικού μονοπωλίου δεν θίγει την ελευθερία των παραγωγών να καθορίζουν ελεύθερα τιμές λιανικού εμπορίου.
28 – Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 231/83 (Συλλογή 1985, σ. 305).
29 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
30 – Βλ. για την ερμηνεία αυτής της διατάξεως την ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και γενικό συμφέρον στον ασφαλιστικό τομέα (ΕΕ 2000, C 43, σ. 5). Βλ. επίσης το αναλυτικό άρθρο του Dubuisson, L’intérêt général en droit communautaire de l’assurance, RGAT 1995, σ. 809.
31 – Για τις συνέπειες, βλ. ήδη ανωτέρω το σημείο 45.
32 – Ο αποκλεισμός από την οδηγία κάθε ρυθμίσεως των κρατών μελών που έχει επιπτώσεις σε τιμολόγια θα μπορούσε το πολύ να συναχθεί από την αιτιολογία της προτάσεως οδηγίας. Βλ. συναφώς Dubuisson (παρατεθέντα στην υποσημείωση 30), σημείο 42.
33 – Π.χ. απαγόρευση μιας θεωρούμενης ως καταχρηστικής ρήτρας αποκλεισμού ασφαλιστικών παροχών.
34 – Βλ. την πρόταση της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, για οδηγία του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών (COM/2003/0657 τελικό).
35 – Βλ., αντί άλλων, την απόφαση της 5ης Ιουνίου 2003, C‑145/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑5581, σκέψη 17): «Ειδικότερα, σκοπός του εγγράφου οχλήσεως, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, είναι να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς και να παράσχει στο κράτος μέλος, που καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του.»
36 – Στην πραγματικότητα, η εμπορία ασφαλιστικών συμβάσεων αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών θα έπρεπε να αποτελεί απόλυτη εξαίρεση.
37 – Το ότι το γαλλικό σύστημα θίγει την ελεύθερη εμπορία καθίσταται επίσης σαφές από το γεγονός ότι το νομικό έρεισμα για την επιβολή τυποποιημένων ρητρών –άρθρο L.111-4 του ασφαλιστικού κώδικα, πρώην άρθρο L.310‑7– μετατοπίσθηκε από το μέρος που αφορά τον εποπτικό έλεγχο σ’ αυτό που αφορά τις συμβάσεις. Με τη μετατόπιση αυτή επιδιώχθηκε να εξασφαλισθεί ότι και αλλοδαποί προσφέροντες υπηρεσίες θα ήταν δυνατό –μετά την εισαγωγή του αποκαλούμενου home-country-control– να υπάγονται στην bonus-malus ρύθμιση. Βλ. συναφώς Bigot, Traité de droit des assurances, τόμος 3, σημείο 343, υποσημείωση 256.
38 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑294/00, Deutsche Paracelsus Schulen (Συλλογή 2002, σ. I-6515).
39 – Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση επικαλείται εν προκειμένω την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 3755).
40 – Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση επικαλείται εν προκειμένω την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-55/93, Van Schaik (Συλλογή 1994, σ. I-4837).
41 – Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-398/95 (Συλλογή 1997, σ. I‑3091).
42 – Οι λόγοι αυτοί, κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, αναγνωρίσθηκαν ως δικαιολογημένοι με τις αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 252/83, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1986, σ. 3713), και της 11ης Ιουνίου 1987, 406/85, Gofette και Gilliard (Συλλογή 1987, σ. 2525).
43 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 65.
44 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39), σκέψη 47.
45 – Αναφορικά με τον τομέα της ασφαλίσεως, ενδείκνυται προφανώς η παραπομπή στις βασικές αποφάσεις Επιτροπή κατά Δανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 42), σκέψη 20, και Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39), σκέψη 30.
46 – Bλ., αντί άλλων, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 136).
47 – Για την ασφάλεια στην οδική κυκλοφορία ως δικαιολογητική αιτία: απόφαση Van Schaik (παρατεθείσα στην υποσημείωση 40).
48 – Ας αναφερθεί εδώ μόνον η συνεχώς επανερχόμενη προβληματική των αποκαλούμενων «κίτρινων πινακίδων». Βλ. για παράδειγμα την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-232/01, Van Lent (Συλλογή 2003, σ. Ι-11525).
49 – Με αυτό το πνεύμα και ο Dubuisson (παρατεθείς στην υποσημείωση 30), σημείο 44.
50 – Όπως το υποθέτει ήδη ο Dubuisson (παρατεθείς στην υποσημείωση 30), σημείο 44, ο αριθμός των νεκρών από τροχαίο ατύχημα σε ένα κράτος μέλος χωρίς προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα bonus-malus, όπως παραδείγματος χάριν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της ομοσπονδιακής στατιστικής υπηρεσίας, είναι –τόσο σε απόλυτους όσο και σε αναφερόμενους στην πυκνότητα της κυκλοφορίας αριθμούς– χαμηλότερος απ’ ό,τι στη Γαλλία.
Full & Egal Universal Law Academy