ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 29ης Ιανουαρίου 2004(1)
Υπόθεση C-350/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
Παράβαση κράτους μέλους – Αιτιολογημένη γνώμη – Αναγκαιότητα διεξοδικής εκθέσεως των αιτιάσεων – Τηλεπικοινωνιακός τομέας – Οδηγία 97/66/EK – Προστασία της ιδιωτικής ζωής – Eπεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
I – Εισαγωγή
1. Η Επιτροπή κινεί την παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, διότι, κατά την άποψή της, οι Κάτω Χώρες δεν προέβησαν πλήρως και ορθώς εντός της ταχθείσας προθεσμίας στη θέσπιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα (2) (στο εξής : οδηγία ή οδηγία 97/66). Οι Κάτω Χώρες έχουν την άπόψη ότι η προσφυγή είναι εν μέρει απαράδεκτη, εν μέρει αβάσιμη, κατά τα λοιπά όμως δεν αμφισβητούν την ανεπαρκή μεταφορά στο εθνικό δίκιο.
II – Τα περιστατικά και η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
2. Το άρθρο 15 της οδηγίας 97/66 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να έχουν θεσπίσει έως τις 24 Οκτωβρίου 1998 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο.
3. Στις 19 Οκτωβρίου 1998, οι Κάτω Χώρες εξέδωσαν ένα νόμο για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα (στο εξής: νόμος για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα ή ΝΤΤ), τον οποίο κοινοποίησαν στην Επιτροπή με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 1999 ως μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Το άρθρο 11.5 ΝΤΤ σκοπεί στη μεταφορά του άρθρου 6 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
4. Κατά την εξέταση του ολλανδικού νόμου για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα, η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι ο νόμος αυτός δεν συνιστά κατάλληλη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 6, 9, 11 και 12 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, απηύθυνε στις Κάτω Χώρες, στις 6 Νοεμβρίου 2000, έγγραφο οχλήσεως, όπου (μεταξύ άλλων) διατυπώνει στο σημείο 3.1 την αιτίαση της ανεπαρκούς μεταφοράς του άρθρου 6 της οδηγίας και στο σημείο 3.2 της μη μεταφοράς του άρθρου 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
5. Στο σημείο 3.1 αυτού του εγγράφου οχλήσεως, η Επιτροπή διατύπωσε σε σχέση με το άρθρο 6 της οδηγίας την αιτίαση
– ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας απαιτεί την απάλειψη ή την άνευ ονόματος αναγραφή όλων των δεδομένων που δεν εξαιρούνται εν προκειμένω κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας. Αντιθέτως, η για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο διάταξη του άρθρου 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ περιέχει απλώς την υποχρέωση εξαλείψεως των δεδομένων που καθορίζονται με βασιλικό διάταγμα. Επομένως, πλήρης μεταφορά της οδηγίας υφίσταται μόνον όταν το διάταγμα περιέχει ολοκληρωμένο κατάλογο. Η Επιτροπή όμως, δεδομένου ότι δεν περιήλθαν σ’ αυτή κανενός είδους εκτελεστικές διατάξεις, οφείλει να συμπεράνει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν έχει μεταφερθεί πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο·
– ότι το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ είναι ασαφώς διατυπωμένο, οι διατάξεις εντούτοις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας θεωρούνται προδήλως στη διάταξη αυτή συλλήβδην ως εξαιρέσεις από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, ενώ κατά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Επιτροπή το σχετικό κείμενο μόνον οι παράγραφοι 2 και 3 προβλέπουν εξαιρέσεις από την παράγραφο 1, οι δε ακόλουθες παράγραφοι αναφέρονται απλώς σ’ αυτές τις εξαιρέσεις·
– ότι το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ για την εφαρμογή του άρθρου 11.5 ΝΤ προβλέπει ένα βασιλικό διάταγμα, το οποίο εντούτοις δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
6. Στο σημείο 3.2 αυτού του εγγράφου οχλήσεως, η Επιτροπή διατύπωσε σε σχέση με το άρθρο 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας την αιτίαση ότι δεν διαπιστώνεται κανενός είδους μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο.
7. Με γραπτή απάντηση της 8ης Ιανουαρίου 2001, οι Κάτω Χώρες αντέτειναν στις αιτιάσεις της Επιτροπής ως προς το άρθρο 6 της οδηγίας
– ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας πράγματι δεν μεταφέρθηκε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ, ιδίως διότι το προβλεπόμενο στη διάταξη αυτή βασιλικό διάταγμα δεν έχει ακόμη εκδοθεί, πλην όμως μια υπό θέσπιση στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας νέα ρύθμιση του νόμου για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα θα συμπληρωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιττεύει στο άρθρο 11.5 το χωρίο για το διάταγμα και έτσι θα επιτευχθεί η πλήρης μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο·
– ότι το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ ορθώς, κατά την άποψή τους, μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας ως καθεαυτές εξαιρέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, η δε διατύπωση του άρθρου 6 της οδηγίας οπωσδήποτε δεν είναι τελείως σαφής·
– ότι το βασιλικό διάταγμα δεν έχει ακόμη εκδοθεί, εντούτοις όμως με την υπό θέσπιση νέα ρύθμιση παρέλκει η ανάγκη ενός τέτοιου διατάγματος.
8. Όσον αφορά το άρθρο 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας, οι Κάτω Χώρες δήλωσαν με τη γραπτή απάντησή τους ότι η διάταξη αυτή πράγματι δεν έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, πλην όμως προβλέπεται στο πλαίσιο της τρέχουσας νομοθετικής διαδικασίας η μεταφορά μέσω ενός νέου άρθρου 11.11. ΝΤΤ.
9. Στις 25 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στις Κάτω Χώρες αιτιολογημένη γνώμη με τη οποία εξακολουθεί πλέον να αιτιάται μόνον την παράβαση των άρθρων 6 και 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας και δη σε ένα τμήμα που αφορά το άρθρο 6 και σε ένα τμήμα που αφορά το άρθρο 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας. Σε σχέση με τις διιστάμενες ερμηνείες των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 6 της οδηγίας ως δυνατών πρόσθετων εξαιρέσεων από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, στο τμήμα που αφορά το άρθρο 6 της οδηγίας απαντά ως μόνο σημαντικό το ακόλουθο χωρίο:
«[...] Οι μοναδικές εξαιρέσεις από τις κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, υποχρεώσεις περιέχονται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 4.
Κατόπιν εξετάσεως των αντίστοιχων μέτρων μεταφοράς, η Επιτροπή ήχθη στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 6 δεν είχε μεταφερθεί πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο. Το ανακοίνωσε αυτό με το έγγραφό της οχλήσεως της 6ης Νοεμβρίου 2000.»
Στη συνέχεια, η Επιτροπή χαρακτήρισε την παράγραφο 4 στο έγγραφό της οχλήσεως και στην αιτιολογημένη της γνώμη εν μέρει ως εξαίρεση από την παράγραφο 1 και εν μέρει ως απλή αναφορά στην παράγραφο 2.
10. Η αιτιολογημένη γνώμη κατέληγε με την επισήμανση ότι η Επιτροπή θα ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αν οι Κάτω Χώρες δεν έθεταν σε ισχύ εντός δύο μηνών από της λήψεως του εγγράφου τις απαραίτητες για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο διατάξεις.
11. Απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, οι Κάτω Χώρες ανακοίνωσαν στην Επιτροπή με έγγραφο της 29ης Οκτωβρίου 2001 ότι εν τω μεταξύ η επιδιωκόμενη νέα ρύθμιση του άρθρου 11.5 ΝΤΤ δεν θα πραγματοποιούνταν πλέον μέσω συμπληρώσεως του ήδη ευρισκομένου στη νομοθετική διαδικασία σχεδίου, διότι αυτό θα συνεπαγόταν σημαντικές διαδικαστικές παρελκύσεις. Αντ’ αυτού, πρόκειται να πραγματοποιηθεί η πλήρης μεταφορά των άρθρων 6 και 9 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη των επικρίσεων της Επιτροπής, μέσω αυτοτελούς νομοσχεδίου, το οποίο έχει ήδη τεθεί υπόψη διαφόρων φορέων προκειμένου να διατυπώσουν γνώμη.
12. Εκκρεμούσας της νομοθετικής αυτής διαδικασίας, εκδόθηκε η οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (3) . Το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν έως τις 31 Οκτωβρίου 2003 να θέσουν σε εφαρμογή τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Κατά το άρθρο 19 της οδηγίας, από το χρονικό αυτό σημείο καταργείται η εν προκειμένω επίμαχη οδηγία 97/66. Επομένως, η οδηγία 2002/58 αντικαθιστά από τον Νοέμβριο του 2003 την οδηγία 97/66. Το άρθρο 6, πάντως, έχει και στις δύο οδηγίες ως προς τα ουσιώδη σημεία την ίδια διατύπωση.
III – Αιτήματα των διαδίκων
13. Με δικόγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 2002, που κατέθεσε στο Δικαστήριο την 1η Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή άσκησε βάσει του άρθρου 226 ΕΚ προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά των Κάτω Χωρών και ζητεί από το Δικαστήριο
1. να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 6 και 9 της οδηγίας 97/66/ΕΚ ή, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντας τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ·
2. να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
14. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί αντιθέτως από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής, καθόσον με αυτή προβάλλεται, αφενός, ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 97/66, ως προς τις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 αυτού, δεν μεταφέρθηκε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο και ως εκ τούτου, αφετέρου, το άρθρο 6 της οδηγίας 97/66 δεν μεταφέρθηκε πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο, διότι οι εκτελεστικές διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 11.5, παράγραφος 3, του νόμου για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή.
IV – Νομικό πλαίσιο
Α – Α – Κοινοτικό δίκαιο
15. Η αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 97/66 έχει ως εξής:
«(17) ότι τα δεδομένα που αφορούν συνδρομητές και υφίστανται επεξεργασία για την πραγματοποίηση κλήσεων περιέχουν πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή των φυσικών προσώπων και αφορούν το σεβασμό του απορρήτου της αλληλογραφίας τους ή τα έννομα συμφέροντα νομικών προσώπων· ότι τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται να αποθηκεύονται μόνο στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την παροχή υπηρεσιών για τη χρέωση και την πληρωμή διασυνδέσεων, για περιορισμένο δε χρόνο· ότι κάθε άλλη επεξεργασία την οποία επιθυμεί να διενεργήσει ο φορέας παροχής της διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας για την εμπορική προώθηση των ιδίων του τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνον εφόσον συμφωνεί με αυτήν ο συνδρομητής, βάσει ακριβών και πλήρων πληροφοριών που παρέχει ο φορέας παροχής της διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας σχετικά με τα είδη περαιτέρω επεξεργασίας που σκοπεύει να διενεργήσει.»
16. Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Άρθρο 6
Δεδομένα κίνησης και χρέωσης
1. Τα δεδομένα κίνησης που αφορούν συνδρομητές και χρήστες, τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία για την πραγματοποίηση κλήσεων και αποθηκεύονται από το φορέα παροχής τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή/και διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας πρέπει να απαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα κατά τη λήξη της κλήσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4.
2. Για τη χρέωση των συνδρομητών και την πληρωμή των διασυνδέσεων, επιτρέπεται να υποβάλλονται σε επεξεργασία τα δεδομένα που αναφέρονται στο παράρτημα. Η επεξεργασία αυτή επιτρέπεται μόνο έως το τέλος της περιόδου εντός της οποίας μπορεί να αμφισβητηθεί νομίμως ο λογαριασμός ή να επιδιωχθεί η πληρωμή.
3. Για την εμπορική προώθηση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών του, ο φορέας παροχής διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας μπορεί να επεξεργασθεί τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εφόσον ο συνδρομητής δώσει τη συγκατάθεσή του.
4. Η επεξεργασία των δεδομένων κίνησης και χρέωσης πρέπει να περιορίζεται στα πρόσωπα τα οποία ενεργούν υπό την εποπτεία των φορέων παροχής των δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή/και των διαθέσιμων στο κοινό τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τα οποία ασχολούνται με τη διαχείριση των χρεώσεων ή της κίνησης, τις απαντήσεις σε ερωτήσεις πελατών, την ανίχνευση της απάτης και την εμπορική προώθηση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών του φορέα. αυτή η επεξεργασία πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών.
5. Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 ισχύουν με την επιφύλαξη της δυνατότητας των αρμοδίων αρχών να ενημερώνονται για τα δεδομένα τα σχετικά με τη χρέωση ή την κίνηση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, με σκοπό την επίλυση διαφορών, ιδίως σχετικά με τη διασύνδεση ή τη χρέωση.»
17. Το άρθρο 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Άρθρο 9
Εξαιρέσεις
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχουν διαφανείς διαδικασίες που διέπουν τον τρόπο με τον οποίο ο φορέας παροχής δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή/και διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας μπορεί να εξουδετερώνει τη δυνατότητα της μη αναγραφής της καλούσας γραμμής:
α) για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τη αιτήσει συνδρομητή που ζητεί τον εντοπισμό κακόβουλων ή ενοχλητικών κλήσεων· στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο τα δεδομένα που περιέχουν την αναγνώριση της ταυτότητας του καλούντος συνδρομητή αποθηκεύονται και είναι διαθέσιμα από το φορέα παροχής δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή/και διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας».
18. Το παράρτημα της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Κατάλογος δεδομένων
Για το σκοπό που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, μπορεί να γίνεται επεξεργασία των ακόλουθων δεδομένων […] που περιλαμβάνουν:
– τον αριθμό ή την ταυτότητα της συσκευής του συνδρομητή,
– τη διεύθυνση του συνδρομητή και τον τύπο της συσκευής,
– το συνολικό αριθμό των προς χρέωση μονάδων για τη λογιστική περίοδο,
– τον αριθμό του καλούμενου συνδρομητή,
– τον τύπο, το χρόνο έναρξης και τη διάρκεια των κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν ή/και τον όγκο των διαβιβασθέντων δεδομένων,
– την ημερομηνία της κλήσης/υπηρεσίας,
– διάφορες άλλες πληροφορίες όσον αφορά την πληρωμή, όπως προκαταβολές, πληρωμές με δόσεις, αποσύνδεση και υπομνηστικές επιστολές.»
Β – Β – Εθνικό δίκαιο
19. Το άρθρο 11.5 ΝΤΤ περιέχει στην παράγραφο 1 την αρχή της απαλείψεως ή της άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων, προβλέπει στην παράγραφο 2 εξαιρέσεις από την αρχή αυτή και στην παράγραφο 3 επιτάσσει τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων με βασιλικό διάταγμα.
20. Κατά το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ, οι φορείς παροχής δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου και τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας οφείλουν για την προστασία προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής να μεριμνούν κατά τη λήξη κάθε τηλεφωνικής κλήσεως ώστε να απαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα τα σχετικά με την κίνηση δεδομένα που αφορούν συνδρομητές και χρήστες και καθορίζονται λεπτομερέστερα με βασιλικό διάταγμα.
21. Το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ προβλέπει ότι κατ’ εξαίρεση από την παράγραφο 1 επιτρέπεται η επεξεργασία σχετικών με την κίνηση δεδομένων
α) καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για την έκδοση του λογαριασμού ενός συνδρομητή ή του προσώπου που έχει αναλάβει υποχρέωση πληρωμής του λογαριασμού έναντι του παρέχοντος την υπηρεσία ή για την πληρωμή διασυνδέσεων ή ιδιαίτερων τύπων προσβάσεως·
β) καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διευκολυνθούν οι προσφέροντες στην έρευνα της αγοράς και στην εμπορική προώθηση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τους, αν ο συνδρομητής έχει παράσχει τη συναίνεσή του προς τούτο·
γ) καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για την επίλυση διαφορών [...] ή [...]·
δ) καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για τη διαχείριση της κινήσεως·
ε) καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για να υπάρχει η δυνατότητα παροχής πληροφοριών στους πελάτες για σχετικά με την κίνηση δεδομένα που αφορούν αυτούς τους ίδιους·
στ) καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για την ανίχνευση της απάτης ή
ζ) όταν αυτό επιτρέπεται δυνάμει ή συνεπεία νόμου.
22. Κατά το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ, οι εκτελεστικές διατάξεις για την εφαρμογή αυτού του άρθρου πρέπει να θεσπισθούν με βασιλικό διάταγμα, ενώ το ενδεχόμενο περιεχόμενο της ρυθμίσεως καθορίζεται συναφώς λεπτομερέστερα: επιτρέπεται να αφορά μόνο δεδομένα που μπορούν να υφίστανται κοινή επεξεργασία με σχετικά με την κίνηση δεδομένα, σκοπούς για τους οποίους επιτρέπεται η επεξεργασία και πρόσωπα που επιτρέπεται να τους ανατίθεται η επεξεργασία.
V – Ισχυρισμοί των διαδίκων και εκτίμηση
Α – Α – Επί του παραδεκτού
23. Οι Κάτω Χώρες έχουν την άποψη ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη, καθόσον η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε ορθά στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ.
1. Οι απόψεις των διαδίκων
24. Οι Κάτω Χώρες προβάλλουν ότι η προσφυγή περιλαμβάνει τέσσερις λόγους: πρώτον, ατελή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ, δεύτερον, μη ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, τρίτον, ατελή μεταφορά του άρθρου 6 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο λόγω ελλείψεως θεσπίσεως ή κοινοποιήσεως εκτελεστικών διατάξεων κατά το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ και, τέταρτον, έλλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας. Η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, εντούτοις, δεν μνημονεύει τον υπ’ αυτή την έννοια δεύτερο λόγο προσφυγής. Επομένως, το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής διευρύνει το αντικείμενο της διαφοράς έναντι του περιεχομένου της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, πράγμα που κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη ως προς αυτό το σημείο.
25. Περαιτέρω, στην αιτιολογημένη γνώμη δεν περιέχεται κανενός είδους αντίδραση σε όσα εξέθεσαν οι Κάτω Χώρες στο έγγραφό τους της 8ης Ιανουαρίου 2001 για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας. Επομένως, λόγω της ελλείψεως οποιουδήποτε ουσιαστικού στοιχείου στην αιτιολογημένη γνώμη, κατέστη αδύνατο στις Κάτω Χώρες να ασκήσουν τα δικαιώματά τους άμυνας. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει συγκεκριμένη παράβαση εκ μέρους των Κάτω Χωρών, πλην όμως επέκρινε μόνο μια ασαφή ρύθμιση των Κάτω Χωρών και όχι συγκεκριμένη παράβαση. Τέλος, μόλις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και όχι κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, προέβαλε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας αποτελεί ρύθμιση των λεπτομερειών εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6 της οδηγίας.
26. Έναντι των ισχυρισμών αυτών, η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφυγή της περιέχει μόνο δύο λόγους, δηλαδή, πρώτον, ότι δεν θεσπίσθηκαν ή τουλάχιστον δεν κοινοποιήθηκαν οι αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας και, δεύτερον, ότι δεν θεσπίσθηκαν ή τουλάχιστον δεν κοινοποιήθηκαν οι αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας. Αμφότεροι οι λόγοι προσφυγής προβάλλονταν συνεχώς, οπότε η προσφυγή είναι παραδεκτή στο σύνολό της.
27. Επομένως, η αιτιολογημένη γνώμη περιορίζεται σε μια γενική σύνοψη των επιχειρημάτων που αφορούν το άρθρο 6 της οδηγίας, διότι διατυπώθηκε ως «απάντηση στη γραπτή απάντηση» των Κάτω Χωρών της 8ης Ιανουαρίου 2001, οι δε Κάτω Χώρες με την απάντηση αυτή εξέθεσαν επίσης γενικώς τα της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας. Συναφώς, η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να ληφθεί υπόψη από κοινού με το έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο εξάλλου και παραπέμπει. Εν πάση περιπτώσει, στη γενική σύνοψη των επιχειρημάτων που αφορούν το άρθρο 6 της οδηγίας περιέχονται όλα τα επί μέρους σημεία που αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο αιτιάσεως στο έγγραφο οχλήσεως και δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης ότι η Επιτροπή θέλησε να παραιτηθεί από τις αιτιάσεις αυτές.
2. Εκτίμηση
28. Οι διάδικοι ερίζουν ουσιαστικά για το ζήτημα αν το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει το περιεχόμενο της αιτιολογημένης γνώμης. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε νέος ισχυρισμός προβαλλόμενος με την προσφυγή είναι απαράδεκτος: Το αντικείμενο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως οριοθετείται με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, οπότε μια προσφυγή μπορεί μεν να περιορίζεται, όχι όμως να διευρύνεται σε σχέση με το περιεχόμενο της αιτιολογημένης γνώμης (4) .
29. Το ότι οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι υφίσταται απαράδεκτη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς, ενώ αντιθέτως κατά την Επιτροπή αυτό δεν συμβαίνει, οφείλεται πρωτίστως σε διαφορετική αντίληψη της έννοιας του λόγου της προσφυγής. Αν πράγματι γινόταν δεκτή η άποψη της Επιτροπής –κατά την οποία λόγο προσφυγής αποτελεί εκάστοτε η μη πλήρης μεταφορά άρθρου οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο– η προσφυγή θα ήταν χωρίς κανένα πρόβλημα παραδεκτή: η Επιτροπή εξέτασε αναντιρρήτως στην αιτιολογημένη γνώμη της το ζήτημα της μεταφοράς του άρθρου 6 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, οπότε αυτός ο «λόγος προσφυγής» υφίστατο στο ακέραιο. Αν αντιθέτως πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη των Κάτω Χωρών, κατά την οποία κάθε επί μέρους αιτίαση αποτελεί λόγο προσφυγής, ουδόλως φαίνεται βέβαιο, λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως της αιτιολογημένης γνώμης, ότι περιείχετο σ’ αυτή ο «λόγος προσφυγής» της μη ορθής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ.
30. Επομένως, τίθεται κατ’ αρχάς το ζήτημα α) πόσο ευρέως ή στενώς πρέπει να γίνεται αντιληπτή η έννοια του λόγου προσφυγής, αν δηλαδή συγκεκριμένα υφίστανται δύο ή τέσσερις λόγοι προσφυγής. Κατόπιν, πρέπει ενδεχομένως να τεθεί το ερώτημα αν β) η αιτίαση της μη ορθής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ περιείχετο πράγματι επαρκώς στην αιτιολογημένη γνώμη.
α) Η έννοια του λόγου προσφυγής
31. Η έννοια του λόγου προσφυγής πρέπει να προκύπτει από τη δομή καθώς και από το πνεύμα και τον σκοπό της διαδικασίας λόγω παραβάσεως από κοινού με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία. Συναφώς, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί ότι η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ σκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του κράτους μέλους, με την παροχή ιδίως του δικαιώματος ακροάσεως. Με τη διαδικασία αυτή το κράτος μέλος λαμβάνει γνώση για το ποια συμπεριφορά η Επιτροπή θεωρεί ότι συνιστά παράβαση και του παρέχεται η ευχέρεια είτε να εξαλείψει την παράβαση είτε να αντικρούσει την αιτίαση της Επιτροπής (5) . Για να δοθεί στο κράτος μέλος αυτή η δυνατότητα, η Επιτροπή οφείλει να εκθέσει με επαρκή σαφήνεια και λεπτομερώς τις αιτιάσεις της με το έγγραφό της οχλήσεως, το αργότερο δε στην αιτιολογημένη γνώμη (6) . Πρέπει να καταστήσει γνωστό με σαφήνεια ποιες κοινοτικές διατάξεις, κατά την άποψη της Επιτροπής, παρέβη το οικείο κράτος μέλος και σε ποιες καταστάσεις και εκτιμήσεις στηρίζει την άποψη αυτή (7) . Το κατ’ αυτόν τον τρόπο καθορισθέν αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί πλέον να διευρυνθεί αργότερα (8) .
32. Κατά συνέπεια, εφόσον σκοπός του άρθρου 226 ΕΚ είναι η εξάλειψη των παραβάσεων, η δε πριν από την άσκηση προσφυγής διαδικασία πρέπει εξ αρχής να διευκολύνει το κράτος μέλος στην εξάλειψη της παραβάσεως, προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί να λαμβάνει το κράτος μέλος γνώση του ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστά παράβαση των υποχρεώσεών του. Ως εκ τούτου, και για την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του κράτους μέλους–, το Δικαστήριο απαιτεί από την Επιτροπή όχι μόνον τα έγγραφά της στο πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας να καθιστούν δυνατή την αναγνώριση των διατάξεων, τις οποίες το κράτος μέλος, κατά τη γνώμη της, παραβαίνει, αλλά και να εκθέτουν λεπτομερώς και με συνέπεια τις καταστάσεις και εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζεται η άποψη αυτή (9) . Βάσει αυτών των συγκεκριμένων καταστάσεων και των επί μέρους κατά νομική εκτίμηση αιτιάσεων της Επιτροπής, το Δικαστήριο ελέγχει στο πλαίσιο της αφορώσας την προσφυγή διαδικασίας τη συμπεριφορά των κρατών μελών υπό το φως των αιτημάτων της προσφυγής με γνώμονα το συμβατό προς το κοινοτικό δίκαιο.
33. Κατά συνέπεια, το αντικείμενο μιας διαδικασίας λόγω παραβάσεως δεν προκύπτει μόνον από τα συμπεράσματα της Επιτροπής –άρα τελικώς από τα αιτήματα της προσφυγής της (εν προκειμένω την αναγνώριση της μη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 6 και 9 της οδηγίας)–, αλλά συντίθεται από τις συγκεκριμένες καταστάσεις, τις νομικές εκτιμήσεις και τα συναφή συμπεράσματα της Επιτροπής. Επομένως, ο λόγος ή οι λόγοι της προσφυγής καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από τις επί μέρους αναφερόμενες σε πραγματικές καταστάσεις νομικές αιτιάσεις της Επιτροπής (10) . Από την εκτίμησή τους εκ μέρους του Δικαστηρίου έπεται για το κράτος μέλος ποια και πόσα διαφορετικά μέτρα πρέπει να λάβει προκειμένου να αποκατασταθεί το συμβατό με τη Συνθήκη. Επομένως, κατά το πνεύμα και τον σκοπό του άρθρου 226 ΕΚ, η έννοια του λόγου προσφυγής πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως στενά συνδεδεμένη και έχουσα την ίδια σημασία με τις επί μέρους νομικές αιτιάσεις.
34. Εν προκειμένω, η Επιτροπή, όπως εύστοχα εκθέτουν οι Κάτω Χώρες (11) , προέβαλε τέσσερις διαφορετικές από απόψεως περιεχομένου αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν διαφορετικές διατάξεις της οδηγίας και διάφορες διατάξεις του εθνικού μέτρου μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Ομοίως, οι Κάτω Χώρες θα όφειλαν να αντιδράσουν με τέσσερα διαφορετικά μέτρα, αν το Δικαστήριο διαπίστωνε ως προς κάθε ένα από αυτά τα σημεία την ύπαρξη παραβάσεως. Επομένως, πρέπει εν προκειμένω να θεωρηθεί ότι υφίστανται τέσσερις λόγοι προσφυγής που η Επιτροπή όφειλε να έχει προβάλει συνεχώς.
β) Επαρκώς σαφής και λεπτομερής διατήρηση των αιτιάσεων
35. Πρέπει επομένως να ληφθεί ως βάση ότι υπάρχουν τέσσερις λόγοι προσφυγής, οπότε τίθεται το δεύτερο ζήτημα περί του αν η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη της διατήρησε σαφώς και λεπτομερώς την αιτίαση της μη ορθής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ. Αν πράγματι ορθώς φρονούν οι Κάτω Χώρες ότι ο δεύτερος λόγος προσφυγής δεν περιείχετο πλέον στην αιτιολογημένη γνώμη, οι Κάτω Χώρες θα όφειλαν να συναγάγουν συναφώς ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε τόσο από την αιτίαση αυτή όσο και από τις αιτιάσεις της μη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των άρθρων 11 και 12 της οδηγίας. Πράγματι, τότε, το δικόγραφο της προσφυγής θα περιείχε ανεπίτρεπτη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς έναντι της αιτιολογημένης γνώμης (12) . Το ίδιο προβάλλουν τελικώς οι Κάτω Χώρες και με τη μομφή ότι η Επιτροπή μόλις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και όχι στο πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, διατύπωσαν το επιχείρημα ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας ρυθμίζει απλώς και μόνον τις λεπτομέρειες εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6 της οδηγίας.
36. Οι Κάτω Χώρες προβάλλουν περαιτέρω ότι η προσφυγή είναι και ως προς το μέρος αυτό απαράδεκτη, διότι η αιτιολογημένη γνώμη επικρίνει μόνον ασαφείς διατυπώσεις του νόμου για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα, ενώ πάντως δεν προσάπτει καμία συγκεκριμένη παράβαση και δεν περιέχει κανενός είδους αντίδραση στις παρατηρήσεις των Κάτω Χωρών για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, που περιέχονται στη γραπτή τους απάντηση της 8ης Ιανουαρίου 2001. Οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι αυτό συνιστά ανεπίτρεπτο (13) περιορισμό των δυνατοτήτων τους άμυνας.
37. Το Δικαστήριο θέτει κατά κανόνα αυστηρότερες προϋποθέσεις ως προς την ακρίβεια μιας αιτιολογημένης γνώμης απ’ ό,τι ως προς το έγγραφο οχλήσεως, το οποίο ως επί το πλείστον μπορεί να συνίσταται απλώς σε μια πρώτη βραχεία σύνοψη των αιτιάσεων (14) . Αντιστρόφως, εντούτοις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι μια συνοπτική αιτιολογημένη γνώμη μπορεί να αρκεί, εφόσον στο έγγραφο οχλήσεως έχουν ήδη διατυπωθεί λεπτομερείς αναλύσεις και η αιτιολογημένη γνώμη αναφέρεται σ’ αυτές (15) . Πάντως, ασάφειες στην αιτιολογημένη γνώμη καταγράφονται σε βάρος της Επιτροπής και μπορούν ενδεχομένως να έχουν ως συνέπεια το απαράδεκτο της προσφυγής ως προς το ασαφές σημείο (16) . Αποφασιστική σημασία έχει το περιεχόμενο των εγγράφων να καθιστά δυνατό στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την άσκηση των δικαιωμάτων του άμυνας μέσω επαρκώς σαφούς και λεπτομερούς εκθέσεως των αιτιάσεων. Στο κράτος μέλος πρέπει να γίνεται σαφές αυτό κατά του οποίου πρέπει να αμυνθεί (17) .
38. Η Επιτροπή παραδέχεται ότι η αιτιολογημένη γνώμη της περιέχει απλώς και μόνο μια γενική σύνοψη των επιχειρημάτων ως προς το άρθρο 6 της οδηγίας, πλην όμως φρονεί ότι αυτή περιέχει όλα τα σημεία που προσάπτονται με το έγγραφο οχλήσεως. Πάντως, το εν προκειμένω επίμαχο ζήτημα της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 6 της οδηγίας εμφαίνεται στην αιτιολογημένη γνώμη μόνο στο βαθμό που η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά την άποψή της, μόνον οι παράγραφοι 2 έως 4 του άρθρου 6 της οδηγίας περιέχουν εξαιρέσεις από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας (18) . Επί πλέον, αμφότερες οι φράσεις της επόμενης παραγράφου παραπέμπουν εμφανώς στην εκτιθέμενη στο έγγραφο οχλήσεως συνολική επιχειρηματολογία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας και επομένως ως προς τον δεύτερο λόγο προσφυγής (19) .
39. Βεβαίως, η Επιτροπή υπονοεί με το χωρίο αυτό ότι ουδέποτε θεώρησε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας εμπεριέχει εξαίρεση από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, ώστε να έχει ψέξει τις Κάτω Χώρες με το έγγραφο οχλήσεως ότι μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο και το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας ως εξαίρεση από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Μπορεί επίσης να λεχθεί ότι, σε αντίθεση προς την άποψη των Κάτω Χωρών, δεν υφίστατο καμία ανάγκη να αναπτυχθεί σε βάθος ή χάριν διᄉυκρινίσεως η αιτίαση, δεδομένου ότι οι Κάτω Χώρες με τη γραπτή τους απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως υποστήριξαν όντως τη θέση που η Επιτροπή είχε ήδη προβλέψει με το έγγραφο οχλήσεως ως την ολλανδική θέση και τη θεώρησε ρητώς ασυμβίβαστη προς την οδηγία. Συναφώς, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εν προκειμένω αρκούσε μια αναφορά στο ως προς το σημείο αυτό λεπτομερές έγγραφο οχλήσεως.
40. Εντούτοις, ακριβώς ως προς την εν προκειμένω επίμαχη αιτίαση ελλείπει μια σαφής αναφορά στο έγγραφο οχλήσεως: η Επιτροπή διευκρίνισε απλώς ότι με το έγγραφό της οχλήσεως ανακοίνωσε ότι το άρθρο 6 δεν είχε μεταφερθεί πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο. Ούτε μνημονεύονται οι τρεις συγκεκριμένες αιτιάσεις ούτε τουλάχιστον γίνεται γενικώς ρητή αναφορά στην επιχειρηματολογία του εγγράφου οχλήσεως. Επίσης, τα επί μέρους στοιχεία της αιτιολογημένης γνώμης, τα οποία θα μπορούσαν, λαμβανόμενα από κοινού υπόψη, να θεωρηθούν ότι συνιστούν αναφορά στην εν προκειμένω επίμαχη αιτίαση, κατανέμονται σε δύο παραγράφους, επομένως δε στερούνται όντως συνοχής. Επί πλέον, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη, όσον αφορά το ζήτημα ποιες από τις παραγράφους 2 έως 5 του άρθρου 6 της οδηγίας περιέχουν εξαιρέσεις από την παράγραφο 1, ήταν πολύ ασυνάρτητη: εν μέρει χαρακτηρίζει μόνον την παράγραφο 2 ως γνήσια εξαίρεση, εν μέρει τις παραγράφους 2 και 3 και εν μέρει –όπως στην αιτιολογημένη γνώμη– τις παραγράφους 2, 3 και 4. Επομένως, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν παρέσχε στις Κάτω Χώρες καμία σαφή εικόνα, η δε διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης δείχνει μάλλον ότι και η Επιτροπή βλέπει εν τω μεταξύ περισσότερες εξαιρέσεις από πριν και, επομένως, μάλλον συγκλίνει προς τη θέση των Κάτω Χωρών. Τέλος, η Επιτροπή αγνόησε επίσης σιωπηρώς στην αιτιολογημένη γνώμη της τις περιεχόμενες στο έγγραφο οχλήσεως αιτιάσεις για τα άρθρα 11 και 12 της οδηγίας, οπότε οι Κάτω Χώρες μπορούσαν να αναμένουν το ίδιο ως προς το άρθρο 6 της οδηγίας.
41. Επομένως, με κάποια ευμενή διάθεση θα μπορούσε μεν από την αιτιολογημένη γνώμη να εξακριβωθεί η θέση που εξακολουθούσε να υποστηρίζει η Επιτροπή, πλην όμως μια τέτοια ευμενής προσέγγιση δεν μπορεί να απαιτηθεί από τις Κάτω Χώρες, αλλ’ ούτε ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 226 ΕΚ κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου. Πράγματι, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στην αιτιολογημένη γνώμη μπορούσε μεν εν προκειμένω να είναι συνοπτική, όφειλε όμως να διατηρήσει σαφώς τη μέχρι τούδε θέση και να διευκρινίσει χωρίς κίνδυνο παρανοήσεως το περιεχόμενό της. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής είναι ως προς αυτόν τον λόγο απαράδεκτη.
42. Αν, αντιθέτως, το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το ζήτημα αυτό, παρατηρώ ότι οι περαιτέρω ισχυρισμοί των Κάτω Χωρών κατά του παραδεκτού αυτού του μέρους της προσφυγής δεν μπορούν να είναι πειστικοί. Συγκεκριμένα, εκτέθηκε ήδη ότι δεν ήταν απαραίτητη καμία λεπτομερής αντίδραση στη γραπτή απάντηση των Κάτω Χωρών της 8ης Ιανουαρίου 2001, αλλά αρκούσε μια σαφής αναφορά στο περιεχόμενο του εγγράφου οχλήσεως (20) . Εξάλλου, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στο έγγραφο οχλήσεως διατυπώθηκε επίσης με επαρκή σαφήνεια, ώστε να καταστεί δυνατή στις Κάτω Χώρες η άσκηση των δικαιωμάτων τους άμυνας, όπως συνάγεται από την αντίδραση των Κάτω Χωρών με τη γραπτή τους απάντηση της 8ης Ιανουαρίου 2001. Η Επιτροπή διευκρίνισε επαρκώς στο έγγραφό της οχλήσεως σε τι θεωρεί ότι συνίσταται η παράβαση των Κάτω Χωρών, ενώ πάντως θα είχε αρκέσει απλώς και μόνον η αιτίαση μιας ασαφούς ρυθμίσεως, δεδομένου ότι το Δικαστήριο απαιτεί κατά πάγια νομολογία μια επαρκώς ακριβή, σαφή και διάφανη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο (21) . Καθόσον, τέλος, η Επιτροπή εξέθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας συνιστά ρύθμιση των λεπτομερειών εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3, πρόκειται απλώς και μόνο για μια σε βάθος ανάπτυξη της μέχρι τούδε νομικής επιχειρηματολογίας της και όχι για νέο λόγο προσφυγής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή είχε ήδη διευκρινίσει στο έγγραφο οχλήσεως ότι η παράγραφος 4 αναφέρεται στις ανωτέρω παραγράφους.
3. Συμπέρασμα
43. Η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον η Επιτροπή προβάλλει τη μη ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ. Κατά τα λοιπά, η προσφυγή είναι παραδεκτή.
Β – Β – Επί του βασίμου
44. Η Επιτροπή έχει τη γνώμη ότι οι Κάτω Χώρες παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη ΕΚ και από την οδηγία, διότι μέχρι το καθοριστικό χρονικό σημείο, πρώτον, μετέφεραν ελλιπώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ, δεύτερον, μετέφεραν μη ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ, τρίτον, συνεπεία της μη θεσπίσεως ή κοινοποιήσεως εκτελεστικών διατάξεων κατά το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ μετέφεραν ελλιπώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6 της οδηγίας και, τέταρτον, δεν μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
45. Η υποχρέωση έγκαιρης μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο απορρέει από το άρθρο 10, παράγραφος 1, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ, καθώς και από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο έπρεπε να πραγματοποιηθεί το αργότερο στις 24 Οκτωβρίου 1998. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (22) .
1. Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας και του άρθρου 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας
46. Καθόσον η Επιτροπή προβάλλει ότι οι Κάτω Χώρες παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη ΕΚ και από την ένδικη οδηγία, λόγω του ότι μέχρι του καθοριστικού χρονικού σημείου το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας και το άρθρο 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκαν ή μεταφέρθηκαν ελλιπώς στο εθνικό δίκαιο, οι Κάτω Χώρες δεν αμφισβητούν τον ισχυρισμό της Επιτροπής. Επομένως, ενώ για τη μεταφορά του άρθρου 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας προδήλως ουδεμία εθνική διάταξη έχει θεσπισθεί, για τη μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1 της οδηγίας θεσπίσθηκε μεν το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ, πλην όμως το άρθρο αυτό επιβάλλει μόνον την απάλειψη δεδομένων τα οποία θα περιληφθούν σε βασιλικό διάταγμα. Εφόσον μέχρι τούδε δεν έχει εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, δεν υφίσταται μέχρι τούδε υποχρέωση απαλείψεως δεδομένων που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
47. Επομένως, όσον αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 9, στοιχείο α΄, της οδηγίας, επιβάλλεται τελικώς να αναγνωρισθεί η ύπαρξη παραβάσεων.
2. Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ
48. Ναι μεν διαπιστώθηκε ανωτέρω το απαράδεκτο της προσφυγής ως προς αυτόν τον λόγο της, εντούτοις όμως, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς το ζήτημα του παραδεκτού, αναλύονται στη συνέχεια τα αντίστοιχα νομικά ζητήματα.
α) Οι απόψεις των διαδίκων
49. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, μόνον οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 6 της οδηγίας περιέχουν γνήσιες εξαιρέσεις από την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αρχή της απαλείψεως ή της άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων. Η επόμενη παράγραφος 4 του άρθρου 6 της οδηγίας περιέχει απλώς λεπτομέρειες εφαρμογής για τις παραγράφους 2 και 3, χωρίς εντούτοις να αναφέρει άλλες καταστάσεις που θα συνιστούσαν εξαιρέσεις από την αρχή της παραγράφου 1. Διαφορετικά, «οι εξαιρέσεις» στην παράγραφο 4 θα έπρεπε να είχαν διατυπωθεί με ουσιωδώς μεγαλύτερη ακρίβεια. Ειδικότερα, η έννοια της «διαχειρίσεως της κινήσεως» είναι τόσο ευρεία, ώστε μπορεί να περιλαμβάνει τα πάντα. Ούτε προδήλως η παράγραφος 5 θα πρέπει να περιλαμβάνει περαιτέρω εξαιρέσεις από την παράγραφο 1. Με τη ρύθμιση, αντιθέτως, του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ, μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας συνολικώς ως αυτοτελείς εξαιρέσεις από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Επομένως, αυτός ο τρόπος μεταφοράς δεν είναι σύμφωνος προς την οδηγία.
50. Συναφώς, οι Κάτω Χώρες έχουν τη γνώμη ότι κάθε μία από τις παραγράφους 2 έως 5 του άρθρου 6 της οδηγίας περιέχουν αυτοτελείς εξαιρέσεις από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, οπότε οι διατάξεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ συνάδουν προς την οδηγία. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας, ιδίως, περιέχει εξαιρέσεις από την παράγραφο 1, διότι η παράγραφος 4 αναφέρει όχι μόνον κύκλους προσώπων, οπότε καθορίζει λεπτομέρειες εφαρμογής, αλλά αναφέρει –όπως οι παράγραφοι 2 και 3– σκοπούς για τους οποίους επιτρέπεται η χρησιμοποίηση σχετικών με την κίνηση δεδομένων. Εξάλλου, οι εξαιρέσεις αυτές είναι απαραίτητες επίσης, π.χ., για την εξάλειψη ενοχλήσεων στις τηλεπικοινωνίες ή για να καταστεί δυνατή η αποτροπή απάτης στη διαχείριση των χρεώσεων. Επί πλέον, επισημαίνουν ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν είναι σαφής, διότι χαρακτηρίζει ως εξαιρέσεις εν μέρει μεν μόνον το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, εν μέρει όμως επίσης το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας. Πάντως, τουλάχιστον η διατύπωση της οδηγίας είναι ασαφής –πράγμα που είχαν επισημάνει οι Κάτω Χώρες κατά την κατάρτιση της οδηγίας– και καθιστά δυνατή την ερμηνεία που δίνουν οι Κάτω Χώρες.
β) Εκτίμηση
51. Αμφότεροι οι διάδικοι θεωρούν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας ως τη βασική ρύθμιση, κατά την οποία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα πρέπει να απαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα κατά τη λήξη της τηλεφωνικής κλήσεως. Ομοίως, αμφότερα τα μέρη θεωρούν το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ ως την –αν και ελλιπή– μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο αυτής της αρχής που πηγάζει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Τέλος, σύμπτωση απόψεων υφίσταται επίσης και για το ότι το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ προβλέπει εξαιρέσεις από την αρχή του άρθρου 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ ή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Εριζόμενο είναι μόνον το κατά πόσον οι εξαιρέσεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας. Εδώ δεν υφίσταται σύμπτωση απόψεων, διότι η Επιτροπή πράγματι φρονεί τελικώς ότι μόνον το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περιέχει γνήσια εξαίρεση από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, ενώ οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 6 αποτελούν στο σύνολό τους γνήσιες εξαιρέσεις.
52. Το κατά πόσον οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις ασκούν επιρροή γίνεται σαφές αν οι εξαιρέσεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ υπαχθούν σ’ εκείνες τις παραγράφους του άρθρου 6 της οδηγίας που, κατά την αντίληψη των Κάτω Χωρών, θα πρέπει να αποτελούν το έρεισμα των εξαιρέσεων. Εφόσον το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ προβλέπει ότι κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ επιτρέπεται η επεξεργασία δεδομένων
– για την έκδοση του λογαριασμού ενός συνδρομητή κ.λπ. (άρθρο 11.5, παράγραφος 1, στοιχείο a, ΝΤΤ), η εξαίρεση αυτή θα πρέπει προφανώς να στηρίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων «για τη χρέωση των συνδρομητών[...]»·
– για την εμπορική προώθηση των ιδίων του τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο b, ΝΤΤ), η εξαίρεση αυτή θα πρέπει προφανώς να στηρίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο καθιστά δυνατή την επεξεργασία δεδομένων σ’ ένα προσφέροντα «για την εμπορική προώθηση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών του»·
– για τη διαχείριση της κινήσεως, τη δυνατότητα παροχής πληροφοριών στους πελάτες ή για την ανίχνευση της απάτης (άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e, και f, ΝΤΤ), η εξαίρεση αυτή θα πρέπει προφανώς να στηρίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας, το οποίο καθιστά δυνατή την επεξεργασία στοιχείων για «τη διαχείριση της κίνησης, τις απαντήσεις σε ερωτήσεις πελατών, την ανίχνευση της απάτης»·
– καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για την επίλυση διαφορών (άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο c, NTT), η εξαίρεση αυτή θα πρέπει προφανώς να στηρίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας, το οποίο καθιστά δυνατό σε ορισμένο κύκλο προσώπων «να ενημερώνονται για τα δεδομένα τα σχετικά με τη χρέωση ή την κίνηση [...] με σκοπό την επίλυση διαφορών»·
– όταν αυτό είναι θεμιτό δυνάμει ή συνεπεία νόμου (άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο g, NTT), η εξαίρεση αυτή θα πρέπει να στηρίζεται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας.
53. Πριν καταστεί δυνατό να ερευνηθεί κατά πόσον το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας περιέχουν πραγματικές εξαιρέσεις από την αρχή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι οποίες μπορούν να στηρίξουν τις εξαιρέσεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ, πρέπει να διευκρινισθεί τι σημαίνει η αρχή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει κατ’ αρχάς μια κατηγορία δεδομένων, τα προσωπικού χαρακτήρα «δεδομένα κίνησης», και στη συνέχεια επιβάλλει αυτά τα δεδομένα κινήσεως να απαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα κατά τη λήξη της τηλεφωνικής κλήσεως.
54. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα κινήσεως (στο εξής: δεδομένα κινήσεως) είναι όλα τα δεδομένα «που αφορούν συνδρομητές και χρήστες, τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία για την πραγματοποίηση κλήσεων και αποθηκεύονται από το φορέα παροχής τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή/και διαθέσιμης στο κοινό τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας». Επομένως, κατ’ απλούστερη διατύπωση, δεδομένα κινήσεως είναι όλα τα δεδομένα τα οποία προκύπτουν κατά τη διάρκεια μιας επικοινωνίας, αποθηκεύονται από μια υπηρεσία επικοινωνιών και μπορούν να συνδέονται με πρόσωπα.
55. Ως κανόνα για τη χρησιμοποίησή τους, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας θέτει την αρχή ότι όλα τα δεδομένα κινήσεως «πρέπει να απαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα κατά τη λήξη της κλήσης». Οι προστατευτικοί των δεδομένων σκοποί της οδηγίας, που συνάγονται από τις αιτιολογικές σκέψεις (23) , καθώς και η ορισμένου χρόνου άδεια αποθηκεύσεώς τους «για τη χρέωση των συνδρομητών» καθιστούν σαφές ότι η διατύπωση «κατά τη λήξη» μόνον ως «αμέσως κατά τη λήξη» μπορεί να νοηθεί. Κατά συνέπεια, η αρχή αυτή έχει με άλλες λέξεις ως εξής: όλα τα δεδομένα κινήσεως πρέπει να απαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα αμέσως κατά τη λήξη της κλήσεως.
56. Όσον αφορά ενδεχόμενες εξαιρέσεις από αυτή τη βασική υποχρέωση της απαλείψεως ή της άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων κινήσεως, το χωρίο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας «με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3 και 4» υποδηλώνει ότι αυτές οι παράγραφοι περιέχουν εξαιρέσεις από την αμέσως ανωτέρω περιγραφείσα αρχή. Το ίδιο τελικώς ισχύει για το εισαγωγικό χωρίο του άρθρου 6, παράγραφος 5, της οδηγίας: «Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 ισχύουν με την επιφύλαξη της δυνατότητας[...]»· αυτό επίσης αποτελεί ένδειξη εξαιρέσεως από την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωση. Εν προκειμένω, πρέπει να ερευνηθεί λεπτομερέστερα κατά πόσον το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας περιέχει πράγματι εξαιρέσεις από την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωση και κατά πόσον αυτές στηρίζουν τις διατάξεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ.
i) Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας και το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο a, NTT
57. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει παρόμοια δομή με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Καθορίζει κατ’ αρχάς μια κατηγορία δεδομένων, «για τη χρέωση των συνδρομητών [...] τα δεδομένα που αναφέρονται στο παράρτημα [της οδηγίας]» (στο εξής δεδομένα του παραρτήματος) και, στη συνέχεια, επιτρέπει τη για ορισμένο χρονικό διάστημα επεξεργασία αυτών των δεδομένων. Τα δεδομένα του παραρτήματος (24) αποτελούνται από δύο κατηγορίες δεδομένων που έχυν ιδιαίτερη σημασία για τη χρέωση επικοινωνιών: Αφενός μεν πρόκειται για ένα μέρος των αναγραφομένων δεδομένων κινήσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1 (25) , αφετέρου δε για δεδομένα πελατών και λοιπές πληροφορίες για την πληρωμή (26) .
58. Το γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας επιτρέπει ρητώς για τη χρέωση των συνδρομητών την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του παραρτήματος εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, αυτό είναι δυνατό μόνον αν τα δεδομένα δεν απαλείφονται ούτε καθίστανται ανώνυμα κατά τη λήξη της επικοινωνίας. Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περιέχει σαφώς γνήσια εξαίρεση από την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας βασική υποχρέωση, πλην όμως μόνο για τα δεδομένα κινήσεως του παραρτήματος, μόνον εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος και μόνον υπέρ συγκεκριμένου κύκλου προσώπων, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας, το οποίο εν προκειμένω πρέπει να νοηθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας (27) .
59. Οι εξαιρέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας και του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο a, ΝΤΤ είναι από την άποψη του σκοπού τους –της χρεώσεως συνδρομητών για διάφορες υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών– πανομοιότυπες. Πάντως, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο a, ΝΤΤ, διαφορετικά από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, δεν προβλέπει ούτε περιορισμό των δυνάμενων να χρησιμοποιηθούν δεδομένων στα δεδομένα του παραρτήματος, ούτε χρονικό περιορισμό της χρησιμοποιήσεως, ούτε περιορισμό του κύκλου των δικαιουμένων προσβάσεως προσώπων σ’ αυτόν του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας. Επομένως, η ρύθμιση του ΝΤΤ επιτρέπει σύμφωνα με το γράμμα της περισσότερες εξαιρέσεις από την αρχή της απαλείψεως ή της άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων απ’ ό,τι η οδηγία.
60. Σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία για τον γενικό περιορισμό της χρησιμοποιήσεως δεδομένων στο απαιτούμενο μέτρο εντός του πλαισίου του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ δεν βοηθεί εν προκειμένω. Πράγματι, το Δικαστήριο απαιτεί κατά πάγια νομολογία μια επαρκώς συγκεκριμένη, σαφή και διάφανη μεταφορά οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Συναφώς, οι κατά την οδηγία υποχρεώσεις πρέπει να εξασφαλίζονται κατά τέτοιο ακριβή και σαφή τρόπο στο εθνικό δίκαιο, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου (28) . Το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο a, ΝΤΤ, δεν πληροί, αφ’ εαυτού, τις εν λόγω προϋποθέσεις σαφήνειας και ακρίβειας. Οι εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ, θα είχαν ασφαλώς διευκολύνει περιορισμούς πέραν του «απαιτούμενου μέτρου» κατά την έννοια των προϋποθέσεων του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας. Εντούτοις, οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίστηκαν.
61. Επομένως, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο a, ΝΤΤ, δεν συνιστά τελικώς ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας.
ii) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας και το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο b, ΝΤΤ
62. Η διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, κατά το οποίο «τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 2» μπορούν να τύχουν επεξεργασίας, εφόσον ο συνδρομητής δώσει τη συγκατάθεσή του, για την εμπορική προώθηση ιδίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, αναφέρεται σαφώς μόνο στα δεδομένα του παραρτήματος τα οποία εξ ετέρου αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 2 της οδηγίας. Επομένως, η παράγραφος 3 παρέχει απλώς μια περαιτέρω δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των δεδομένων του παραρτήματος που –εντός της προθεσμίας της παραγράφου 2– έχουν οπωσδήποτε απαλειφθεί ή καταστεί ανώνυμα. Δεν δημιουργεί εντούτοις καμία περαιτέρω εξαίρεση από το πλέγμα των δεδομένων κινήσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας που πρέπει να έχουν απαλειφθεί ή καταστεί ανώνυμα.
63. Πάντως, διαφορετικά από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο b, NTT, κατά το γράμμα του, δεν αφορά μόνον τα δεδομένα του παραρτήματος που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για χρονικώς περιορισμένη περίοδο, αλλά και χωρίς χρονικό περιορισμό όλα τα δεδομένα κινήσεως του άρθρου 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Επιπροσθέτως, δεν υπάρχει εδώ ο περιορισμός του κύκλου των δικαιουμένων προσβάσεως προσώπων στον αντίστοιχο κύκλο προσώπων του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας, το οποίο είναι επίσης καθοριστικό εν προκειμένω (29) . Επομένως, εδώ επίσης επιτρέπει το γράμμα του νόμου για τον τηλεπικοινωνιακό τομέα –παρά τους πανομοιότυπους σκοπούς και την εκάστοτε απαιτούμενη συγκατάθεση των συνδρομητών για την επεξεργασία των δεδομένων– περισσότερες εξαιρέσεις από την υποχρέωση απαλείψεως ή άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων απ’ ό,τι η οδηγία. Επομένως, ούτε το γράμμα του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο b, ΝΤΤ χωρίς τις εκτελεστικές διατάξεις κατά την έννοια του άρθρου 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί το Δικαστήριο για επαρκώς σαφή και συγκεκριμένη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο (30) .
64. Επομένως, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο b, NTT δεν συνιστά τελικώς ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας.
iii) Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας και το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, ΝΤΤ
65. Το κύριο εριζόμενο σημείο μεταξύ των διαδίκων έγκειται στο αν το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας δίνει τη δυνατότητα προσβάσεως σε όλα τα δεδομένα κινήσεως της παραγράφου 1, παρέχοντας έδαφος για άλλους σκοπούς της χρησιμοποιήσεως δεδομένων –τη διαχείριση της κινήσεως, τις απαντήσεις σε ερωτήσεις πελατών και την ανίχνευση της απάτης– ή αν καθορίζει μόνο λεπτομέρειες εφαρμογής ως προς τη μεταχείριση των δεδομένων του παραρτήματος. Το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, ΝΤΤ, σύμφωνα με το γράμμα του, επιτρέπει την πρόσβαση για τους προαναφερθέντες σκοπούς στα δεδομένα κινήσεως του άρθρου 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ ή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας χωρίς περαιτέρω περιορισμούς. Αυτό θα μπορούσε να συνιστά παράβαση της οδηγίας, αν η Επιτροπή ορθώς φρονεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν παρέχει όντως καμία δυνατότητα για περαιτέρω πρόσβαση στα δεδομένα κινήσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, αλλά απλώς ρυθμίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής ως προς τη μεταχείριση των δεδομένων του παραρτήματος.
66. Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας είναι ασαφώς διατυπωμένο. Συγκεκριμένα, αφενός, μνημονεύει τους σκοπούς, τους οποίους οι Κάτω Χώρες επικαλούνται προς στήριξη των εξαιρέσεων, μόνο για τον καθορισμό του κύκλου προσώπων που επιτρέπεται ιδίως να ασχολούνται με δεδομένα κινήσεως και χρεώσεως συνδρομητών. Αυτό συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας της Επιτροπής, κατά την οποία πρόκειται για ρύθμιση απλώς των λεπτομερειών εφαρμογής σε σχέση με τις παραγράφους 3 και 4. Αφετέρου, με τη «διαχείριση της κίνησης», τις «απαντήσεις σε ερωτήσεις πελατών» και την «ανίχνευση της απάτης» το άρθρο 4 μνημονεύει σκοπούς που δεν εμφανίζονται στις παραγράφους 2 και 3. Επί πλέον, η παράγραφος 4 ορίζει περαιτέρω ότι «η επεξεργασία πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για την εξυπηρέτηση των σκοπών αυτών», επομένως δε διευκρινίζει ότι η επεξεργασία δεδομένων επιτρέπεται για τους εν λόγω σκοπούς, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο. Αυτό πάλι συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας των Κάτω Χωρών, κατά την οποία πρόκειται για συμπληρωματικές εξαιρέσεις. Δεδομένου ότι η μνεία αυτών των σκοπών και ο περιορισμός χρησιμοποιήσεως στο απολύτως αναγκαίο δεν θα είχε κανένα νόημα σε περίπτωση ερμηνείας κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί, σε συμφωνία με την άποψη των Κάτω Χωρών, ότι το άρθρο 4 θέλει να διευκολύνει την επεξεργασία δεδομένων και γι’ αυτούς τους σκοπούς.
67. Κατά συνέπεια, η παράγραφος 4 δεν αποτελεί, όπως φρονεί η Επιτροπή, απλώς μια ρύθμιση για λεπτομέρειες εφαρμογής, αλλά τουλάχιστον επίσης ρύθμιση που προβλέπει εξαιρέσεις. Τίθεται όμως έτσι το ερώτημα σε ποια δεδομένα η παράγραφος 4 παρέχει δυνατότητα προσβάσεως, δηλαδή αν η παράγραφος 4 –όπως η παράγραφος 2– περιέχει «γνήσια εξαίρεση» από την κατά την παράγραφο 1 υποχρέωση απαλείψεως ή άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων ή αν –όπως η παράγραφος 3– προβλέπει απλώς και μόνο μια περαιτέρω μη γνήσια εξαίρεση. Εφόσον το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας επιτρέπει, σύμφωνα με το γράμμα του, να υφίστανται επεξεργασία «δεδομένα κίνησης και χρέωσης» για τους προαναφερθέντες σκοπούς, αποφασιστικής σημασίας είναι το τι πρέπει να νοείται κατά την παράγραφο 4 ως «δεδομένα κίνησης» και ως «δεδομένα χρέωσης». Εν προκειμένω παρέχονται δύο ερμηνευτικές δυνατότητες.
68. Μια ερμηνευτική δυνατότητα είναι να εξομοιωθούν τα «δεδομένα κίνησης» της παραγράφου 4 με τα δεδομένα κινήσεως της παραγράφου 1 και τα «δεδομένα χρέωσης» της παραγράφου 4 με τα δεδομένα «για τη χρέωση των συνδρομητών» της παραγράφου 2, άρα με τα δεδομένα του παραρτήματος. Στην περίπτωση αυτή, η παράγραφος 4 –σε απόλυτη συμφωνία με την άποψη των Κάτω Χωρών– θα διευκόλυνε την πρόσβαση όχι μόνο στα δεδομένα του παραρτήματος, αλλά επί πλέον, ως «γνήσια εξαίρεση», σε όλα τα δεδομένα κινήσεως της παραγράφου 1. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας θα στήριζε τότε, εν προκειμένω, τη ρύθμιση του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, ΝΤΤ.
69. Η άλλη ερμηνευτική δυνατότητα είναι ότι τόσο τα «δεδομένα κίνησης» όσο και τα «δεδομένα χρέωσης» της παραγράφου 4 αναφέρονται μόνο στα δεδομένα του παραρτήματος. Αυτό είναι ενδεχόμενο, διότι τα δεδομένα του παραρτήματος, όπως εκτέθηκε ανωτέρω (31) , αποτελούνται εν μέρει από δεδομένα κινήσεως της παραγράφου 1 και εν μέρει από δεδομένα πελατών και λοιπές πληροφορίες για την πληρωμή. Τα «δεδομένα κίνησης» της παραγράφου 4 θα μπορούσαν τότε να εξομοιωθούν με τα δεδομένα κινήσεως του παραρτήματος, τα δε «δεδομένα χρέωσης» της παραγράφου 4 θα περιελάμβαναν τα δεδομένα πελατών και λοιπές πληροφορίες για την πληρωμή του παραρτήματος. Στην περίπτωση αυτή, η παράγραφος 4 θα περιείχε απλώς μια «μη γνήσια εξαίρεση» από τη βασική υποχρέωση της παραγράφου 1, εφόσον δεν θα εξαιρούνταν άλλα δεδομένα κινήσεως από την υποχρέωση απαλείψεως ή άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων, αλλά θα επιτρεπόταν για άλλους σκοπούς η χρησιμοποίηση των ήδη εξαιρεθέντων δεδομένων του παραρτήματος. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν θα στήριζε τότε τη ρύθμιση του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, ΝΤΤ.
70. Υπέρ της πρώτης ερμηνευτικής δυνατότητας συνηγορεί κατ’ αρχάς η σαφής δομή που θα προέκυπτε κατά την ερμηνεία αυτή για το άρθρο 6 της οδηγίας. Επιπροσθέτως, οι Κάτω Χώρες προέβαλαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ναι μεν κατά κανόνα, π.χ., μπορεί να εξασφαλίζεται ορθή από λειτουργικής απόψεως διαχείριση κινήσεως μέσω επίσης δεδομένων κινήσεως που έχουν καταστεί ανώνυμα, πλην όμως είναι απαραίτητη η πρόσβαση σε δεδομένα που δεν έχουν καταστεί ανώνυμα για τη συγκεκριμένη αναζήτηση, όταν για παράδειγμα, ένας συνδρομητής αναφέρει ενόχληση ή υποψία απάτης. Αυτό επίσης φαίνεται να συνηγορεί υπέρ μιας ερμηνείας κατά την έννοια της πρώτης εναλλακτικής δυνατότητας.
71. Εντούτοις, οι συνέπειες αυτής της ερμηνείας δίνουν αφορμή για αμφιβολίες ως προς το αν αυτή η δομή του άρθρου 6 της οδηγίας είναι πράγματι η επιδιωχθείσα. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 4 θα προέβλεπε κατά την ερμηνεία αυτή –όπως η παράγραφος 2– περαιτέρω, «γνήσιες», εξαιρέσεις από την κατά την παράγραφο 1 υποχρέωση απαλείψεως ή με ανωνυμία διατηρήσεως δεδομένων. Εντούτοις, η παράγραφος 4, διαφορετικά από την παράγραφο 2, δεν καθορίζει συγκεκριμένως τα δεδομένα που θα πρέπει τότε να εξαιρούνται από αυτά που απαλείφονται ή καθίστανται ανώνυμα και, επί πλέον, δεν προβλέπει –και πάλι διαφορετικά από την παράγραφο 2– κανενός είδους προθεσμία για τη χρησιμοποίηση αυτών των δεδομένων. Επίσης, οι έννοιες «διαχείριση της κίνησης», «απαντήσεις σε ερωτήσεις πελατών» και «ανίχνευση της απάτης» ελάχιστα επιτρέπουν λογικές οριοθετήσεις από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί με σαφήνεια ποια δεδομένα «χάριν προφυλάξεως» δεν θα πρέπει να απαλείφονται, λόγω του ότι η πρόσβαση σ’ αυτά θα μπορούσε να είναι ακόμη απαραίτητη για κάποιον σκοπό. Με την ερμηνεία αυτή, επομένως, η παράγραφος 4 θα προέβλεπε κατά κάποιο τρόπο μια γενική ρήτρα η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί κενή νοήματος η αρχή της παραγράφου 1. Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της οδηγίας, δηλαδή της προστασίας δεδομένων, φαίνεται αμφίβολο αν από την πολύ συνοπτική αναφορά της παραγράφου 4 σε δεδομένα κινήσεως μπορεί να συναχθεί μια τόσο ευρεία εξαίρεση από την αρχή της παραγράφου 1.
72. Επιπροσθέτως, οι εκπρόσωποι των Κάτω Χωρών, εκθέτοντας τις απόψεις τους για το απαραίτητο της προσβάσεως σε δεδομένα κινήσεως, αναφέρονταν κάθε φορά μόνο στον αριθμό συνδρομητή. Η πρόσβαση όμως στους αριθμούς συνδρομητών και στα λοιπά δεδομένα του παραρτήματος της οδηγίας εξασφαλίζεται επίσης με τη δεύτερη εναλλακτική ερμηνεία. Οι Κάτω Χώρες δεν κατόρθωσαν να καταστήσουν σαφές ότι η πρόσβαση στα λοιπά δεδομένα κινήσεως της παραγράφου 1 –πέραν του ευρέως καταλόγου του παραρτήματος της οδηγίας– είναι απαραίτητη για τους σκοπούς της παραγράφου 4. Επομένως, αν η δεύτερη επίσης εναλλακτική ερμηνεία, η οποία ως «μη γνήσια εξαίρεση» συνάδει προς τους προστατευτικούς των δεδομένων σκοπούς της οδηγίας, ανταποκρίνεται στις πρακτικές ανάγκες, θα πρέπει να προτιμηθεί. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορούν τελικώς και οι ερμηνευτικές αρχές κατά τις οποίες –όπου είναι δυνατόν– η αρχή (της προστασίας δεδομένων στην παράγραφο 1) πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, οι δε εξαιρέσεις (των επομένων παραγράφων) στενά.
73. Παράλληλα, παραμένει δυνατή για τους σκοπούς της παραγράφου 4 τόσο η πρόσβαση στα δεδομένα κινήσεως της παραγράφου 1, που έχουν καταστεί ανώνυμα, όσο και –π.χ. για την ανίχνευση της απάτης– η κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας επεξεργασία δεδομένων κινήσεως που δεν έχουν καταστεί ανώνυμα, διότι η παράγραφος 1 επιβάλλει την υποχρέωση απαλείψεως ή άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων μόλις από της λήξεως της επικοινωνίας.
74. Κατά συνέπεια, το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει τελικώς να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι παρέχει στον καθοριζόμενο στη διάταξη αυτή κύκλο προσώπων τη δυνατότητα επεξεργασίας μόνον των δεδομένων του παραρτήματος για τους σκοπούς της διαχειρίσεως της κινήσεως, των απαντήσεων σε ερωτήσεις πελατών και της ανιχνεύσεως της απάτης, στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο και εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπει γενικώς η παράγραφος 2 για τη χρησιμοποίηση των δεδομένων του παραρτήματος. Η παράγραφος 4, καθόσον μνημονεύει επί πλέον τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, πρέπει να θεωρηθεί ως ενιαία ρύθμιση για όλους τους αναφερόμενους σκοπούς, καθορίζει δηλαδή συγκεκριμένα, όπως φρονεί η Επιτροπή, τις λεπτομέρειες εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3, οριοθετώντας τον κύκλο προσώπων που δικαιούνται να προβαίνουν σε επεξεργασία και την έκταση της επιτρεπόμενης χρησιμοποιήσεως.
75. Απεναντίας, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, NTT, κατά το γράμμα του, δεν περιορίζει την πρόσβαση μόνο στα δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος δεδομένα του παραρτήματος της οδηγίας, αλλά επιτρέπει χωρίς χρονικό περιορισμό την πλήρη πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα κινήσεως των άρθρων 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Περαιτέρω, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, NTT δεν περιέχει κανένα περιορισμό της χρησιμοποιήσεως δεδομένων στον κύκλο προσώπων του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας, δεδομένου ότι ο περιορισμός αυτός θα έπρεπε να επέλθει μόλις με τις κατά το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ εκτελεστικές διατάξεις. Επομένως, ακόμη κι αν βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας και το άρθρο 11., παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, NTT όσον αφορά τους σκοπούς και την έκταση της επιτρεπτής χρησιμοποιήσεως δεδομένων, το γράμμα του νόμου για τον τομέα των τηλεπικοινωνιών βαίνει εντούτοις σαφώς πέραν της κατά την οδηγία επιτρεπτής χρηテιμοποιήσεως και δεν πληροί την απαιτούμενη από το Δικαστήριο επαρκώς σαφή και επακριβή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (32) .
76. Επομένως, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχεία d, e και f, NTT δεν συνιστά τελικώς ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
iv) Το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας και το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο c, ΝΤΤ
77. Η διατύπωση «με την επιφύλαξη» στο άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας δεν μπορεί λογικά παρά να έχει την έννοια ότι το κείμενο της παραγράφου 5 που ακολουθεί προβλέπει εξαιρέσεις από τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 6 της οδηγίας. Επομένως, η παράγραφος 5, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων 1 έως 4, θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα προσβάσεως σε «δεδομέν[α] κίνησης και χρέωσης» σε έναν επί πλέον κύκλο προσώπων (στις αρμόδιες αρχές) για συγκεκριμένο σκοπό (την επίλυση διαφορών) υπό ορισμένη μορφή (μόνον προς γνώση, όχι για επεξεργασία).
78. Το γεγονός ότι το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο c, NTT παρέχει για τη δυνατότητα επιλύσεως διαφορών πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα κινήσεως σημαίνει ότι ναι μεν αλληλοκαλύπτεται ο σκοπός με αυτόν του άρθρου 6, παράγραφος 5, της οδηγίας, πλην όμως, χωρίς εκτελεστικές διατάξεις, το γράμμα αυτού του άρθρου δεν περιορίζει ούτε τον κύκλο των προσώπων που δικαιούνται προσβάσεως ούτε τη μορφή της προσβάσεως κατά του κανόνες της οδηγίας. Για τον λόγο αυτόν, δεν υφίσταται η επαρκώς σαφής και ακριβής μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο όπως απαιτεί το Δικαστήριο (33) .
79. Πάντως και ως προς το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας, οι διάδικοι τελικώς ερίζουν προ πάντων ως προς την ερμηνεία της αναφοράς της παραγράφου 5 στα «δεδομένα κίνησης και χρέωσης» και ως προς τις συνέπειες αυτής της ερμηνείας για τη νομοθετική ρύθμιση των Κάτω Χωρών. Πράγματι, κι εδώ η διάταξη του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο c, ΝΤΤ προβλέπει την πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα των άρθρων 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, πράγμα που θα μπορούσε να σημαίνει περαιτέρω παράβαση της οδηγίας.
80. Επομένως, για την παράγραφο 5 τίθεται η ίδια προβληματική όπως προηγουμένως για την παράγραφο 4 και προσφέρονται οι ίδιες εναλλακτικές ερμηνευτικές δυνατότητες, δηλαδή, πρώτον, να ερμηνευθεί η παράγραφος 5 ως «γνήσια εξαίρεση» από την παράγραφο 1, η οποία παρέχει στον κύκλο προσώπων της παραγράφου 5 ευρύτατη δυνατότητα γνώσεως για τους σκοπούς της επιλύσεως διαφορών, ή, δεύτερον, να ερμηνευθεί η παράγραφος 5 ως «μη γνήσια εξαίρεση» από την παράγραφο 1, η οποία παρέχει στον κύκλο προσώπων της παραγράφου 5 ευρύτατη δυνατότητα γνώσεως μόνον των δεδομένων του παραρτήματος (34) .
81. Αν εξετασθεί εγγύτερα η πρώτη εναλλακτική ερμηνευτική δυνατότητα, δηλαδή η «γνήσια εξαίρεση», καθίστανται ακόμη οξύτερα έναντι του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας τα αφορώντα την προϋπόθεση του ακριβούς προσδιορισμού προβλήματα ως προς τα δεδομένα που θα έπρεπε να μην περιλαμβάνονται σ’ αυτά που απαλείφονται ή καθίστανται ανώνυμα. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 5 παρέχει με τη διατύπωση «με σκοπό την επίλυση διαφορών» ένα ακόμη «σκοπό πλαίσιο» που χρήζει συμπληρώσεως. Πράγματι, μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας διαφοράς καθίσταται σαφές ποια δεδομένα έχουν σημασία για τη σχετική εκτίμηση. Λαμβανομένης όμως υπόψη της ποικιλίας των μορφών υπό τις οποίες μπορούν να ανακύψουν διαφορές, οι οποίες λόγω της λέξεως «ιδίως» δεν περιορίζονται στη «διασύνδεση ή τη χρέωση», μπορεί τελικώς να έχει σαφώς σημασία κάθε στοιχείο δεδομένου.
82. Κατά συνέπεια, αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας εμπεριέχει μια γνήσια εξαίρεση από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, τότε δεν απομένει τίποτε από την αρχή της απαλείψεως ή της άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων κινήσεως της παραγράφου 1: όλα τα δεδομένα θα πρέπει να διατηρούνται για την επίλυση ενδεχομένως μεταγενέστερων διαφορών. Η ερμηνεία αυτή θα καθιστούσε κενή περιεχομένου τη συνολική ρύθμιση του άρθρου 6 της οδηγίας και δεν θα συνήδε ούτε με τους προστατευτικούς των δεδομένων σκοπούς της οδηγίας ούτε με τις αρχές που διέπουν τη σχέση κανόνας-εξαίρεση. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
83. Επομένως, απομένει κι εδώ μόνον η δεύτερη εναλλακτική ερμηνευτική δυνατότητα, κατά την οποία η έννοια της κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας εξαιρέσεως είναι να παρέχεται η δυνατότητα γνώσεως των δεδομένων του παραρτήματος για την επίλυση διαφορών όχι μόνο στον κύκλο προσώπων της παραγράφου 4, αλλά και στις αρμόδιες αρχές, άρα πέραν των σκοπών των παραγράφων 2 και 4. Σύγκρουση μεταξύ προθεσμιών δεν μπορεί να ανακύψει εν προκειμένω, διότι κατά το άρθρο 2 η προθεσμία για τη μεταχείριση των δεδομένων του παραρτήματος εξικνείται μέχρι τη λήξη της νομικής αμφισβητήσεως.
84. Eντούτοις, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο c, NTT,κατά το γράμμα του, επιτρέπει, όπως εκτέθηκε, τη χωρίς χρονικό περιορισμό πλήρη πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα κινήσεως των άρθρων 11.5, παράγραφος 1, ΝΤΤ ή 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Επομένως, υφίσταται και άλλη παράβαση των διατάξεων της οδηγίας.
85. Κατά συνέπεια, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο c, δεν συνιστά τελικώς ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 5, της οδηγίας.
v) Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας και το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο g, NTT
86. Η αναφορά σε μια εκτός του πλαισίου του άρθρου 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο g, ΝΤΤ προβλεπόμενη από τον νόμο άδεια για την επεξεργασία δεδομένων κινήσεως δεν ανταποκρίνεται στο άρθρο 6 της οδηγίας. Εφόσον, εντούτοις, η οδηγία δεν επιτρέπει άλλες εξαιρέσεις από τη βασική υποχρέωση απαλείψεως ή άνευ ονόματος αναγραφής δεδομένων από τις ήδη εκτεθείσες, η περιεχόμενη στο άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο g, NTT αναφορά μπορεί να είναι σύμφωνη προς την οδηγία μόνον αν σκοπεί στο να εξασφαλισθεί ότι και οι νομοθετικές διατάξεις στις οποίες παραπέμπει βρίσκονται σε αρμονία με τις εξαιρέσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 5 της οδηγίας. Αυτό πάντως δεν μπορεί να συναχθεί με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια από το γράμμα της διατάξεως σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Δικαστηρίου για τη μεταφορά οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο (35) .
87. Επομένως, το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, στοιχείο g, NTT δεν συνιστά τελικώς ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας.
3. Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας με το άρθρο 1.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ
α) Οι απόψεις των διαδίκων
88. Η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίσταται παράβαση κράτους μέλους, διότι το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ προβλέπει τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων για το άρθρο 11.5 ΝΤΤ, πλην όμως αυτές δεν έχουν θεσπισθεί ή δεν έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
89. Οι Κάτω Χώρες αναγνωρίζουν πράγματι ότι οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις δεν έχουν θεσπισθεί. Παρά ταύτα, έχουν τη γνώμη ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό, διότι εξέλειψε στο μεταξύ η ανάγκη θεσπίσεως αυτών των διατάξεων. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε εν τω μεταξύ η οδηγία 2002/58, η οποία θα πρέπει να αντικαταστήσει στις 31 Οκτωβρίου 2003 την ένδικη οδηγία 97/66 και μπορεί να μεταφερθεί από τις Κάτω Χώρες στο εσωτερικό δίκαιο πριν από το χρονικό αυτό σημείο. Βάσει αυτών των δεδομένων, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών αποφάσισε να ενεργήσει μελλοντικώς για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2002/58 με το –αρχικώς για τη μεταφορά της οδηγίας 97/66– νομοσχέδιο που βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της νομοθετικής επεξεργασίας. Αυτό, σε σχέση ιδίως με τα άρθρα 6 αμφοτέρων των οδηγιών, δεν βλάπτει, διότι τα άρθρα αυτά έχουν οπωσδήποτε κατ’ ουσίαν την ίδια διατύπωση, μάλιστα δε το άρθρο 6 της οδηγίας 2002/58 παρέχει υψηλότερο επίπεδο προστασίας από το άρθρο 6 της οδηγίας 97/66. Οι ενέργειες για τη μεταφορά του άρθρου 6 της (μεταγενέστερης) οδηγίας 2002/58 αποδεσμεύει πάντως αυτοδικαίως τις Κάτω Χώρες από την υποχρέωσή τους να πρέπει να μεトαφέρουν και το άρθρο 6 της οδηγίας 97/66 στο εσωτερικό δίκαιο. Επομένως, η αιτίαση αυτή της Επιτροπής πέφτει στο κενό. Η προσφυγή πρέπει επομένως να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό.
β) Εκτίμηση
90. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση για το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ αποτελεί αυτοτελή λόγο προσφυγής που δεν αποτελεί απλή επανάληψη της αιτιάσεως για το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ. Συγκεκριμένα, η παραπομπή στις εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11,5, παράγραφος 1, ΝΤΤ αφορά αποκλειστικώς το ζήτημα των δεδομένων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας που πρέπει να απαλείφονται, ενώ οι εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ θα πρέπει επί πλέον να παράσχουν τη δυνατότητα λεπτομερέστερων ρυθμίσεων για το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ και επομένως αφορούν το σύνολο του τομέα του άρθρου 6 της οδηγίας.
91. Οι Κάτω Χώρες αναμφιβόλως δεν θέσπισαν έως το καθοριστικό χρονικό σημείο τις εκτελεστικές διατάξεις για το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ. Αυτό θα ήταν αβλαβές μόνον αν η νομοθετική ρύθμιση εξασφάλιζε ήδη επαρκώς τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Εντούτοις, κατόπιν των μέχρι τούδε διαπιστώσεων, αυτό δεν συμβαίνει. Οι μη θεσπισθείσες εκτελεστικές διατάξεις θα μπορούσαν –καθόσον το κείμενο του νόμου είναι επιδεκτικό ερμηνείας– να μεταβάλουν τουλάχιστον εν μέρει την κατάσταση και θα είχαν επομένως σημασία για μια πλήρη εκτίμηση. Συναφώς, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (36) , η μη θέσπιση των εκτελεστικών διατάξεων πρέπει επίσης να αξιολογηθεί ως παράβαση κράτους μέλους.
92. Οι ισχυρισμοί των Κάτω Χωρών θέτουν τώρα το ζήτημα αν μεταβάλλεται κάπως αυτή η κατ’ αρχήν εκτίμηση συνεπεία της εκδόσεως της οδηγίας 2002/58, με άλλα λόγια αν η εκ των προτέρων επίδραση της οδηγίας 2002/58 περιορίζει τουλάχιστον την υποχρέωση των Κάτω Χωρών να μεταφέρουν πλήρως το άρθρο 6 της οδηγίας 97/66 στο εσωτερικό δίκαιο.
93. Αυτό σαφώς δεν συμβαίνει. Κατά το γράμμα της οδηγίας 2002/58, η οδηγία 97/66 έπρεπε να καταργηθεί το αργότερο στις 31 Οκτωβρίου 2003 και επομένως έπρεπε να αποτελεί μέχρι τότε το ισχύον δίκαιο. Γι αυτόν και μόνο τον λόγο, η οδηγία 2002/58 δεν θα έπρεπε να απαλλάσσει από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 97/66. Επιπροσθέτως, τα άρθρα 6 και των δύο οδηγιών έχουν κατ’ ουσίαν την ίδια διατύπωση –όπως ορθώς οι ίδιες οι Κάτω Χώρες διαπιστώνουν–, οπότε η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας 97/66 θα συνιστούσε τουλάχιστον εν μέρει μεταφορά συγχρόνως της οδηγίας 2002/58. Κατά τη νομολογία όμως του Δικαστηρίου, ακόμη και μια νέα οδηγία, η οποία επιφέρει ουσιώδη μεταβολή της νομικής καταστάσεως, αφήνει άθικτες τις υποχρεώσεις που υφίσταντο κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη (37) . Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη ουδόλως δικαιούνται να μην τηρούν το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, επικαλούμενα μελλοντικό κοινοτικό δίκαιο.
94. Επομένως, έως την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2002/58 υφίστατο η υποχρέωση πλήρους μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας 97/66. Οι Κάτω Χώρες θα μπορούσαν να το επιτύχουν τόσο μέσω νομοθετικής τροποποιήσεως όσο και με τη θέσπιση εκτελεστικών διατάξεων. Εφόσον, όμως, δεν επήλθε καμία μεταβολή της νομικής καταστάσεως, δεν μπορεί να μεταβληθεί ούτε η εκτίμηση ότι συντρέχει παράβαση κράτους μέλους.
95. Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι υφίσταται παράβαση κράτους μέλους και ως προς τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ.
4. Σύνοψη των συμπερασμάτων
96. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι Κάτω Χώρες δεν θέσπισαν καμία νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας, ότι δεν προέβησαν στην πλήρη και ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1, και ότι δεν μετέφεραν πλήρως το άρθρο 6 της οδηγίας στο σύνολό του, διότι δεν θέσπισαν τις εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11.5, παράγραφος 3, ΝΤΤ. Η προσφυγή της Επιτροπής είναι εν προκειμένω βάσιμη. Αντιθέτως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον η Επιτροπή προβάλλει ότι οι Κάτω Χώρες μετέφεραν εσφαλμένως στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5, της οδηγίας με το άρθρο 11.5, παράγραφος 2, ΝΤΤ, διότι, ανεξαρτήτως των διαπιστώσεων που περιέχονται στην επικουρικώς διατυπωθείσα γνώμη, η Επιτροπή δεν διατήρησε με επαρκή σαφήνεια αυτόν τον λόγο προσφυγής στην αιτιολογημένη γνώμη της.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
97. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα, εφόσον δεν έχουν υποβληθεί σχετικά αιτήματα.
98. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε εν προκειμένω αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, ηττήθηκε ως προς τρεις από τους τέσσερις λόγους προσφυγής της Επιτροπής, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θα πρέπει να φέρει τα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής. Δεδομένου ότι οι Κάτω Χώρες δεν υπέβαλαν αίτημα για τα δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικά του έξοδα.
VII – Πρόταση
99. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας καμία νομοθετική, κανονιστική και διοικητική διάταξη για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, μη μεταφέροντας πλήρως και ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και μη θεσπίζοντας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ. Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
2) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά του έξοδα και τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ 1998, L 24, σ. 1.
3 – ΕΕ L 201, σ. 37.
4 – Βλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C‑152/98, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. I-3463, σκέψη 23).
5 – Βλ. την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ.I-305, σκέψεις 10 έως 12).
6 – Βλ. την απόφαση στην υπόθεση C-439/99 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 5), σκέψεις 10 έως 12).
7 – Βλ. τις αποφάσεις της 31ης Mαρτίου 1992, C-52/90, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1992, σ. I-2187, σκέψεις 17 και 18), της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C‑347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. I-4747, σκέψη 24), και της 14ης Φεβρουαρίου 1984, C-325/82, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1984, σ. I-777, σκέψεις 8 και 9). βλ. επίσης ιδίως τις παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στις προτάσεις του επί της προαναφερθείσας υποθέσεως C-52/90, Επιτροπή κατά Δανίας (σημεία 21 επ., 38 επ. και 42 έως 45) και του γενικού εισαγγελέα Tesauro στις προτάσεις του επί της προαναφερθείσας υποθέσεως C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (σημεία 8, 11 και 13 έως 16).
8 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 28.
9 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 31.
10 – Βλ., επίσης, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1961, 19/60, 21/60, 2/61 και 3/61, Société Fives Lilles κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 631), (συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), τις παρατιθέμενες στην υποσημείωση 7 αποφάσεις και προτάσεις, καθώς και Werner Günther, Die Präklusion neuer Angriffs-, Verteidigungs- und Beweismittel im Verfahren vor dem Gerichtshof der Europäischen Gemeinschaften, Carl Heymanns, Köln, 1970, σ. 21 επ.
11 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 24.
12 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 28.
13 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 31.
14 – Βλ. την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑279/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1997, σ. I-4743, σκέψη 15).
15 – Βλ. την απόφαση της 20ής Ιουνίου 2002, C-287/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2002, σ. I-5811, σκέψη 21).
16 – Βλ. την απόφαση C‑439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 14).
17 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 31.
18 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 9.
19 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 9.
20 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 39.
21 – Βλ. την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1995, C-220/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1995, σ. I-1589, σκέψη 10), την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-217/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1999, σ. I-5087, σκέψη 32). Βλ. επίσης κατωτέρω το σημείο 60.
22 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2001, C-147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-2387, σκέψη 26), της 7ης Mαΐου 2002, C-364/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2002, σ. I-4177, σκέψη 8), και της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I-8101, σκέψη 9).
23 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 15.
24 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 18.
25 – Πρόκειται για «τον αριθμό ή την ταυτότητα της συσκευής του συνδρομητή», «το συνολικό αριθμό των προς χρέωση μονάδων για τη λογιστική περίοδο», «τον αριθμό του καλούμενου συνδρομητή», «τον τύπο, το χρόνο έναρξης και τη διάρκεια των κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν ή/και τον όγκο των διαβιβασθέντων δεδομένων», «την ημερομηνία της κλήσης/υπηρεσίας».
26 – Πρόκειται για «τη διεύθυνση του συνδρομητή και τον τύπο της συσκευής», καθώς και «διάφορες άλλες πληροφορίες όσον αφορά την πληρωμή, όπως προκαταβολές, πληρωμές με δόσεις, αποσύνδεση και υπομνηστικές επιστολές».
27 – Βλ. κατωτέρω τα σημεία 65 επ., ιδίως δε το σημείο 74.
28 – Βλ. τις αποφάσεις C-220/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 10), και C-217/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 32).
29 – Βλ. κατωτέρω τα σημεία 65 επ. και ιδίως το σημείο 74.
30 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 60.
31 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 57.
32 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 60.
33 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 60.
34 – Βλ. ανωτέρω τα σημεία 67 επ.
35 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 60.
36 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 45.
37 – Βλ. την απόφαση C-152/98, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (παρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 21).
Full & Egal Universal Law Academy