ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 19ης Φεβρουαρίου 2004(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-361/02 και C-362/02
Ελληνικό Δημόσιο
κατά
Νικολάου Τσάπαλου και Κωνσταντίνου Διαμαντάκη
(αίτηση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώςγια την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
Οδηγία 76/308/ΕΟΚ – Αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη δασμών – Εφαρμογή επί απαιτήσεων οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας
I – Εισαγωγή
1. Στις υπό εξέταση αιτήσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, οι οποίες έχουν κατ’ ουσία την ίδια διατύπωση, πρόκειται για το ζήτημα αν εφαρμόζεται η οδηγία 76/398/ΕΟΚ (2) (στο εξής: οδηγία 76/308), στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής και της εισπράξεως στην Ελλάδα ιταλικών απαιτήσεων επί δασμών οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την έκδοση της οδηγίας και πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας στην Ελλάδα. Στην κύρια δίκη, αμφισβητείται συγκεκριμένα η αναγνώριση και η είσπραξη στην Ελλάδα μιας ιταλικής απαιτήσεως επί δασμών, γεννηθείσας το έτος 1968, κατά του Νικολάου Τσάπαλου (υπόθεση C‑361/02) και κατά του Κωνσταντίνου Διαμαντάκη (υπόθεση C‑362/02).
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Η οδηγία 76/308 προβλέπει την αναγνώριση και την είσπραξη ορισμένων απαιτήσεων δημοσίου δικαίου οι οποίες έχουν γεννηθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στην αρχική της διατύπωση, η οδηγία εφαρμοζόταν επί απαιτήσεων στο πλαίσιο μέτρων της κοινής γεωργικής πολιτικής και επί δασμών. Κατά την ισχύουσα διατύπωσή της του 2001, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πέρα από τις απαιτήσεις αναφορικά με μέτρα στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, εκτείνεται στις απαιτήσεις αναφορικά με τους εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς, τον φόρο προστιθεμένης αξίας (3) , τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως (4) , τους φόρους επί του εισοδήματος και επί της περιουσίας και τους φόρους επί των ασφαλίστρων (5) .
3. Πυρήνας της οδηγίας 76/308 είναι το άρθρο 8, παράγραφος 1. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να αναγνωρίζουν και να εκτελούν, ωσάν να ήταν ημεδαπός, έναν τίτλο την εκτέλεση του οποίου ζητούν οι αρχές ενός άλλου κράτους μέλους. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, η αρμόδια αρχή μπορεί είτε να αναγνωρίσει και να εκτελέσει τον τίτλο, είτε να τον συμπληρώσει ή να τον αντικαταστήσει με άλλον τίτλο, ο οποίος καθιστά δυνατή την εκτέλεση στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, η οδηγία περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τον τύπο της αιτήσεως εκτελέσεως και με τον τρόπο της εκτελέσεως.
Β – Β – Το εθνικό δίκαιο
4. Οι διατάξεις της οδηγίας 76/308 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τα άρθρα 86 έως 98 (κεφάλαιο ΙΑ, υπό τον τίτλο «Αμοιβαία συνδρομή για είσπραξη απαιτήσεων») του νόμου 1402/1983 «Προσαρμογή της τελωνειακής και δασμολογικής νομοθεσίας στο δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (6) και με την κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσα απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 1243/319, της 26ης Μαρτίου 1984 (7) . Το άρθρο 86 του νόμου 1402/1983, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 103 του νόμου αυτού, έχει αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1981, προβλέπει ότι οι διατάξεις του προαναφερθέντος κεφαλαίου ΙΑ εφαρμόζονται σε κάθε απαίτηση που αφορά, μεταξύ άλλων, σε δασμούς που οφείλονται για εμπορεύματα τα οποία εισάγονται από τρίτες χώρες στην ΕΟΚ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
5. Με (μη φέρον ημερομηνία) έγγραφο, το ιταλικό Υπουργείο Οικονομικών διαβίβασε την από 23 Νοεμβρίου 1992 αίτηση εισπράξεως απαιτήσεως της Γενικής Διευθύνσεως Τελωνείων του ιδίου υπουργείου στο ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο έλαβε την αίτηση αυτή στις 14 Δεκεμβρίου 1992. Η αίτηση αφορούσε την είσπραξη απαιτήσεων από δασμούς κατά του Νικολάου Τσάπαλου και του Κωνσταντίνου Διαμαντάκη, εφεσιβλήτων στην κύρια δίκη (στο εξής: εφεσίβλητοι), συνολικού ύψους 1 787 485 050 ITL, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των λοιπών εξόδων (8) . Συνημμένη στην αίτηση ήταν απόφαση του Εφετείου της Κατάνια της 8ης Οκτωβρίου 1970, με την οποία οι εφεσίβλητοι είχαν καταδικαστεί σε ποινές φυλακίσεως και στην πληρωμή των δασμών και των λοιπών φόρων, λόγω της παράνομης εισαγωγής καπνού στην Ιταλία τον Μάρτιο του 1968. Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1972, το ιταλικό Ακυρωτικό απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως.
6. Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1996, η αρμόδια ελληνική αρχή αναγνώρισε τον τίτλο ως εκτελεστό στην ελληνική επικράτεια. Κατόπιν προσφυγής των εφεσιβλήτων, το πρωτόδικο δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση αυτή, με το σκεπτικό ότι η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ της Ελλάδος και των λοιπών κρατών μελών της ΕΚ παρέχεται μόνο για απαιτήσεις που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου 1402/1983, ήτοι μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 1η Ιανουαρίου 1983. Η επίδικη απαίτηση γεννήθηκε το έτος 1968 και εκκαθαρίστηκε με τις αποφάσεις του 1970 και του 1972.
7. Με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2002, το επιληφθέν της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς υπέβαλε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, το ακόλουθο ερώτημα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Το άρθρο 1 της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ […] έχει την έννοια ότι οι διατάξεις της οδηγίας καταλαμβάνουν και απαιτήσεις που γεννήθηκαν σε ένα κράτος μέλος πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας και προκύπτουν από τίτλο που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού επίσης πριν από την έναρξη της ισχύος της, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο τίτλος του Ιταλικού Δημοσίου και ότι, επομένως, οι απαιτήσεις αυτές, που παρέμεναν εκκρεμείς και δεν μπορούσαν να εισπραχθούν σε άλλο κράτος μέλος, μπορούν πλέον, μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας, τη λήξη της σχετικής μεταβατικής περιόδου και τη συμμόρφωση των λοιπών κρατών μελών με τη θέσπιση των απαραίτητων για την εφαρμογή της διατάξεων, να εισπραχθούν με σχετική αίτηση της, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας, “αιτούσας αρχής” προς την “αρμόδια αρχή”;»
IV – Παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων
8. Οι εφεσίβλητοι επισημαίνουν ότι η απόφαση του Εφετείου της Κατάνια του 1970 εκδόθηκε ερήμην τους και ότι έλαβαν γνώση της αποφάσεως αυτής με την κοινοποίηση της αιτήσεως εκτελέσεως στις 6 Σεπτεμβρίου 1996 (στον Κωνσταντίνο Διαμαντάκη) και στις 31 Δεκεμβρίου 1996 (στον Νικόλαο Τσάπαλο). Οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι από τη διατύπωση της οδηγίας, καθώς και από τον νόμο 1402/1983, προκύπτει ότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνον επί απαιτήσεων οι οποίες γεννήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών. Η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων επί απαιτήσεων που γεννήθηκαν προηγουμένως παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
9. Η Ελληνική Κυβέρνηση είναι, όπως και η Επιτροπή, της γᄑώμης ότι η οδηγία 76/308 περιλαμβάνει μόνο διαδικαστικούς κανόνες. Οι διαδικαστικοί κανόνες, αντίθετα προς τους ουσιαστικούς, εφαρμόζονται επίσης και επί προγενεστέρων πραγματικών περιστατικών. Η εφαρμογή της οδηγίας επί απαιτήσεων οι οποίες είχαν ήδη γεννηθεί κατά την έναρξη της ισχύος της ανταποκρίνεται στον στόχο να εξασφαλιστεί η καθολική και δίκαιη εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων και να αποφευχθούν δόλιες ενέργειες.
10. Η Επιτροπή συμπληρώνει ότι η οδηγία είναι εναρμονισμένη με την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του τελωνειακού κώδικα (9) , η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία εφαρμόζεται ομοιόμορφα στο σύνολο του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Το ύψος των δασμών που επιβάλλονται στα προϊόντα τρίτων χωρών είναι το ίδιο, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος εισαγωγής και υπό τους ιδίους όρους. Η οδηγία έρχεται να συμπληρώσει το σύστημα αυτό με τις διατάξεις της περί αμοιβαίας συνδρομής όσον αφορά την είσπραξη απαιτήσεων από δασμούς.
11. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας, αυτή εφαρμόζεται επί όλων των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 και γεννήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Με εξαίρεση την απόδοση της οδηγίας στην αγγλική γλώσσα, όλες οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν για την έννοια αυτή παρωχημένο χρόνο, πράγμα που συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής της οδηγίας επί των απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας προκύπτει ότι το ζήτημα της χρονικής εφαρμογής δεν είχε αντιμετωπιστεί. Η Επιτροπή ωστόσο, σε έγγραφο εργασίας της 22ας Δεκεμβρίου 1980, είχε επισημάνει ότι η οδηγία εφαρμόζεται επί όλων των απαιτήσεων που έχουν αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως συνδρομής υποβληθείσας μετά την 1η Ιανουαρίου 1978, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου γεννήσεως της απαιτήσεως. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν περιόρισε επίσης το χρονικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας με αντίστοιχη ρύθμιση μεταβατικού χαρακτήρα, όπως έπραξε σε άλλες περιπτώσεις (10) .
V – Νομική εκτίμηση
Α – Α – Εφαρμοστέα διατύπωση της οδηγίας 76/308
12. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της οδηγίας 76/308 ενόψει της σύμφωνης προς την οδηγία εφαρμογής των εθνικών διατάξεων με τις οποίες μεταφέρθηκε η οδηγία στην εθνική έννομη τάξη. Χωρίς να προτίθεμαι να εξετάσω επί του παρόντος κατά πόσον η οδηγία ρυθμίζει την αναγνώριση και την είσπραξη απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της, θεωρώ ότι πρέπει να ερευνηθεί ποια διατύπωση της οδηγίας είναι εφαρμοστέα στη διαφορά της κύριας δίκης.
13. Αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η απόφαση των ελληνικών τελωνειακών αρχών, της 6ης Φεβρουαρίου 1996, περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως του ιταλικού τίτλου. Κατά συνέπεια, μόνο βάσει της ισχύουσας κατά τον χρόνο αυτό διατυπώσεως της οδηγίας (11) . Πρέπει να κριθεί ο νόμιμος χαρακτήρας της προσβληθείσας αποφάσεως. Δεν αποτελούν επομένως αντικείμενο εξετάσεως οι τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν στην οδηγία 76/308 με την οδηγία 2001/44 (12) .
Β – Β – Εφαρμογή της οδηγίας 76/308 επί απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της
14. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 76/308, οι διατάξεις της εφαρμόζονται επί των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 και γεννήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Από το γράμμα των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η οδηγία εφαρμόζεται μόνον επί απαιτήσεων που γεννήθηκαν μετά την έκδοσή της. Ειδικότερα, η οδηγία δεν περιλαμβάνει κάποια μεταβατική διάταξη που να περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της υπό την έννοια αυτή. Και η Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας (13) δεν περιλαμβάνει επίσης καμία ειδική διάταξη όσον αφορά την έναρξη της ισχύος ή το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/308 στην Ελλάδα. Ισχύει επομένως ο γενικός κανόνας του άρθρου 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως, κατά τον οποίο οι κοινοτικές νομικές πράξεις αρχίζουν να ισχύουν στην Ελλάδα κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1981.
15. Μόνον από την απόδοση του άρθρου 1 της οδηγίας 76/308 στην αγγλική γλώσσα (claims […] which arise in another Member State) θα μπορούσε να συναχθεί ένα διαφορετικό συμπέρασμα. Λαμβανομένου όμως υπόψη του γεγονότος ότι, σε όλες τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις, το ρήμα αυτό χρησιμοποιείται σε παρωχημένο χρόνο, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η απόκλιση της αγγλικής αποδόσεως οφείλεται σε μεταφραστική ανακρίβεια. Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, η έννοια μιας διατάξεως, οι γλωσσικές αποδόσεις της οποίας αποκλίνουν, πρέπει να ανευρίσκεται λαμβανομένων υπόψη των συμφραζομένων και του σκοπού της (14) .
16. Σκοπός της οδηγίας, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, είναι η εξάλειψη των εμποδίων στη λειτουργία της κοινής αγοράς τα οποία οφείλονται στο ότι το πεδίο εφαρμογής των εθνικών διατάξεων περί εισπράξεως απαιτήσεων περιορίζεται στο εθνικό έδαφος. Πέραν αυτού η οδηγία πρέπει να εξασφαλίζει την πλήρη και όμοια εφαρμογή των κοινοτικών νομικών διατάξεων στο σύνολο της Κοινότητας. Η οδηγία εμποδίζει ιδίως το να μπορούν οι οφειλέτες να αποφεύγουν την υποχρέωση πληρωμής των απαιτήσεων που εμπίπτουν στην οδηγία διά της μεταθέσεως του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους σε άλλο κράτος μέλος. Κατά τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ότι η άσκηση του παρεχομένου από τη Συνθήκη δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας δεν θα έχει αρνητικές επιπτώσεις επί της εισπράξεως των απαιτήσεων.
17. Η οδηγία εξυπηρετεί την επίτευξη του στόχου αυτού ακριβώς όταν καθιστά δυνατή την είσπραξη, στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα, όλων των μη παραγεγραμμένων αιτήσεων, επομένως και εκείνων των απαιτήσεων οι οποίες είχαν ήδη γεννηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας. Κατά τον τρόπο αυτό, η οδηγία καθιστά επίσης δυνατή την όμοια και αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου.
18. Επιπλέον, η οδηγία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της προβλεπόμενης στο άρθρο 10 ΕΚ υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας (15) των κρατών μελών μεταξύ τους (16) και με τα κοινοτικά όργανα. Η αρχή αυτή επιβάλλει τη διασταλτική ερμηνεία της οδηγίας, που να εξασφαλίζει ότι οι αρχές του κράτους από το οποίο ζητείται η είσπραξη απαιτήσεως θα εκτελούν κατά τον ευρύτερο δυνατό τρόπο τις απαιτήσεις του αιτούντος κράτους. Στο μέτρο που πρόκειται για την είσπραξη απαιτήσεων οι οποίες αποτελούν ιδίους πόρους της Κοινότητας, όπως π.χ. για δασμούς, η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών εξυπηρετεί επίσης τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας.
19. Από την προσχώρηση της στην Κοινότητα, η Ελλάδα υπέχει επίσης την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας με τα λοιπά κράτη μέλη. Η συνεργασία αυτή μπορεί να εκτείνεται, εφόσον είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, σε πραγματικά περιστατικά τα οποία συνέβησαν πριν από την προσχώρηση της Ελλάδας στην Κοινότητα.
20. Ερωτάται ωστόσο αν η εφαρμογή της οδηγίας 76/308 επί απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της αποκλείεται για τον λόγο ότι, διαφορετικά, θα συνέτρεχε παράβαση της απαγορεύσεως αναδρομικής ισχύος.
21. Κατά πάγια νομολογία, για να εξασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι ουσιαστικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ισχύουν επί πραγματικών περιστατικών τα οποία συνέβησαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους μόνον εφόσον από το γράμμα τους, τον στόχο τους και τη γενικότερη οικονομία τους προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί τέτοια αναδρομική ισχύς (17) . Όπως επισήμαναν ορθά η Επιτροπή και η Ελληνική Κυβέρνηση, η αρχή αυτή δεν ισχύει απεναντίας για τις διαδικαστικές διατάξεις (18) .
22. Οι ουσιαστικές διατάξεις ρυθμίζουν το υποστατό και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων, οι διαδικαστικές διατάξεις αφορούν απεναντίας, κυρίως, τη διαμόρφωση των διαδικασιών για την προβολή των δικαιωμάτων. Η οδηγία 76/308 δεν περιλαμβάνει καμία ρύθμιση σχετικά με τη γέννηση ή το περιεχόμενο των απαιτήσεων. Συναφώς, εφαρμοστέο είναι μόνον το εθνικό δίκαιο του αιτούντος κράτους ή το αντίστοιχο ουσιαστικό κοινοτικό δίκαιο το οποίο ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη, π.χ. ο τελωνειακός κώδικας. Η οδηγία ρυθμίζει μόνον την αναγνώριση και την εκτέλεση των κρατικών απαιτήσεων οι οποίες έχουν γεννηθεί σε άλλο κράτος μέλος. Οι κανόνες της οδηγίας πρέπει επομένως να θεωρηθούν ως διαδικαστικές διατάξεις, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν επίσης στις απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους, χωρίς να συντρέχει παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Γ – Γ – Ύπαρξη απαιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/308
23. Προϋπόθεση της εφαρμογής της οδηγίας 76/308 είναι ότι πρόκειται για απαιτήσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Από την οδηγία δεν συνάγεται ωστόσο αν η αρχή του κράτους του οποίου ζητείται η συνδρομή έχει τη δυνατότητα να προβεί σε αντίστοιχη εξέταση της απαιτήσεως ή αν δεσμεύεται συναφώς από την κατάταξη της απαιτήσεως στην οποία προέβη η αιτούσα αρχή, η οποία και μόνη γνωρίζει τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
24. Υπέρ της υπό την έννοια αυτή δεσμεύσεως της αρχής του κράτους του οποίου ζητείται η συνδρομή θα μπορεί να συνηγορεί το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/308, το οποίο προβλέπει ότι, ενόψει της εκτελέσεως, «κάθε απαίτηση που αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως εισπράξεως εξετάζεται ως απαίτηση του κράτους μέλους όπου η αρμόδια αρχή έχει την έδρα της, με επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 12». Πέραν της περιπτώσεως του άρθρου 12, το οποίο αφορά την αναστολή εκτελέσεως σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, η αρμόδια αρχή δεν έχει την υποχρέωση να προβεί στην εκτέλεση μόνο σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 14, το οποίο δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή.
25. Ανταποκρίνεται ωστόσο στην αρχή της ασφάλειας δικαίου το να μπορεί, ή και να οφείλει, η αρμόδια αρχή να μην προβεί στην αναγνώριση και την εκτέλεση της οικείας απαιτήσεως, όταν η απαίτηση αυτή, σύμφωνα με τις διαβιβασθείσες πληροφορίες, δεν εμπίπτει προδήλως στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/308. Στην περίπτωση αυτή πράγματι, θα μπορούσε να ελλείπει η νομική βάση για τις ενέργειες της αρμόδιας αρχής, στο μέτρο που οι εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας δεν βαίνουν πέραν του προβλεπομένου στην οδηγία πεδίου εφαρμογής.
26. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/308, κατά τη διατύπωσή της η οποία διέπει την παρούσα υπόθεση (19) , εκτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ΄, σε απαιτήσεις αναφορικά με δασμούς κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β΄, της αποφάσεως 70/243/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί αντικαταστάσεως των χρηματοδοτικών εισφορών των κρατών μελών με ιδίους πόρους των Κοινοτήτων (στο εξής: απόφαση 70/243) (20) . Εξεταστέο είναι αν η εν προκειμένω επίμαχη επιβολή δασμών αποτελεί απαίτηση κατά την έννοια της ανωτέρω αποφάσεως, αν και η απαίτηση είχε ήδη γεννηθεί τον Μάρτιο του 1968.
27. Δασμοί και, επομένως, ίδιοι πόροι της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β΄, της αποφάσεως 70/243 είναι οι δασμοί του Κοινού Δασμολογίου και οι λοιπές επιβαρύνσεις επί της κυκλοφορίας εμπορευμάτων με τρίτα κράτη, που επιβαρύνονται από τα κοινοτικά όργανα. Η εγκαθίδρυση της τελωνειακής ενώσεως ολοκληρώθηκε μεν την 1η Ιουλίου 1968 (21) , αλλά το Κοινό Δασμολόγιο είχε ήδη εισαχθεί σταδιακά προηγουμένως, σύμφωνα με τα άρθρα 19 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ. Ως εκ τούτου, απαιτήσεις γεννηθείσες ήδη πριν από την 1η Ιουλίου 1968 μπορούν να αποτελούν δασμούς του Κοινού Δασμολογίου, επί των οποίων ευρίσκει εφαρμογή η οδηγία 76/308.
28. Η συναγωγή του συμπεράσματος αυτού δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι τότε δεν υφίστατο ακόμη το καθεστώς των ιδίων πόρων της Κοινότητας, το οποίο καθιερώθηκε με την απόφαση 70/243. Πρόθεση ίσως του κοινοτικού νομοθέτη ήταν αρχικά, με την έκδοση της οδηγίας, να καταστεί δυνατή μόνον η αμοιβαία αναγνώριση και η είσπραξη σε άλλα κράτη μέλη των απαιτήσεων οι οποίες αποτελούν ιδίους πόρους της Κοινότητας. Αυτό αφήνει να εννοηθεί η παραπομπή στην απόφαση 70/243 η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 76/308. Με τη μεταγενέστερη όμως τροποποίηση, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας επεκτάθηκε και σε άλλες εισφορές, οι οποίες κατά μεγάλο μέρος ή αποκλειστικά εισρέουν στον εθνικό προϋπολογισμό, όπως π.χ. ο φόρος προστιθεμένης αξίας και οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως.
29. Κατά συνέπεια, απαιτήσεις από δασμούς που γεννήθηκαν σε κράτος μέλος της Κοινότητας τον Μάρτιο του 1968 εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/308 και μπορούν, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί μεταφοράς της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, να εκτελεστούν σε άλλο κράτος μέλος.
30. Πρέπει εν πάση περιπτώσει να εξεταστεί μήπως, στην προκειμένη περίπτωση, η εκτέλεση της επίμαχης απαιτήσεως εμποδίζεται από την παραβίαση γενικών αρχών του δικαίου, οι οποίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής κοινοτικών μέτρων, ιδίως των αρχών της δικαίας δίκης (22) , της χρηστής διοικήσεως (23) και του κράτους δικαίου.
31. Είναι ασαφές στην προκειμένη περίπτωση, αφενός, αν οι οφειλέτες ενημερώθηκαν με κάποιον τρόπο σχετικά με την κατ’ αυτών απαίτηση εκ δασμών, ενημέρωση η οποία θα τους παρείχε τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων. Συγκεκριμένα, οι εφεσίβλητοι προέβαλαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ενημερώθηκαν σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση του ιταλικού τίτλου, καθώς και σχετικά με την ύπαρξη του, μέσω της αποφάσεως των ελληνικών αρχών, η οποία τους κοινοποιήθηκε μόλις στις 6 Σεπτεμβρίου και στις 31 Δεκεμβρίου 1996.
32. Αφετέρου, πρέπει να εξεταστεί μήπως η διαδικασία από τη γέννηση της απαιτήσεως εκ δασμών το έτος 1968 μέχρι την αίτηση περί εισπράξεως της απαιτήσεως στην Ελλάδα το έτος 1996 διήρκεσε επί υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, και σε ποιον ενδεχομένως πρέπει να αποδοθεί αυτή η μακρά διάρκεια της διαδικασίας. Συναφώς, μόνον η επίκληση της παραγραφής δεν πρέπει εν πάση περιπτώσει να επηρεάζει τη νομιμότητα της εκτελέσεως.
33. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να διερευνήσει περαιτέρω τα πραγματικά περιστατικά και να τα αξιολογήσει ενδεχομένως υπό το φως των γενικών αρχών που μνημονεύτηκαν ανωτέρω.
VI – Πρόταση
34. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς:
«Η οδηγία 76/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα, κατά την ισχύουσα στις 6 Φεβρουαρίου 1996 διατύπωσή της, εφαρμόζεται επί απαιτήσεων εκ δασμών οι οποίες γεννήθηκαν σε ένα κράτος μέλος της Κοινότητας πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας και για τις οποίες το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εξέδωσε τίτλο πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Οδηγία 76/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1976, για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικά με ορισμένες εισφορές, δασμού, φόρους και άλλα μέτρα (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 126), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2001/44/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ L 175, σ. 17).
3 – Οδηγία 79/1071/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1979, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 76/308/ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 35).
4 – Οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (EE. L 76, σ. 1), όπως διατυπώθηκε με την οδηγία 92/108/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ L 390, σ. 124).
5 – Οδηγία 2001/44, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 2.
6 – .ΦΕΚ Α΄ 189.
7 – .ΦΕΚ Α΄ 179.
8 – Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 923 159 ευρώ.
9 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (EE L 302, σ. 1).
10 – Η Επιτροπή αναφέρεται ιδίως στο άρθρο 66 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).
11 – Ήτοι η διατύπωση της οδηγίας ως έχει στην οδηγία 92/12 (μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 4) και η Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ 1994, C 241, σ. 274).
12 – Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 2.
13 – Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (ABl. 1979, L 291, σ. 17).
14 – Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1990, C‑372/88, Cricket St Thomas (Συλλογή 1990, σ. Ι‑1345, σκέψη 19), και της 9ης Μαρτίου 2000, C‑437/97, EKW και Wein & Co (Συλλογή 2000, σ. Ι‑1157, σκέψη 42).
15 – Όσον αφορά την υποχρέωση συνεργασίας των κρατών μελών μεταξύ τους, βλ. τις αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1983, 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 1013, σκέψη 36), και της 11ης Ιουνίου 1991, C‑251/89, Αθανασόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι‑2797, σκέψη 57).
16 – Στη θεωρία υποστηρίζεται μάλιστα ότι από το άρθρο 10 ΕΚ θα μπορούσε να προκύπτει άμεσα η υποχρέωση αναγνωρίσεως διοικητικών πράξεων άλλων κρατών μελών (βλ. Bogdandy, στο σύγγραμμα: Grabitz/Hilf, DasRechtderEuropäischenUnion, άρθρο 10, παράγραφος 52, με παραπομπή στην απόφαση της 7ης Μαΐου 1991 επί της υποθέσεως C‑340/89, Βλασσοπούλου [Συλλογή 1991, σ. Ι2357]).
17 – Αποφάσεις της 24ης Σεπτεμβρίου 2002 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι‑7869, σκέψη 119), και της 15ης Ιουλίου 1993 στην υπόθεση C‑34/92, GruSa Fleisch (Συλλογή 1993, σ. Ι‑4147, σκέψη 22).
18 – Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999 στην υπόθεση C‑61/98, De Haan Beheer (Συλλογή 1999, σ. Ι‑5003, σκέψεις 13 και 14), και της 12ης Νοεμβρίου 1981 στις υποθέσεις 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9).
19 – Το εκτιθέμενο πρόβλημα δεν θα ανέκυπτε αν η προκειμένη περίπτωση διείπετο από την οδηγία 76/308 ως έχει κατά τη διατύπωση της οδηγίας 2001/44. Η νέα διατύπωση καλύπτει πράγματι γενικώς τους εισαγωγικούς δασμούς (άρθρο 2, στοιχείο γ΄, οι οποίοι στο άρθρο 3 ορίζονται ως «οι δασμοί και οι φόροι ισοδυνάμου αποτελέσματος επί των εισαγωγών και οι επιβαρύνσεις επί των εισαγωγών που έχουν θεσπιστεί στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στα πλαίσια ειδικών καθεστώτων για ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων».
20 – ABl. L 94, σ. 19.
21 – Βλ. συναφώς την απόφαση 66/532/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1966, περί καταργήσεως των δασμών και απαγορεύσεως των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών καθώς και περί εφαρμογής των δασμών του Κοινού Δασμολογίου για τα εμπορεύματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (ABl. 165, σ. 2791), καθώς και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 950/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί του Κοινού Δασμολογίου (ABl. 172, σ. 1).
22 – Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998 στην υπόθεση C-185/95 P, Baustalgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι‑8417, σκέψη 21), και την απόφαση της 29ης Μαΐου 1997 στην υπόθεση C‑299/95, Kremzow (Συλλογή 1997, σ. Ι‑2629, σκέψη 14), καθώς και τη γνωμοδότηση 2/94 της 28ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. Ι‑1759, σκέψη 33).
23 – Βλ. το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του οποίου η διακήρυξη έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ C 364, σ. 1), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs της 22ας Μαρτίου 2001, στην υπόθεση C‑270/99 P, Ζ κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι‑9197, ιδίως σ. Ι‑9199, σημείο 40).
Full & Egal Universal Law Academy