ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 27ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-366/02
Gerd Gschoßmann
κατά
Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Süd
[αίτηση του Verwaltungsgericht Halle (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή γεωργική πολιτική – Καθεστώς στήριξης των παραγωγών αροτραίων καλλιεργειών – Αντισταθμιστικές πληρωμές για τις εκτάσεις αροτραίων καλλιεργειών και για την προσωρινή παύση της καλλιέργειας γαιών – Αποκλείονται οι γαίες που χρησιμοποιούνται για “μόνιμες καλλιέργειες” – Έννοια»
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία της εννοίας «αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο για […] μόνιμες καλλιέργειες» κατά τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ης Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (2), και (ΕΚ) 1251/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (3).
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, που πραγματοποιήθηκε το 1992, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε ένα νέο καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών αροτραίων καλλιεργειών. Το καθεστώς αυτό αποσκοπεί στο να αποφευχθεί η υπερπαραγωγή στον τομέα αυτό, ώστε να διασφαλιστεί καλύτερη ισορροπία της αγοράς με προσέγγιση των κοινοτικών τιμών με τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς και στο να αντισταθμιστεί η απώλεια εισοδήματος, που προκύπτει από την μείωση των κοινοτικών τιμών, με την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στους παραγωγούς (4).
3. Κατά συνέπεια, οι αρχές που διείπαν τη χορήγηση των ενισχύσεων στις αροτραίες καλλιέργειες τροποποιήθηκαν. Έτσι, από το 1992 και μετά, οι αντισταθμιστικές πληρωμές δε συνδέονται πλέον με τον όγκο της παραγωγής, αλλά με την έκταση των γαιών και την δυνατότητα αποδόσεως των διαφόρων περιφερειών της Κοινότητας (5). Επιπλέον, ο κοινοτικός νομοθέτης εξάρτησε τη χορήγηση των αντισταθμιστικών πληρωμών από την υποχρέωση των παραγωγών να παύουν προσωρινά την καλλιέργεια σε τμήμα των γαιών τους.
4. Σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό του 1992, αντισταθμιστική πληρωμή μπορεί να χορηγηθεί για τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για αροτραίες καλλιέργειες ή για τις εκτάσεις στις οποίες έχει παύσει προσωρινά η καλλιέργεια. Το άρθρο 9 του νομοθετήματος αυτού αποκλείει ωστόσο ορισμένες γαίες από το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών. Προβλέπει τα εξής:
«Οι αιτήσεις για την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής καθώς και για την εκπλήρωση της υποχρέωσης της παύσης καλλιέργειας γαιών, δεν δύνανται να υποβάλλονται μόνο για αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991 για μόνιμη βοσκή, δάση, μόνιμες καλλιέργειες ή μη γεωργικούς σκοπούς.»
5. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2780/92 (6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1959/94 (7), η έννοια των «μονίμων καλλιεργειών» (8) ορίζεται ως εξής:
«Καλλιέργειες εκτός αμειψισπορίας, άλλες από τις μόνιμες βοσκές που καταλαμβάνουν εκτάσεις για μια περίοδο πέντε ή περισσοτέρων ετών και παρέχουν επαναλαμβανόμενες εσοδείες ενός προϊόντος, με εξαίρεση τις πολυετείς αροτραίες καλλιέργειες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ.»
6. Το νομοθέτημα αυτό αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 658/96 (9), αλλά ο ορισμός της εννοίας των «μονίμων καλλιεργειών» παρέμεινε ο ίδιος, καθόσον ως μόνιμες καλλιέργειες νοούνται (10):
«Μη εναλλασσόμενες καλλιέργειες, εκτός των μόνιμων βοσκοτόπων, οι οποίες καταλαμβάνουν εκτάσεις για μια περίοδο πέντε χρόνων ή περισσότερο και παρέχουν επαναλαμβανόμενες συγκομιδές, με εξαίρεση τις πολυετείς καλλιέργειες.»
7. Εν συνεχεία, ο βασικός κανονισμός του 1992 και ο κανονισμός 658/96 αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, από τους κανονισμούς 1251/1999 και (ΕΚ) 2316/1999 (11). Τα νομοθετήματα αυτά διατήρησαν ωστόσο τον αποκλεισμό των αντισταθμιστικών πληρωμών για τις γαίες οι οποίες, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991, εχρησιμοποιούντο για μόνιμες καλλιέργειες ή για μη γεωργικούς σκοπούς (12), καθώς και τον ορισμό της εννοίας των «μονίμων καλλιεργειών» που παρατέθηκε στο σημείο 6 των παρουσών προτάσεων (13).
II – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
8. Εν προκειμένω, το Verwaltungsgericht Halle (Γερμανία) ζητεί να διευκρινιστεί η έννοια αυτή των «αγροτεμαχίων που εχρησιμοποιούντο […] για […] μόνιμες καλλιέργειες ή μη γεωργικούς σκοπούς». Συγκεκριμένα, στο δικαστήριο αυτό υποβλήθηκε μια διαφορά μεταξύ του Gerd Gschoßmann, γεωργού, και του Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Süd (Οργανισμού γεωργίας και αναδασμού) (14), σχετικά με αίτηση επιστροφής αντισταθμιστικών πληρωμών.
9. Το ζήτημα που ανακύπτει στη διαφορά αυτή είναι αν ο G. Gschoßmann μπορεί να λάβει αντισταθμιστικές πληρωμές για γαίες στις οποίες είχε στο παρελθόν φυτέψει μηλιές και τις οποίες εκμεταλλευόταν ως οπωρώνες. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, οι γαίες αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
– στις 31 Δεκεμβρίου 1991, το πρώτο τμήμα των γαιών ήταν ακόμα φυτεμένο με μηλιές, οι οποίες δεν ψεκάζονταν πλέον και των οποίων τα μήλα δεν είχαν συλλεγεί το 1991. Η εκχέρσωση των γαιών αυτών είχε ήδη αποφασιστεί και πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια·
– στο δεύτερο τμήμα των γαιών, τα δένδρα είχαν ήδη κοπεί κατά την ημερομηνία αναφοράς. Ωστόσο, βρίσκονταν ακόμη επάνω στις γαίες αυτές, πράγμα το οποίο εμπόδιζε οποιαδήποτε εκμετάλλευση του αγρού. Τα κομμένα αυτά δένδρα δεν απομακρύνθηκαν παρά αργότερα· και
– στο τρίτο τμήμα των γαιών, τα δένδρα είχαν ήδη κοπεί και απομακρυνθεί, αλλά οι εν λόγω γαίες δεν είχαν ακόμη χρησιμοποιηθεί για νέα εκμετάλλευση.
10. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, αν οι γαίες αυτές θεωρηθούν «αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991 για [...] μόνιμες καλλιέργειες η μη γεωργικούς σκοπούς» κατά την έννοια των βασικών κανονισμών, ο G. Gschoßmann θα απολέσει το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών, που έλαβε αυτεπαγγέλτως. Αντιθέτως, αν οι γαίες αυτές δεν συνιστούν εκτάσεις που εχρησιμοποιούντο κατά την ημερομηνία αναφοράς για μόνιμες καλλιέργειες ή μη γεωργικούς σκοπούς, ο G. Gschoßmann θα μπορέσει να διατηρήσει τις αντισταθμιστικές πληρωμές που έλαβε.
11. Ωστόσο, δεδομένου ότι το Verwaltungsgericht Halle είχε αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις επίμαχες διατάξεις, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαιτεί η χρησιμοποίηση γαιών για μόνιμες καλλιέργειες κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού […] 1765/92 […] ή του άρθρου 7 του κανονισμού […] 1251/1999 […] την εκμετάλλευση των καλλιεργειών που υφίστανται στις γαίες αυτές, ήτοι εν προκειμένω των μηλιών;
2) Θεωρούνται οι γαίες ότι χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες όταν ο ιδιοκτήτης ή ο μισθωτής παραλείπει να χρησιμοποιήσει εντομοκτόνα κατά την περίοδο βλαστήσεως και δεν προβαίνει εν συνεχεία στη συγκομιδή;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, παύει η χρησιμοποίηση των γαιών για μόνιμες καλλιέργειες όταν ο ιδιοκτήτης ή ο μισθωτής αποφασίζει αρχικώς να κόψει άμεσα τις μηλιές, χωρίς ωστόσο να εφαρμόσει την απόφαση αυτή πριν από την ημερομηνία αναφοράς; Πρέπει να δοθεί διαφορετική απάντηση αν η κοπή των δένδρων ανατίθεται σε άλλη επιχείρηση πριν από την ημερομηνία αναφοράς;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως και στο τρίτο ερώτημα, παύει η χρησιμοποίηση των γαιών για μόνιμες καλλιέργειες, όταν ο ιδιοκτήτης ή ο μισθωτής έκοψε τις μηλιές χωρίς να έχει την πρόθεση να φυτέψει νέα δένδρα, με άλλα λόγια: σε μια τέτοια περίπτωση, αντιστοιχεί η καταληκτική ημερομηνία για την κοπή, ήτοι η 31η Δεκεμβρίου 1991, στην καταληκτική ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη όσον αφορά το καθεστώς στηρίξεως;
5) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως και στο τέταρτο ερώτημα, παύει η χρησιμοποίηση των γαιών για μόνιμες καλλιέργειες με την απομάκρυνση των κομμένων δέντρων από τις εκτάσεις πριν από την ημερομηνία αναφοράς, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως καλλιεργήσιμα εδάφη;
6) Σε περίπτωση που μία από τις προπαρατεθείσες περιστάσεις συνεπάγεται την παύση της χρησιμοποιήσεως των γαιών για μόνιμες καλλιέργειες, τίθεται το ερώτημα: πρέπει οι γαίες κατά την παύση της χρησιμοποιήσεώς τους για μόνιμες καλλιέργειες, κατά την έννοια ενός από τους δύο προπαρατεθέντες κανονισμούς, να χαρακτηρίζονται κατά την ημερομηνία αναφοράς ως γαίες που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικούς σκοπούς και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, μπορεί μία από τις περιστάσεις αυτές να θέσει τέρμα στον χαρακτηρισμό αυτό;»
III – Η ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
12. Κατά τη γνώμη μου, τα ερωτήματα του Verwaltungsgericht Halle μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.
13. Η πρώτη σειρά ερωτημάτων αφορά το είδος της εκμεταλλεύσεως που απαιτεί η έννοια «αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο […] για μόνιμες καλλιέργειες». Το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν η έννοια αυτή απαιτεί εκμετάλλευση των επίμαχων γαιών και, ειδικότερα, εκμετάλλευση με κερδοσκοπικό σκοπό (πρώτο ερώτημα), τη χρησιμοποίηση εντομοκτόνων ή την πραγματοποίηση συγκομιδών (δεύτερο ερώτημα).
14. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παρέθεσε μια απόφαση του Oberverwaltungsgericht Sachsen-Anhalt (Γερμανία) του Σεπτεμβρίου 2001, με την οποία κρίθηκε ότι η έννοια «αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο [...] για μόνιμες καλλιέργειες» προϋπέθετε ότι οι γαίες αποτελούν αντικείμενο κερδοσκοπικής εκμεταλλεύσεως και ότι η απλή χρησιμοποίηση των γαιών για μόνιμες καλλιέργειες, χωρίς συντήρηση, δεν αρκούσε για να εμπίπτουν οι γαίες αυτές στο άρθρο 9 του βασικού κανονισμού του 1992. Με την πρώτη σειρά ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί συνεπώς να βεβαιωθεί για το αν είναι ακριβής ο ορισμός που έδωσε το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
15. Επί του σημείου αυτού θεωρώ, όπως και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ότι η έννοια «αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο [...] για μόνιμες καλλιέργειες» δεν απαιτεί εκμετάλλευση των γαιών και ότι η έλλειψη εκμεταλλεύσεως των γαιών αυτών, χωρίς ιδιαίτερη συντήρηση, αρκεί για να καταληφθούν οι γαίες αυτές από την εξαίρεση που προβλέπουν οι βασικοί κανονισμοί.
16. Πράγματι, τα άρθρα 9 του βασικού κανονισμού του 1992 και 7 του βασικού κανονισμού του 1999 απαιτούν αποκλειστικά οι γαίες να «εχρησιμοποιούντο» για μόνιμες καλλιέργειες κατά την ημερομηνία αναφοράς.
17. Κατά λέξη, το ρήμα «consacrer» σημαίνει «προορίζω (κάποιο πράγμα) για μία χρήση» (15). Το επίθετο «consacrées», που χρησιμοποιείται στους βασικούς κανονισμούς, απαιτεί συνεπώς να έχει υπάρξει σχετική χρήση ή να έχει δοθεί ειδικός προορισμός στις γαίες, εν προκειμένω οι μόνιμες καλλιέργειες. Αντιθέτως, το επίθετο αυτό δεν εκφράζει την ιδέα ότι οι γαίες πρέπει, επιπλέον, να αποτελούν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως ή ειδικής συντηρήσεως.
18. Έτσι, η έκφραση «αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο [...] για μόνιμες καλλιέργειες» μπορεί να απαιτεί να έχει λάβει ο γεωργός, σε δεδομένη στιγμή, τα αναγκαία μέτρα για να μπορέσουν οι γαίες να δεχθούν μόνιμες καλλιέργειες και να έχει πράγματι χρησιμοποιήσει τις γαίες αυτές για τέτοιες καλλιέργειες. Αντιθέτως, δεν απαιτεί οι γαίες αυτές, από τη στιγμή που προορίστηκαν για μόνιμες καλλιέργειες, να έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκμεταλλεύσεως. Οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις των επίμαχων διατάξεων χρησιμοποιούν, εξάλλου, λέξεις που υποδηλώνουν επίσης την μη εκμετάλλευση των γαιών, και όχι μια ενεργή συντήρηση («tierras dedicadas» στα ισπανικά, «Flächen genutzt wurden» στα γερμανικά, «land which was under» στα αγγλικά και «terreni destinati» στα ιταλικά).
19. Η λεκτική αυτή ανάλυση φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τη λογική των άρθρων 9 του βασικού κανονισμού 1992 και 7 του βασικού κανονισμού 1999. Συγκεκριμένα, γνωρίζουμε ότι, πέραν των γαιών που χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες, και άλλες γαίες αποκλείονται από το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών: πρόκειται για τις γαίες που χρησιμοποιούνται για μόνιμη βοσκή και δάση. Όπως όμως τόνισε η Επιτροπή, η μόνιμη βοσκή και τα δάση δεν προϋποθέτουν εκμετάλλευση των σχετικών γαιών: μπορούν κάλλιστα να συνίστανται σε αμιγώς φυσική παραγωγή χόρτων (όσον αφορά την πρώτη) ή δένδρων (όσον αφορά τα δεύτερα) (16). Δεν είναι συνεπώς λογικό να απαιτείται μια τέτοια προϋπόθεση για τις μόνιμες καλλιέργειες, που αποκλείονται από το ευεργέτημα των αντισταθμιστικών πληρωμών στην ίδια βάση με τη μόνιμη βοσκή και τα δάση.
20. Τέλος, η απαίτηση εκμεταλλεύσεως των γαιών θεωρώ ότι δύσκολα συμβιβάζεται με τους σκοπούς που επιδιώκουν τα άρθρα 9 του βασικού κανονισμού του 1992 και 7 του βασικού κανονισμού του 1999.
21. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η γαίες οι οποίες δεν είχαν καλλιεργηθεί με αροτραίες καλλιέργειες πριν από την έναρξη ισχύος του βασικού κανονισμού του 1992 να αρχίσουν να καλλιεργούνται με μοναδικό σκοπό την είσπραξη των αντισταθμιστικών πληρωμών (17). Αν όμως γίνει δεκτή η επίδικη προϋπόθεση, οι γαίες που χρησιμοποιήθηκαν για αροτραίες καλλιέργειες μόνο μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1991 θα μπορούσαν να αποφύγουν τον αποκλεισμό των άρθρων 9 του βασικού κανονισμού του 1992 και 7 του βασικού κανονισμού του 1999 με το αιτιολογικό ότι δεν αποτελούν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως ή ειδικής συντηρήσεως. Με άλλα λόγια, για γαίες που δεν είναι επιλέξιμες σύμφωνα με τη φιλοσοφία των βασικών κανονισμών θα μπορούσαν να καταβληθούν ενισχύσεις με το αιτιολογικό ότι οι γαίες αυτές δεν αποτελούν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως με κερδοσκοπικό σκοπό, δεν χρησιμοποιούνται σ’ αυτές εντομοκτόνα ή δεν πραγματοποιούνται συγκομιδές.
22. Η δεύτερη σειρά ερωτημάτων αφορά τις περιστάσεις που μπορούν να θέσουν τέρμα στη χρησιμοποίηση των γαιών για μόνιμες καλλιέργειες. Το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν η χρησιμοποίηση αυτή παύει όταν ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως λαμβάνει την απόφαση να κόψει τις μηλιές ή να αναθέσει το έργο αυτό σε επιχειρηματία (τρίτο ερώτημα), κατά τον χρόνο της πραγματικής κοπής των μηλιών (τέταρτο ερώτημα) ή κατά τον χρόνο της απομακρύνσεως των κομμένων δένδρων (πέμπτο ερώτημα).
23. Τα ερωτήματα αυτά δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσχέρειες. Συγκεκριμένα, στον βαθμό που τα άρθρα 9 του βασικού κανονισμού του 1992 και 67 του βασικού κανονισμού του 1999 απαιτούν μόνο την ύπαρξη μόνιμων καλλιεργειών στις γαίες και όχι την εκμετάλλευσή τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γαίες παύουν να χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες από τη στιγμή που οι καλλιέργειες αυτές εξαλείφονται οριστικά. Η απλή απόφαση κοπής των δένδρων, χωρίς η απόφαση αυτή να εκτελεστεί, δεν είναι συνεπώς επαρκής. Αντιθέτως, δεν απαιτείται τα δένδρα μετά την κοπή τους να έχουν απομακρυνθεί, καθόσον, από βιολογικής απόψεως, τα δένδρα εξέλιπαν μετά την εκρίζωσή τους.
24. Τέλος, το τελευταίο ερώτημα αφορά τον χαρακτηρισμό που πρέπει να δοθεί στις γαίες όταν αυτές έπαυσαν να χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες. Το αιτούν δικαστήριο ρωτά αν, όταν τα δένδρα έχουν εκριζωθεί και οι γαίες συνεπώς έπαυσαν να χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες, οι γαίες αυτές πρέπει να θεωρούνται ότι χρησιμοποιούνται για «μη γεωργικούς σκοπούς» κατά την έννοια των άρθρων 9 του βασικού κανονισμού του 1992 και 7 του βασικού κανονισμού του 1999 (έκτο ερώτημα).
25. Με βάση την κοινή έννοια των λέξεων, ο όρος «agricole» [γεωργικός] προσδιορίζει το σύνολο των εργασιών που πραγματοποιούνται για την παραγωγή φυτών και ζώων (18). Μια έκταση γης που χρησιμοποιείται για γεωργικούς σκοπούς είναι συνεπώς μια έκταση γης που προορίζεται για την παραγωγή ζώων ή φυτών. Εν προκειμένω, όμως, γνωρίζουμε ότι οι επίδικες γαίες δε χρησιμοποιήθηκαν για κάποιον συγκεκριμένο σκοπό μετά την εκρίζωση των μηλιών. Επομένως, οι γαίες αυτές, εφόσον δεν προορίζονται για την παραγωγή ζώων ή φυτών, αποτελούν γαίες χρησιμοποιούμενες για «μη γεωργικούς σκοπούς» κατά την έννοια των βασικών κανονισμών.
IV – Πρόταση
26. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Halle:
«Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, και το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1251/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, έχουν την έννοια ότι:
– η έκφραση “αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο […] για μόνιμες καλλιέργειες” δεν απαιτεί την εκμετάλλευση των γαιών και, ειδικότερα, την εκμετάλλευση με κερδοσκοπικό σκοπό, τη χρησιμοποίηση εντομοκτόνων ή την πραγματοποίηση συγκομιδών,
– οι γαίες έπαυσαν να χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες κατά την έννοια των διατάξεων αυτών κατά τον χρόνο της εκριζώσεως των φυτών που είχαν φυτευθεί στις γαίες αυτές,
– οι γαίες οι οποίες, μετά την εκρίζωση των ως άνω φυτών, δεν προορίζονται για την παραγωγή άλλων φυτών ή για την παραγωγή ζώων αποτελούν “αγροτεμάχια που εχρησιμοποιούντο [...] για μη γεωργικούς σκοπούς” κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 181, σ. 12 (στο εξής και βασικός κανονισμός 1992).
3 – ΕΕ L 160, σ. 1 (στο εξής και βασικός κανονισμός 1999).
4 – Βλ., μεταξύ άλλων, δεύτερη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού του 1992.
5 – Ibidem (πέμπτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο).
6 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1992, περί των όρων χορήγησης των αντισταθμιστικών πληρωμών στα πλαίσια του καθεστώτος ενίσχυσης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 281, σ. 5).
7 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994 (ΕΕ L 198, σ. 93).
8 – Βλ. παράρτημα I, σημείο II.
9 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 1996, περί ορισμένων εκ των όρων χορήγησης αντισταθμιστικών πληρωμών στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 91, σ. 46).
10 – Βλ. παράρτημα I, σημείο 2.
11 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1999 (ΕΕ L 280, σ. 43).
12 – Άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού του 1999.
13 – Παράρτημα I, σημείο 2, του κανονισμού 2316/1999.
14 – Στο εξής: Οργανισμός.
15 – [«Destiner (quelque chose) à un usage»] βλ. Le Petit Robert, Dictionnaire de la langue française, Παρίσι, Éditions Dictionnaires Le Robert, 1999.
16 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, τον ορισμό της εννοίας της «μόνιμης βοσκής» που διαλαμβάνεται στους κανονισμούς 2780/92, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1959/94 (παράρτημα I, σημείο I)· 658/96 (παράρτημα I, σημείο 1) και 2316/1999 (παράρτημα I, σημείο 1).
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού του 1992 και εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού του 1999.
18 – Βλ. Le Petit Robert, Dictionnaire de la langue française, όπ.π.
Full & Egal Universal Law Academy