ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 25ης Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-372/02
Roberto Adanez-Vega
κατά
Bundesanstalt für Arbeit
[αίτηση του Bundessozialgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας – Παροχές ανεργίας – Προϋποθέσεις συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως – Εθνικό μέτρο το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη περίοδο υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας που εκπληρώθηκε σε άλλο κράτος μέλος»
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Bundessozialgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως) (Γερμανία) έθεσε στο Δικαστήριο μια σειρά ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 13, 67 και 71 του κανονισμού 1408/71 (2) (στο εξής: κανονισμός).
2. Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, πρώτον, ποια είναι η εφαρμοστέα νομοθεσία επί Ισπανού υπηκόου ο οποίος, αφού διήνυσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Γερμανία, διέμεινε επί εννέα μήνες στην Ισπανία προκειμένου να εκπληρώσει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία του, μετά τη λήξη της οποίας επέστρεψε στη Γερμανία, όπου ζήτησε τη λήψη παροχών ανεργίας, και, δεύτερον, αν ο κανονισμός απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος στρατιωτικής θητείας κατά τον καθορισμό του αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης έχει δικαίωμα να λάβει τέτοιες παροχές.
3. Οι διατάξεις του κανονισμού που είναι επίμαχες εν προκειμένω είναι το άρθρο 3 (το οποίο καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως), το άρθρο 13, παράγραφος 2 (το οποίο περιέχει κανόνες σχετικά με τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας), το άρθρο 67 (το οποίο θεσπίζει κανόνες σχετικά με τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να καθοριστεί αν υφίσταται δικαίωμα για τη λήψη παροχών ανεργίας) και το άρθρο 71 (το οποίο αφορά τους ανέργους που, κατ’ ουσίαν, απασχολήθηκαν για τελευταία φορά σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της κατοικίας τους). Το κείμενο των ανωτέρω διατάξεων παρατίθεται, κατά το αναγκαίο μέτρο, στην αρχή της εξετάσεως του ερωτήματος ή των ερωτημάτων επί των οποίων ασκούν επιρροή οι εν λόγω διατάξεις.
4. Το άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 (3) ασκεί, επίσης, επιρροή εν προκειμένω. Ο εν λόγω κανονισμός καθορίζει τον τρόπο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Το άρθρο 80 προβλέπει, στο πλαίσιο του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71, ότι οι αρμόδιοι για θέματα ανεργίας φορείς του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη τελευταία ο ενδιαφερόμενος εκδίδουν βεβαίωση που να αναφέρει τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως τις οποίες ο ενδιαφερόμενος συμπλήρωσε με την ιδιότητα του μισθωτού υπό την ως άνω νομοθεσία.
Η σχετική εθνική νομοθεσία
5. Το άρθρο 100 του Αrbeitsförderungsgesetz (νόμου περί προωθήσεως της εργασίας, στο εξής: AFG) ορίζει ότι ένα άτομο έχει δικαίωμα επί επιδόματος ανεργίας, μεταξύ άλλων, αν πληροί τις προϋποθέσεις όσον αφορά τη συμπλήρωση του χρόνου ασφαλίσεως που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος επί παροχών ανεργίας. Το άρθρο 104 του AFG ορίζει ότι η προϋπόθεση όσον αφορά τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος επί παροχών ανεργίας πληρούται αν το ως άνω άτομο εργάσθηκε επί 360 ημέρες σε απασχόληση δημιουργούσα την υποχρέωση καταβολής εισφορών κατά τη διάρκεια της τριετούς περιόδου αναφοράς η οποία περατώνεται την αμέσως προηγούμενη ημέρα της ημέρας κατά την οποία αρχίζει η ανεργία και κατά την οποία πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για την παροχή δικαιώματος επί επιδόματος ανεργίας.
6. Το άρθρο 107 του AFG ορίζει ότι ο χρόνος στρατιωτικής θητείας εξομοιώνεται με περίοδο απασχολήσεως δημιουργούσα την υποχρέωση καταβολής εισφορών.
Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα υποβληθέντα ερωτήματα
7. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής.
8. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, ο οποίος έχει ισπανική ιθαγένεια, γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974 και έκτοτε έχει την κύρια κατοικία του στη Γερμανία. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1991 και Ιουλίου 1994 ο προσφεύγων της κύριας δίκης ακολούθησε εκπαίδευση στη Μαδρίτη και απέκτησε δίπλωμα ηλεκτρονικού μηχανικού στον βιομηχανικό κλάδο της ενέργειας. Από τις 3 έως τις 31 Αυγούστου 1994 και από τις 3 Νοεμβρίου 1994 έως τις 20 Απριλίου 1995, ο προσφεύγων της κύριας δίκης εργάσθηκε στη Γερμανία ως ηλεκτρολόγος. Στις 21 Απριλίου 1995, μετέβη στην Ισπανία, όπου εκπλήρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία του από τις 18 Μαΐου 1995 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1996· από τις 30 Μαΐου 1996, εργάσθηκε εκ νέου στη Γερμανία.
9. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του κανονισμού 574/72, ο ισπανικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως βεβαίωσε, τον Ιανουάριο του 1997, ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε συμπληρώσει περίοδο ασφαλίσεως και απασχολήσεως από την 1η Δεκεμβρίου 1991 έως τις 4 Δεκεμβρίου 1992.
10. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης εγγράφηκε, στις 25 Απριλίου 1996, στον καθού της κύριας δίκης ως άνεργος. Ο καθού της κύριας δίκης αρνήθηκε να του χορηγήσει παροχές ανεργίας, για τον λόγο ότι δεν επληρούτο η προϋπόθεση όσον αφορά τη συμπλήρωση του χρόνου ασφαλίσεως που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος επί παροχών ανεργίας, καθόσον, μεταξύ άλλων, η περίοδος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας που εκπλήρωσε ο προσφεύγων της κύριας δίκης στην Ισπανία δεν αποτελούσε απασχόληση δημιουργούσα την υποχρέωση καταβολής εισφορών κατά την έννοια του AFG.
11. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht Hannover, η οποία έγινε δεκτή· η απόφαση του ως άνω δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε κατ’ έφεση από το Landessozialgericht. Ο καθού της κύριας δίκης άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundessozialgericht.
12. Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι η τριετής περίοδος αναφοράς συμπεριλαμβάνει την περίοδο από τις 25 Απριλίου 1993 έως τις 24 Απριλίου 1996. Κατά την περίοδο αυτή, ο προσφεύγων της κύριας δίκης εργάσθηκε στη Γερμανία σε απασχόληση δημιουργούσα την υποχρέωση καταβολής εισφορών από τις 3 Αυγούστου 1994 έως τις 31 Αυγούστου 1994 και από τις 3 Νοεμβρίου 1994 έως τις 20 Απριλίου 1995. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης εργάσθηκε συνολικά στην ως άνω απασχόληση επί 198 ημέρες, ήτοι για διάστημα μικρότερο από 360 ημέρες. Ωστόσο, ο προσφεύγων της κύριας δίκης θα είχε δικαίωμα λήψεως παροχών ανεργίας εάν συνυπολογιζόταν η περίοδος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας από τις 18 Μαΐου 1995 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1996. Η εν λόγω περίοδος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, βάσει του γερμανικού δικαίου, προκειμένου να αποδειχθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση όσον αφορά τη συμπλήρωση του χρόνου ασφαλίσεως που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος επί παροχών ανεργίας, αλλά ενδέχεται να λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Τούτο προϋποθέτει ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, εναπέκειτο στον καθού της κύριας δίκης να χορηγήσει παροχές ανεργίας και ότι επληρούντο οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των εν λόγω παροχών. Το αν τούτο ισχύει εξαρτάται από την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1408/71. Επομένως, το Bundessozialgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο μια σειρά προδικαστικών ερωτημάτων.
13. Το πλήρες κείμενο των υποβληθέντων ερωτημάτων εκτίθεται στο παράρτημα των ανά χείρας προτάσεων. Τα εν λόγω ερωτήματα θέτουν, κατ’ ουσίαν, τα ακόλουθα ζητήματα: πρώτον, το αν εφαρμοστέα υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως είναι η ισπανική ή η γερμανική νομοθεσία· δεύτερον, το αν η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης είναι «απασχόληση» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1· τρίτον, το αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, το άρθρο 67 εφαρμόζεται, κατ’ αρχήν, από κοινού με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii· και τέταρτον, το αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, το άρθρο 67 απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας που εκπληρώθηκε μετά την τελευταία περίοδο ασφαλίσεως του προσφεύγοντος της κύριας δίκης υπό τη γερμανική νομοθεσία. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 3 του κανονισμού απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος της στρατιωτικής θητείας, εάν οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν απαιτούν να λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω περίοδος.
14. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, η Γερμανική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεδομένου ότι δεν υπήρξε σχετικό αίτημα.
Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας
15. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ένα πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται στην κατάσταση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης υπόκειται στην ισπανική νομοθεσία σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού ή στη γερμανική νομοθεσία σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του εν λόγω κανονισμού.
Άρθρο 13 του κανονισμού
16. Το άρθρο 13, που φέρει τον τίτλο «Γενικοί κανόνες», είναι η πρώτη διάταξη του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71, που επιγράφεται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας».
17. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ [που δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση], τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.»
18. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, θεσπίζει μια σειρά κανόνων που αποσκοπούν στον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας σε ειδικές περιστάσεις. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17, τα οποία αποτελούν τις λοιπές διατάξεις του τίτλου ΙΙ και περιέχουν διάφορους ειδικούς κανόνες εκ των οποίων ουδείς εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
19. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, προβλέπει τα εξής:
«[Το] πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.»
20. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, προβλέπει τα εξής:
«[Το] πρόσωπο που καλείται ή επανακαλείται για την εκτέλεση στρατιωτικής θητείας ή πολιτικής υπηρεσίας σε ένα κράτος μέλος υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού. Αν η υπαγωγή στη νομοθεσία αυτή εξαρτάται από την πραγματοποίηση ασφαλιστικών περιόδων προ της κατατάξεώς του στο στρατό ή στην πολιτική υπηρεσία ή μετά την απόλυσή του από το στρατό ή την πολιτική υπηρεσία, οι περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας κάθε άλλου κράτους μέλους θεωρούνται, κατά το αναγκαίο μέτρο, ως περίοδοι ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους. Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, που καλείται ή επανακαλείται να εκτελέσει στρατιωτική θητεία ή πολιτική υπηρεσία, διατηρεί την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού.»
21. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, το οποίο άρχισε να ισχύει στις 29 Ιουλίου 1991 και ενσωματώθηκε στον κανονισμό 1408/71 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2195/91 (4), προβλέπει τα εξής:
«[Το] άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, χωρίς η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους να καταστεί εφαρμοστέα και αυτό σύμφωνα με έναν από τους κανόνες που αναφέρονται στα προηγούμενα στοιχεία ή με μια από τις εξαιρέσεις ή ειδικούς κανόνες που αναφέρονται στα άρθρα 14 έως 17, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής και μόνο της νομοθεσίας.»
Εκτίμηση
22. Κατά τη γνώμη μου, η εφαρμοστέα νομοθεσία πρέπει να προσδιοριστεί μόνο βάσει του τίτλου ΙΙ του κανονισμού, που επιγράφεται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας» και έχει επανειλημμένως περιγραφεί από το Δικαστήριο ως «ένα πλήρες και ομοιόμορφο σύστημα κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου» (5). Συγκεκριμένα, το άρθρο 13, παράγραφος 1, ορίζει ρητώς: «Με την επιφύλαξη του άρθρου 14γ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.» Επομένως, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν διέπεται από τον τίτλο ΙΙ και ότι η εν λόγω νομοθεσία πρέπει να προσδιοριστεί δυνάμει άλλων διατάξεων του κανονισμού.
23. Βεβαίως, υπάρχουν διατάξεις σε άλλους τίτλους του κανονισμού οι οποίες προβλέπουν την εφαρμογή, υπό ειδικές περιστάσεις, της νομοθεσίας κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο του οποίου η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα δυνάμει του τίτλου ΙΙ. Ωστόσο, από το σύστημα του κανονισμού, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, προκύπτει σαφώς ότι η νομοθεσία που εφαρμόζεται κυρίως σε ένα πρόσωπο το οποίο ζητεί τη λήψη παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί πάντοτε να προσδιορίζεται βάσει του τίτλου ΙΙ, έστω και αν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, μια ειδική διάταξη του κανονισμού προβλέπει την εφαρμογή της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους για ειδικούς σκοπούς.
24. Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων της κύριας δίκης i) εργάσθηκε στη Γερμανία από τις 3 έως τις 31 Αυγούστου 1994 και από τις 3 Νοεμβρίου 1994 έως τις 20 Απριλίου 1995, περίοδο κατά την οποία υπαγόταν στη γερμανική νομοθεσία δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, και ii) εκπλήρωσε την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία του στην Ισπανία από τις 18 Μαΐου 1995 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1996, περίοδο κατά την οποία υπαγόταν στην ισπανική νομοθεσία δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄. Επίμαχο είναι το ερώτημα ποια νομοθεσία ήταν εν συνεχεία εφαρμοστέα, όταν επέστρεψε στη Γερμανία και ζήτησε τη λήψη παροχών ανεργίας.
25. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kuusijärvi (6), η οποία αφορούσε το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, φαίνεται να παρέχει απάντηση στο ως άνω ερώτημα. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι «σε ένα άτομο το οποίο δεν υπάγεται πλέον σε καμία νομοθεσία βάσει των λοιπών διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2 […], ή βάσει των διατάξεων των άρθρων 14 έως 17 του κανονισμού 1408/71, [το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, ορίζει ότι] έχει εφαρμογή η νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου το άτομο αυτό κατοικεί». Η περίπτωση αυτή περιγράφει προδήλως την κατάσταση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στην παρούσα υπόθεση. Η Γερμανική Κυβέρνηση συμμερίζεται την άποψη αυτή.
26. Καίτοι η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ισπανική νομοθεσία είναι εφαρμοστέα δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού, ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται ότι αφορά μόνον την εφαρμοστέα νομοθεσία κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, ενώ το πρώτο υποβληθέν ερώτημα αφορά τη νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα μεταγενεστέρως.
27. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, δεν έχει εφαρμογή ούτε μετά τη λήξη της στρατιωτικής θητείας ούτε μετά την απώλεια εργασίας: αν η ως άνω διάταξη είχε εφαρμογή, ένας άνεργος θα μπορούσε πάντοτε να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος και να ζητήσει παροχές ανεργίας εκεί. Ωστόσο, η άποψη αυτή είναι σαφώς αντίθετη προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kuusijärvi, σύμφωνα με την οποία «σ’ ένα άτομο που διέκοψε κάθε έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους […] έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, […] είτε η νομοθεσία του κράτους όπου άσκησε προηγουμένως έμμισθη δραστηριότητα, εφόσον εξακολουθεί να κατοικεί εκεί, είτε η νομοθεσία του κράτους στο οποίο, ενδεχομένως, μετέφερε την κατοικία του» (7).
28. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι με τους όρους «ένα άτομο που διέκοψε κάθε έμμισθη δραστηριότητα» το Δικαστήριο δεν επιθυμούσε να περιορίσει την έκταση των λεγομένων του στα άτομα που έχουν διακόψει οριστικά κάθε επαγγελματική δραστηριότητα. Στην υπόθεση Kuusijärvi, η Σουηδική και η Νορβηγική Κυβέρνηση είχαν υποστηρίξει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, είχε εφαρμογή μόνον στα ως άνω άτομα, ενώ ένα άτομο το οποίο είχε μόνο προσωρινά παύσει να εργάζεται εξακολουθούσε να υπάγεται, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, στη νομοθεσία του κράτους μέλους όπου είχε εργασθεί για τελευταία φορά, ακόμη και αν είχε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι από κανένα στοιχείο του κειμένου του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, δεν προέκυπτε ότι η διάταξη αυτή είχε τόσο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής· απεναντίας, η εν λόγω διάταξη έχει πολύ γενική διατύπωση ούτως ώστε να καλύπτει κάθε περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία ενός κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή σε ένα άτομο, για οποιονδήποτε λόγο, και όχι μόνον επειδή ο ενδιαφερόμενος σταμάτησε την επαγγελματική του δραστηριότητα είτε οριστικά είτε προσωρινά εντός συγκεκριμένου κράτους μέλους (8).
29. Εν πάση περιπτώσει, δεν είμαι πεπεισμένος ότι η ανησυχία της Επιτροπής είναι βάσιμη. Έστω και αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, έχει ως αποτέλεσμα ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία σε ένα άτομο το οποίο διέκοψε τη μισθωτή δραστηριότητά του σε ένα κράτος μέλος και μετέφερε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος είναι η νομοθεσία του δευτέρου κράτους, τούτο δεν παρέχει στο εν λόγω άτομο αυτομάτως το δικαίωμα να λάβει παροχές ανεργίας από το κράτος αυτό. Στην υπόθεση Kuusijärvi, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι μοναδικός σκοπός των διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι ο καθορισμός της εθνικής νομοθεσίας που έχει εφαρμογή στα άτομα τα οποία τελούν σε μια από τις καταστάσεις που διαλαμβάνονται στα στοιχεία του α΄ έως στ΄. Οι διατάξεις αυτές δεν αποσκοπούν στον καθορισμό των προϋποθέσεων της συστάσεως του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε κάποιο κλάδο ενός τέτοιου συστήματος. Όπως έχει κρίνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τις προϋποθέσεις αυτές (9). Όταν ένα κράτος μέλος εξαρτά το δικαίωμα λήψεως παροχών ανεργίας από την προϋπόθεση να έχει συμπληρώσει ο αιτών περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, το άρθρο 67 του κανονισμού απαιτεί να συνυπολογίζει το ως άνω κράτος τις εν λόγω περιόδους που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, η ως άνω απαίτηση εφαρμόζεται, κατά γενικό κανόνα, μόνον όταν ο αιτών έχει «πραγματοποιήσει τελευταία» τέτοιες περιόδους στο κράτος μέλος εντός του οποίου υπέβαλε τη σχετική αίτηση (10). Επομένως, δεν θεωρώ ότι η ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, την οποία προέκρινα μπορεί να έχει τα αποτελέσματα που περιέγραψε η Επιτροπή.
30. Ωστόσο, ανησυχώ περισσότερο λόγω της πιθανότητας ότι η ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, την οποία φαίνεται να υπαγορεύει η απόφαση Kuusijärvi, μπορεί να θίξει την οικονομία του κανονισμού, και ειδικότερα τις διατάξεις του κεφαλαίου 6 του τίτλου ΙΙΙ, το οποίο επιγράφεται «Ανεργία». Το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει τα άρθρα 67 έως 71. Όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, i, προβλέπει ότι ορισμένοι άνεργοι λαμβάνουν παροχές ανεργίας «σύμφωνα με τη νομοθεσία του [αρμόδιου] κράτους, σαν να [κατοικούσαν] στο έδαφός του»· το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, προβλέπει ότι άλλοι άνεργοι λαμβάνουν παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο κατοικούν. Από την οικονομία του κανονισμού και από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι ο όρος «αρμόδιο κράτος» πρέπει να ορισθεί ως το κράτος του οποίου η νομοθεσία εφαρμόζεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού (11). Λαμβανομένου υπόψη ότι, μέχρι την προσθήκη της διατάξεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, με τον κανονισμό 2195/91, η εφαρμοστέα νομοθεσία σε έναν άνεργο που ζητεί τη λήψη παροχών, κατά πάγια νομολογία, ήταν (δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄) εκείνη του κράτους της τελευταίας απασχολήσεως (12), δεν προξενεί έκπληξη το ότι το Δικαστήριο θεώρησε, κατά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, ότι το ως άνω κράτος ήταν συνήθως το αρμόδιο κράτος όσον αφορά τις παροχές ανεργίας (13). Αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, είχε ως αποτέλεσμα ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία σε έναν άνεργο που κατοικεί σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεως ήταν η νομοθεσία του κράτους κατοικίας, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, i, θα ήταν κενό περιεχομένου και το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, θα ήταν περιττό. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο το να αποσαφηνίσει το Δικαστήριο ότι η ερμηνεία που προσέδωσε στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, με την απόφασή του Kuusijärvi δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που αφορούν παροχές ανεργίας, οι οποίες εξακολουθούν να διέπονται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ή, κατ’ αναλογίαν, από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία β΄ έως ε΄, ανάλογα με την περίπτωση. Αν τούτο ίσχυε, το αποτέλεσμα στην παρούσα υπόθεση θα ήταν ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης θα ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, η ισπανική νομοθεσία.
31. Για τους σκοπούς των υπολοίπων υποβληθέντων ερωτημάτων, θεωρώ ότι, βάσει της αποφάσεως Kuusijärvi, η εφαρμοστέα νομοθεσία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, η γερμανική νομοθεσία. Πάντως, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα αξιολογούσε την ως άνω απόφαση κατά τον τρόπο που πρότεινα ανωτέρω, θα εξετάσω επίσης σύντομα, κατά το αναγκαίο μέτρο, ποια θα ήταν η κατάσταση εάν ήταν εφαρμοστέα η ισπανική νομοθεσία.
Το άρθρο 71 του κανονισμού
Σχετικές διατάξεις
32. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 περιέχει μια σειρά ορισμών, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι εξής:
«ιη) ως “περίοδοι ασφαλίσεως” νοούνται οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως·
ιθ) ως “περίοδοι απασχολήσεως” ή “περίοδοι μη μισθωτής δραστηριότητας” νοούνται οι περίοδοι που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως τέτοιες από τη νομοθεσία, υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν, ως και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζονται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμες προς τις περιόδους απασχολήσεως ή προς τις περιόδους μη μισθωτής δραστηριότητας.»
33. Το άρθρο 71 τιτλοφορείται «Άνεργοι που κατοικούσαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος». Το εισαγωγικό τμήμα της διατάξεως του άρθρου 71, παράγραφος 1, έχει την εξής διατύπωση:
«Ο σε ανεργία μισθωτός που κατοικούσε κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος λαμβάνει παροχές κατά τις ακόλουθες διατάξεις.»
34. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, αφορά τους μεθοριακούς εργαζομένους και προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ανεργία στην επιχείρηση που τον απασχολεί, λαμβάνει παροχές από το κράτος απασχολήσεως, σαν να κατοικούσε στο εν λόγω κράτος [άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, i)], ενώ ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία, λαμβάνει παροχές από το κράτος κατοικίας, σαν να είχε υπαχθεί στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του [άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii)].
35. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, αφορά άλλους εργαζομένους οι οποίοι, προτού καταστούν άνεργοι, ζούσαν και εργάζονταν σε διαφορετικά κράτη μέλη. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, i, ορίζει ότι ένα τέτοιο άτομο, το οποίο παραμένει στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους της τελευταίας απασχολήσεώς του, λαμβάνει παροχές από το εν λόγω κράτος σαν να κατοικούσε στο έδαφός του. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, προβλέπει τα εξής:
«Ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία και ο οποίος τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικεί ή επιστρέφει στο έδαφος αυτό, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να είχε ασκήσει εκεί την τελευταία του απασχόληση […].»
Αποτελεί η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία «απασχόληση» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1;
36. Με τα ερωτήματα 2α και 3γ, αα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 71, παράγραφος 1, και επιθυμεί, ειδικότερα, να πληροφορηθεί αν η στρατιωτική θητεία του προσφεύγοντος της κύριας δίκης μπορεί να συνιστά την «τελευταία απασχόληση» κατά την έννοια της πρώτης περιόδου της ως άνω διατάξεως, κατά τρόπο ώστε να είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii.
37. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένως ότι το άρθρο 71 αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι λαμβάνουν παροχές ανεργίας υπό τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες για την αναζήτηση νέας απασχολήσεως· οι ως άνω παροχές περιλαμβάνουν όχι μόνον παροχές σε χρήμα, αλλά και την ενίσχυση για την εύρεση νέας απασχολήσεως που παρέχεται από τις υπηρεσίες απασχολήσεως (14). Κρίσιμο στοιχείο κατά την εφαρμογή του ως άνω άρθρου στο σύνολό του είναι η κατοικία του ενδιαφερομένου σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στη νομοθεσία του οποίου υπαγόταν κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του (15). Σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, οι άνεργοι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν μεταξύ των παροχών που παρέχονται από το αρμόδιο κράτος –το οποίο είναι συνήθως, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, το κράτος μέλος στο οποίο εργάστηκαν για τελευταία φορά (16)– και εκείνων που παρέχονται από το κράτος μέλος στο οποίο κατοικούν. Ο εργαζόμενος –ο οποίος γνωρίζει καλύτερα ποιες είναι οι προοπτικές ευρέσεως νέας απασχολήσεως– ασκεί το ανωτέρω δικαίωμα επιλογής θέτοντας εαυτόν στη διάθεση είτε των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους στο οποίο εργάστηκε για τελευταία φορά [άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, i)] είτε των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί [άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii)] (17). Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων της κύριας δίκης προκρίνει τη δεύτερη επιλογή.
38. Μπορεί να θεωρηθεί, αν δεν σφάλλω και αν η γερμανική νομοθεσία είναι εφαρμοστέα δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, ότι το άρθρο 71, παράγραφος 1, ουδόλως ασκεί επιρροή στην έκβαση της παρούσας υποθέσεως, καθόσον, εν πάση περιπτώσει, ο προσφεύγων της κύριας δίκης πρέπει να λάβει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο κατοικούσε όταν υπέβαλε αίτηση για τη λήψη των εν λόγω παροχών.
39. Ωστόσο, η άποψη αυτή παραγνωρίζει τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των άρθρων 67 και 71. Ομολογουμένως, ανεξαρτήτως του αν το άρθρο 71 εφαρμόζεται ή όχι, ο αρμόδιος για την καταβολή των παροχών ανεργίας φορέας υποχρεούται να συνυπολογίσει τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως σύμφωνα με το άρθρο 67, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω (18)· επομένως, στο μέτρο αυτό, δεν ασκεί επιρροή (αν υποτεθεί ότι η γερμανική νομοθεσία είναι εφαρμοστέα) στην έκβαση της παρούσας υποθέσεως το αν εφαρμόζεται ή όχι το άρθρο 71. Ωστόσο, η προϋπόθεση που επιβάλλει το άρθρο 67, παράγραφος 3, ήτοι η προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος «έχει πραγματοποιήσει τελευταία» περίοδο ασφαλίσεως σύμφωνα (στην παρούσα υπόθεση) με τη γερμανική νομοθεσία, αίρεται ρητώς στις «περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, […] στοιχείο β΄, ii». Επομένως, ενδέχεται να είναι σημαντικό για τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης να αποδείξει ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διατάξεως.
40. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης και η Πορτογαλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης αποτελεί «απασχόληση» κατά την έννοια της πρώτης περιόδου του άρθρου 71, παράγραφος 1· η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή έχουν αντίθετη γνώμη.
41. Κατά τη γνώμη μου, καίτοι είναι δυνατό να προσδιορισθεί το πεδίο εφαρμογής του όρου «απασχόληση» για τους σκοπούς του άρθρου 71, παράγραφος 1, δεν είναι δυνατό να δοθεί οριστική απάντηση στο ερώτημα αυτό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως. Τούτο συμβαίνει διότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα εξαρτάται, εν τέλει, από την ισπανική νομοθεσία, της οποίας η ερμηνεία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Μολονότι ο όρος «απασχόληση» δεν ορίζεται, αυτός καθ’ εαυτόν, στον κανονισμό, από την οικονομία και τους σκοπούς του άρθρου 71, παράγραφος 1, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι, τουλάχιστον για τους σκοπούς της εν λόγω διατάξεως, ο όρος αυτός έχει ένα ειδικό πεδίο εφαρμογής, που καλύπτει μόνον τη δραστηριότητα η οποία συνδέεται με μια περίοδο απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, και, επομένως, μόνον τις περιόδους που αναγνωρίζονται ως περίοδοι απασχολήσεως ή ως ισοδύναμες περίοδοι από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν.
42. Η άποψη αυτή μπορεί επίσης να στηριχθεί στην απόφαση Kuyken (19), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 71 δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση ενός ανέργου ο οποίος δεν είχε ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα ή δραστηριότητα που να εξομοιώνεται με μισθωτή δραστηριότητα και ο οποίος, κατά συνέπεια, δεν είχε ακόμη αποκτήσει κανένα δικαίωμα για τη λήψη παροχών ανεργίας. Ναι μεν η ως άνω περιγραφή δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην περίπτωση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στην παρούσα υπόθεση, ο οποίος είχε εργασθεί προτού εκπληρώσει τη στρατιωτική θητεία του, πλην όμως παρέχει τη δυνατότητα να ερμηνευθεί η έννοια της «τελευταίας απασχολήσεως» για τους σκοπούς του άρθρου 71, παράγραφος 1, με αναφορά σε μια δραστηριότητα που συνδέεται με περίοδο απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, και, επομένως, μόνο με περιόδους που αναγνωρίζονται ως περίοδοι απασχολήσεως ή ως ισοδύναμες περίοδοι από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκαν.
43. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρει, ως πιθανό στήριγμα της αντίθετης απόψεως, την απόφαση Grahame and Hollanders (20), σύμφωνα με την οποία οι περίοδοι υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας αποτελούν «περιόδους μισθωτής εργασίας», «περιόδους μισθωτής απασχολήσεως», «ισοδύναμες περιόδους» ή «εξομοιούμενες περιόδους» για τους σκοπούς του παραρτήματος VI, μέρος Ι, σημείο 4, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού. Οι ως άνω διατάξεις επιβεβαιώνουν ότι οι Κάτω Χώρες λαμβάνουν υπόψη τέτοιες περιόδους που πραγματοποιήθηκαν στις Κάτω Χώρες πριν από την 1η Ιουλίου 1967 για την εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, το οποίο αφορά τον υπολογισμό των συντάξεων.
44. Ωστόσο, στην ως άνω υπόθεση, το Δικαστήριο επικαλέσθηκε ρητώς τον ορισμό των «περιόδων απασχολήσεως» του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, του κανονισμού, επεσήμανε δε ότι δεν αμφισβητείται ότι ο όρος αυτός αντιστοιχεί στους όρους που χρησιμοποιούνται στο σημείο 4, στοιχεία α΄ και γ΄, του ανωτέρω παραρτήματος του κανονισμού και διαπίστωσε ότι οι περίοδοι υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας εξομοιούνται, σύμφωνα με τη νομοθεσία υπό την οποία αυτές έχουν πραγματοποιηθεί, όταν πρόκειται για ζητήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, προς περιόδους απασχολήσεως (21).
45. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, τρίτη περίοδος, προκύπτει ότι το άρθρο 71 εφαρμόζεται όταν η τελευταία δραστηριότητα του ανέργου ήταν η στρατιωτική θητεία. Η εν λόγω τρίτη περίοδος της ανωτέρω διατάξεως έχει ως εξής: «Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, που καλείται ή επανακαλείται να εκτελέσει στρατιωτική θητεία ή πολιτική υπηρεσία, διατηρεί την ιδιότητα του μισθωτού ή μη μισθωτού».
46. Ωστόσο, η άποψη αυτή φαίνεται να είναι αντίθετη προς την παρατήρηση του Δικαστηρίου στην απόφαση Grahame and Hollanders (22), σύμφωνα με την οποία «μόνο για τον καθορισμό της ισχύουσας νομοθεσίας που εφαρμόζεται επ’ αυτών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως [η εν λόγω περίοδος] χρησιμοποιεί άλλο κριτήριο, συνδεόμενο με τη φύση της προγενέστερης δραστηριότητας, προβλέποντας ειδικώς, ότι ο [ως άνω] μισθωτός […] διατηρεί την ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού που είχε μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο». Επομένως, ενώ η πρώτη περίοδος του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, προσδιορίζει το κράτος μέλος του οποίου η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα, η τρίτη περίοδος της εν λόγω διατάξεως προσδιορίζει αν έχει εφαρμογή η νομοθεσία που διέπει τους μισθωτούς ή εκείνη που διέπει τους μη μισθωτούς.
47. Επομένως, εμμένω στην άποψη ότι ο όρος «απασχόληση» κατά την έννοια της πρώτης περιόδου του άρθρου 71, παράγραφος 1, περιλαμβάνει μόνον περιόδους που αναγνωρίζονται ως περίοδοι απασχολήσεως ή ως ισοδύναμες περίοδοι από τη νομοθεσία υπό την οποία αυτές έχουν πραγματοποιηθεί. Η διαδικασία με την οποία το αιτούν δικαστήριο δύναται να προσδιορίσει αν η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στην Ισπανία αναγνωρίζεται ως τέτοια από την ισπανική νομοθεσία εξετάζεται κατωτέρω, στο πλαίσιο του άρθρου 67, παράγραφος 1 (23). Επισημαίνεται ότι το άρθρο 84 του κανονισμού 574/72, το οποίο εφαρμόζει το άρθρο 71 του κανονισμού 1408/71, ορίζει ότι η βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 80, η οποία εξετάζεται κατωτέρω στα σημεία 69 και 70, πρέπει επίσης να προσκομισθεί από τον αιτούντα τη λήψη παροχών ανεργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, του κανονισμού 1408/71.
48. Αν από την ανωτέρω βεβαίωση προκύπτει ότι η περίοδος της στρατιωτικής θητείας που εκπλήρωσε ο προσφεύγων της κύριας δίκης στην Ισπανία ήταν όντως «απασχόληση» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, η ως άνω διάταξη θα εφαρμοσθεί αν κατά την εν λόγω περίοδο ο προσφεύγων της κύριας δίκης «κατοικούσε σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος».
49. Κατά την ως άνω περίοδο, η ισπανική νομοθεσία ήταν η εφαρμοστέα νομοθεσία δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄· επομένως, η Ισπανία είναι το αρμόδιο κράτος κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1 (24).
50. Το εθνικό δικαστήριο δεν ζήτησε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης μπορεί να θεωρηθεί ότι κατοικούσε στη Γερμανία ενώ εκτελούσε τη στρατιωτική θητεία του στην Ισπανία, καθόσον ορθώς θεώρησε ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το αν το κέντρο των συμφερόντων του παρέμεινε στη Γερμανία κατά την εν λόγω περίοδο (25).
51. Επομένως, συνάγω ότι η στρατιωτική θητεία του προσφεύγοντος της κύριας δίκης μπορεί να θεωρηθεί ως «απασχόληση» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, μόνον αν καθορίζεται ή αναγνωρίζεται ως τέτοια από την ισπανική νομοθεσία ή αν, συγχρόνως, θεωρείται ως τέτοια και αναγνωρίζεται από την εν λόγω νομοθεσία ως ισοδύναμη προς περίοδο απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, του κανονισμού.
52. Τέλος, θα εξετάσω εν συντομία ποια θα ήταν η κατάσταση αν η εφαρμοστέα νομοθεσία επί του προσφεύγοντος της κύριας δίκης όταν αυτός ζήτησε τη λήψη παροχών ανεργίας ήταν η ισπανική νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, αντί της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄. Στην περίπτωση αυτή, αν υποτεθεί ότι η περίοδος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας του αποτελούσε την «τελευταία απασχόλησή» του κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, και ότι κατά την ως άνω περίοδο ο προσφεύγων της κύριας δίκης κατοικούσε, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, στη Γερμανία, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, θα εξακολουθούσε να του παρέχει το δικαίωμα να επιλέξει τη λήψη των παροχών δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας και όχι της ισπανικής νομοθεσίας. Αντιθέτως, αν η στρατιωτική θητεία του δεν αποτελούσε την «τελευταία απασχόληση» για τους σκοπούς του άρθρου 71, παράγραφος 1, το εν λόγω άρθρο δεν θα εφαρμοζόταν εν πάση περιπτώσει, καθόσον η τελευταία απασχόλησή του θα ήταν τότε στη Γερμανία, όπου επίσης κατοικούσε.
Το άρθρο 67 του κανονισμού
Σχετικές διατάξεις
53. Ο όρος «μισθωτός» ορίζεται, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού ως κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή αποτελεί αντικείμενο του κανονισμού.
54. Το άρθρο 67, που τιτλοφορείται «Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως ή απασχολήσεως», προβλέπει, συναφώς, τα εξής:
«1. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, υπό τον όρο πάντως ότι οι περίοδοι απασχολήσεως θα είχαν θεωρηθεί ως περίοδοι ασφαλίσεως αν είχαν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία αυτή.
[…]
3. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, και στοιχείο β΄, σημείο ii, η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία:
– στην περίπτωση της παραγράφου 1, περιόδους ασφαλίσεως,
– στην περίπτωση της παραγράφου 2, περιόδους απασχολήσεως,
κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.»
Αλληλεπίδραση με το άρθρο 71, παράγραφος 1
55. Με τα ερωτήματα 2β και 3γ, ββ, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, εφόσον υποτεθεί ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, οι σχετικές με τον συνυπολογισμό διατάξεις του άρθρου 67 είναι εφαρμοστέες στην περίπτωση αυτή ή αν εφαρμόζεται, αντί των ανωτέρω διατάξεων, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, πρώτη περίοδος.
56. Όπως ορθώς ισχυρίζεται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, το άρθρο 67, παράγραφος 1, δεν παύει να είναι εφαρμοστέο επειδή απλώς και μόνον εφαρμόζεται το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii. Τούτο προκύπτει σαφώς, κατά τη γνώμη μου, από την οικονομία και τη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων.
57. Πρώτον, τα άρθρα 67 και 71 υπάγονται στον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού, που επιγράφεται «Ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών». Το κεφάλαιο 6 του τίτλου ΙΙΙ αφορά τις παροχές ανεργίας. Το άρθρο 67 υπάγεται στο τμήμα 1, «Κοινές διατάξεις». Το τμήμα 2 του κεφαλαίου 6 του τίτλου ΙΙΙ επιγράφεται «Άνεργοι που μεταβαίνουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος». Το τμήμα 2 του ως άνω κεφαλαίου περιλαμβάνει το άρθρο 69, «Προϋποθέσεις και περιορισμοί διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών», και το άρθρο 70, «Καταβολή παροχών και αποδόσεις». Το τμήμα 3, το οποίο είναι το τελευταίο τμήμα του κεφαλαίου 6, αποτελείται μόνον από το άρθρο 71. Από την ως άνω διάρθρωση προκύπτει ότι το άρθρο 67 είναι μια διάταξη κοινή για όλα τα τμήματα του κεφαλαίου 6 και είναι, ως εκ τούτου, εφαρμοστέα, εκ πρώτης όψεως, από κοινού με το άρθρο 71.
58. Δεύτερον, η ως άνω ερμηνεία υποστηρίζεται από τη διατύπωση του άρθρου 67. Το άρθρο 67, παράγραφος 3, ορίζει ότι η εφαρμογή του άρθρου 67, παράγραφοι 1 και 2, τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τελευταία περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές (26). Ωστόσο, ο όρος αυτός δεν εφαρμόζεται στις «περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, και στοιχείο β΄, ii». Η παρέκκλιση αυτή θα ήταν περιττή αν το άρθρο 71, παράγραφος 1, δεν ήταν εφαρμοστέο από κοινού με το άρθρο 67.
59. Τρίτον, το άρθρο 67, παράγραφος 1, εφαρμόζεται στα κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως (27). Το ως άνω άρθρο απαιτεί από τον αρμόδιο φορέα ενός τέτοιου κράτους μέλους να λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός. Η ως άνω πρακτική, που είναι γνωστή ως συνυπολογισμός, είναι ο ένας από τους δύο κύριους πυλώνες (ο άλλος είναι η καταβολή των παροχών στα άτομα που κατοικούν οπουδήποτε εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως) του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 42 ΕΚ, επί του οποίου στηρίζεται. Όπως ελέχθη ανωτέρω (28), το άρθρο 71, παράγραφος 1, παρέχει απλώς σε ορισμένους μεθοριακούς εργαζομένους οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους, κατοικούσαν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος τη δυνατότητα να επιλέξουν να εγγραφούν ως άνεργοι στο κράτος κατοικίας και να ζητήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη λήψη παροχών ανεργίας από το εν λόγω κράτος και όχι από το κράτος της τελευταίας απασχολήσεώς τους. Το ως άνω άρθρο δεν περιέχει διάταξη σχετικά με τον υπολογισμό των εν λόγω παροχών. Αν το άρθρο 67 ήταν ανεφάρμοστο στις περιπτώσεις που η αίτηση για τη λήψη παροχών ανεργίας υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 1, δεν θα ήταν αναγκαίο να πραγματοποιηθεί συνυπολογισμός, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς την οικονομία του κανονισμού και, τω όντι, προς στη Συνθήκη.
60. Τέλος, η ερμηνεία την οποία προτείνω έχει επιβεβαιωθεί ρητώς από το Δικαστήριο, το οποίο απεφάνθη, στην απόφαση Warmedam-Steggerda (29), ότι «το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, [...] δεν επηρεάζει κατά κανένα τρόπο [...] τους κανόνες συνυπολογισμού [του άρθρου 67, παράγραφος 1] οι οποίοι ορίζουν υπό ποιες προϋποθέσεις λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι που έχουν πραγματοποιηθεί από διακινούμενο εργαζόμενο σε κράτη μέλη άλλα από εκείνο στο οποίο υπάγεται ο αρμόδιος φορέας που καλείται να αποφασίσει για τη χορήγηση των παροχών».
61. Επομένως, συνάγω ότι οι σχετικές με τον συνυπολογισμό διατάξεις του άρθρου 67 είναι εφαρμοστέες αν ο προσφεύγων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, εφόσον βεβαίως η κατάστασή του πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 67, παράγραφος 1, στην εξέταση του οποίου προχωρώ ευθύς αμέσως.
Το άρθρο 67, παράγραφος 1
62. Με τα ερωτήματα 2γ και 3β, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η στρατιωτική θητεία του προσφεύγοντος της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί ως «περίοδος [...] απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 1.
63. Το άρθρο 67, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη επί των οποίων η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται να «λαμβάνουν υπόψη» «τις περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την ιδιότητα μισθωτού» υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία τους.
64. Οι διατάξεις του άρθρου 1, στοιχεία ιη΄ και ιθ΄, του κανονισμού (30) έχουν ως αποτέλεσμα ότι στο ερώτημα αν μια συγκεκριμένη περίοδος δραστηριότητας αποτελεί «περίοδο ασφαλίσεως» ή «περίοδο απασχολήσεως» για τους σκοπούς του κανονισμού πρέπει να δοθεί απάντηση σε σχέση με τον χαρακτηρισμό που προσδίδει στην εν λόγω περίοδο η νομοθεσία υπό την οποία η περίοδος αυτή συμπληρώθηκε.
65. Επιπλέον, προκειμένου να συνυπολογισθεί κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, η περίοδος ασφαλίσεως ή απασχολήσεως πρέπει να «πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού» και, ως εκ τούτου, υπό την ιδιότητα προσώπου το οποίο είναι ασφαλισμένο κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού.
66. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η στρατιωτική θητεία του προσφεύγοντος της κύριας δίκης δεν αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία υπό την οποία εκπληρώθηκε –ήτοι από την ισπανική νομοθεσία– ως περίοδος ασφαλίσεως ή ως ισοδύναμη περίοδος. Επομένως, το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου περιορίζεται στο αν η ως άνω στρατιωτική θητεία είναι «περίοδος απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 1. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εφόσον ο προσφεύγων της κύριας δίκης πληροί επίσης τον επιβαλλόμενο από το άρθρο 67, παράγραφος 3, όρο (που εξετάζεται λεπτομερέστερα κατωτέρω (31)), κατά το μέτρο που ο εν λόγω όρος εφαρμόζεται, και εφόσον (όπως συνάγεται από το άρθρο 107 του AFG) η στρατιωτική θητεία θα είχε ληφθεί υπόψη ως περίοδος ασφαλίσεως αν είχε εκπληρωθεί υπό τη γερμανική νομοθεσία, ο καθού της κύριας δίκης, ως αρμόδιος φορέας, θα έχει την υποχρέωση να λάβει υπόψη την περίοδο της στρατιωτικής θητείας κατά τον καθορισμό του αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης έχει συμπληρώσει τον χρόνο που απαιτείται, δυνάμει του γερμανικού δικαίου, για τη θεμελίωση δικαιώματος επί παροχών ανεργίας.
67. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η στρατιωτική θητεία του προσφεύγοντος της κύριας δίκης πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον καθού της κύριας δίκης. Η ως άνω κυβέρνηση αναφέρεται στην απόφαση Warmedam-Steggerda (32) προκειμένου να προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο αρμόδιος φορέας, επί του οποίου έχει εφαρμογή το άρθρο 67, πρέπει να εξετάσει όχι το αν η στρατιωτική θητεία αναγνωριζόταν ως περίοδος ασφαλίσεως ή απασχολήσεως κατά το δίκαιο του κράτους στο οποίο αυτή εκπληρώθηκε, αλλά το αν η εν λόγω θητεία θα είχε θεωρηθεί ως περίοδος ασφαλίσεως αν είχε εκπληρωθεί στο κράτος του αρμόδιου φορέα, ήτοι στη Γερμανία. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, στο ως άνω ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
68. Δεν συμμερίζομαι την ως άνω ερμηνεία. Κατά τη γνώμη μου, η Πορτογαλική Κυβέρνηση εστιάζει την προσοχή της μόνο στην τελευταία διάταξη του άρθρου 67, παράγραφος 1. Η ως άνω διάταξη έχει ως αποτέλεσμα ότι οι περίοδοι απασχολήσεως (33) μπορούν να συνυπολογισθούν σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 1, μόνον αν θα είχαν θεωρηθεί ως περίοδοι ασφαλίσεως αν είχαν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία του αρμόδιου φορέα. Ωστόσο, πρόκειται απλώς για μια συμπληρωματική προϋπόθεση· η προϋπόθεση που απορρέει από τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, ήτοι η προϋπόθεση ότι η περίοδος απασχολήσεως αναγνωριζόταν ως τέτοια από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε, πρέπει επίσης να πληρούται.
69. Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, η στρατιωτική θητεία δεν θεωρείται ως περίοδος απασχολήσεως: η εν λόγω θητεία δεν περιλαμβάνει υποχρεωτική κάλυψη κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν παρέχει δικαιώματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Μολονότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, βεβαίως, να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων της εσωτερικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους, στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο ισπανικός φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως εξέδωσε βεβαίωση σύμφωνα με το άρθρο 80 του κανονισμού 574/72 (34), η οποία ανέφερε ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε πραγματοποιήσει περίοδο ασφαλίσεως και απασχολήσεως μόνον από την 1η Δεκεμβρίου 1991 έως τις 4 Δεκεμβρίου 1992. Η βεβαίωση δόθηκε τον Ιανουάριο του 1997. Τούτο καταδεικνύει ότι είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, η στρατιωτική θητεία δεν θεωρείται ως περίοδος απασχολήσεως.
70. Ωστόσο, η βεβαίωση του ισπανικού φορέα δεν διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο, τόσο διότι το καθεστώς της περιόδου της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην από το γεγονός ότι η εν λόγω περίοδος δεν μνημονεύεται στην ως άνω βεβαίωση όσο και διότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, εν πάση περιπτώσει, ότι τέτοιες βεβαιώσεις που εκδίδονται από τον αρμόδιο φορέα κράτους μέλους σύμφωνα με τον κανονισμό 574/72 δεν συνιστούν αναμφισβήτητη απόδειξη έναντι του αρμοδίου στον τομέα της ανεργίας φορέα άλλου κράτους μέλους, ούτε έναντι των δικαστηρίων του (35). Τόσο ο τελευταίος φορέας όσο και το εθνικό δικαστήριο, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας, διατηρούν πλήρη ελευθερία να εξετάσουν το περιεχόμενο της βεβαιώσεως αυτής (36)· επιπλέον, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, αν, στην παρούσα υπόθεση, ο καθού της κύριας δίκης εκφράσει αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίζεται η βεβαίωση και, επομένως, ως προς την ακρίβεια των πληροφοριών που αυτή περιέχει, εναπόκειται στον αρμόδιο ισπανικό φορέα να επανεξετάσει την ορθότητα της εκδόσεως της βεβαιώσεως και, ενδεχομένως, να την ανακαλέσει (37).
71. Περαιτέρω, το άρθρο 80 του κανονισμού 574/72 απαιτεί να αναφέρει η βεβαίωση τις «περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν με την ιδιότητα του μισθωτού» για τους σκοπούς του άρθρου 67, παράγραφος 1. Αν ο ισπανικός φορέας όφειλε να βεβαιώσει, σύμφωνα με το άρθρο 80, ότι η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης αποτελούσε «περίοδο απασχολήσεως», θα έπρεπε επίσης να διευκρινίσει αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης είχε πραγματοποιήσει την ως άνω περίοδο «με την ιδιότητα του μισθωτού».
72. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η στρατιωτική θητεία του προσφεύγοντος της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί ως «περίοδος [...] απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 1, μόνον αν i) η εν λόγω περίοδος καθορίζεται ή αναγνωρίζεται ως περίοδος απασχολήσεως από την ισπανική νομοθεσία ή αν, συγχρόνως, εξομοιούται προς περίοδο απασχολήσεως και θεωρείται από τη νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς τέτοια περίοδο κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, του κανονισμού και αν ii) ο προσφεύγων της κύριας δίκης ήταν ασφαλισμένος κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού όταν εκτελούσε τη στρατιωτική θητεία του.
Το άρθρο 67, παράγραφος 3
73. Με το ερώτημα 3α, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν πόσο πρόσφατα πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί μια περίοδος ασφαλίσεως προκειμένου να έχει «πραγματοποιηθεί τελευταία» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3.
74. Το άρθρο 67, παράγραφος 3, ορίζει ότι, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, και στοιχείο β΄, ii, η εφαρμογή της κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, απαιτήσεως συνυπολογισμού τελεί υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος «έχει πραγματοποιήσει τελευταία» περιόδους ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.
75. Επισημαίνεται ότι το άρθρο 67, παράγραφος 3, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, και στοιχείο β΄, ii, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, εξ ορισμού, ο αιτών θα ζητεί τη λήψη παροχών ανεργίας σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της τελευταίας απασχολήσεώς του (38) και, επομένως, δεν θα έχει «πραγματοποιήσει τελευταία» περιόδους ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας ζητούνται οι παροχές.
76. Με το ερώτημα 3α, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ένα πρόσωπο, του οποίου η τελευταία περίοδος ασφαλίσεως στη Γερμανία έληξε προ ενός και πλέον έτους και το οποίο εκπλήρωσε, εν συνεχεία, την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία του στην Ισπανία επί εννέα μήνες, έχει «πραγματοποιήσει τελευταία» περιόδους ασφαλίσεως σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι στο ανωτέρω ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
77. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση του ως άνω ερωτήματος, η τελευταία περίοδος ασφαλίσεως του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στη Γερμανία έληξε περισσότερο από ένα έτος πριν από την εκ μέρους του υποβολή αιτήσεως για τη λήψη παροχών ανεργίας. Επομένως, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 67, παράγραφος 3, όρος θα είχε ως αποτέλεσμα ότι το άρθρο 67, παράγραφος 1, δεν θα ήταν εφαρμοστέο αν είτε το χρονικό διάστημα που είχε διαρρεύσει είτε η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας στην Ισπανία συνεπάγονταν ότι η ως άνω περίοδος ασφαλίσεως δεν είχε «πραγματοποιηθεί τελευταία» πριν από την υποβολή αιτήσεως για τη λήψη παροχών ανεργίας.
78. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο όρος που προβλέπεται στο άρθρο 67, παράγραφος 3, αποσκοπεί στο να ενθαρρύνει την αναζήτηση εργασίας στο κράτος μέλος όπου ο άνεργος απασχολήθηκε τελευταία και στο να επιβαρύνει το κράτος αυτό με τις παροχές ανεργίας (39). Ελλείψει κοινής αγοράς εργασίας, ενδείκνυται, συγχρόνως, να αποφευχθεί η εξαγωγή ανεργίας μέσω της ενθαρρύνσεως των ανέργων να αναζητήσουν εργασία, κατ’ αρχάς, στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεώς τους (40).
79. Συνάδει προς τον ανωτέρω σκοπό το να εξακολουθεί το κράτος μέλος της τελευταίας απασχολήσεως να υποχρεούται να καταβάλλει παροχές ανεργίας σε ένα πρόσωπο του οποίου η πλέον πρόσφατη περίοδος ασφαλίσεως πραγματοποιήθηκε στο εν λόγω κράτος, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε μεταξύ της ολοκληρώσεως της ως άνω περιόδου ασφαλίσεως και της αιτήσεως για τη λήψη παροχών ανεργίας, εφόσον ουδεμία άλλη περίοδος ασφαλίσεως πραγματοποιήθηκε εν τω μεταξύ σε άλλο κράτος μέλος.
80. Ομολογουμένως, ο όρος που χρησιμοποιείται για τη λέξη «lastly» στη γερμανική γλωσσική απόδοση του άρθρου 67, παράγραφος 3, είναι «unmittelbar zuvor», που σημαίνει, κατά κυριολεξία, «αμέσως πριν». Ωστόσο, οι όροι που χρησιμοποιούνται σε πολλές άλλες γλωσσικές αποδόσεις έχουν την ίδια σημασία με τον όρο «lastly» της αγγλικής γλώσσας και με τον όρο «en dernier lieu» της γαλλικής γλώσσας, που επισύρουν, βεβαίως, την προσοχή στο γεγονός ότι η επίμαχη περίοδος ήταν η τελευταία περίοδος τέτοιας φύσεως πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία παρά στο γεγονός ότι η εν λόγω περίοδος ήταν, κατ’ ανάγκην, αμέσως προηγούμενη της ημερομηνίας αυτής (41).
81. Όσον αφορά τις συνέπειες της περιόδου της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης που εκπληρώθηκε εν τω μεταξύ στην Ισπανία, φρονώ ότι η εν λόγω περίοδος που μεσολάβησε έχει ως αποτέλεσμα ότι η προηγούμενη περίοδος ασφαλίσεως του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στη Γερμανία δεν θα έχει «πραγματοποιηθεί τελευταία» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3, μόνον αν η περίοδος της στρατιωτικής θητείας είναι, αυτή καθ’ εαυτήν, «περίοδος ασφαλίσεως» κατά την έννοια του κανονισμού και, επομένως, κατά την έννοια του ορισμού του άρθρου 1, στοιχείο ιη΄. Όπως μνημονεύθηκε ανωτέρω (42), φαίνεται ότι όλοι οι μετέχοντες στη δίκη δέχονται ότι τούτο δεν ισχύει.
82. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι, όταν ένα πρόσωπο πραγματοποιεί μια περίοδο ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους και, εν συνεχεία, ζητεί τη λήψη παροχών ανεργίας στο εν λόγω κράτος, η ως άνω περίοδος ασφαλίσεως έχει «πραγματοποιηθεί τελευταία» κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3, έστω και αν η περίοδος αυτή δεν προηγείται αμέσως της υποβολής αιτήσεως για τη λήψη παροχών, αρκεί να μην πραγματοποιήθηκε εν τω μεταξύ καμία άλλη περίοδος ασφαλίσεως (43).
Σύνοψη των προτάσεων επί των τριών πρώτων ερωτημάτων
83. Είναι, ενδεχομένως, σκόπιμο στο σημείο αυτό να συνοψίσω τις προτάσεις μου ως προς τα άρθρα 13, παράγραφος 2, 67 και 71, όπως αυτά εφαρμόζονται στην περίπτωση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης.
84. Αν, σύμφωνα με την απόφαση Kuusijärvi (44), η εφαρμοστέα νομοθεσία είναι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, η γερμανική νομοθεσία:
α) Αν η στρατιωτική θητεία ήταν «απασχόληση» κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1 (πράγμα το οποίο εξαρτάται, δυνάμει του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, από τον χαρακτηρισμό της σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία και πρέπει να πιστοποιηθεί με επικυρωμένη βεβαίωση κατά το άρθρο 80 του κανονισμού 574/72) και αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης κατοικούσε, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του, στη Γερμανία κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο (45), ο προσφεύγων της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii), το οποίο του παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει τη λήψη παροχών ανεργίας στη Γερμανία, καίτοι η τελευταία απασχόλησή του ήταν σε άλλο κράτος μέλος.
β) Αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, ο γερμανικός φορέας θα έχει την υποχρέωση να λάβει υπόψη την περίοδο της στρατιωτικής θητείας κατά τον καθορισμό του δικαιώματός του επί παροχών ανεργίας αν
i) η ως άνω περίοδος ήταν «περίοδος [...] απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχεία α΄ και ιθ΄, πράγμα που προσθέτει μια συμπληρωματική προϋπόθεση σε εκείνη την οποία ήδη πληρούσε ο προσφεύγων της κύριας δίκης προκειμένου να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1· το ζήτημα αυτό εμπίπτει επίσης στο ισπανικό δίκαιο, πρέπει δε να χορηγηθεί σχετική βεβαίωση σύμφωνα με το άρθρο 80· και
ii) η ως άνω περίοδος θα υπολογιζόταν ως περίοδος ασφαλίσεως, αν είχε πραγματοποιηθεί υπό τη γερμανική νομοθεσία, όπως απαιτεί το άρθρο 67, παράγραφος 1.
γ) Αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, μπορεί, παρά ταύτα, να ζητήσει τη λήψη παροχών ανεργίας στη Γερμανία (καθόσον η γερμανική νομοθεσία θα εφαρμοστεί δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄)· ο γερμανικός φορέας θα έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη την περίοδο της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης κατά τον καθορισμό του δικαιώματός του για τη λήψη παροχών ανεργίας εφόσον
i) πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο β΄ και
ii) ο προσφεύγων της κύριας δίκης έχει «πραγματοποιήσει τελευταία» περιόδους ασφαλίσεως σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, όπως απαιτεί το άρθρο 67, παράγραφος 3.
85. Αν η εφαρμοστέα νομοθεσία είναι η ισπανική νομοθεσία, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, κατ’ αναλογίαν προς τη σχετική με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, νομολογία πριν από την εισαγωγή της διατάξεως του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄: οι προτάσεις υπό στοιχεία α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου παραμένουν αμετάβλητες. Ωστόσο, αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, δεν θα είναι σε θέση να ζητήσει τη λήψη παροχών ανεργίας στη Γερμανία, αλλά θα μπορούσε να το πράξει στην Ισπανία (η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 1, θα είχε, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση να συνυπολογίσει τις προηγούμενες περιόδους ασφαλίσεως και/ή απασχολήσεώς του στη Γερμανία, εφόσον αυτός έχει «πραγματοποιήσει τελευταία» περιόδους ασφαλίσεως σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία).
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως
86. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
87. Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, στην περίπτωση που η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού που αφορούν τις παροχές ανεργίας (ήτοι τα άρθρα 67 και 71), ο προσφεύγων της κύριας δίκης έχει τέτοιο δικαίωμα σύμφωνα με το ως άνω άρθρο ή σύμφωνα με οποιαδήποτε άλλη γενική διάταξη του κοινοτικού δικαίου.
88. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης και η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι ο πρώτος δύναται να αντλήσει το εν λόγω δικαίωμα από το άρθρο 3, παράγραφος 1· η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διαφωνούν με τον ανωτέρω ισχυρισμό.
89. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση στηρίζει την άποψή της επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mora Romero (46).
90. Στην ως άνω υπόθεση, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, είχε την έννοια ότι, «οσάκις η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει την παράταση του δικαιώματος συντάξεως ορφανού πέραν της ηλικίας των 25 ετών για τους δικαιούχους συντάξεων των οποίων η εκπαίδευση διακόπηκε λόγω της εκπληρώσεως της στρατιωτικής θητείας τους, το κράτος αυτό υποχρεούται να εξομοιώσει την εκπληρωθείσα εντός άλλου κράτους μέλους στρατιωτική θητεία προς τη στρατιωτική θητεία που εκπληρώνεται υπό τη δική του νομοθεσία» (47).
91. Κατά τη γνώμη μου, η ως άνω απόφαση δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν στην παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση Mora Romero αφορούσε το δικαίωμα συντάξεως ορφανού. Ο προσφεύγων, Ισπανός υπήκοος, ελάμβανε τέτοια σύνταξη κατά τη γερμανική νομοθεσία, η οποία προέβλεπε την καταβολή της μέχρι την ηλικία των 25 ετών και την παράταση της εν λόγω καταβολής για περίοδο ίση με κάθε περίοδο στρατιωτικής θητείας. Ο προσφεύγων εκπλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του στην Ισπανία πριν να συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Ο γερμανικός αρμόδιος φορέας έπαυσε να καταβάλλει τη σύνταξη ορφανού του προσφεύγοντος όταν αυτός συμπλήρωσε το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του και αρνήθηκε να παρατείνει την καταβολή της εν λόγω συντάξεως για περίοδο ίση με την περίοδο της στρατιωτικής θητείας του.
92. Καίτοι τόσο ο προσφεύγων όσο και η οικεία παροχή υπάγονταν σαφώς στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, η κατάσταση στην ως άνω υπόθεση ήταν, ωστόσο, ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη στην παρούσα υπόθεση: στην υπόθεση Mora Romero, δεν υφίστατο ειδική διάταξη του κανονισμού που να διέπει το σχετικό ζήτημα. Ειδικότερα, η μόνη διάταξη του κανονισμού που αφορούσε τον συνυπολογισμό στο πλαίσιο της συντάξεως ορφανού (το άρθρο 79) απαιτούσε μόνο να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό του δικαιώματος για τη λήψη της ως άνω συντάξεως, οι περίοδοι ασφαλίσεως, μισθωτής απασχολήσεως, μη μισθωτής απασχολήσεως ή κατοικίας που είχαν πραγματοποιηθεί από τον αποθανόντα γονέα σε άλλο κράτος μέλος.
93. Ελλείψει οποιασδήποτε διατάξεως του κανονισμού διέπουσας την κατάσταση του προσφεύγοντος, στο πλαίσιο της οποίας αυτός βρισκόταν σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σχέση με Γερμανό υπήκοο που έχει περιέλθει στην ίδια κατάσταση, ήταν σαφώς επιβεβλημένο να εφαρμόσει το Δικαστήριο την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.
94. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται «υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του [...] κανονισμού», και, στην παρούσα υπόθεση, σε αντίθεση με την υπόθεση Mora Romero, ο κανονισμός περιέχει ειδικές διατάξεις, ήτοι τα άρθρα 67 και 71, τα οποία διέπουν το δικαίωμα ενός ανέργου, ο οποίος πραγματοποίησε περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, να λάβει παροχές ανεργίας. Όπως ισχυρίζεται τόσο η Γερμανική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή, οι ως άνω ειδικές διατάξεις υπερισχύουν της εφαρμογής της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.
95. Αν τούτο δεν ίσχυε, το αποτέλεσμα θα ήταν ότι θα έπρεπε να συνταχθούν εκ νέου οι λεπτομερείς διατάξεις του άρθρου 67, παράγραφος 1, και ειδικότερα να μεταβληθεί ο ορισμός της «περιόδου απασχολήσεως» για τον σκοπό αυτό.
96. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι, αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν έχει δικαίωμα συνυπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 1, τούτο καταδεικνύει την ύπαρξη κενού στο σύστημα του κανονισμού, το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί με την επίκληση του άρθρου 3, παράγραφος 1.
97. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Αν ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 67, παράγραφος 1, τούτο συμβαίνει διότι η περίοδος της στρατιωτικής θητείας του δεν αποτελεί περίοδο ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Τούτο ισχύει διότι η ισπανική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει τη στρατιωτική θητεία ως τέτοια. Είναι απολύτως σύμφωνο προς την οικονομία και τους σκοπούς του κανονισμού το να μη συνυπολογίζεται για τους σκοπούς του δικαιώματος επί παροχών ανεργίας μια περίοδος στρατιωτικής θητείας η οποία δεν θεωρείται ως περίοδος ασφαλίσεως ή απασχολήσεως ή ως ισοδύναμη προς αυτές περίοδος από τη νομοθεσία υπό την οποία εκπληρώθηκε η εν λόγω στρατιωτική θητεία.
98. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα θα ήταν το ίδιο αν είχε γίνει επίκληση άλλων γενικών αρχών ίσης μεταχειρίσεως, όπως είναι, παραδείγματος χάρη, εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ, η οποία μνημονεύθηκε στη διάταξη περί παραπομπής.
Πρόταση
99. Η απάντηση στο ερώτημα αν η εφαρμοστέα νομοθεσία επί ενός προσώπου το οποίο, αφού απασχολήθηκε στο κράτος μέλος Α, εκπλήρωσε περίοδο υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στο κράτος μέλος Β προτού επιστρέψει στο κράτος μέλος Α, όπου ζητεί τη λήψη παροχών ανεργίας, είναι η νομοθεσία του κράτους μέλους Α ή του κράτους μέλους Β εξαρτάται από το αν η ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, την οποία προέκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση C-275/96, Kuusijärvi (Συλλογή 1998, σ. Ι-3419), εφαρμόζεται επί των αιτούντων τη λήψη παροχών ανεργίας. Αν η ερμηνεία που έγινε δεκτή στην απόφαση Kuusijärvi εφαρμοσθεί εν προκειμένω, το ως άνω πρόσωπο υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους Α, ως κράτους κατοικίας, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1408/71. Αν η ερμηνεία που έγινε δεκτή στην απόφαση Kuusijärvi δεν εφαρμοσθεί εν προκειμένω, το ως άνω πρόσωπο θα υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους Β, ως κράτους στη νομοθεσία του οποίου υπέκειτο κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 1408/71.
100. Τα υπόλοιπα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundessozialgericht πρέπει να απαντηθούν ως εξής:
«1) Μια περίοδος υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας πρέπει να θεωρείται ως “απασχόληση” κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71, μόνον αν καθορίζεται ή αναγνωρίζεται ως τέτοια από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθηκε ή αν, συγχρόνως, εξομοιώνεται και αναγνωρίζεται από την εν λόγω νομοθεσία ως ισοδύναμη με περίοδο απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, του κανονισμού.
2) Μια περίοδος υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας πρέπει να θεωρείται ως “περίοδος [...] απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό την ιδιότητα μισθωτού” κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 μόνον αν i) η ανωτέρω περίοδος καθορίζεται ή αναγνωρίζεται ως περίοδος απασχολήσεως από την ισπανική νομοθεσία ή αν, συγχρόνως, εξομοιώνεται και αναγνωρίζεται από την εν λόγω νομοθεσία ως ισοδύναμη με περίοδο απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ιθ΄, του κανονισμού και αν ii) ο αιτών ήταν ασφαλισμένος κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του.
3) Το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει εφαρμογή επί ενός προσώπου το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, του ως άνω κανονισμού.
4) Όταν ένα πρόσωπο πραγματοποιεί μια περίοδο ασφαλίσεως σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους και, εν συνεχεία, ζητεί τη λήψη παροχών ανεργίας στο εν λόγω κράτος, η ως άνω περίοδος ασφαλίσεως έχει “πραγματοποιηθεί τελευταία” κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, έστω και αν η περίοδος αυτή δεν προηγήθηκε αμέσως της υποβολής αιτήσεως για τη λήψη παροχών, αρκεί να μην πραγματοποιήθηκε εν τω μεταξύ καμία άλλη περίοδος ασφαλίσεως.»
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundessozialgericht
«1) Πρόσωπο το οποίο, περισσότερους από δύο μήνες μετά την εκπλήρωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας του στην Ισπανία, ζητεί την καταβολή παροχών εκ μέρους του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας, υπόκειται
α) στο ισπανικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (EΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6) και όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΟΚ) 2195/91, του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 206, σ. 2) –στο εξής: κανονισμός 1408/71–, ή
β) στο γερμανικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1408/71;
2) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 1α:
α) Η εκπληρωθείσα στην Ισπανία υποχρεωτική στρατιωτική θητεία συνιστά την “τελευταία απασχόληση στο έδαφος κράτους μέλους” κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71;
β) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 2α:
Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει επίσης τη ρύθμιση ότι η τελευταία, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους πραγματοποιηθείσα, απασχόληση πρέπει να ληφθεί υπόψη για τις παροχές ανεργίας ωσάν να είχε πραγματοποιηθεί στο κράτος της κατοικίας, χωρίς να απαιτείται εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71;
γ) Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα 2β:
Υπό ποιες προϋποθέσεις ο χρόνος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, ο οποίος κατά το εθνικό (ισπανικό) δίκαιο δεν αποτελεί περίοδο ασφαλίσεως όσον αφορά την ασφάλιση κατά της ανεργίας ούτε εξομοιώνεται προς τέτοια περίοδο, αποτελεί περίοδο απασχολήσεως κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, πραγματοποιούμενη από τον ενδιαφερόμενο ως μισθωτό σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις ενός άλλου κράτους μέλους;
3) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 1β:
α) Πρόσωπο το οποίο πραγματοποίησε, προ ενός και πλέον έτους, την τελευταία περίοδο ασφαλίσεώς του στη Γερμανία, στη συνέχεια δε εξεπλήρωσε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία εννέα μηνών στην Ισπανία, έχει “πραγματοποιήσει τελευταία”, κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, περιόδους ασφαλίσεως σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο;
β) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 3α:
Υπό ποιες προϋποθέσεις ο χρόνος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, ο οποίος κατά το εθνικό (ισπανικό) δίκαιο δεν αποτελεί περίοδο ασφαλίσεως όσον αφορά την ασφάλιση κατά της ανεργίας ούτε εξομοιώνεται προς τέτοια περίοδο, αποτελεί περίοδο απασχολήσεως κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, πραγματοποιούμενη από τον ενδιαφερόμενο ως μισθωτό σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις ενός άλλου κράτους μέλους; [Αντιστοιχεί στο ερώτημα 2γ.]
γ) Αν το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν ευρίσκει εφαρμογή στην περίπτωση του προσφεύγοντος [ερωτήματα 3α και 3β]:
αα) Η εκπληρωθείσα στην Ισπανία υποχρεωτική στρατιωτική θητεία αποτελεί την “τελευταία απασχόληση στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος” κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71; [Αντιστοιχεί στο ερώτημα 2α.]
ββ) Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα 3γ, αα΄:
Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ii, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει επίσης τη ρύθμιση ότι η τελευταία, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους πραγματοποιηθείσα, απασχόληση πρέπει να ληφθεί υπόψη για τις παροχές ανεργίας ωσάν να είχε πραγματοποιηθεί στο κράτος της κατοικίας, χωρίς να απαιτείται εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71; [Αντιστοιχεί στο ερώτημα 2β.]
4) Εφόσον ούτε κατά το άρθρο 71 ούτε κατά το άρθρο 67 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας στην Ισπανία όσον αφορά την αξίωση του προσφεύγοντος επί παροχών του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας, προκύπτει αντίστοιχη αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 ή από άλλες γενικές διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου;»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73). Το κείμενο του κανονισμού που περιέχει τις τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν μέχρι το τέλος του έτους 1995 ευρίσκεται στο παράρτημα Α, μέρος Ι, του κανονισμού (EΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, για τροποποίηση και ενημέρωση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Το κείμενο του κανονισμού, όπως ίσχυε στα τέλη του έτους 1995, ευρίσκεται στο παράρτημα A, μέρος ΙΙ, του προαναφερθέντος στην υποσημείωση 2 κανονισμού 118/97.
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 574/72 (ΕΕ L 206, σ. 2).
5 – Βλ., π.χ., απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-275/96, Kuusijärvi (Συλλογή 1998, σ. I-3419, σκέψη 28).
6 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, βλ. σκέψη 33.
7 – Προπαρατεθείσα, σκέψη 34.
8 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψεις 35 και 39 έως 50, και ειδικότερα σκέψεις 39 και 40.
9 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 29.
10 – Για περαιτέρω ανάλυση του άρθρου 67, βλ. σημεία 54 έως 82 κατωτέρω.
11 – Βλ., παραδείγματος χάρη, τις αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1985, 145/84, Cochet (Συλλογή 1985, σ. 801, σκέψη 11), και της 29ης Ιουνίου 1995, C-454/93, Van Gestel (Συλλογή 1995, σ. I-1707, σκέψεις 13 και 14).
12 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 1983, 150/82, Coppola (Συλλογή 1983, σ. 43), και της 12ης Ιουνίου 1986, 302/84, Ten Holder (Συλλογή 1986, σ. 1821).
13 – Βλ., παραδείγματος χάρη, αποφάσεις Cochet, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 14 και 15· της 13ης Μαρτίου 1997, C-131/95, Huijbrechts (Συλλογή 1997, σ. I-1409, σκέψη 26) και, πιο πρόσφατα, της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-311/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2003, σ. Ι-3103, σκέψη 32).
14 – Βλ., παραδείγματος χάρη, απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 1/85, Miethe (Συλλογή 1986, σ. 1837, σκέψη 16).
15 – Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977, 76/76, Di Paolo (Συλλογή τόμος 1977, σ. 117, σκέψη 11.
16 – Βλ. σημείο 30 ανωτέρω.
17 – Βλ., παραδείγματος χάρη, αποφάσεις Miethe, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 9, και Van Gestel, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 23.
18 – Βλ. σημεία 55 έως 61.
19 – Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1977, 66/77 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 743, σκέψη 19).
20 – Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1997, C-248/96, Grahame and Hollanders (Συλλογή 1997, σ. I-6407, σκέψη 31).
21 – Απόφαση Grahame and Hollanders, προπαρατεθείσα, σκέψη 26.
22 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 31.
23 – Βλ. σημεία 69 και 70.
24 – Βλ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 11 νομολογία.
25 – Βλ. απόφαση Di Paolo, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 17 έως 22· βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σημείο 9).
26 – Η διάταξη αυτή εξετάζεται κατωτέρω, βλ. σημεία 74 έως 82.
27 – Τα κράτη μέλη, η νομοθεσία των οποίων εξαρτά το δικαίωμα αυτό από τη συμπλήρωση περιόδων απασχολήσεως αντί περιόδων ασφαλίσεως, υπάγονται στις παράλληλες διατάξεις του άρθρου 67, παράγραφος 2.
28 – Βλ. σημείο 37.
29 – Απόφαση της 12ης Μαΐου 1989, 388/87, Warmedam-Steggerda (Συλλογή 1989, σ. 1203, σκέψη 18).
30 – Διατάξεις προπαρατεθείσες στο σημείο 32.
31 – Βλ. σημεία 74 έως 82.
32 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31, σκέψη 21.
33 – Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις περιόδους ασφαλίσεως: βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 1978, 122/77, Frangiamore (Συλλογή τόμος 1978, σ. 271).
34 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 3· οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 80 συνοψίζονται στο σημείο 4 ανωτέρω.
35 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, C-102/91, Knoch (Συλλογή 1992, σ. Ι-4341, σκέψη 53).
36 – Απόφαση Knoch, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 53.
37 – Απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C-178/97, Banks and Others (Συλλογή 2000, σ. Ι-2005, σκέψη 43).
38 – Βλ. σημεία 33 και 37 ανωτέρω.
39 – Απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-62/91, Gray (Συλλογή 1992, σ. Ι-2737, σκέψη 12).
40 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση Gray, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σημείο 5.
41 – Βλ., παραδείγματος χάρη, στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις: «senest» (δανική), «laatstelijk» (ολλανδική), «viimeksi» (φινλανδική), «da ultimo» (ιταλική), «en ultimo lugar» (ισπανική) και «senast» (σουηδική).
42 – Βλ. σημείο 66.
43 – Φρονώ ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα και η προηγηθείσα ανάλυση δεν επηρεάζονται από τη διάταξη του Δικαστηρίου της 4ης Μαρτίου 2002, C-175/00, Verwayen-Boelen (Συλλογή 2002, σ. Ι-2141). Καίτοι η ως άνω διάταξη φαίνεται ότι δέχεται ότι η περίοδος κατά την οποία η προσφεύγουσα έζησε στις Κάτω Χώρες από το 1987 έως το 1995, όπου ελάμβανε παροχές αλλά δεν είχε πραγματοποιήσει περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, εμπόδιζε το να θεωρηθεί ότι η προηγούμενη περίοδος απασχολήσεώς της στο Βέλγιο από το 1977 έως το 1986 «πραγματοποιήθηκε τελευταία» στο Βέλγιο κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 3, στο πλαίσιο της αιτήσεως που υπέβαλε το 1997 για τη λήψη παροχών ανεργίας στο Βέλγιο, το ως άνω ζήτημα δεν εξετάσθηκε ρητώς από το Δικαστήριο.
44 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
45 – Κανένα ερώτημα δεν υποβλήθηκε ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα.
46 – Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96, Mora Romero (Συλλογή 1997, σ. Ι-3659).
47 – Βλ. σκέψη 36 της εν λόγω αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy