ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 12ης Φεβρουαρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-373/02
Sakir Öztürk
κατά
Pensionsversicherungsanstalt der Arbeiter
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Άμεσο αποτέλεσμα – Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων – Πρόωρη σύνταξη γήρατος υπέρ των ανέργων – Προϋπόθεση να έχει λάβει ο εργαζόμενος παροχές ανεργίας στο οικείο κράτος μέλος»
1. Το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) έθεσε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της Συμφωνίας του 1963 περί Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (2).
Το ανωτέρω δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν ένας Τούρκος εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε κατάσταση ανεργίας στη Γερμανία, μπορεί να επικαλεστεί την απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, την οποία καθιερώνει η ισχύουσα ρύθμιση στο πλαίσιο της ως άνω συνδέσεως, προκειμένου να λάβει στην Αυστρία, όπου είχε εργαστεί προγενεστέρως, πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανεργίας, της οποίας η χορήγηση εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο αιτών στερείται απασχολήσεως στην τελευταία χώρα κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου. Εν συνεχεία, σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο εργαζόμενος μπορεί να επικαλεστεί τον κανόνα συνυπολογισμού του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (3).
I – Ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
2. Ο S. Öztürk, εργαζόμενος τουρκικής ιθαγένειας, γεννηθείς στις 3 Δεκεμβρίου 1939, απασχολήθηκε στην Αυστρία κατά τα έτη 1966 έως 1970· εν συνεχεία, εργάστηκε στη Γερμανία. Την 1η Ιανουαρίου 2000, είχε συμπληρώσει 402 μήνες ασφαλίσεως που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας, εκ των οποίων 348 στη Γερμανία και 54 στην Αυστρία. Ο S. Öztürk είχε καταβάλει εισφορές στον φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος επί 377 μήνες, ήτοι 323 στη Γερμανία και 54 στην Αυστρία.
Από τις 20 Ιουλίου 1998 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999, ο S. Öztürk ήταν εγγεγραμμένος στο ταμείο ανεργίας στη Γερμανία, όπου ελάμβανε επίδομα ανεργίας από το Arbeitsamt Bremen (υπηρεσία απασχολήσεως της Βρέμης). Ο Landesversicherungsanstalt Oberbayern (ασφαλιστικός φορέας Oberbayern) του χορήγησε, στις 2 Δεκεμβρίου 1999, πρόωρη γερμανική σύνταξη γήρατος λόγω ανεργίας (Altersrente wegen Arbeitslosigkeit) από την 1η Ιανουαρίου 2000. Κατά τη διάρκεια των 15 μηνών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας αυτής, ο S. Öztürk δεν είχε λάβει παροχές ανεργίας στην Αυστρία ούτε είχε περιέλθει σε κατάσταση που εξομοιώνεται, κατά τον αυστριακό νόμο περί κοινωνικής ασφαλίσεως, με την παροχή του ως άνω ευεργετήματος.
3. Με απόφαση της 10ης Απριλίου 2000, ο Pensionsversicherungsanstalt der Arbeiter (ασφαλιστικός φορέας των εργαζομένων στον τομέα των συντάξεων) αρνήθηκε να χορηγήσει στον S. Öztürk πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανεργίας, σύμφωνα με το άρθρο 253a του Allgemeines Sozialversicherungsgesetz (γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως). Η εν λόγω άρνηση στηρίχθηκε στο γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια των 15 μηνών που προηγήθηκαν της κρίσιμης ημερομηνίας, ήτοι της 1ης Ιανουαρίου 2000, ο αιτών δεν είχε λάβει παροχές από τον αυστριακό φορέα ασφαλίσεως ανεργίας.
4. Το επιληφθέν της υποθέσεως πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε ότι έπρεπε να τύχουν εφαρμογής οι σχετικές διατάξεις του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως: το εν λόγω δικαστήριο αναφέρθηκε στην κατάσταση της εθνικής αγοράς εργασίας, η οποία εμποδίζει την εξομοίωση της λήψεως παροχής από τον γερμανικό φορέα ασφαλίσεως ανεργίας με τη λήψη παροχών ανεργίας στην Αυστρία. Κατά το ως άνω δικαστήριο, ούτε οι διμερείς συμβάσεις με τη Γερμανία ούτε ο κανονισμός 1408/71 μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
5. Η ως άνω απόφαση επιβεβαιώθηκε κατ’ έφεση. Τότε, ο S. Öztürk άσκησε αναίρεση με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του και να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
II – Τα προδικαστικά ερωτήματα
6. Το Oberster Gerichtshof έκανε δεκτό το τελευταίο αίτημα του ενδιαφερομένου και υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, τα οποία έχουν ως εξής:
«1) Έχει η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (ιδίως το άρθρο 9 της Συμφωνίας [Συνδέσεως]) την έννοια ότι αποκλείει τη ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία τίθεται, μεταξύ άλλων, ως προϋπόθεση για την πρόωρη συνταξιοδότηση σε περίπτωση ανεργίας να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου πριν από την κρίσιμη ημερομηνία, παροχή ανεργίας από το εν λόγω κράτος μέλος;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2) Έχει το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού […] 1408/71 […] την έννοια ότι αποκλείει τη ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία τίθεται, μεταξύ άλλων, ως προϋπόθεση για την πρόωρη συνταξιοδότηση σε περίπτωση ανεργίας να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου πριν από την κρίσιμη ημερομηνία, παροχή ανεργίας από το εν λόγω κράτος μέλος;»
III – Η εθνική νομοθεσία
7. Στο αυστριακό δίκαιο, η πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανεργίας έχει ως σκοπό τη χορήγηση συντάξεως γήρατος σε άτομα τα οποία, λόγω ηλικίας ή ασθένειας, έχουν μικρότερες πιθανότητες για εύρεση εργασίας. Το γεγονός ότι ο ασφαλισμένος έλαβε παροχές ανεργίας επί 52 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των 15 τελευταίων μηνών λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση των δυσχερειών της επανεντάξεώς του στην αγορά εργασίας.
Σε περίπτωση χορηγήσεως, η παροχή καταβάλλεται επί όσο χρόνο ο ενδιαφερόμενος παραμένει σε κατάσταση ανεργίας· όταν ο μεν άνδρας ασφαλισμένος συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, η δε γυναίκα ασφαλισμένη το 60ό έτος της ηλικίας της, η ως άνω παροχή μετατρέπεται σε σύνταξη γήρατος.
8. Το άρθρο 253a του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 2000 και έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, προβλέπει τα εξής:
«1. Αξίωση για πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανεργίας έχουν οι μεν άνδρες ασφαλισμένοι μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας τους, οι δε γυναίκες μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους, εφόσον:
1. (ο)(η) ασφαλισμένος(-η) δικαιολογεί ότι έχει λάβει παροχές ανεργίας κατά τη διάρκεια του χρόνου αναμονής·
2. ο(η) ασφαλισμένος(-η) έχει συμπληρώσει, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, τουλάχιστον 180 μήνες εισφορών υποχρεωτικής ασφαλίσεως γήρατος·
3. ο(η) ασφαλισμένος(-η) πληροί, κατά την κρίσιμη ημερομηνία (άρθρο 223, παράγραφος 2), την προϋπόθεση του άρθρου 253b, παράγραφος 1, σημείο 4, και έχει λάβει εντός των τελευταίων δεκαπέντε μηνών πριν από την κρίσιμη ημερομηνία, τουλάχιστον επί 52 εβδομάδες, χρηματική παροχή από τον φορέα ασφαλίσεως ανεργίας.
[…]
3. Η σύνταξη, κατά την έννοια της παραγράφου 1, παύει να οφείλεται από την ημέρα που ο ασφαλισμένος(η) ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα η οποία αποκλείει κάθε δικαίωμα κατά την έννοια του άρθρου 253b, παράγραφος 1, σημείο 4.»
IV – Η κοινοτική νομοθεσία
9. Η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο μερών και τη διασφάλιση της ταχείας αναπτύξεως της τουρκικής οικονομίας καθώς και την ανύψωση του επιπέδου της απασχολήσεως και των συνθηκών ζωής στη χώρα αυτή. Στο προοίμιο επισημαίνεται ότι η υποστήριξη που θα παρασχεθεί από την Κοινότητα στις προσπάθειες του τουρκικού λαού για τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου θα διευκολύνει μεταγενέστερα την ένταξη του εν λόγω κράτους στην Κοινότητα.
10. Για την επίτευξη των ως άνω στόχων, αποφασίστηκε να θεσπιστεί βαθμιαία μια τελωνειακή ένωση, που θα περιελάμβανε μια προπαρασκευαστική φάση πενταετούς διάρκειας, μια μεταβατική φάση μέγιστης διάρκειας δώδεκα ετών και μια οριστική φάση αποσκοπούσα στην ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των συμβαλλομένων μερών.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 6, για να εξασφαλιστεί η βαθμιαία ανάπτυξη του καθεστώτος της συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνδέσεως, το οποίο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται από τη Συμφωνία. Δυνάμει του άρθρου 22, το ως άνω Συμβούλιο έχει εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την πραγματοποίηση των στόχων οι οποίοι καθορίζονται στη Συμφωνία και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από αυτή. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να μεταφέρει στην έννομη τάξη του τα μέτρα που απορρέουν από την ως άνω Συμφωνία.
12. Σύμφωνα με τα άρθρα 12, 13 και 14, τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να εμπνέονται από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της ΕΟΚ για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, καταργώντας τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
13. Το 1970 υπεγράφη ένα πρόσθετο πρωτόκολλο, το οποίο άρχισε να ισχύει το 1973 (4) και καθορίζει τους όρους, τον τρόπο και τον ρυθμό εφαρμογής της τελωνειακής ενώσεως σε τρία στάδια, εντός περιόδου 22 ετών. Ο τίτλος ΙΙ του ως άνω πρωτοκόλλου αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών, το δε πρώτο κεφάλαιο του εν λόγω τίτλου αφιερώνεται στους εργαζομένους.
14. Το 1980 το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε, βάσει του άρθρου 39 του πρωτοκόλλου, την απόφαση 3/80 (5), η οποία αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί ότι οι Τούρκοι υπήκοοι οι οποίοι έχουν εργαστεί εντός της Κοινότητας, τα μέλη των οικογενειών τους και οι επιζώντες απολαύουν παροχών στους παραδοσιακούς κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως. Προς τούτο, η ως άνω απόφαση παραπέμπει σε πολλές διατάξεις του κανονισμού 1408/71.
15. Το άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80 έχει ως εξής:
«1. Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις της παρούσας αποφάσεως υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων της παρούσας αποφάσεως.
[…]»
16. Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, το οποίο προσδιορίζεται στο άρθρο 4 της εν λόγω αποφάσεως, περιλαμβάνει τις νομοθεσίες σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως οι οποίοι αφορούν τις παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού, τις παροχές γήρατος και τις παροχές ανεργίας.
17. Η τελωνειακή ένωση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας άρχισε να ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 1995 και, ως εκ τούτου, η οριστική φάση της συνδέσεως ολοκληρώθηκε (6).
V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
18. Στην παρούσα υπόθεση, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, η Γερμανική Κυβέρνηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
Δεδομένου ότι κανένας από τους ενδιαφερομένους δεν υπέβαλε προφορικές παρατηρήσεις, το Δικαστήριο αποφάσισε, στις 9 Δεκεμβρίου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, να μην προχωρήσει στη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
VI – Εξέταση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων
A – Το πρώτο ερώτημα
19. Με το πρώτο από τα δύο ερωτήματά του, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, η οποία προβλέπεται από τις συμφωνίες συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας, αντιτίθεται στην εφαρμογή διατάξεως κράτους μέλους η οποία εξαρτά τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας από την προϋπόθεση να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου πριν από την υποβολή σχετικής αιτήσεως, παροχές από τον εθνικό φορέα ασφαλίσεως ανεργίας.
1. Οι κατατεθείσες παρατηρήσεις
20. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης τονίζει ότι η Γερμανία και η Αυστρία έχουν πανομοιότυπη νομοθεσία σχετικά με την καταπολέμηση της ανεργίας των ατόμων που χάνουν την απασχόλησή τους λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση και δεν έχουν σοβαρές πιθανότητες επανεντάξεως στην αγορά εργασίας. Δυνάμει των ως άνω ρυθμίσεων, ο εργαζόμενος που στερείται απασχολήσεως και έχει συμπληρώσει ορισμένη ηλικία έχει τη δυνατότητα, στα δύο αυτά κράτη, να λάβει σύνταξη γήρατος πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα ελάμβανε την εν λόγω σύνταξη αν συνέχιζε να εργάζεται.
Ο S. Öztürk λαμβάνει σήμερα στη Γερμανία, όπου εργάστηκε για τελευταία φορά, παροχή τέτοιας φύσεως, το ποσό της οποίας υπολογίζεται βάσει των περιόδων καταβολής εισφορών στη χώρα αυτή. Αν, όπως ζητεί ο S. Öztürk, του χορηγείτο τέτοια παροχή και στην Αυστρία, το ποσό της δεύτερης αυτής παροχής θα υπολογιζόταν βάσει του χρόνου εργασίας του στην τελευταία χώρα. Στην περίπτωση που ο S. Öztürk είχε συμπληρώσει το σύνολο της σταδιοδρομίας του στο ίδιο κράτος, θα είχε λάβει σύνταξη που θα αντιστοιχούσε στο σύνολο της επαγγελματικής ζωής του. Σύμφωνα με τις εκδοθείσες μέχρι σήμερα αποφάσεις των αυστριακών δικαστηρίων, ο S. Öztürk θα μπορούσε να λάβει σύνταξη μόνο στη Γερμανία, για την περίοδο κατά την οποία εργάστηκε στο έδαφος της χώρας αυτής, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια τη μείωση του ποσού που θα μπορούσε να αξιώσει. Επομένως, ο S. Öztürk εκτιμά ότι είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως λόγω του ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία του συμπληρώθηκε σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.
21. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι είναι θεμιτό το να απολέσει ένας Τούρκος υπήκοος που εργάστηκε στην Αυστρία το δικαίωμα λήψεως, στη χώρα αυτή, πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας, αν εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος προτού λάβει, επί 52 εβδομάδες, παροχές ανεργίας, καθόσον το αποτέλεσμα αυτό είναι σύμφωνο με τις διατάξεις που διέπουν τη σύνδεση μεταξύ της Κοινότητας και της Τουρκίας· κατά την ως άνω κυβέρνηση, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
22. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι ένας Τούρκος υπήκοος που υπάγεται στη Συμφωνία Συνδέσεως και στη ρύθμιση περί εφαρμογής της εν λόγω Συμφωνίας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να επικαλεστεί μόνο τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως, καθόσον το σύστημα της αποφάσεως 3/80 δεν είναι εξίσου πλήρες με τον συντονισμό στον οποίο προβαίνει ο κανονισμός 1408/71. Αφετέρου, ο ως άνω εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τη διμερή συμφωνία περί κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ της Αυστρίας και της Γερμανίας, η οποία εφαρμόζεται επί των υπηκόων τρίτων χωρών που έχουν υπαχθεί, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, στη νομοθεσία της μιας και/ή της άλλης χώρας και δυνάμει της οποίας εφαρμόζεται, κατ’ αναλογίαν, ο κανονισμός 1408/71 σε πολλές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και στον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως. Ωστόσο, η ως άνω κατ’ αναλογίαν εφαρμογή δεν αφορά την ασφάλιση ανεργίας ούτε την απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας· επιπλέον, δεν αφορά τη δυνατότητα εξαγωγής των συντάξεων.
23. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η νομολογία που είναι μεταγενέστερη της αποφάσεως D’Amico (7) καταγράφει μια σημαντική εξέλιξη στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, η οποία αντανακλά τη μέριμνα για εξάλειψη των νομικών κωλυμάτων της εξομοιώσεως, για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψεως παροχών, των πραγματικών περιστατικών τα οποία επισυνέβησαν σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη. Προκειμένου να καθοριστεί αν οι Τούρκοι εργαζόμενοι μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από την ως άνω εξέλιξη, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 9 της Συμφωνίας, το οποίο καθιερώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Κατά την Επιτροπή, πρόκειται για μια σαφή, ακριβή και απηλλαγμένη αιρέσεων διάταξη, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος· επομένως, οι ιδιώτες έχουν το δικαίωμα να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προκειμένου να ζητήσουν τη μη εφαρμογή εθνικής διατάξεως που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.
2. Ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24. Το ανώτατο αυστριακό δικαστήριο, καθώς και οι υποβαλόντες παρατηρήσεις στην παρούσα προδικαστική διαδικασία, αναγνωρίζουν ότι η διαφορά αφορά το ζήτημα αν ο S. Öztürk μπορεί να επικαλεστεί επιτυχώς την απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας και τη συνακόλουθη αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (8). Ωστόσο, υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς το ζήτημα ποια συγκεκριμένη διάταξη αποτελεί έρεισμα για την επίλυση του ως άνω ζητήματος. Κατά το Oberster Gerichtshof, όπως και κατά την Επιτροπή, το άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80 επιβάλλει υποχρεώσεις μόνον στο κράτος κατοικίας, εν προκειμένω στη Γερμανία· κατά συνέπεια, οι ανωτέρω προτείνουν να επιλυθεί το ως άνω ζήτημα βάσει μόνον του άρθρου 9 της Συμφωνίας. Η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμούν ότι έρεισμα για την επίλυση του ως άνω ζητήματος αποτελεί το άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80· εντούτοις, κατά τη γνώμη των εν λόγω κυβερνήσεων, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ενδιαφερομένου.
Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, στην παρούσα υπόθεση, κρίσιμο είναι, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν η αρχή της εξομοιώσεως των πραγματικών περιστατικών, που αποτελεί νομολογιακή δημιουργία, εφαρμόζεται αποκλειστικώς στους υπηκόους των κρατών μελών ή αν η εν λόγω αρχή πρέπει να επεκταθεί στους Τούρκους υπηκόους που εργάζονται στην Κοινότητα, όταν αυτοί ζητούν την αναγνώριση δικαιώματος λήψεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως.
α) Το περιεχόμενο της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως
25. Στο άρθρο 9 της Συμφωνίας Συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη απαγορεύουν, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων οι οποίες θα ηδύναντο να θεσπιστούν σύμφωνα με το άρθρο 8, κάθε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, που επανελήφθη στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12 ΕΚ).
26. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αναπτύσσει τα αποτελέσματά της εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης και υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της. Με την τελευταία αυτή φράση, το άρθρο 12 ΕΚ παραπέμπει ιδίως σε άλλες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου με τις οποίες συγκεκριμενοποιείται για ειδικές καταστάσεις η εφαρμογή της ως άνω γενικής αρχής (9). Η αρχή αυτή εφαρμόζεται αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες περί απαγορεύσεως των διακρίσεων (10). Στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η ως άνω αρχή διέπεται από τα άρθρα 39 ΕΚ έως 42 ΕΚ, καθώς και από τις κοινοτικές πράξεις που εφαρμόζουν τα εν λόγω άρθρα και ειδικότερα από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 (11) και τον κανονισμό 1408/71 (12).
27. Επίσης, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 συνιστά την εφαρμογή και τη συγκεκριμενοποίηση, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που διατυπώνεται στο άρθρο 9 της Συμφωνίας. Κατά συνέπεια, προτού γίνει επίκληση της τελευταίας διατάξεως, η οποία έχει γενική ισχύ, πρέπει να εξεταστεί αν είναι δυνατό να γίνει επίκληση του προβλεπόμενου στο άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80 κανόνα περί ίσης μεταχειρίσεως.
28. Η περιοριστική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, την οποία προέκρινε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, φαίνεται εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που έχει διαμορφωθεί κατά το πρότυπο εκείνης του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ούτε από το αντικείμενό της ότι μόνον το κράτος μέλος κατοικίας υποχρεούται να επιφυλάξει στον Τούρκο εργαζόμενο και στην οικογένειά του την ίδια μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσει στους δικούς του υπηκόους (13). Είναι βέβαιο ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ο ασφαλισμένος επικαλείται την ως άνω αρχή στη χώρα εντός της οποίας κατοικεί (14), ιδίως κατά το μέτρο που η ελεύθερη κυκλοφορία των Τούρκων εργαζομένων εντός της Κοινότητας δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί (15), αλλά το γεγονός αυτό δεν απαλλάσσει τα άλλα κράτη μέλη, εντός των οποίων ο ασφαλισμένος απέκτησε δικαιώματα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, από την υποχρέωση να επιφυλάξουν στον εν λόγω ασφαλισμένο την ίδια μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσουν στους δικούς τους υπηκόους.
29. Σύμφωνα με το άρθρο της 2, η απόφαση 3/80 ισχύει για τους Τούρκους εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, για τα μέλη των οικογενειών των εργαζομένων αυτών τα οποία κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τους επιζώντες των εργαζομένων αυτών. Καίτοι οι ως άνω εργαζόμενοι δεν μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Κοινότητας προκειμένου να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα, ο προαναφερθείς κανόνας δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να το πράξουν, καθόσον δέχεται την πιθανότητα να συνδέονται με συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως περισσοτέρων του ενός κρατών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 3, τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν σε μία από τις χώρες αυτές και τα οποία εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80 υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους (16) υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της αποφάσεως.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο σκοπός της αποφάσεως 3/80 συνίσταται ακριβώς στο να εξασφαλιστεί η καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στους Τούρκους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (17).
30. Υπό το πρίσμα των ως άνω διατάξεων και δεδομένου ότι ο S. Öztürk απασχολήθηκε στην Αυστρία επί 4,5 έτη προτού εγκατασταθεί στη Γερμανία και ότι απέκτησε στο πρώτο κράτος μέλος δικαιώματα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, οι αυστριακές αρχές οφείλουν να του επιφυλάξουν την ίδια μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσουν στους δικούς τους υπηκόους, όταν αυτός ζητεί τη χορήγηση των παροχών που αντιστοιχούν στις περιόδους εισφορών. Επομένως, το Δικαστήριο, προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να ερμηνεύσει το άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80 και όχι το άρθρο 9 της Συμφωνίας Συνδέσεως, όπως προτάθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
β) Το άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80 και η νομολογία Sürül
31. Στην απόφαση Sürül (18), το Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 καθιέρωσε μια συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη αρχή η οποία μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά ώστε να εφαρμοστεί από τον εθνικό δικαστή και, επομένως, ικανή να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών. Το άμεσο αποτέλεσμα της διατάξεως αυτής συνεπάγεται ότι οι πολίτες δικαιούνται να την επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών.
Όπως και ως προς τα οικογενειακά επιδόματα, τα οποία αφορούσε η υπόθεση Sürül, η απόφαση 3/80 δεν προβλέπει εξαίρεση ή περιορισμό της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, όταν η εν λόγω απόφαση αναφέρεται, στο κεφάλαιο 4, στις συντάξεις γήρατος. Όσον αφορά τις παροχές ανεργίας, καίτοι αυτές περιλαμβάνονται στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως, ουδεμία ειδική διάταξη αφιερώθηκε στις εν λόγω παροχές. Επομένως, ο S. Öztürk ουδόλως εμποδίζεται να επικαλεστεί στην Αυστρία το δικαίωμα να τύχει ίσης μεταχειρίσεως με τους υπηκόους της χώρας αυτής (19).
γ) Το άρθρο 3 της αποφάσεως 3/80 και η συγκεκαλυμμένη δυσμενής διάκριση που περιλαμβάνει το αυστριακό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως
32. Η επίδικη διάταξη, ήτοι το άρθρο 253a, παράγραφος 1, σημείο 3, του αυστριακού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, απαιτεί να έχουν λάβει τα πρόσωπα, τα οποία ζητούν να τους χορηγηθεί πρόωρη σύνταξη γήρατος λόγω ανεργίας, παροχές ανεργίας επί 52 τουλάχιστον εβδομάδες κατά τη διάρκεια των 15 μηνών που προηγούνται της κρίσιμης ημερομηνίας. Η διάταξη αυτή, όπως έχει διατυπωθεί, δεν κάνει διάκριση ανάλογα με τη χώρα στην οποία υπάγεται ο φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως που καταβάλλει τις παροχές. Ωστόσο, απαιτείται σιωπηρώς, στην πράξη, να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος τις εν λόγω παροχές στην Αυστρία.
33. Κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη άμεσης δυσμενούς διακρίσεως είναι αναμφισβήτητη, καθόσον δεν υφίσταται διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την καταγωγή του δικαιούχου της παροχής. Ωστόσο, όσον αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η ίση μεταχείριση απαγορεύει όχι μόνον τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως οι οποίες, μέσω άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (20). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η επιβαλλόμενη προϋπόθεση συνιστά συγκεκαλυμμένη μορφή δυσμενούς διακρίσεως και αν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε δικαιολογήσεως.
34. Πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγονται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, εκτός αν όντως δικαιολογούνται και είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, τόσο οι προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου οι οποίες, μολονότι είναι άσχετες με την ιθαγένεια, θίγουν κυρίως, ή στη μεγάλη πλειονότητά τους, τους αλλοδαπούς εργαζομένους –εν γένει κοινοτικούς υπηκόους ή, στην περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, Τούρκους υπηκόους– όσο και οι αδιακρίτως επιβαλλόμενες προϋποθέσεις των οποίων η πλήρωση είναι ευκολότερη για τους ημεδαπούς εργαζομένους ή οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν σε βάρος ειδικά των αλλοδαπών εργαζομένων (21).
35. Η επίδικη ρύθμιση εφαρμόζεται ομοιόμορφα στο σύνολο των εργαζομένων οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση ανεργίας και οι οποίοι πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας. Ωστόσο, η Αυστριακή Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι μεγάλος αριθμός των υπηκόων της εργάζεται στην Αυστρία και καταβάλλει εισφορές στα τοπικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, οπότε, αν οι εν λόγω αυστριακοί υπήκοοι περιέλθουν σε κατάσταση ανεργίας μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, για τις γυναίκες, ή του 60ού έτους της ηλικίας τους, για τους άνδρες, πληρούν άνευ προβλημάτων τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
36. Αντιθέτως, είναι συχνά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, οι αλλοδαποί εργαζόμενοι, κοινοτικοί ή Τούρκοι, να αποδείξουν ότι ο αυστριακός φορέας ασφαλίσεως ανεργίας τους κατέβαλε τις εν λόγω παροχές κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου.
Το προαναφερθέν σύστημα, επιβάλλοντας στην πράξη την προϋπόθεση της κατοικίας, πλήττει σε μεγαλύτερο βαθμό τους αλλοδαπούς εργαζομένους, καθόσον είναι πιθανότερο οι εν λόγω εργαζόμενοι να έχουν συμπληρώσει την επαγγελματική σταδιοδρομία τους σε άλλα κράτη. Αν η διαφορετική μεταχείριση λειτουργεί εις βάρος των κοινοτικών υπηκόων ή, όπως στην παρούσα υπόθεση, ενός Τούρκου υπηκόου τον οποίο αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 –του οποίου το περιεχόμενο είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71–, η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση μπορεί να συνεπάγεται μια συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω μεταχείριση δεν είναι δικαιολογημένη.
δ) Οι προτάσεις και η απόφαση στην υπόθεση D’Amico
37. Προκειμένου να αποδείξουν ότι το αποτέλεσμα που περιγράφηκε ανωτέρω είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση στηρίζονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις D’Amico (22) και Taflan-Met (23).
38. Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως D’Amico παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με εκείνα που επικαλέστηκε ο S. Öztürk ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων. Ο ενδιαφερόμενος ήταν Ιταλός ανθρακωρύχος ο οποίος είχε εργαστεί στη Γερμανία από το 1941 έως το 1943 και εν συνεχεία στη Γαλλία, χώρα στην οποία περιήλθε σε κατάσταση ανεργίας σε ηλικία 61 ετών, χωρίς να εύρει νέα απασχόληση. Μετά από δυόμισι χρόνια, επιχείρησε να λάβει πρόωρη σύνταξη γήρατος στη Γερμανία· το εν λόγω κράτος αρνήθηκε να του καταβάλει την ως άνω σύνταξη καθόσον, ενώ ο G. d’Amico είχε ηλικία άνω των 60 ετών, είχε καταβάλει εισφορές για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα και είχε παραμείνει αδιαλείπτως σε κατάσταση ανεργίας για περίοδο μεγαλύτερη του ενός έτους, ο εν λόγω εργαζόμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος, κατά την περίοδο αυτή, στη γερμανική υπηρεσία απασχολήσεως.
Το αρμόδιο δικαστήριο ζήτησε να πληροφορηθεί από το Δικαστήριο αν οι διατάξεις του κανονισμού 3 (24) και εκείνες του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, που αφορούν τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως οι οποίες συμπληρώθηκαν σε διαφορετικά κράτη μέλη, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, για τη χορήγηση της επίδικης πρόωρης συντάξεως γήρατος, πρέπει να εξομοιωθούν οι περίοδοι ανεργίας που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας με εκείνες οι οποίες συμπληρώθηκαν στη χώρα εντός της οποίας ζητείται η λήψη της παροχής.
39. Στις προτάσεις του στην ανωτέρω υπόθεση (25), ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi πρότεινε να δοθεί απερίφραστη καταφατική απάντηση. Χωρίς να φθάσει στο σημείο να χαρακτηρίσει απαρχαιωμένη την αρχή της εδαφικής εφαρμογής της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας επί των διακινουμένων εργαζομένων, θεώρησε απαράδεκτη την εκ προοιμίου άρνηση κράτους μέλους να χαρακτηρίσει ως λυσιτελή πραγματικά περιστατικά τα οποία επισυνέβησαν εκτός των συνόρων του. Ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε τις δύο διακριτές πτυχές που παρουσίαζε η εγγραφή στις εθνικές υπηρεσίες απασχολήσεως ανάλογα με το αν πρόκειται για τη λήψη επιδόματος ανεργίας ή για τον συνυπολογισμό μιας περιόδου ανεργίας προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα λήψεως πρόωρης συντάξεως γήρατος, ιδίως όταν η διάρκεια της ανεργίας δεν ασκεί επιρροή επί του καθορισμού του ποσού της εν λόγω συντάξεως, το οποίο υπολογίζεται βάσει των επικυρωμένων περιόδων ασφαλίσεως.
Επίσης, ο ως άνω γενικός εισαγγελέας τόνισε ότι το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος ανεργίας που διανύθηκε σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να συνιστά συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση. Κατά τη γνώμη του, αν, δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου, όταν κράτος μέλος εξομοιώνει μια περίοδο ανεργίας με περίοδο ασφαλίσεως, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να πράττουν το ίδιο (26), τα εν λόγω κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά μείζονα λόγο, όταν η κατάσταση αναγκαστικής ανεργίας θεωρείται ως απλό πραγματικό στοιχείο για τους σκοπούς της εφαρμογής της ρυθμίσεως του εσωτερικού δικαίου, να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών είναι όντως άνεργος.
40. Ωστόσο, στην απόφασή του, το Δικαστήριο ερμήνευσε την κοινοτική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως κατά περιοριστικό τρόπο, πράγμα που εξηγείται από διαφόρους λόγους.
Πρώτον, το Δικαστήριο αντιμετώπισε τη σύνταξη της οποίας η λήψη ζητήθηκε στη Γερμανία ωσάν να επρόκειτο για παροχή ανεργίας, ενώ, στην πραγματικότητα, τα χαρακτηριστικά της προσομοιάζουν μάλλον σε σύνταξη γήρατος. Συναφώς, υπογράμμισε ότι το κεφάλαιο 6 του κανονισμού 1408/71, και ιδίως τα άρθρα του 69 και 71, στηρίζονται σε εδαφικό δεσμό και ότι, κατά συνέπεια, οι εν λόγω διατάξεις δέχονται μόνον, πλην σπανίων εξαιρέσεων, το δικαίωμα του ανέργου να λάβει αποζημίωση στο κράτος εντός του οποίου στερήθηκε εργασίας. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο περιορίστηκε να διαπιστώσει ότι το άρθρο 1, στοιχείο ιθ΄, του κανονισμού 1408/71 δεν επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη, στις σχετικές περιπτώσεις, το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν εγγεγραμμένος στην υπηρεσία απασχολήσεως άλλου κράτους μέλους (27).
Δεύτερον, το Δικαστήριο περιορίστηκε να ερμηνεύσει τη σχετική ρύθμιση μηχανικά, χωρίς να εξετάσει αν η κοινοτική ρύθμιση περιελάμβανε άλλη λυσιτελή διάταξη προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας (28). Έτσι, η απόφαση ουδόλως αναφέρεται στην αρχή της ισότητας, ενώ ο γενικός εισαγγελέας είχε αναφερθεί στην ύπαρξη συγκεκαλυμμένης δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας (29).
ε) Η εξέλιξη της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου
41. Η νομολογία έχει εξελιχθεί πολύ από τότε, καθόσον έχει τονίσει ότι, για την αναγνώριση του δικαιώματος λήψεως ορισμένων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ή άλλων πλεονεκτημάτων υπέρ των διακινουμένων εργαζομένων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως απαιτεί να λαμβάνει υπόψη κάθε κράτος μέλος ορισμένα πραγματικά περιστατικά που επισυνέβησαν σε άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να εξομοιώσει τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά με εκείνα που λαμβάνουν χώρα στο έδαφός του. Μπορούν να αναφερθούν ορισμένα παραδείγματα.
42. Στην απόφαση Bronzino, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, όταν, για τη γένεση του δικαιώματος επί ορισμένων οικογενειακών παροχών, η εθνική νομοθεσία απαιτεί να παραμένει το τέκνο του εργαζομένου στη διάθεση της υπηρεσίας απασχολήσεως του κράτους μέλους που χορηγεί τις παροχές –πράγμα που προϋποθέτει την κατοικία του εν λόγω τέκνου στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού–, η ως άνω προϋπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 (30)· επομένως, η εν λόγω προϋπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται όταν το τέκνο βρίσκεται, ως άνεργος, στη διάθεση της υπηρεσίας απασχολήσεως του κράτους μέλους κατοικίας του (31).
43. Στην υπόθεση Mora Romero (32), το ορφανό τέκνο Ισπανού υπηκόου που απεβίωσε στη Γερμανία, θύμα εργατικού ατυχήματος, δεν επέτυχε να λάβει παράταση της συντάξεως ορφανού πέραν της ηλικίας των 25 ετών, για περίοδο αντίστοιχη με εκείνη κατά την οποία δεν ελάμβανε την εν λόγω σύνταξη λόγω εκπληρώσεως της στρατιωτικής θητείας του στην Ισπανία. Η απόφαση ερμήνευσε το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 υπό την έννοια ότι, οσάκις η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει την παράταση του δικαιώματος συντάξεως ορφανού πέραν της ως άνω ηλικίας για τα άτομα των οποίων η εκπαίδευση διακόπηκε λόγω της εκπληρώσεως της στρατιωτικής θητείας, το κράτος αυτό υποχρεούται να εξομοιώσει την εκπληρωθείσα εντός άλλου κράτους μέλους στρατιωτική θητεία με τη στρατιωτική θητεία που εκπληρώνεται υπό τη δική του νομοθεσία.
44. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο θεώρησε ότι έπρεπε να προβεί στην εξομοίωση πραγματικών περιστατικών ή καταστάσεων με γνώμονα τη χορήγηση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως δυνάμει της προβλεπόμενης σε διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου απαγορεύσεως κάθε δυσμενούς διακρίσεως.
45. Με την απόφαση Roviello, ακυρώθηκε η παράγραφος 15 του μέρους Γ του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71, διότι παρείχε τη δυνατότητα, εφόσον καθοριστική σημασία για το δικαίωμα λήψεως ορισμένων συντάξεων έχει κατά τη γερμανική νομοθεσία η φύση του επαγγέλματος που ο εργαζόμενος άσκησε μέχρι τότε, να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του δικαιώματος αυτού μόνον οι δραστηριότητες που υπόκεινται στην υποχρεωτική ασφάλιση και ασκούνται υπό την ως άνω νομοθεσία (33). Η εν λόγω διάταξη είχε ενσωματωθεί το 1983, διότι το σύστημα ταξινομήσεως των αιτούντων τη λήψη συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία επέβαλλε τον έλεγχο του αν η ικανότητα βιοπορισμού μειώθηκε τουλάχιστον κατά το ήμισυ όσον αφορά το επάγγελμα που ασκείτο μέχρι τότε, πράγμα που υποχρέωνε τους αρμόδιους γερμανικούς φορείς να πραγματοποιούν μακρές και δύσκολες έρευνες στη χώρα καταγωγής προκειμένου να προσδιορίσουν την πραγματική φύση των προσόντων που επικαλούνται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι οι οποίοι επλήγησαν από ανικανότητα προς εργασία στη Γερμανία (34). Ο M. Roviello, Ιταλός υπήκοος, δήλωσε ότι εργάστηκε, ως εργάτης τοποθετήσεως πλακιδίων, επί 14 έτη στη χώρα γεννήσεώς του και ακολούθως, ως μισθωτός, επί 14 έτη στη Γερμανία. Η παροχή που ζήτησε στην τελευταία χώρα δεν του χορηγήθηκε, για τον λόγο ότι δεν ήταν κάτοχος διπλώματος τεχνίτη τοποθετήσεως πλακιδίων και ότι δεν είχε εργαστεί με αυτή την ιδιότητα αδιαλείπτως. Κατόπιν εφαρμογής του προαναφερθέντος συστήματος κατατάξεως, ο M. Roviello ενέπιπτε στην κατηγορία των ανειδίκευτων εργατών, πράγμα που δεν του παρείχε δικαίωμα λήψεως συντάξεως.
46. Η Ε. Παράσχη, ελληνικής ιθαγένειας, κατέβαλε 102 μηνιαίες εισφορές στον φορέα ασφαλίσεως γήρατος στη Γερμανία, όπου ασθένησε. Δύο έτη αργότερα, επέστρεψε στη χώρα καταγωγής της, όπου δεν μπόρεσε να βρει απασχόληση, λόγω επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας της· επιπλέον, δεν έλαβε στη χώρα καταγωγής της σύνταξη αναπηρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε καταβάλει εισφορές στην Ελλάδα μόνον επί πέντε μήνες. Στο πρώτο κράτος, η παροχή δεν της χορηγήθηκε για τον λόγο ότι αυτή δεν δικαιολογούσε 36 μηνιαίες εισφορές κατά τη διάρκεια της περιόδου των 60 μηνών που προηγήθηκε της επελεύσεως της αναπηρίας, η οποία καλείται περίοδος αναφοράς. Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, αποδείχθηκε ότι το ως άνω χρονικό διάστημα μπορούσε να παραταθεί λόγω ασθενείας ή ανεργίας στην περίπτωση που τα γεγονότα αυτά είχαν δώσει λαβή για τη λήψη παροχών οι οποίες χορηγούνται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με την απόφαση, τα άρθρα 39, παράγραφος 2, ΕΚ, και 42 ΕΚ αποκλείουν εθνική νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας επιτρέπεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η παράταση της περιόδου αναφοράς, χωρίς να προβλέπεται η ίδια δυνατότητα όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αντιστοιχούν σε εκείνα βάσει των οποίων καθίσταται δυνατή η παράταση, λαμβάνουν χώρα σε άλλο κράτος μέλος (35).
47. Η U. Elsen, Γερμανίδα υπήκοος, μετέφερε την κατοικία της στη Γαλλία το 1981 με τον σύζυγό της και τον γιό τους, ο οποίος γεννήθηκε το 1984. Μέχρι τον Μάρτιο του 1985 απασχολήθηκε στη Γερμανία ως μεθοριακή εργαζομένη. Μεταξύ Ιουλίου 1984 και Φεβρουαρίου 1985, η U. Elsen διέκοψε την επαγγελματική δραστηριότητά της λόγω άδειας μητρότητας· έκτοτε, δεν άσκησε καμία άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα. Τον Σεπτέμβριο του 1994 η U. Elsen υπέβαλε στη Γερμανία αίτηση με την οποία ζητούσε να ληφθούν υπόψη, ως περίοδοι ασφαλίσεως για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος, τα 10 πρώτα έτη της ζωής του γιού της, κατά τη διάρκεια των οποίων αυτή αφοσιώθηκε στην ανατροφή του. Η ως άνω αίτηση δεν έγινε δεκτή, με την αιτιολογία ότι το τέκνο είχε ανατραφεί στην αλλοδαπή.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ επιβάλλουν την υποχρέωση στον αρμόδιο φορέα κράτους μέλους να λαμβάνει υπόψη, για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος, τις περιόδους ανατροφής τέκνου που συμπληρώθηκαν σε άλλη χώρα της Ενώσεως, ωσάν οι περίοδοι αυτές να είχαν συμπληρωθεί εντός του εθνικού εδάφους, από γυναίκα η οποία, κατά τον χρόνο γεννήσεως του τέκνου, είχε την ιδιότητα μεθοριακού εργαζομένου που απασχολείται στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους και κατοικεί στο έδαφος του δευτέρου κράτους μέλους (36).
48. Στην υπόθεση Kauer (37), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αυστριακή νομοθεσία εξομοίωνε με περιόδους ασφαλίσεως, για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος, τον χρόνο που διένυσε ο ασφαλισμένος απασχολούμενος κυρίως με την ανατροφή των τέκνων του στο εθνικό έδαφος. Η L. Kauer είχε εργαστεί στην Αυστρία, όπου απέκτησε τρία τέκνα με τα οποία εγκαταστάθηκε στο Βέλγιο, και αφοσιώθηκε στην ανατροφή τους· όταν επέστρεψε στη χώρα γεννήσεώς της, η L. Kauer άσκησε εκ νέου αμειβόμενη δραστηριότητα. Ο φορέας ασφαλίσεως γήρατος αρνήθηκε να αναγνωρίσει στην L. Kauer την περίοδο που συμπλήρωσε στο Βέλγιο ως εξομοιουμένη περίοδο ανατροφής.
Σύμφωνα με την απόφαση, η ως άνω εθνική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση, διότι λαμβάνει υπόψη άνευ ετέρου τις περιόδους ανατροφής των τέκνων που διανύθηκαν στο εθνικό έδαφος, ενώ εξαρτά από τη χορήγηση του πλεονεκτήματος χρηματικών παροχών λόγω μητρότητας ή ισοδυνάμων παροχών δυνάμει της αυστριακής ομοσπονδιακής νομοθεσίας τον συνυπολογισμό του χρόνου που διανύθηκε σε άλλο κράτος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
49. Στην υπόθεση Duchon (38), οι αυστριακές αρχές αρνήθηκαν να χορηγήσουν σε αυστριακό υπήκοο, ο οποίος είχε υποστεί εργατικό ατύχημα στη Γερμανία σε ηλικία 20 ετών και ελάμβανε, έκτοτε, γερμανική σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία κατά 50 %, παροχή αναπηρίας για τον λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε συμπληρώσει τον χρόνο αναμονής των 60 μηνών, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς των 120 μηνών, και απέρριψαν τον συνυπολογισμό της περιόδου ασφαλίσεως που συμπληρώθηκε στη Γερμανία μετά το ατύχημα.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 39, παράγραφος 2, ΕΚ και 42 ΕΚ απαγορεύουν διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία λαμβάνει υπόψη, για την παράταση της περιόδου αναφοράς κατά την οποία πρέπει να έχει διανυθεί η περίοδος αναμονής για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, μόνον την περίοδο κατά την οποία ο ασφαλισμένος έλαβε παροχές αναπηρίας βάσει του εθνικού συστήματος ασφαλίσεως έναντι ατυχημάτων, χωρίς να προβλέπει τη δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω περιόδου όταν η ως άνω παροχή χορηγήθηκε βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Για τον ίδιο λόγο, το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρο το άρθρο 9α του κανονισμού 1408/71.
στ) Η απόφαση Gottardo
50. Εξάλλου, πρόσφατα, η νομολογία του Δικαστηρίου προέβη σε ριζική μεταστροφή κατά την ερμηνεία της έννοιας της απαγορεύσεως κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας στον τομέα των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, όσον αφορά τα κράτη μέλη που έχουν υπογράψει διμερή σύμβαση με τρίτο κράτος.
51. Η ιταλικής ιθαγενείας, εκ της γεννήσεώς της, E. Gottardo είχε καταβάλει εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως επί 100 εβδομάδες στην Ιταλία, επί 252 εβδομάδες στην Ελβετία και επί 429 εβδομάδες στη Γαλλία. Η E. Gottardo λαμβάνει, αντιστοίχως, στην Ελβετία και στη Γαλλία συντάξεις γήρατος που της αναγνωρίστηκαν χωρίς να απαιτηθεί ο συνυπολογισμός των περιόδων εισφοράς. Η E. Gottardo ζήτησε να της χορηγηθεί σύνταξη γήρατος στην Ιταλία και η σχετική αίτησή της απερρίφθη με την αιτιολογία ότι η ενδιαφερομένη ήταν Γαλλίδα υπήκοος και ότι η ιταλοελβετική σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως (39) δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της με σκοπό τον συνυπολογισμό των εισφορών της.
Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, οσάκις κράτος μέλος συνάπτει με τρίτη χώρα σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπουσα ότι λαμβάνονται υπόψη περίοδοι ασφαλίσεως συμπληρωθείσες στην εν λόγω χώρα για την κτήση του δικαιώματος λήψεως παροχών γήρατος, η θεμελιώδης αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει στο εν λόγω κράτος μέλος την υποχρέωση να χορηγεί στους υπηκόους των λοιπών κρατών μελών της Ενώσεως τα ίδια πλεονεκτήματα με εκείνα των οποίων απολαύουν οι ίδιοι οι υπήκοοί του δυνάμει της ως άνω συμβάσεως, εκτός αν η άρνησή του δικαιολογείται αντικειμενικώς (40). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι ούτε η ενδεχόμενη αύξηση των χρηματικών επιβαρύνσεων ούτε οι διοικητικές δυσχέρειες που αφορούν τη συνεργασία με την τρίτη χώρα μπορούν να δικαιολογήσουν την εκ μέρους του κράτους μέλους αθέτηση των απορρεουσών από τη Συνθήκη υποχρεώσεων (41).
ζ) Η απόφαση Saint-Gobain ZN
52. Οι βάσεις της εξελίξεως της θέσεως του Δικαστηρίου έναντι των εργαζομένων είχαν σκιαγραφηθεί στην απόφαση Saint-Gobain ZN (42) η οποία αφορούσε το δικαίωμα εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα που χορηγούνται στις κεφαλαιουχικές εταιρίες.
Στην ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της μεταχειρίσεως ημεδαπού επιβάλλει στο κράτος μέλος που είναι συμβαλλόμενο μέρος μιας συμβάσεως περί αποφυγής της διπλής φορολογίας, η οποία υπεγράφη με τρίτη χώρα, να χορηγεί στις μόνιμες εγκαταστάσεις, τις οποίες εκμεταλλεύονται αλλοδαπές κεφαλαιουχικές εταιρίες, τα πλεονεκτήματα που προβλέπει η σύμβαση, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που εφαρμόζονται στις εταιρίες που έχουν την έδρα τους στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους (43).
η) Η αρχή της εξομοιώσεως των πραγματικών περιστατικών
53. Η εκτεθείσα εξέλιξη της νομολογίας καταδεικνύει ότι, όσον αφορά την ερμηνεία της απαγορεύσεως κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, υφίσταται μια σαφής τάση να απαγορευθούν τα εμπόδια που τίθενται από τις εθνικές νομοθεσίες περί κοινωνικής ασφαλίσεως σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της εξομοιώσεως των πραγματικών περιστατικών, της οποίας θεμελιώδης σκοπός είναι να εξασφαλιστεί ότι τα περιστατικά που έλαβαν χώρα σε άλλο κράτος μέλος εκτιμώνται με τον ίδιο τρόπο ωσάν να είχαν λάβει χώρα στο κράτος εντός του οποίου τα εν λόγω περιστατικά πρέπει να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους (44).
54. Κατά συνέπεια, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, από την έκδοση της αποφάσεως D’Amico, η οποία έλαβε χώρα πριν από 28 έτη, η νομολογία έχει πραγματοποιήσει σημαντική μεταστροφή. Επομένως, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως παραπομπή για την επίλυση της παρούσας υποθέσεως, όχι μόνο λόγω των προαναφερθεισών εξελίξεων, αλλά επίσης, και προπάντων, διότι, το 1975, το Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει το ζήτημα υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
55. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει επίκληση, προς στήριξη του ότι η αυστριακή ρύθμιση είναι σύμφωνη με την εν λόγω αρχή, της αποφάσεως Taflan-Met κ.λπ., σύμφωνα με την οποία, καθόσον το Συμβούλιο δεν θεσπίζει τα απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα για τη θέση σε εφαρμογή της αποφάσεως 3/80, τα άρθρα 12 και 13 της αποφάσεως αυτής, τα οποία διέπουν, αντιστοίχως, το δικαίωμα των Τούρκων εργαζομένων εντός της Κοινότητας να λαμβάνουν παροχές αναπηρίας και γήρατος, δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση των ως άνω άρθρων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (45).
Σύμφωνα με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών στις σκέψεις 9 και 10 της εν λόγω αποφάσεως, οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών δεν έλαβαν στις Κάτω Χώρες τις παροχές επιζώντος και αναπηρίας, οι οποίες τους είχαν αναγνωριστεί στο Βέλγιο και στη Γερμανία.
56. Η απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο εξηγείται, κατά τη γνώμη μου, από τα ειδικά χαρακτηριστικά των κλάδων της ασφαλίσεως γήρατος, της ασφαλίσεως χηρείας και της ασφαλίσεως αναπηρίας στις Κάτω Χώρες· κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η κατοικία εντός της χώρας συνιστά τον κύριο παράγοντα της ασφαλιστικής καλύψεως και απαιτείται, κατά το χρονικό σημείο της επελεύσεως της γενεσιουργού αιτίας, να υπάγεται ο ενδιαφερόμενος στην εθνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
Η ως άνω διαφορά σε σχέση με τις ρυθμίσεις των άλλων κρατών μελών κατέστησε αναγκαία τη θέσπιση πολλών διατάξεων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα σημεία που αφιερώνονται στο εν λόγω κράτος στο παράρτημα VI του κανονισμού 1408/71 και οι οποίες αποσκοπούν στο να επιβάλουν μέτρα προοριζόμενα να διορθώσουν την εδαφικότητα του ολλανδικού νόμου, συντονίζοντας τον εν λόγω νόμο με τις έννομες τάξεις των λοιπών κρατών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το Συμβούλιο δεν είχε θεσπίσει, έως τότε, παρεμφερείς διατάξεις υπέρ των Τούρκων εργαζομένων, οπότε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, μέσω εξομοιώσεως των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα σε άλλα κράτη, την οποία προφανώς τήρησαν το Βέλγιο και η Γερμανία, δεν είχε αναπληρώσει την έλλειψη διατάξεων συντονισμού στη συγκεκριμένη περίπτωση.
57. Δεν υπάρχει λόγος να μην προσδοθεί από τα κράτη μέλη στον κανόνα της μεταχειρίσεως ημεδαπού, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο της διατάξεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο πρώτος κανόνας δεν πρέπει να τύχει της ευρείας ερμηνείας που προσέδωσε το Δικαστήριο στον δεύτερο, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι διατάξεις έχουν συνταχθεί κατά πανομοιότυπο τρόπο και ότι, στο πλαίσιο του αντίστοιχου προσωπικού πεδίου εφαρμογής τους, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.
58. Δεν αμφισβητείται ότι ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλονται συχνότατα από το Δικαστήριο όταν αναφέρεται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως υπήρξε ο αποτρεπτικός παράγων που αντιπροσωπεύει η έλλειψη εξομοιώσεως για τον εργαζόμενο ο οποίος προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία. Είναι επίσης αληθές ότι οι Τούρκοι υπήκοοι, οι οποίοι διακινούνται προς ένα κράτος της Κοινότητας προκειμένου να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα, δεν απολαύουν της ως άνω ελευθερίας.
59. Ωστόσο, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως (46), που αποτελεί μέρος του πρώτου τμήματος του κεφαλαίου ΙΙ, το οποίο αφιερώνεται στην απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, ορίζει ότι, όταν οι αρχές κράτους μέλους επιτρέπουν την πρόσληψη εργαζομένων μη υπηκόων της Κοινότητας για να ανταποκριθούν σε προσφορά απασχολήσεως που δεν μπορεί να καλυφθεί από το εργατικό δυναμικό που είναι διαθέσιμο στην αγορά εργασίας των κρατών μελών, αυτές προσπαθούν να δώσουν προτεραιότητα στους Τούρκους εργαζομένους. Δεν αμφισβητείται ότι ο S. Öztürk διακινήθηκε εντός της Κοινότητας και ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία του συμπληρώθηκε, ίσως δυνάμει του ως άνω άρθρου 8, παράγραφος 1, τουλάχιστον σε δύο κράτη μέλη.
θ) Εκτίμηση της προϋποθέσεως που επιβάλλεται από την αυστριακή νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως – Συγκεκαλυμμένη δυσμενής διάκριση
60. Απομένει να καθοριστεί αν η προϋπόθεση που επιβάλλει η αυστριακή νομοθεσία για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψεως πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας αποτελεί συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, που απαγορεύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80, ή αν η ως άνω προϋπόθεση είναι δικαιολογημένη.
61. Η επίδικη παροχή αποσκοπεί στην πρόωρη λήψη της συντάξεως γήρατος όταν αποδεικνύεται ότι η επανένταξη του ασφαλισμένου στην ενεργό απασχόληση είναι δυσχερής, λόγω της ηλικίας του ή λόγω ασθενείας ή μειώσεως της ικανότητας βιοπορισμού ή λόγω άλλων παρεμφερών αιτίων. Η μόνη ένδειξη που απαιτείται για να θεωρηθεί ότι πληρούται το ως άνω κριτήριο συνίσταται στο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει παροχές ανεργίας κατά τη διάρκεια του απαιτούμενου αριθμού εβδομάδων. Η πρόωρη σύνταξη γήρατος καταβάλλεται επί όσο χρόνο ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση, ήτοι υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δεν άρχισε να ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή οικονομική δραστηριότητα.
62. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η επίμαχη διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από έναν θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής, καθόσον, ναι μεν η επίδικη παροχή καταβάλλεται τυπικά από τον φορέα ασφαλίσεως γήρατος, πλην όμως η εν λόγω παροχή αποδεικνύεται ότι αποτελεί, από λειτουργική άποψη, μέτρο κοινωνικής προστασίας το οποίο έπεται της στερήσεως εργασίας και του οποίου απολαύουν οι άνεργοι. Για τον λόγο αυτό, η ως άνω παροχή δεν χορηγείται στα πρόσωπα τα οποία, δεδομένου ότι κατοικούν στην αλλοδαπή, δεν μπορούν, έστω θεωρητικώς, να βρουν απασχόληση στην Αυστρία μέσω της εθνικής υπηρεσίας απασχολήσεως. Η δυνατότητα να εξαχθούν παροχές αυτού του τύπου αντιβαίνει στον συγκεκριμένο σκοπό των τελευταίων, που είναι στενά συνδεδεμένος με την αγορά εργασίας. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, η προϋπόθεση που επιβάλλει η αυστριακή ρύθμιση αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο, καθόσον εκφράζει την αδυναμία του ανέργου να βρει νέα απασχόληση στην Αυστρία. Πάντως, η ένδειξη αυτή μπορεί να εκτιμηθεί στις πραγματικές της διαστάσεις μόνον αν η εθνική υπηρεσία απασχολήσεως είχε στη διάθεσή της την ανωτέρω προθεσμία προκειμένου να αναζητήσει απασχόληση για τον ενδιαφερόμενο, καθόσον η εν λόγω υπηρεσία αποτελεί τον οργανισμό που διαθέτει πληροφορίες σχετικά με τις κενές θέσεις εργασίας καθώς και επαφές με τους αυστριακούς εργοδότες.
63. Συμφωνώ μόνον εν μέρει με τις ως άνω σκέψεις. Δεν αμφισβητείται ότι η επίσπευση, κατά πέντε έτη, της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των προσώπων που απώλεσαν τη δυνατότητα ευρέσεως εργασίας αποτελεί μέτρο κοινωνικής πολιτικής του κράτους. Ωστόσο, η σύνταξη που διεκδικεί ο S. Öztürk στην Αυστρία δεν συνιστά παροχή ανεργίας. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, πλεονεκτήματα αυτού του τύπου μπορούν να εξαχθούν μόνον υπό περιορισμένες προϋποθέσεις, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις οι οποίες ρυθμίζονται λεπτομερώς στο κεφάλαιο 6 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71. Όσον αφορά τους Τούρκους εργαζομένους, ναι μεν οι παροχές ανεργίας εμπίπτουν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 3/80, πλην όμως οι λοιπές διατάξεις της ως άνω αποφάσεως ουδόλως αναφέρουν τις εν λόγω παροχές· επομένως, φαίνεται άτοπο να εξεταστεί το ενδεχόμενο να έχει ένας εργαζόμενος της ιθαγένειας αυτής το δικαίωμα να λαμβάνει τις εν λόγω παροχές σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο εντός του οποίου περιήλθε σε κατάσταση ανεργίας.
64. Υπό το πρίσμα των πληροφοριακών στοιχείων που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, πρόκειται για μια απλή σύνταξη γήρατος, της οποίας το δικαίωμα λήψεως αναγνωρίζεται πριν από την ηλικία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος αρχίζει συνήθως να λαμβάνει την εν λόγω σύνταξη, εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει εκ νέου εργασία ο αιτών.
Εάν ο κανόνας που απαιτεί να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος παροχές ανεργίας επί 52 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των 15 μηνών που προηγούνται της υποβολής της σχετικής αιτήσεως αποσκοπεί στο να εξασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν έχει τη δυνατότητα να βρει νέα απασχόληση, δεν βρίσκω κανέναν αντικειμενικό λόγο που να επιτρέπει στις αυστριακές αρχές να αρνούνται να δεχθούν ότι ένας εργαζόμενος ο οποίος ήταν εγγεγραμμένος στις υπηρεσίες απασχολήσεως άλλου κράτους μέλους κατά την ίδια περίοδο βρίσκεται ακριβώς στην ίδια κατάσταση. Βεβαίως, ο εν λόγω εργαζόμενος δεν ήταν παρών στην αγορά εργασίας στην Αυστρία, πράγμα που εμπόδισε τις υπηρεσίες απασχολήσεως της εν λόγω χώρας να προσπαθήσουν να αναζητήσουν μια θέση απασχολήσεως για τον ως άνω εργαζόμενο, αλλά, κατά το μέτρο που αυτός παρέμεινε εγγεγραμμένος στον φορέα ασφαλίσεως ανεργίας στη Γερμανία χωρίς να ευρίσκει εργασία, πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο το ότι πληροί την καθορισθείσα προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι οι γερμανικές υπηρεσίες απασχολήσεως είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις αυστριακές υπηρεσίες· επιπλέον, καίτοι είναι αληθές ότι το ποσοστό ανεργίας ποικίλλει από το ένα κράτος στο άλλο, το εν λόγω ποσοστό διαφέρει επίσης μεταξύ των διαφόρων περιφερειών στο εσωτερικό κάθε κράτους.
65. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 απαγορεύει διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία εξαρτά τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας από την προϋπόθεση να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου πριν από την υποβολή σχετικής αιτήσεως, παροχές από τον εθνικό φορέα ασφαλίσεως ανεργίας, αν η ως άνω διάταξη αποκλείει το να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει παροχές ανεργίας σε άλλο κράτος μέλος κατά την ίδια περίοδο.
66. Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω προτάσεως να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος, καθόσον το Oberster Gerichtshof υπέβαλε το εν λόγω ερώτημα μόνο σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Ωστόσο, επικουρικώς, θα εξετάσω το δεύτερο ερώτημα, στην περίπτωση που αποδειχθεί αναγκαίο να προσεγγισθεί.
B – Το δεύτερο ερώτημα
67. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποια είναι η έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 όσον αφορά τη ρύθμιση κράτους μέλους η οποία απαιτεί, για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως πρόωρης συντάξεως γήρατος σε περίπτωση ανεργίας, να έχει λάβει ο εργαζόμενος παροχή ανεργίας από το εν λόγω κράτος κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου πριν από την κρίσιμη ημερομηνία.
68. Επ’ αυτού, μόνον η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση κατέθεσαν παρατηρήσεις. Αμφότερες οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, επικαλούμενες τη φύση της παροχής και τη νομολογία D’Amico.
69. Εκ προοιμίου, είμαι σύμφωνος με τις δύο αυτές κυβερνήσεις, αν και η άποψή μου βασίζεται σε άλλα επιχειρήματα.
70. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 45 του κανονισμού 1408/71 διέπει τη συνεκτίμηση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τις νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί ο εργαζόμενος για την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος λήψεως παροχών.
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν κράτος μέλος εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος λήψεως παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους οφείλει να λάβει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τέτοιες περιόδους οι οποίες συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς· ο εν λόγω φορέας οφείλει να λάβει υπόψη τις ως άνω περιόδους ωσάν να είχαν συμπληρωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει.
71. Από το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και από τα στοιχεία του αυστριακού δικαίου που παρέσχον τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Επιτροπή συνάγω ότι το εν λόγω κράτος δεν απαγορεύει την εφαρμογή του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 επί του S. Öztürk για τη θεμελίωση του δικαιώματος λήψεως συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας. Συγκεκριμένα, καθίσταται φανερό ότι, από τις τρεις προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 253a, παράγραφος 1, του γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως, η μόνη προϋπόθεση την οποία δεν πληροί ο αιτών είναι η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι η λήψη παροχών ανεργίας στην Αυστρία επί 52 εβδομάδες.
Επίσης, παρατηρώ ότι η δεύτερη από τις προϋποθέσεις αυτές απαιτεί, κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως, να δικαιολογεί ο ενδιαφερόμενος τουλάχιστον 180 μηνιαίες εισφορές στην υποχρεωτική ασφάλιση γήρατος. Αν θεωρηθεί ότι ο S. Öztürk πληροί την εν λόγω προϋπόθεση, πρέπει να συναχθεί ότι εφαρμόστηκε το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, στο οποίο παραπέμπει η συναφθείσα μεταξύ Αυστρίας και Γερμανίας σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως (47), καθόσον ο S. Öztürk μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη μόνον 52 μηνιαίων εισφορών στην Αυστρία.
72. Αντιθέτως, η προϋπόθεση που συνίσταται στη λήψη παροχών ανεργίας υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις δεν συνεπάγεται τη συμπλήρωση περιόδου ασφαλίσεως ή κατοικίας η οποία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συνυπολογισμού για την απόκτηση του δικαιώματος λήψεως παροχών, αλλά απλώς εισάγει συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία, όπως κατέδειξα κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος, στερείται οποιασδήποτε δικαιολογήσεως.
73. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί, επικουρικώς, ότι το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν απαγορεύει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία απαιτεί, για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως πρόωρης συντάξεως γήρατος σε περίπτωση ανεργίας, να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου πριν από την κρίσιμη ημερομηνία, παροχή ανεργίας από το εν λόγω κράτος.
VII – Πρόταση
74. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof ως εξής:
«1) Ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως που περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους, απαγορεύει διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία εξαρτά τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως γήρατος λόγω ανεργίας από την προϋπόθεση να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου πριν από την υποβολή σχετικής αιτήσεως, παροχές από τον εθνικό φορέα ασφαλίσεως ανεργίας, αν η ως άνω διάταξη αποκλείει το να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει παροχές ανεργίας σε άλλο κράτος μέλος κατά την ίδια περίοδο.
2) Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, δεν απαγορεύει τη ρύθμιση κράτους μέλους η οποία απαιτεί, για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως πρόωρης συντάξεως γήρατος σε περίπτωση ανεργίας, να έχει λάβει ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου πριν από την κρίσιμη ημερομηνία, παροχή ανεργίας από το εν λόγω κράτος.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Εγκριθείσα με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48).
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
4 – Επικυρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί συνάψεως του προσθέτου πρωτοκόλλου, καθώς και του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου, που υπεγράφησαν στις 23 Νοεμβρίου 1970 και προσαρτώνται στη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Τουρκίας και περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την έναρξη της ισχύος τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149).
5 – Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, περί της εφαρμογής των καθεστώτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη των οικογενειών τους (ΕΕ 1983, C 110, σ. 60).
6 – Βλ. την απόφαση 1/95 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΚ-Τουρκίας, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την εφαρμογή της οριστικής φάσης της τελωνειακής ένωσης (ΕΕ 1996, L 35, σ. 1).
7 – Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1975, 20/75 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 287).
8 – Στην τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλέους (μετάφραση Ι. Ν. Γρυπάρη), αφού ο χορός αναγγείλει ότι: «πολλά ’ναι τα θάματα, πιο θάμ’ απ’ τον άνθρωπο, τίποτα» (στίχοι 332 και 333), η ίδια η Αντιγόνη απαντά στον Κρέοντα ότι: «όμως ο Άδης ίσους για όλους ποθεί τους νόμους που έχει» (στίχος 519).
9 – Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-55/00, Gottardo (Συλλογή 2002, σ. I-413, σκέψη 21).
10 – Αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-193/94, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (Συλλογή 1996, σ. I-929, σκέψη 20)· της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96, Mora Romero (Συλλογή 1997, σ. I-3659, σκέψη 10), και της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Oteiza Olazábal (Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψη 25).
11 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
12 – Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1978, 1/78, Kenny (Συλλογή τόμος 1978, σ. 461, σκέψη 9), και της 12ης Μαΐου 1998, C-336/96, Gilly (Συλλογή 1998, σ. I-2793, σκέψη 38).
13 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-124/99, Borawitz (Συλλογή 2000, σ. I-7293, σκέψη 28).
14 – Peers, S.: Social security equality for Turkish nationals, σε European Law Review, 1999, σ. 627 επ., ιδίως σ. 629: «In practice, [equal access for Turkish workers and their family members to each Member State’s social security system] is far more important for Turks living in the Community; since they lack the right to move freely between Member States, their social security disputes largely concern the application of the equality principle in the individual Member States».
15 – Το άρθρο 36 του προαναφερθέντος προσθέτου πρωτοκόλλου του 1970 ορίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητος και της Τουρκίας θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως, μεταξύ της λήξεως του δωδέκατου και του εικοστού δεύτερου έτους μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω Συμφωνίας, το δε Συμβούλιο Συνδέσεως θα αποφασίσει περί των αναγκαίων προς τούτο διαδικασιών. Η απόφαση 1/80 του εν λόγω Συμβουλίου, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως, περιορίζεται να ρυθμίσει, στα άρθρα 6 επ., την πρόσβαση σε απασχόληση των Τούρκων εργαζομένων στην αγορά εργασίας άλλου κράτους μέλους.
16 – Η υπογράμμιση δική μου.
17 – Απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, C-262/96, Sürül (Συλλογή 1999, σ. I 2685, σκέψη 71).
18 – Ibidem.
19 – Verschueren, H.: L’arrêt Sürül: egalité de traitement en matière de sécurité sociale pour les travailleurs turcs, σε Revuedu droit des étrangers 1999, σ. 283 επ., ιδίως σ. 291: «[…] cet arrêt ouvre la voie à l’application directe d’éventuelles autres dispositions de la décision 3/80, et plus précisément du principe de l’exportation de prestations ou du principe de l’égalité dans d’autres domaines relevant du champ d’application de l’accord d’association».
20 – Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2000, C-102/98 και C-211/98, Kocak και Örs (Συλλογή 2000, σ. I‑1287, σκέψη 39). Στο πεδίο της Συνθήκης, βλ. τις αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 23)· της 7ης Ιουνίου 1988, 20/85, Roviello (Συλλογή 1988, σ. 2805, σκέψη 14)· της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-349/87, Παράσχη (Συλλογή 1991, σ. I‑4501, σκέψη 16)· της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-27/91, Hostellerie Le Manoir (Συλλογή 1991, σ. I-5531, σκέψη 10)· της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. I-505, σκέψη 7)· της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-57/96, Meints (Συλλογή 1997, σ. I-6689, σκέψη 45), και της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-190/98, Volker Graf (Συλλογή 2000, σ. I-493, σκέψη 14).
21 – Απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, C-237/94, O’Flynn (Συλλογή 1996, σ. I-2617, σκέψεις 18 και 19).
22 – Προπαρατεθείσα.
23 – Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-277/94 (Συλλογή 1996, σ. I-4085).
24 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (JO 1958, 30, σ. 561).
25 – Προτάσεις της 12ης Ιουνίου 1975 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 289, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά).
26 – Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1972, 2/72, Murru (Rec. 1972, σ. 333, σκέψη 11· μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις).
27 – Η νομολογία δεν στερείται παραδειγμάτων. Στην απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1969, 15/69, Ugliola (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 127), το Δικαστήριο είχε ήδη επισημάνει ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία αναγνωρίστηκε από τις διατάξεις που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, παρέχει σε διακινούμενο εργαζόμενο, υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος αναγκάστηκε να διακόψει τη δραστηριότητά του σε επιχείρηση άλλου κράτους μέλους για να εκπληρώσει τις εθνικές στρατιωτικές του υποχρεώσεις, το δικαίωμα να ληφθεί υπόψη η χρονική περίοδος που υπηρέτησε στον στρατό για τον υπολογισμό της αρχαιότητάς του σ’ αυτή την επιχείρηση, στο μέτρο που οι περίοδοι της στρατιωτικής θητείας, που συμπληρώνονται στη χώρα απασχολήσεως, λαμβάνονται επίσης υπόψη υπέρ των ημεδαπών εργαζομένων. Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι το Δικαστήριο επέδειξε μεγαλύτερη γενναιοδωρία κατά την εφαρμογή της εν λόγω αρχής στον ως άνω τομέα παρά στον τομέα της καθαυτό κοινωνικής ασφαλίσεως.
28 – Αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο παρέσχε διαφορετικές λύσεις στα εθνικά δικαστήρια, ενώ τα πραγματικά περιστατικά ήσαν σχεδόν πανομοιότυπα και οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις ήσαν πανομοιότυπες, τούτο δε λόγω της διαφορετικής διατυπώσεως των προδικαστικών ερωτημάτων. Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Gottardo, και ιδίως τα σημεία 30 επ., στα οποία παρέθεσα ορισμένα παραδείγματα της εν λόγω ανησυχητικής ασυμφωνίας.
29 – Το Δικαστήριο είχε μόλις διαπλάσει την έννοια αυτή στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87).
30 – Kokott, J., σε The American Journal of International Law 1990, σ. 926 επ. και ιδίως σ. 929, όπου τονίζει ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να προχωρήσει περισσότερο: «[…] the Court should have limited itself to ruling that payments based on the fact that the children are available to the placement service are “family benefits” in the sense of EEC law and, as such, must not depend upon their availability to a domestic service. Formulating the operative part of the judgment along these lines would have been more consistent with the principle that it rests with the national courts to interpret and apply the national law».Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. I-531, σκέψη 12).
31 – Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. I-531, σκέψη 12). Στην απόφαση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, C-12/89, Gatto (Συλλογή 1990, σ. I-557), το Δικαστήριο κατέληξε σε πανομοιότυπο συμπέρασμα ως προς το άρθρο 74 του κανονισμού 1408/71, το οποίο διέπει τις οικογενειακές παροχές για τους ανέργους, τα μέλη της οικογένειας των οποίων κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος.
32 – Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10).
33 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1988 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20). Η λύση αυτή προτάθηκε στο Δικαστήριο από τον γενικό εισαγγελέα Mancini με τις δεύτερες προτάσεις του στην εν λόγω υπόθεση. Με τις πρώτες προτάσεις του, ο ως άνω γενικός εισαγγελέας είχε ήδη υπογραμμίσει ότι το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί του κύρους μιας κανονιστικής ρυθμίσεως και είχε προτείνει στο τμήμα να παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια, προκειμένου να αποφανθεί αφού ακούσει το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.
34 – Ο M. Rodríguez-Piñero Royo, στο άρθρο του «El asunto Roviello y la determinación de la legislación aplicable para la calificación de una situación de invalidez: primacía del principio de igualdad de trato», σε La Ley-Comunidades Europeas 1989 αριθ. 42, σ. 10 επ., και ιδίως σ. 13, διευκρινίζει ότι «ήταν δικαιολογημένο να θεσπιστεί ένας κανόνας όπως αυτός της παραγράφου 15, ο οποίος, τυπικά, δεν συνεπαγόταν καμία δυσμενή διάκριση. Ωστόσο, η δικαιολόγηση αυτή κάμπτεται λόγω της θεμελιώδους σημασίας που αποδίδουν τα νομοθετικά κείμενα και η κοινοτική νομολογία στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, κατά το μέτρο που η εμμονή στη διαφορετική μεταχείριση θα συνεπαγόταν ότι το δικαίωμα των εργαζομένων στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός του εδάφους της Κοινότητας θα στερείτο, σε μεγάλο βαθμό, αποτελεσματικότητας».
35 – Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-349/87, Παράσχη (Συλλογή 1991, σ. I-4501, σκέψη 27).
36 – Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2000, C-135/99, Elsen (Συλλογή 2000, σ. I-10409, σκέψη 36).
37 – Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2002, C-28/00 (Συλλογή 2002, σ. I-1343, σκέψη 43).
38 – Απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C-290/00 (Συλλογή 2002, σ. I-3567, σκέψη 46).
39 – Σύμβαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, η οποία κυρώθηκε με τον νόμο 1781, της 31ης Οκτωβρίου 1963.
40 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 34.
41 – Ibidem, σκέψη 38.
42 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-307/97 (Συλλογή 1999, σ. I-6161).
43 – Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Gottardo, προκειμένου να πείσω το Δικαστήριο ότι έπρεπε να αποστεί από την προγενέστερη νομολογία, υποστήριξα ότι η απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως, όπως προβλέπει υπέρ των εργαζομένων το άρθρο 39 ΕΚ, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής υπό λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες από εκείνη του άρθρου 43 ΕΚ όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως ή από εκείνη του άρθρου 50 ΕΚ όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (Συλλογή 2002, σ. I 415 επ., σημείο 29).
44 – Η τάση αυτή παρατηρείται επίσης στον τομέα της αναγνωρίσεως της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε σε κράτος μέλος για την πρόσβαση στην απασχόληση σε άλλο κράτος μέλος. Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, την προπαρατεθείσα απόφαση Scholz.
45 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 38.
46 – Προπαρατεθείσα.
47 – Bundesgesetzblatt für die Republik Österreich III, BGBl. αριθ. 138/1998. Η εν λόγω σύμβαση άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1998, με σκοπό την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στις περιπτώσεις που δεν διέπονται από τον κανονισμό 1408/71.
Full & Egal Universal Law Academy