ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 18ης Νοεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-377/02
NV Firma Léon Van Parys
κατά
Belgisch Interventie- en Restitutiebureau
[αίτηση του Raad van State (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή οργάνωση της αγοράς των μπανανών – Συμφωνία ΕΟΚ/Συμφώνου των Άνδεων – ΠΟΕ – ΓΣΔΕ του 1994 – Άρθρα I και XIII – Άμεσο αποτέλεσμα – Όργανο Επιλύσεως Διαφορών (ΟΕΔ) – Συστάσεις και αποφάσεις – Έννομα αποτελέσματα – Η λεγόμενη εξαίρεση λόγω ειδικής υποχρεώσεως – Προϋποθέσεις»
Περιεχόμενα
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Διεθνείς Συμφωνίες
Β – Η κοινοτική ρύθμιση
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
III – Νομική ανάλυση
Α – Επί του πρώτου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
2. Η κοινοτική νομολογία σχετικά με τα αποτελέσματα των κανόνων του ΠΟΕ
α) Η απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου
β) Η απόφαση Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
3. Το πρόβλημα των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του ΟΕΔ
α) Το σύστημα του Μνημονίου συμφωνίας
β) Η υπόθεση Biret. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
γ) Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber
δ) Η απόφαση του Δικαστηρίου
ε) Εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση
4. Η περίπτωση της υπάρξεως «ιδιαιτέρων καταστάσεων». Η «εξαίρεση λόγω ειδικής υποχρεώσεως»
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
β) Τα νομολογιακά προηγούμενα
γ) Η διάταξη OGT
δ) Κριτικές παρατηρήσεις
ε) Τελικές σκέψεις
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
IV – Συμπέρασμα
1. Στην παρούσα υπόθεση, το βελγικό Raad van State ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί εκ νέου επί του συμβατού της κοινοτικής ρυθμίσεως περί των εισαγωγών μπανανών με τις υποχρεώσεις που η Κοινότητα έχει ως μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ). Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι η σχετική κοινοτική ρύθμιση, η οποία θεσπίστηκε κατόπιν της κηρύξεως από το Όργανο Επιλύσεως Διαφορών του ΠΟΕ (στο εξής: ΟΕΔ) του προηγούμενου καθεστώτος ασύμβατου με τους κανόνες του ΠΟΕ, κηρύχθηκε και αυτή ασύμβατη από το ίδιο όργανο.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Διεθνείς Συμφωνίες
2. Το πρώτο νομικό κείμενο που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: ΓΣΔΕ). Η ΓΣΔΕ αποτελείται από το παράρτημα 1A της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας, κατά το μέρος που αφορά θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (2).
3. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της ΓΣΔΕ περιγράφει τη λεγόμενη γενική μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου έθνους. Ειδικότερα, ορίζει ότι «[κ]άθε πλεονέκτημα, κάθε εύνοια, κάθε προνόμιο ή κάθε ατέλεια που χορηγείται από συμβαλλόμενο μέρος σε προϊόν καταγωγής ή προορισμού οποιασδήποτε άλλης χώρας θα εκτείνεται αμέσως και άνευ όρων σε κάθε όμοιο προϊόν που έχει ως καταγωγή ή προορισμό το έδαφος οποιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Η διάταξη αυτή αφορά τους τελωνειακούς δασμούς και τις πάσης φύσεως επιβαρύνσεις που εισπράττονται λόγω εισαγωγής ή εξαγωγής ή επ’ ευκαιρία εισαγωγής ή εξαγωγής […]» (3).
4. Το άρθρο XIII, το οποίο αφορά την επιβολή ποσοτικών περιορισμών χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, ορίζει ότι:
«1. Ουδεμία απαγόρευση ή ουδείς περιορισμός θα εφαρμόζεται από συμβαλλόμενο μέρος για την εισαγωγή οποιουδήποτε προϊόντος καταγωγής άλλου συμβαλλόμενου μέρους [...], εκτός αν η εισαγωγή όμοιου προϊόντος οποιασδήποτε τρίτης χώρας [...] απαγορεύεται ή περιορίζεται με όμοιο τρόπο.
2. Κατά την εφαρμογή περιορισμών επί της εισαγωγής οποιουδήποτε προϊόντος, τα συμβαλλόμενα μέρη θα προσπαθούν να επιτύχουν την κατανομή της εμπορίας του προϊόντος αυτού κατά τρόπον που προσεγγίζει όσο περισσότερο είναι δυνατόν τα μερίδια που τα διάφορα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να αναμένουν ότι θα είχαν αν δεν υφίσταντο οι περιορισμοί αυτοί, και προς τούτο τα συμβαλλόμενα μέρη θα τηρούν τις ακόλουθες διατάξεις:
a) Κάθε φορά που θα είναι δυνατόν, θα καθορίζονται ποσοστώσεις που αντιπροσωπεύουν τη συνολική ποσότητα των επιτρεπομένων εισαγωγών (ανεξαρτήτως του αν οι ποσοστώσεις αυτές κατανέμονται μεταξύ προμηθευτριών χωρών ή όχι) […].
b) Όταν δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν συνολικές ποσοστώσεις, οι περιορισμοί μπορούν να εφαρμοστούν μέσω αδειών εισαγωγής χωρίς συνολική ποσόστωση.
c) Εκτός από τις περιπτώσεις που πρόκειται για διαχείριση των ποσοστώσεων που έχουν κατανεμηθεί σύμφωνα με το στοιχείο d της παρούσας παραγράφου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θα απαιτούν να χρησιμοποιούνται άδειες εισαγωγής για την εισαγωγή του σχετικού προϊόντος που προέρχεται από συγκεκριμένη χώρα ή συγκεκριμένη πηγή εφοδιασμού.
d) Στις περιπτώσεις που μια ποσόστωση κατανέμεται μεταξύ προμηθευτριών χωρών, το συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει τους περιορισμούς δύναται να ζητήσει από όλα τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν σημαντικό συμφέρον για την προμήθεια του σχετικού προϊόντος να συμφωνήσουν ως προς την κατανομή της ποσοστώσεως. Στις περιπτώσεις που λογικά η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί, το σχετικό συμβαλλόμενο μέρος θα κατανείμει την ποσόστωση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που έχουν σημαντικό συμφέρον για την προμήθεια του σχετικού προϊόντος, βάσει μεριδίων αναλόγων με τη συμμετοχή των εν λόγω συμβαλλομένων μερών στη συνολική ποσότητα ή στη συνολική αξία των εισαγωγών του σχετικού προϊόντος κατά τη διάρκεια παλαιότερης αντιπροσωπευτικής περιόδου, λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των ειδικών παραγόντων που μπόρεσαν ή μπορούν να επηρεάσουν την εμπορία του σχετικού προϊόντος. [...]
[...]
5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επί οποιασδήποτε δασμολογικής ποσοστώσεως που επιβάλλεται ή διατηρείται από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος· [...]» (4).
5. Πέραν της ΓΣΔΕ, στην παρούσα υπόθεση πρέπει να υπομνησθεί και η Συμφωνία-πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Συμφώνου της Καρθαγένης και των χωρών μελών του (5), η οποία υπεγράφη στην Κοπεγχάγη στις 23 Απριλίου 1993 (στο εξής: Συμφωνία ΕΚ-Συμφώνου των Άνδεων) και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 98/278/ΕΚ του Συμβουλίου της 7ης Απριλίου 1998 (6).
6. Η διάταξη που έχει σημασία εν προκειμένω περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 της Συμφωνίας αυτής και ορίζει:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν αμοιβαία μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου κράτους κατά τις εμπορικές τους σχέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT).
Τα δύο μέρη επιβεβαιώνουν τη βούλησή τους να πραγματοποιούν τις εμπορικές τους συναλλαγές τηρουμένης της εν λόγω Συμφωνίας.»
7. Όπως θα δούμε, σημασία εν προκειμένω έχει και το Μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών (στο εξής: Μνημόνιο συμφωνίας) (7), αλλά εδώ θα επανέλθω αργότερα (βλ. το σημείο 46 επ. των προτάσεών μου).
Β – Η κοινοτική ρύθμιση
8. Ερχόμενος στην κοινοτική ρύθμιση, θα υπενθυμίσω κατ’ αρχάς ότι με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (8), η Κοινότητα καθιέρωσε ένα κοινό καθεστώς συναλλαγών με τις τρίτες χώρες το οποίο αντικατέστησε τα διάφορα προηγούμενα εθνικά καθεστώτα. Το καθεστώς αυτό έγινε το αντικείμενο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών στο πλαίσιο του ΠΟΕ, κατόπιν καταγγελιών που υποβλήθηκαν από ορισμένες τρίτες χώρες. Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, το ΟΕΔ ενέκρινε μια έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου του ΠΟΕ η οποία κήρυξε το πιο πάνω καθεστώς ασύμβατο με τα άρθρα I, παράγραφος 1, και XIII της ΓΣΔΕ (9).
9. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 404/93 (10). Κατά το άρθρο του 2, το νέο καθεστώς (στο εξής: τροποποιημένος κανονισμός 404/93) κατέστη εφαρμοστέο την 1η Ιανουαρίου 1999.
10. Ο τροποποιημένος κανονισμός 404/93 διατήρησε, όσον αφορά τις εισαγωγές, τη διάκριση, η οποία χαρακτήριζε το προηγούμενο καθεστώς, μεταξύ τριών διαφορετικών κατηγοριών μπανάνας. Ειδικότερα, το άρθρο 16 ορίζει ότι:
«Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου νοούνται ως:
1) “παραδοσιακές εισαγωγές κρατών ΑΚΕ”: οι εισαγωγές στην Κοινότητα μπανανών καταγωγής των κρατών που απαριθμούνται στο παράρτημα [(11)], μέχρι την ποσότητα 857 700 τόνων (καθαρό βάρος) ετησίως· ονομάζονται “παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”·
2) “μη παραδοσιακές εισαγωγές κρατών ΑΚΕ”: οι εισαγωγές στην Κοινότητα μπανανών καταγωγής κρατών ΑΚΕ, που δεν εμπίπτουν στον ορισμό του σημείου 1· ονομάζονται “μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”·
3) “εισαγωγές τρίτων κρατών μη ΑΚΕ”: οι μπανάνες που εισάγονται στην Κοινότητα καταγωγής τρίτων κρατών εκτός των κρατών ΑΚΕ· ονομάζονται “μπανάνες τρίτων κρατών ”».
11. Κατά το άρθρο 17, «[γ]ια κάθε εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής, το οποίο εκδίδεται από τα κράτη μέλη σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο, […] με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που θεσπίζονται για την εφαρμογή των άρθρων 18 και 19».
12. Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 3, προβλέπει το άνοιγμα δασμολογικής ποσοστώσεως 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρό βάρος), στην οποία πρέπει να προστεθεί δασμολογική ποσόστωση 353 000 τόνων (καθαρό βάρος), για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων κρατών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Στο πλαίσιο των ποσοστώσεων αυτών, οι εισαγωγές μπανανών τρίτων κρατών υπέκειντο σε δασμό ίσο με 75 ECU ανά τόνο, ενώ οι εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ υπέκειντο σε μηδενικό δασμό. Και οι εισαγωγές παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ απαλλάσσονταν δασμών.
13. Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι, αν πρακτικώς είναι αδύνατον να επιτευχθεί συμφωνία με όλα τα μέρη που έχουν προσχωρήσει στον ΠΟΕ τα οποία έχουν σημαντικό συμφέρον για την προμήθεια μπανανών, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να κατανείμει τις πιο πάνω ποσοστώσεις, καθώς και την παραδοσιακή ποσότητα ΑΚΕ, μόνο μεταξύ των κρατών που έχουν σημαντικό συμφέρον για την προμήθεια μπανανών στην Κοινότητα.
14. Με τη σειρά του, το άρθρο 19 ορίζει ότι η διαχείριση των εισαγωγών γίνεται «σύμφωνα με τη μέθοδο που στηρίζεται στον συνυπολογισμό των παραδοσιακών ροών συναλλαγών (“παραδοσιακοί/νεοαφιχθέντες”)».
15. Η Επιτροπή, στην οποία το άρθρο 20 του τροποποιημένου κανονισμού 404/93 ανέθεσε να ρυθμίσει τα της εφαρμογής του νέου καθεστώτος, εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2362/98, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (12).
16. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του τροποποιημένου κανονισμού 404/93, ο κανονισμός 2362/98 διαιρεί τους εισαγωγείς σε «παραδοσιακούς εμπορικούς φορείς» και σε «νεοεμφανιζόμενους εμπορικούς φορείς» με κριτήριο, μεταξύ άλλων, το αν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς είχαν εισαγάγει στην Κοινότητα μια κατώτατη ποσότητα μπανανών.
17. Ειδικότερα, το άρθρο 4 ορίζει ότι κάθε παραδοσιακός επιχειρηματίας «λαμβάνει, για κάθε έτος, για το σύνολο των προελεύσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, εφάπαξ, μια ποσότητα αναφοράς που καθορίζεται σε συνάρτηση με τις ποσότητες μπανανών που εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς», η οποία αποτελείται «για εισαγωγές που πραγματοποιούνται το 1999, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, […] από τα έτη 1994, 1995 και 1996.»
18. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, προσθέτει ότι, «[γ]ια τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς, κάθε εμπορικός φορέας ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή κάθε χρόνο πριν από την 1η Ιουλίου […] το σύνολο των ποσοτήτων μπανανών καταγωγής από χώρες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τις οποίες εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια καθενός από τα έτη της περιόδου αναφοράς», επισυνάπτοντας ορισμένα δικαιολογητικά έγγραφα.
19. Όσον αφορά τα της χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής, το άρθρο 17 ορίζει:
«Εάν για ένα τρίμηνο και για μία ή περισσότερες χώρες καταγωγής που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, οι ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων έκδοσης πιστοποιητικού υπερβαίνουν αισθητά την ενδεικτική ποσότητα που καθορίζεται, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, ή υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες, καθορίζεται ποσοστό μείωσης που εφαρμόζεται στις αιτήσεις.»
20. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, ορίζει ότι, «[ό]ταν για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες χώρες καταγωγής, καθορίζεται ποσοστό μείωσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17, ο εμπορικός φορέας που υπέβαλε αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής για την ή τις εν λόγω χώρες καταγωγής» μπορεί, «εντός του συνολικού ορίου μιας ποσότητας ίσης ή χαμηλότερης της ποσότητας της αίτησης που δεν έχει κατακυρωθεί, να υποβάλει μία ή περισσότερες άλλες νέες αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικού για τις χώρες καταγωγής για τις οποίες οι διαθέσιμες ποσότητες δημοσιεύονται από την Επιτροπή». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου αναθέτει στην Επιτροπή να καθορίσει, «χωρίς αναβολή, τις ποσότητες για τις οποίες μπορούν να εκδοθούν πιστοποιητικά για την ή τις εν λόγω χώρες καταγωγής».
21. Το άρθρο 29 προσθέτει ότι «[ε]άν, για μία ή περισσότερες από τις προελεύσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, οι ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων πιστοποιητικού εισαγωγής για το πρώτο τρίμηνο του έτους 1999 υπερβαίνουν κατά 26 % τις ποσότητες που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα, η Επιτροπή καθορίζει ένα ποσοστό μείωσης το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε αίτηση που αφορά την ή τις σχετική(-ές) καταγωγή(-ές)».
22. Κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2806/98 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το πρώτο τρίμηνο του 1999 και την υποβολή νέων αιτήσεων (13), καθορίζει τους συντελεστές μειώσεως για τις αιτήσεις σχετικά με μπανάνες καταγωγής Κολομβίας, Κόστα Ρίκα και Ισημερινού.
23. Ο κανονισμός 2806/98 καθόρισε, βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 2362/98, και τις ποσότητες για τις οποίες ήταν ακόμη δυνατόν να υποβληθούν αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για το πρώτο τρίμηνο του 1999. Οι αιτήσεις αυτές αποτελούν το αντικείμενο του κανονισμού (ΕΚ) 102/1999 της Επιτροπής, της 15ης Ιανουαρίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το πρώτο τρίμηνο του 1999 (δεύτερη περίοδος) (14), ο οποίος καθορίζει συγκεκριμένα ποσοστά μειώσεως αναλόγως της χώρας καταγωγής.
24. Για το δεύτερο τρίμηνο του 1999 οι αιτήσεις διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 608/1999 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το δεύτερο τρίμηνο του 1999 και για την υποβολή νέων αιτήσεων (15), ο οποίος καθορίζει συγκεκριμένα ποσοστά μειώσεως αναλόγως της χώρας καταγωγής.
25. Έχοντας μείνει ανικανοποίητος από τις μεταβολές αυτές, ο Ισημερινός έφερε πάλι την υπόθεση στον ΠΟΕ, ο οποίος συγκρότησε, στο πλαίσιο του συστήματός του για τη διευθέτηση των διαφορών, μια ad hoc ομάδα για να εξετάσει την υπόθεση.
26. Μετά το πέρας των εργασιών της, η ομάδα αυτή διαπίστωσε ότι το νέο καθεστώς όπως έχει υπό τον κανονισμό 1637/98 συνεχίζει να συνιστά παράβαση των άρθρων I, παράγραφος 1, και XIII της ΓΣΔΕ (16). Το ΟΕΔ ενέκρινε την έκθεση αυτή στις 6 Μαΐου 1999. Κατόπιν αυτού, το κοινοτικό καθεστώς έγινε το αντικείμενο νέων τροποποιήσεων, τις οποίες επέφερε ο κανονισμός (ΕΚ) 216/2001 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2001, για την τροποποίηση του κανονισμού 404/93 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (17). Ωστόσο, θα διευκρινίσω ότι ο κανονισμός αυτός ratione temporis δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
27. Η εταιρία NV Firma Léon Van Parys (στο εξής: Van Parys), η οποία εδρεύει στο Βέλγιο, εισάγει πάνω από είκοσι χρόνια στην Κοινότητα μπανάνες προελεύσεως Ισημερινού.
28. Στις 14 Δεκεμβρίου 1998 η Van Parys υπέβαλε στον αρμόδιο βελγικό οργανισμό, δηλαδή στον Belgisch Interventie- en Restitutiebureau (στο εξής: BIRB), αίτηση χορηγήσεως σχετικά με το πρώτο τρίμηνο του 1999 πιστοποιητικών εισαγωγής για 26 685 935 Kg μπανανών προελεύσεως Ισημερινού. Ο BIRB χορήγησε τα πιστοποιητικά εφαρμόζοντας, όσον αφορά τις ζητηθείσες ποσότητες, τον ίσο με 0,7080 συντελεστή μειώσεως που είχε καθορίσει ο κανονισμός 2806/98.
29. Στις 8 Ιανουαρίου 1999 η Van Parys υπέβαλε κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 2362/98 (βλ. το σημείο 20 των προτάσεών μου) τρεις νέες αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών για την εισαγωγή μπανανών προελεύσεως Παναμά και άλλων χωρών, για συνολικό βάρος που δεν υπερέβαινε τη διαφορά μεταξύ εκείνου που είχε ζητήσει προηγουμένως και εκείνου που είχε λάβει κατόπιν της μειώσεως. Και επί των αιτήσεων αυτών εφαρμόστηκαν οι συντελεστές μειώσεως που προέβλεπαν οι προαναφερθέντες κοινοτικοί κανονισμοί, και ειδικότερα ο κανονισμός 102/1999.
30. Τέλος, στις 5 Μαρτίου 1999 η Van Parys υπέβαλε νέα αίτηση προκειμένου να λάβει πιστοποιητικά εισαγωγής για 35 224 757 Kg μπανανών προελεύσεως Ισημερινού. Ο BIRB εφάρμοσε τον ίσο με 0,5934 συντελεστή μειώσεως που είχε καθορίσει ο κανονισμός 608/99, χορηγώντας πιστοποιητικά μόνο για την ποσότητα που υπολογίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο.
31. Στις 23 Φεβρουαρίου και 21 Μαΐου 1999, η Van Parys υπέβαλε ενώπιον του Raad van State αντιστοίχως δύο αιτήσεις ακυρώσεως των αποφάσεων του BIRB με τις οποίες δεν χορηγήθηκαν πιστοποιητικά εισαγωγής για τις ποσότητες που ζητήθηκαν. Με τις αιτήσεις ακυρώσεως παρέβαλε ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι ακυρωτέες καθόσον, με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ, είναι ανίσχυροι οι κανονισμοί οι οποίοι διέπουν την εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα και στους οποίους στηρίχθηκαν οι αποφάσεις αυτές.
32. Εκτιμώντας ότι η διαφορά θέτει ζήτημα κύρους κοινοτικών πράξεων, το Raad van State, με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2002, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Παραβαίνουν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, ο κανονισμός (ΕΚ) 2362/98 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 404/93, ο κανονισμός (ΕΚ) 2806/98 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το πρώτο τρίμηνο του 1999, και την υποβολή νέων αιτήσεων, ο κανονισμός (ΕΚ) 102/99 της Επιτροπής, της 15ης Ιανουαρίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το πρώτο τρίμηνο του 1999 (δεύτερη περίοδος), και ο κανονισμός (ΕΚ) 608/99 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το δεύτερο τρίμηνο του 1999, και για την υποβολή νέων αιτήσεων, ο κάθε ένας χωριστά ή όλοι μαζί, το άρθρο I, το άρθρο XIII, παράγραφος 1, και το άρθρο XIII, παράγραφος 2, στοιχείο d, της ΓΣΔΕ του 1994, καθόσον οι κανονισμοί αυτοί:
– καθιερώνουν υπέρ των δώδεκα χωρών που παρατίθενται σε παράρτημα του κανονισμού 1637/98 συνολική ποσόστωση 857 700 [τόνων] μπανάνας (“οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”) και, συνακόλουθα, καθόσον η ποσόστωση αυτή, στο μέτρο που περιλαμβάνεται στο καθεστώς που συνέστησε ο κανονισμός 1637/98 κατά το οποίο η εισαγωγή μπανανών μπορεί να γίνει μόνο βάσει δασμολογικής ποσοστώσεως, δεν συνάδει με επιμερισμό ο οποίος πλησιάζει ένα εμπόριο χωρίς περιορισμούς·
– καθιερώνουν δασμολογική ποσόστωση για συνολική ποσότητα 2 535 000 τόνων έναντι τρίτων κρατών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και καθόσον στη συνέχεια επιμερίζουν τη δασμολογική αυτή ποσόστωση βάσει μη αντιπροσωπευτικής περιόδου αναφοράς, δεδομένου ότι κατά τα έτη 1994-1996 η εισαγωγή μπανανών ήδη υπέκειτο σε περιοριστικές προϋποθέσεις;
2. Παραβαίνουν οι προαναφερθέντες στο πρώτο ερώτημα κανονισμοί το άρθρο 4 της συμφωνίας-πλαίσιο της 23ης Απριλίου 1993 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Συμφώνου της Καρθαγένης και των χωρών μελών του καθόσον με τη συμφωνία αυτή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ανέλαβε τη δέσμευση να συναλλάσσεται με τον Ισημερινό σύμφωνα με τις διατάξεις της ΓΣΔΕ και να επιφυλάσσει στη χώρα αυτή τη μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου έθνους;
3. Παραβιάζουν οι προαναφερθέντες στο πρώτο ερώτημα κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της καλής πίστεως κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο και τα διεθνή έθιμα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απορρέουν για την Κοινότητα από τη ΓΣΔΕ του 1994, καθόσον η Επιτροπή καταστρατήγησε νομικές διαδικασίες και δεν έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα διεθνούς διαδικασίας για τη διευθέτηση διαφορών και καθόσον, παρά τις δηλώσεις που έγιναν όταν εκδόθηκε ο κανονισμός 1637/98, δεν δημιούργησε ένα καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου να χορηγούνται άδειες εισαγωγής μπανανών σε “γνήσιους εισαγωγείς”;
4. Υπερέβη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την εξουσία που της έχει χορηγήσει ο κανονισμός 404/93 […], όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, όταν η Επιτροπή καθιέρωσε δασμολογική ποσόστωση για την εισαγωγή μπανανών παραγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν για την Κοινότητα από τη ΓΣΔΕ του 1994 και από τη ΓΣΣΤΥ [Γενική Συμφωνία σχετικά με τις υπηρεσίες] ή που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν ενσωματωθεί, ως κανόνας θετικού δικαίου, στο κοινοτικό δίκαιο λόγω της εκπεφρασμένης προθέσεως να προσαρμοστεί στις ισχύουσες Συμφωνίες ΠΟΕ το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα;»
33. Στην παρούσα διαδικασία γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η αιτούσα και ο καθού της κύριας δίκης, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Οι ίδιοι, εξαιρουμένου του BIRB, παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Σεπτεμβρίου 2004.
III – Νομική ανάλυση
Α – Επί του πρώτου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
34. Νομίζω ότι το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστούν μαζί, καθόσον τα περιστατικά της παρούσας υποθέσεως είναι τέτοια ώστε τα ερωτήματα αυτά να συνδέονται στενά μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, το αν παραβιάστηκαν κανόνες του ΠΟΕ δεν μπορεί να κριθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα αρμόδια όργανα του ΠΟΕ έλαβαν εν προκειμένω δύο αποφάσεις και ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έδωσε συνέχεια στην πρώτη από αυτές. Από την άλλη πλευρά, εκείνο που έχει σημασία εν προκειμένω είναι το συμβατό ολόκληρου του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγής μπανανών, ανεξαρτήτως του ποιο κοινοτικό όργανο είναι υπεύθυνο για τις τυχόν ασύμβατες διατάξεις του καθεστώτος αυτού.
35. Κατά συνέπεια, προτείνω να ενωθούν το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα και να αναδιατυπωθούν ως εξής:
Πρέπει να θεωρηθεί ότι από απόψεως κοινοτικού δικαίου στερείται νομιμότητας η ρύθμιση που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο και από την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας κάθε ενός από τα όργανα αυτά, στην περίπτωση που μια απόφαση του ΟΕΔ έχει κηρύξει ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ το προηγούμενο κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών, η Κοινότητα έχει θεσπίσει νέα ρύθμιση για τη συμμόρφωσή της προς την απόφαση του ΟΕΔ και το ΟΕΔ έχει κηρύξει ασύμβατο και το νέο καθεστώς;
2. Η κοινοτική νομολογία σχετικά με τα αποτελέσματα των κανόνων του ΠΟΕ
36. Ως γνωστόν, το Δικαστήριο είχε πολλές φορές την ευκαιρία να αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων που πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι κανόνες του ΠΟΕ/της ΓΣΔΕ έχουν στην κοινοτική έννομη τάξη. Κατά την Επιτροπή, το Συμβούλιο και τον BIRB, από τη νομολογία αυτή είναι σαφές ότι στα υπό εξέταση ερωτήματα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Αντίθετο είναι το συμπέρασμα της Van Parys, η οποία θεωρεί ότι, λόγω των περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
37. Κατά συνέπεια, θεωρώ σκόπιμο να αρχίσω υπενθυμίζοντας διά βραχέων τη νομολογία αυτή και τα αποτελέσματά της, για να εκτιμήσω μετά τις συνέπειες που ενδέχεται να έχει εν προκειμένω η αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα της υπό εξέταση υποθέσεως.
α) Η απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου
38. Χωρίς να σταθώ στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την ίδρυση του ΠΟΕ, θα αρχίσω υπενθυμίζοντας τη γνωστότατη απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (18), στην οποία το Δικαστήριο έλαβε θέση επί του ζητήματος των εννόμων αποτελεσμάτων του ΠΟΕ στην κοινοτική έννομη τάξη.
39. Ως γνωστόν, στην υπόθεση εκείνη η Πορτογαλία είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να ακυρώσει μια απόφαση του Συμβουλίου η οποία αφορούσε την κατάρτιση Μνημονίου συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και του Πακιστάν και μεταξύ της Κοινότητας και της Ινδίας σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων (19). Στους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η Πορτογαλική Κυβέρνηση περιλαμβανόταν, κατά το μέρος που μας αφορά, η αντίθεση της αποφάσεως με τους κανόνες του ΠΟΕ. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κλήθηκε να εκτιμήσει με γνώμονα ακριβώς του κανόνες του ΠΟΕ τη νομιμότητα πράξεως του παραγώγου κοινοτικού δικαίου.
40. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο υπογράμμισε τα ακόλουθα στοιχεία:
– «σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου», εναπόκειται στα δικαστήρια των συμβαλλομένων μερών, «και ιδίως στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ», να καθορίσουν τα αποτελέσματα που οι διατάξεις μιας συμφωνίας έχουν στην εσωτερική έννομη τάξη, εκτός αν το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται από την ίδια συμφωνία (20)·
– κατά το διεθνές δίκαιο, «τα μέρη οφείλουν να εκτελούν με καλή πίστη κάθε συμφωνία» και κάθε μέρος πρέπει να «προσδιορίζει τα κατάλληλα νομικά μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού στην έννομη τάξη του, εκτός αν η συμφωνία, ερμηνευομένη υπό το φως του αντικειμένου και του στόχου της, προσδιορίζει η ίδια τα μέσα αυτά» (21).
– οι Συμφωνίες ΠΟΕ δεν προσδιορίζουν τέτοια μέσα (22), καθόσον οι Συμφωνίες αυτές δίνουν «σημαντική θέση στη διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών», παρά την ενίσχυση του μηχανισμού διευθετήσεως των διαφορών σε σχέση με τον μηχανισμό που προέβλεπε το προηγούμενο σύστημα της ΓΣΔΕ του 1947 (23). Συγκεκριμένα, το Μνημόνιο συμφωνίας (βλ. το σημείο 7 των προτάσεών μου), μολονότι ορίζει ως πρωταρχικό σκοπό του συστήματος την ανάκληση των μέτρων που είναι ασύμβατα με τους κανόνες του ΠΟΕ (άρθρο 3, παράγραφος 7), δέχεται παρά ταύτα τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν προσωρινώς οι διατάξεις για την παροχή αντισταθμίσματος, ως εναλλακτική λύση σε σχέση με την ανάκληση του ασύμβατου μέτρου (24)·
– «το να επιβληθεί στα δικαστικά όργανα η υποχρέωση μη εφαρμογής των εσωτερικών κανόνων δικαίου που είναι ασυμβίβαστοι με τις Συμφωνίες ΠΟΕ θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα των συμβαλλομένων μερών από τη δυνατότητα, που τους παρέχει το άρθρο 22 του [Μνημονίου συμφωνίας], να εξεύρουν, έστω και προσωρινώς, λύσεις κατόπιν διαπραγματεύσεων» (25)·
– κατά συνέπεια, οι Συμφωνίες ΠΟΕ στηρίζονται, όπως η ΓΣΔΕ του 1947, «στην αρχή των διαπραγματεύσεων “βάσει της αμοιβαιότητας και των αμοιβαίων πλεονεκτημάτων” και διακρίνονται, όσον αφορά την Κοινότητα, από τις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ αυτής και τρίτων χωρών οι οποίες καθιερώνουν κάποια ασυμμετρία υποχρεώσεων» (26)·
– από την άλλη πλευρά, οι σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της Κοινότητας δεν δέχονται ότι οι Συμφωνίες ΠΟΕ αποτελούν κριτήριο νομιμότητας των νομοθετημάτων του εσωτερικού τους δικαίου (27). Η κοινοτική έννομη τάξη πρέπει να δεχθεί την ίδια λύση καθόσον «η έλλειψη αμοιβαιότητας ως προς το σημείο αυτό […] σε σχέση με τις Συμφωνίες ΠΟΕ [θα] δημιουργ[ούσε] κίνδυνο ανατροπής της ισορροπίας κατά την εφαρμογή των κανόνων του ΠΟΕ». Συγκεκριμένα, «το αποτέλεσμα θα ήταν να αφαιρεθεί από τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα της Κοινότητας το περιθώριο χειρισμών που διαθέτουν τα αντίστοιχα όργανα των εμπορικών εταίρων της Κοινότητας» (28)·
– κατά συνέπεια, «λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους, οι Συμφωνίες ΠΟΕ δεν περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, στους κανόνες βάσει των οποίων το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων» (29)·
– ωστόσο, ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις, οι οποίες έχουν ήδη προσδιοριστεί σχετικά με τη ΓΣΔΕ του 1947, αποτελούν εξαίρεση από τον κανόνα που διατυπώθηκε αμέσως πιο πάνω. Πρόκειται για την «περίπτωση που πρόθεση της Κοινότητας ήταν να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση που αναλήφθηκε στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή [για την] περίπτωση που η κοινοτική πράξη ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των Συμφωνιών ΠΟΕ» (30).
β) Η απόφαση Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
41. Ως γνωστόν, στους θεωρητικούς του δικαίου η απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις, ενίοτε έντονης διαφωνίας, καθόσον μερικοί συγγραφείς τάχθηκαν ρητώς υπέρ της απόψεως η οποία χαρακτηρίζει τους κανόνες του ΠΟΕ ως κριτήρια νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων (31).
42. Όσο για μένα, χωρίς να προχωρήσω εδώ στην αξιολόγηση των επικρίσεων που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την απόφαση εκείνη, θα περιοριστώ να υπενθυμίσω ότι οι επικρίσεις αυτές δεν έκαναν το Δικαστήριο να αλλάξει τη νομολογία του. Αντιθέτως, η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε πλήρως στη μεταγενέστερη απόφαση Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (32).
43. Στην υπόθεση εκείνη, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστήριζε, κατά το μέρος που μας αφορά εδώ, ότι η οδηγία 98/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 1998, για την έννομη προστασία των βιοτεχνολογικών εφευρέσεων (33), επέβαλλε στα κράτη μέλη υποχρεώσεις ασύμβατες με εκείνες που απέρρεαν από τις διεθνείς τους δεσμεύσεις, και ειδικότερα από τις Συμφωνίες ΠΟΕ και από τη Σύμβαση για τη βιολογική ποικιλομορφία (στο εξής: ΣΒΠ) (34).
44. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς ότι «η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως […] δεν μπορεί […] να εκτιμάται υπό το φως [των Συμφωνιών ΠΟΕ], λόγω της φύσεως και της οικονομίας τους». Ακριβώς για να υπογραμμίσει καλύτερα και να αιτιολογήσει περισσότερο την άποψη αυτή, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, «σε αντίθεση με τη Συμφωνία ΠΟΕ, για τη ΣΒΠ, η οποία δεν θεμελιώνεται αυστηρά στην αρχή της αμοιβαιότητας και των αμοιβαίων πλεονεκτημάτων […], δεν μπορεί να ισχύει ο αποκλεισμός αυτός […]. Ακόμη και αν υποτεθεί […] ότι η ΣΒΠ περιλαμβάνει διατάξεις στερούμενες αμέσου αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι δεν γεννά δικαιώματα που οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεσθούν ευθέως ενώπιον δικαστηρίου, τούτο δεν συνιστά εμπόδιο για τον εκ μέρους του δικαστή έλεγχο της τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η Κοινότητα ως συμβαλλόμενο μέρος της ως άνω συμφωνίας (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/96, Racke, Συλλογή 1998, σ. Ι-3655, σκέψεις 45, 47 και 51)» (35).
45. Επομένως, κατά το Δικαστήριο, οι κανόνες που περιέχονται σε συμφωνίες οι οποίες δεν στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας μπορούν να χρησιμεύσουν ως κριτήριο νομιμότητας, ανεξαρτήτως του αν οι κανόνες αυτοί μπορούν να απονείμουν δικαιώματα σε ιδιώτες. Αντιθέτως, οι κανόνες που περιέχονται σε συμφωνίες οι οποίες, όπως οι Συμφωνίες ΠΟΕ, στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαιότητας, όχι μόνο δεν έχουν άμεση εφαρμογή, αλλά και, κατ’ αρχήν, ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο νομιμότητας των κοινοτικών κανόνων (36).
3. Το πρόβλημα των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του ΟΕΔ
α) Το σύστημα του Μνημονίου συμφωνίας
46. Κατόπιν όσων ελέχθησαν σχετικά με τους κανόνες του ΠΟΕ οι οποίοι εξετάστηκαν αυτοί καθ’ εαυτούς, πρέπει τώρα να εξεταστεί αν η ίδια λύση ισχύει και στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, μια απόφαση ή μια σύσταση του ΟΕΔ διαπιστώνει το ασύμβατο συγκεκριμένων κοινοτικών μέτρων με τους κανόνες αυτούς.
47. Ωστόσο, πριν εισέλθω στο ζήτημα αυτό, θα πρέπει να υπενθυμίσω εν τάχει για τις πτυχές που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω τα κύρια χαρακτηριστικά του συστήματος διευθετήσεως διαφορών εντός του ΠΟΕ, όπως το σύστημα αυτό προβλέπεται από το Μνημόνιο συμφωνίας.
48. Θα αρχίσω υπενθυμίζοντας ότι, όπως το ίδιο το Δικαστήριο αναγνώρισε την απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, το σύστημα αυτό αποτελεί, όσον αφορά τις διατάξεις της ΓΣΔΕ, «ενίσχυση του συστήματος διασφαλίσεως και του μηχανισμού διευθετήσεως των διαφορών» (σκέψη 36), με σκοπό «την παροχή ασφάλειας και την εξασφάλιση της δυνατότητας πρόβλεψης σε ένα πολυμερές εμπορικό σύστημα» (άρθρο 3, παράγραφος 2, του Μνημονίου συμφωνίας).
49. Τούτο επιτυγχάνεται στην ουσία είτε διότι το σύστημα έχει σχεδιαστεί ως σύστημα που έχει την τάση να αποκλείσει άλλους μηχανισμούς διευθετήσεως διαφορών και ως δεσμευτικό σύστημα για τα μέρη [τα οποία όχι μόνο παραιτούνται από μονομερείς αντιδράσεις κατά των μέτρων των άλλων μελών που θεωρούν ασύμβατα με τις Συμφωνίες ΠΟΕ αλλά και «προσφεύγουν και συμμορφούνται προς τους κανόνες και διαδικασίες του παρόντος Μνημονίου συμφωνίας» (άρθρο 23, παράγραφος 1, του Μνημονίου συμφωνίας)] είτε διότι το σύστημα αυτό έχει καλύτερη διάρθρωση και είναι πιο αποτελεσματικό [(είναι αρκετό να σκεφθεί κανείς ότι οι εκθέσεις της ad hoc ομάδας δεν πρέπει να εγκριθούν, όπως στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ, με ομόφωνη γνώμη όλων των συμβαλλομένων μερών, αλλά με το λεγόμενο σύστημα της αρνητικής συναινέσεως, βάσει του οποίου μόνον η αντίθετη ψήφος όλων των μελών του ΠΟΕ, περιλαμβανομένου του «προσφεύγοντος», δύναται να εμποδίσει τη λήψη αποφάσεως του ΟΕΔ για την έγκριση της εκθέσεως της ad hoc ομάδας ή του δευτεροβάθμιου οργάνου (άρθρα 16, παράγραφος 4, και 17, παράγραφος 14, του Μνημονίου συμφωνίας)] είτε διότι οι διαδικασίες ρυθμίζονται λεπτομερέστερα και τα αποτελέσματα των αποφάσεων διευκρινίζονται καλύτερα.
50. Όσον αφορά την τελευταία πτυχή, θα υπενθυμίσω ότι το μέλος που θεωρεί ότι ένα πλεονέκτημα που αντλείται από τις Συμφωνίες ΠΟΕ θίγεται από μέτρα άλλου μέλους πρέπει πρώτα να αποδυθεί, ευθέως ή με τη βοήθεια του γενικού διευθυντή του ΠΟΕ, σε κάθε προσπάθεια λύσεως της διαφοράς συναινετικά με το άλλο μέρος (άρθρα 3 έως 5 του Μνημονίου συμφωνίας). Αν δεν υπάρξει αποτέλεσμα, έχει δικαίωμα να ζητήσει από το ΟΕΔ να αναθέσει την υπόθεση σε μια ad hoc ομάδα. Η ομάδα αυτή υποβάλλει έκθεση στο ΟΕΔ το οποίο δύναται να αποφασίσει να την εγκρίνει, εκτός αν ένα από τα μέρη έχει ζητήσει την επέμβαση του μόνιμου δευτεροβάθμιου οργάνου το οποίο έχει θεσμοθετηθεί εντός του ΠΟΕ (άρθρο 16, παράγραφος 4, του Μνημονίου συμφωνίας). Στην περίπτωση αυτή, το δευτεροβάθμιο όργανο υποβάλλει με τη σειρά του έκθεση στο ΟΕΔ.
51. Αν εγκριθεί η έκθεση (της ad hoc ομάδας ή του δευτεροβάθμιου οργάνου), η σχετική απόφαση του ΟΕΔ δεσμεύει όλα τα μέρη, τα οποία οφείλουν να τη δεχθούν «άνευ όρων» (άρθρο 17, παράγραφος 14, του Μνημονίου συμφωνίας), καθόσον το ΟΕΔ θεωρεί ότι, για να εξασφαλιστεί αποτελεσματική λύση των διαφορών, η «ταχεία» συμμόρφωση στις αποφάσεις του ΟΕΔ είναι «ουσιαστικής σημασίας» (άρθρο 21, παράγραφος 1, του Μνημονίου συμφωνίας). Μόνον όταν η «άμεση» συμμόρφωση είναι αδύνατη, δύναται να χορηγηθεί στο ενδιαφερόμενο μέλος του ΠΟΕ «εύλογο χρονικό διάστημα» για να προσαρμόσει τη νομοθεσία του. Το διάστημα αυτό, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνει τους δεκαπέντε μήνες, προτείνεται από το ενδιαφερόμενο μέλος και εγκρίνεται από το ΟΕΔ ή συμφωνείται μεταξύ των μερών ή, ελλείψει συμφωνίας, καθορίζεται μέσω «υποχρεωτικής» διαιτησίας (άρθρο 21, παράγραφος 3, του Μνημονίου συμφωνίας).
52. Ομοίως, αν υπάρξουν διαφωνίες ως προς την καταλληλότητα των μέτρων που έλαβε ο αποδέκτης της αποφάσεως και ως προς το αν τα μέτρα αυτά συνάδουν με τις Συμφωνίες ΠΟΕ, το Μνημόνιο συμφωνίας προβλέπει τη δυνατότητα να κινηθούν εκ νέου οι προαναφερθείσες διαδικασίες διευθετήσεως των διαφορών, παραπεμπομένης της υποθέσεως, όπου είναι δυνατόν, στην αρχική ad hoc ομάδα (άρθρο 21, παράγραφος 5, του Μνημονίου συμφωνίας).
53. Αν ο αποδέκτης της αποφάσεως του ΟΕΔ δεν την τηρήσει εντός του προαναφερθέντος «εύλογου χρονικού διαστήματος», δύναται να χρησιμοποιηθεί ένας μηχανισμός αντισταθμισμάτων και αντιμέτρων, χωρίς όμως ο μηχανισμός αυτός «να προτιμάται έναντι της πλήρους εφαρμογής μιας σύστασης» (άρθρο 22, παράγραφος 1, του Μνημονίου συμφωνίας).
54. Εξάλλου, τα μέτρα αυτά έχουν προσωρινό χαρακτήρα και μπορούν να μείνουν σε ισχύ μόνον όσο: i) δεν έχει καταργηθεί το μέτρο που κρίθηκε ασύμβατο ή ii) το μέλος που πρέπει να εφαρμόσει την απόφαση δεν έχει βρει λύση που να θέτει τέλος στη ζημία που προκλήθηκε σε αντισυμβαλλόμενους ή ακόμη iii) δεν έχει επιτευχθεί αμοιβαίως ικανοποιητική λύση (άρθρο 22, παράγραφος 8, του Μνημονίου συμφωνίας).
55. Εν πάση περιπτώσει, το ΟΕΔ έχει υπό τον έλεγχό του την εφαρμογή των αποφάσεών του (άρθρο 22, παράγραφος 8, του Μνημονίου συμφωνίας), καθόσον η λύση που επιλέγεται πρέπει πάντοτε να είναι συμβατή με τις αποφάσεις αυτές και γενικότερα με τους κανόνες του ΠΟΕ (37).
56. Άλλωστε, είναι αλήθεια, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο στην απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, ότι και το νέο σύστημα δίνει «σημαντική θέση στη διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών» (σκέψη 36) και ότι η διαπραγμάτευση αυτή μπορεί να συνεχιστεί μετά την απόφαση του ΟΕΔ για να βρεθεί ένα αμοιβαίως αποδεκτό αντιστάθμισμα (σκέψη 39). Θα προσθέσω ότι είναι αλήθεια και ότι στην περίπτωση αυτή (η οποία ούτως ή άλλως δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση) είναι δυνατό –τουλάχιστον θεωρητικά– να βρεθεί λύση που αποκαθιστά την τήρηση των κανόνων του ΠΟΕ χωρίς να καταργηθεί το επίμαχο μέτρο.
57. Τούτο όμως δεν θα έπαυε να είναι ένας τρόπος, ιδιαίτερος μεν αλλά νόμιμος, εκτελέσεως της αποφάσεως του ΟΕΔ. Δηλαδή, και στην περίπτωση αυτή η απόφαση θα παρήγαγε τα αποτελέσματά της, έστω και ως όριο της ελευθερίας των μερών να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις με διαπραγματεύσεις· και τούτο, καθόσον, θα επαναλάβω, και οι λύσεις αυτές θα πρέπει να μένουν εντός του πλαισίου των κανόνων του ΠΟΕ και επομένως της αποφάσεως του ΟΕΔ. Κατά συνέπεια, από την άποψη αυτή, ο γενικός εισαγγελέας Alber έχει δίκαιο όταν είπε «δεν μπορεί να υπάρξει άλλη εναλλακτική λύση στην εφαρμογή των συστάσεων ή αποφάσεων του ΟΕΔ» και ότι «τα μέρη δεν μπορούν μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ τους να καταστρατηγούν […] τις συστάσεις ή τις αποφάσεις αυτές» (38).
β) Η υπόθεση Biret. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
58. Κατόπιν αυτών, πρέπει να υπενθυμίσω ότι και στο ζήτημα των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του ΟΕΔ δεν λείπουν, ως γνωστόν, τοποθετήσεις του Δικαστηρίου, αλλά οι τοποθετήσεις αυτές είναι λιγότερο ξεκάθαρες και οριστικές από εκείνες που αφορούν το πρόβλημα των αποτελεσμάτων των κανόνων του ΠΟΕ το οποίο εξετάστηκε πιο πάνω.
59. Εν προκειμένω, έχει ιδιαίτερη σημασία να υπομνησθεί η υπόθεση Biret (39), όπου το ζήτημα που εξετάζουμε αξιολογήθηκε ρητώς από το Δικαστήριο.
60. Ως γνωστόν, παρά την έναρξη της ισχύος των Συμφωνιών ΠΟΕ, και ειδικότερα της Συμφωνίας για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (στο εξής: Συμφωνία υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας) (40), το κοινοτικό δίκαιο όχι μόνο διατήρησε την προηγούμενη απαγόρευση εισαγωγής κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας στα οποία έχουν προστεθεί συγκεκριμένες ορμόνες (41), αλλά και το έκανε αυστηρότερο όταν εξέδωσε την οδηγία 96/22/ΕΚ (42). Επιληφθέν του ζητήματος αυτού, το ΟΕΔ κήρυξε, στις 13 Φεβρουαρίου 1998, την απαγόρευση ασύμβατη με τη Συμφωνία υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (43), χορηγώντας στην Κοινότητα προθεσμία μέχρι τις 13 Μαΐου 1999 για να συμμορφωθεί προς τις συστάσεις του.
61. Η εταιρία Biret International SA (στο εξής: Biret), θεωρώντας ότι τα επίμαχα κοινοτικά μέτρα τής είχαν προκαλέσει ζημία, άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή βάσει των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ για την αποκατάσταση της ζημίας. Η ενάγουσα προέβαλε ειδικότερα ότι τα πιο πάνω κοινοτικά μέτρα στερούνται νομιμότητας λόγω παραβάσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως του ΟΕΔ.
62. Το Πρωτοδικείο παρά ταύτα απέρριψε την αγωγή εκτιμώντας ότι «η απόφαση […] συνδέεται οπωσδήποτε και ευθέως με τον λόγο που αφορά την παραβίαση της Συμφωνίας υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας και δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το άμεσο αποτέλεσμα της Συμφωνίας αυτής θα είχε διαπιστωθεί από τον κοινοτικό δικαστή στο πλαίσιο λόγου αφορώντος το ανίσχυρο των επίμαχων οδηγιών» (44). Ωστόσο, το Πρωτοδικείο, παραθέτοντας τα προαναφερθέντα νομολογιακά προηγούμενα, συνήγαγε ότι «πάγια σήμερα νομολογία» (45) αποκλείει τέτοια αποτελέσματα για τις Συμφωνίες ΠΟΕ, οπότε η ενάγουσα δεν μπορούσε να προβάλει παράβαση της Συμφωνίας υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας.
γ) Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber
63. Αντιθέτως, εντελώς διαφορετική είναι η συλλογιστική που στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Alber, ο οποίος αφιέρωσε στο ζήτημα εκτενή επιχειρήματα, των οποίων θα περιοριστώ εδώ να υπενθυμίσω τα βασικά σημεία.
64. Αφού συνόψισε κατά τον τρόπο που υπομνήσθηκε πιο πάνω (βλ. το σημείο 48 επ. των προτάσεών μου) το σύστημα διευθετήσεως των διαφορών εντός του ΠΟΕ, ο γενικός εισαγγελέας επέμεινε στον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων του ΟΕΔ, τουλάχιστον υπό την έννοια ότι οι αποφάσεις αυτές, όπως ελέχθη, δεν μπορούν να καταστρατηγηθούν κατόπιν διαπραγματεύσεως των μερών. Στην πράξη, είναι δυνατόν οι αποφάσεις αυτές να μη τηρηθούν κατόπιν επιλογής εμπορικής πολιτικής. Ωστόσο, ο λόγος γι’ αυτό είναι μόνον η αδυναμία αναγκαστικής εκτελέσεως των αποφάσεων αυτών, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές ανήκουν στο διεθνές δίκαιο, το οποίο κατ’ αρχήν δεν γνωρίζει μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως. Ωστόσο, η μη εκτελεστότητα των αποφάσεων του ΟΕΔ δεν αποτελεί βάσιμο επιχείρημα για τη μη τήρησή τους από το Δικαστήριο, καθόσον η μη τήρηση αυτή «δεν αποτελεί […] νομική δυνατότητα» (46).
65. Επομένως, αντί να αφήνει άθικτη μια επιλογή εμπορικής πολιτικής, δυνατή μεν στην πράξη αλλά αντίθετη προς το δίκαιο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόζει την αρχή της νομιμότητας και να αναγνωρίζει τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων του ΟΕΔ, το αργότερο κατά τη λήξη του χρονικού διαστήματος που χορηγείται για την τήρηση των αποφάσεων αυτών (47).
66. Ο γενικός εισαγγελέας Alber δεν αγνοεί ότι η λύση αυτή θα μπορούσε να επικριθεί εξ ονόματος της αρχής της «αμοιβαιότητας», δεδομένου ότι ένα μέρος (εν προκειμένω, η Κοινότητα) θα κατέληγε να αναγνωρίσει στους κανόνες του ΠΟΕ αποτελεσματικότητα που οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να μην έχουν στις έννομες τάξεις των άλλων μερών, πράγμα που θα εξασθενούσε τη διαπραγματευτική θέση της Κοινότητας εντός του ΠΟΕ. Ωστόσο, υπενθυμίζει ότι στην απόφαση Kupferberg το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι τα δικαστήρια ενός εκ των συμβαλλομένων μερών εκτιμούν ότι ένας κανόνας μιας διεθνούς συμφωνίας έχει άμεσο αποτέλεσμα δεν σημαίνει από μόνο του ότι δεν γίνεται πλέον σεβαστή η αμοιβαιότητα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (48).
67. Από την άλλη πλευρά, συνεχίζει ο γενικός εισαγγελέας, αυτό που ελέχθη αμέσως πιο πάνω «άπτεται ως επί το πλείστον της εμπορικής πολιτικής [και], επιγραφόμενο “αρχή της αμοιβαιότητας”, […] περιβάλλεται νομικό ένδυμα», και μάλιστα, θα μπορούσε να προστεθεί πιο καυστικά, δεν είναι παρά μια πρόφαση για να μη τηρηθεί μια υποχρέωση που έχει ρητώς διαπιστωθεί από το αρμόδιο όργανο.
68. Στην πραγματικότητα, η διαπραγματευτική θέση της Κοινότητας δεν θα εξασθενήσει από την προτεινόμενη λύση καθόσον, σε περίπτωση παραβάσεως των Συμφωνιών ΠΟΕ από άλλα μέλη, η Κοινότητα θα μπορεί να ενεργοποιήσει τη διαδικασία για τη διευθέτηση των διαφορών και να απαιτήσει την τήρηση της αποφάσεως του ΟΕΔ. Έτσι, η ανισορροπία που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από την τήρηση της αποφάσεως του ΟΕΔ, στην περίπτωση που το άλλο μέρος συμπεριφερθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα αρθεί με τη χρησιμοποίηση των μέτρων αντισταθμίσεως και απαντήσεως που προβλέπονται από το διεθνές δίκαιο και, προ πάντων, από τους ίδιους τους κανόνες του ΠΟΕ.
69. Ομοίως, παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας, η προτεινόμενη λύση δεν περιορίζει το περιθώριο χειρισμών των κοινοτικών οργάνων όσον αφορά τα της εφαρμογής των αποφάσεων του ΟΕΔ, καθόσον τέτοια ζητήματα πάντοτε μπορούν να ρυθμιστούν από τα κοινοτικά όργανα, αρκεί φυσικά να χρησιμοποιούνται μέτρα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τους κανόνες του ΠΟΕ.
70. Άλλωστε, «[δ]ιαπραγματευτική θέση δυναμένη να θιγεί υπάρχει μόνο στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τη διατήρηση των ρυθμίσεων που αντιβαίνουν στις διατάξεις των Συμφωνιών ΠΟΕ. Ωστόσο, αυτό, όπως ανέπτυξα ανωτέρω, δεν συμβαίνει εν προκειμένω» (49).
71. Επομένως, συνάγει ο γενικός εισαγγελέας, το Δικαστήριο εφαρμόζει την αρχή της νομιμότητας μόνον αν αναγνωρίζει ότι οι αποφάσεις και οι συστάσεις του ΟΕΔ, άπαξ έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση προς αυτές, μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο νομιμότητας των μορφών συμπεριφοράς της Κοινότητας (50).
72. Επομένως, όπως είναι φανερό, αντιθέτως προς το Πρωτοδικείο, από τις προαναφερθείσες τοποθετήσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τους κανόνες του ΠΟΕ ο γενικός εισαγγελέας δεν συνάγει αυτομάτως το συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν το ΟΕΔ έχει λάβει αποφάσεις, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο νομιμότητας κοινοτικών κανόνων. Απεναντίας, ο γενικός εισαγγελέας θεωρεί καθοριστικό στοιχείο υπέρ του αντίθετου συμπεράσματος το γεγονός ότι στις περιπτώσεις αυτές ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί διαπιστώσεως των υποχρεώσεων των μελών του ΠΟΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων αυτών και για το καθήκον των μερών να συμμορφωθούν, έστω και με τους τρόπους που περιγράφηκαν πιο πάνω, στις αποφάσεις του ΟΕΔ.
73. Δεν νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω κάτι στις εκτενείς εξηγήσεις του γενικού εισαγγελέα εκτός από το να εκφράσω τη συμφωνία μου με αυτές. Συγκεκριμένα, βάσει των σκέψεων που εκτέθηκαν μέχρι τώρα, μου φαίνεται και εμένα ότι σε μια «Κοινότητα δικαίου» οι αποφάσεις του ΟΕΔ δεν μπορούν να μην αποτελούν κριτήριο νομιμότητας των κοινοτικών κανόνων και ότι επομένως, το Δικαστήριο δεν πρέπει, με σκεπτικό αμφίβολης νομικής αξίας, να δεχθεί το προφανές πλήγμα για τη νομιμότητα το οποίο συνεπάγεται η αντίθετη λύση.
δ) Η απόφαση του Δικαστηρίου
74. Στην επίρρωση του συμπεράσματος αυτού, ή τουλάχιστον στο να μην αποκλεισθεί εξ υπαρχής το συμπέρασμα αυτό, συμβάλλει εμμέσως, κατ’ εμέ, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Biret, απόφαση η οποία ανοίγει δρόμους που, αν δεν είναι ενθαρρυντικοί, τουλάχιστον είναι ενδιαφέροντες για την άποψη που συμμερίζομαι (51).
75. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι στο τέλος το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της Biret για χρονικούς, ούτως ειπείν, λόγους, οπότε το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί ρητώς επί του ζητήματος των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του ΟΕΔ (52). Ωστόσο, έχει σημασία το ότι, σε βασικά σημεία του σκεπτικού, το Δικαστήριο επέκρινε το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο, κληθέν να αποφανθεί ειδικά επί του ζητήματος αυτού, απέφυγε να το πράξει και περιορίστηκε να εφαρμόσει μηχανικά στις αποφάσεις του ΟΕΔ τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες του ΠΟΕ.
76. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι ανεπαρκής για να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί παραβάσεως της Συμφωνίας υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας. Κατά το Δικαστήριο, «εναπέκειτο ακόμη στο Πρωτοδικείο να απαντήσει στο επιχείρημα ότι τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΟΕΔ της 13ης Φεβρουαρίου 1998 έναντι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την εκτίμησή του ότι οι κανόνες του ΠΟΕ δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα και να δικαιολογήσουν την άσκηση, εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή, ελέγχου νομιμότητας των οδηγιών 81/602, 88/146 και 96/22 με γνώμονα τους κανόνες αυτούς» (53).
77. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο επέκρινε το Πρωτοδικείο ακριβώς για το γεγονός ότι δεν απομόνωσε ως αυτοτελές και χωριστό πρόβλημα –και επομένως δεν στάθηκε ειδικά σ’ αυτό– το ζήτημα των αποτελεσμάτων των αποφάσεων του ΟΕΔ και του συμβατού των σχετικών κοινοτικών μέτρων με τις αποφάσεις αυτές.
78. Πάντως, χωρίς να θέλω να μπω σ’ ένα παιχνίδι υποθέσεων σχετικά με τις προθέσεις του Δικαστηρίου, δεν μπορώ να μη σημειώσω ότι, αν οι κοινοτικοί δικαστές ήθελαν η εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με τους κανόνες του ΠΟΕ να επεκταθεί αυτομάτως στις αποφάσεις του ΟΕΔ, δεν θα συνέτρεχε λόγος να επικρίνουν το Πρωτοδικείο ακριβώς για το ότι δέχθηκε την επέκταση αυτή. Από την άλλη πλευρά, αν οι δύο καταστάσεις δεν είναι πανομοιότυπες, όπως προκύπτει όχι και τόσο έμμεσα από την επίκριση αυτή, είναι θεμιτό να υποτεθεί ότι η διαφορά δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο να αναγνωριστούν στις αποφάσεις του ΟΕΔ τα αποτελέσματα που η προηγούμενη νομολογία δεν αναγνώρισε στους κανόνες του ΠΟΕ.
ε) Εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση
79. Ανεξαρτήτως του αν οι προθέσεις του Δικαστηρίου ερμηνευθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκείνο που μου φαίνεται σημαντικό εν προκειμένω είναι το ότι εν πάση περιπτώσει η απόφαση Biret δεν απέρριψε την άποψη του γενικού εισαγγελέα Alber. Εφόσον, όπως είπα, θεωρώ ότι η άποψη αυτή αξίζει να γίνει δεκτή, θα την ξαναπροτείνω εν προκειμένω εφαρμόζοντάς την στην παρούσα υπόθεση.
80. Τούτο σημαίνει ειδικά ότι πρέπει να εξακριβωθεί, στην παρούσα υπόθεση, αν ελήφθη απόφαση του ΟΕΔ και αν παρήλθε άκαρπη η εύλογη προθεσμία που χορηγήθηκε στον αποδέκτη της αποφάσεως εκείνης (εν προκειμένω, στην Κοινότητα) για να προσαρμόσει τη νομοθεσία του στους κανόνες του ΠΟΕ, οπότε αν πρόκειται περί αυτού η απόφαση του ΟΕΔ θα αποτελεί κριτήριο νομιμότητας των σχετικών κοινοτικών κανόνων.
81. Εν προκειμένω, όπως υπενθύμισα κατ’ επανάληψη, μια απόφαση του ΟΕΔ της 25ης Σεπτεμβρίου 1997 διαπίστωσε το ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ του κοινοτικού καθεστώτος το οποίο καθιερώθηκε με τον κανονισμό 404/93 και χορήγησε στην Κοινότητα χρονικό διάστημα δεκαπέντε μηνών και μιας εβδομάδας (54) (το οποίο έληξε την 1η Ιανουαρίου 1999) για να συμμορφωθεί προς την απόφαση εκείνη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, το Συμβούλιο τροποποίησε τον κανονισμό 404/93 με τον κανονισμό 1637/98 και η Επιτροπή, με τον κανονισμό 2362/98 και με σειρά μεταγενέστερων κανονισμών, τροποποίησε με τη σειρά της τα της εφαρμογής του σχετικού κοινοτικού καθεστώτος. Ωστόσο, στο πλαίσιο του ΠΟΕ, ο Ισημερινός αμφισβήτησε την καταλληλότητα των μέτρων αυτών να εξασφαλίσουν την τήρηση των αποφάσεων του ΟΕΔ και ζήτησε να εξεταστεί από μια ad hoc ομάδα και το νέο καθεστώς εισαγωγής μπανανών. Η διαδικασία που κινήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο περατώθηκε με απόφαση του ΟΕΔ της 6ης Μαΐου 1999 η οποία όντως διαπίστωσε ότι παραμένει το ασύμβατο της κοινοτικής νομοθεσίας με τους κανόνες του ΠΟΕ.
82. Κατά συνέπεια, από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι όταν έληξε το χρονικό διάστημα που χορηγήθηκε στην Κοινότητα το καθεστώς εισαγωγής μπανανών, παρά τις τροποποιήσεις, εξακολουθούσε να μην είναι σύμφωνο με τους κανόνες του ΠΟΕ, όπως αυτοί εφαρμόστηκαν εν προκειμένω με την πρώτη απόφαση του ΟΕΔ. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη όσων ελέχθησαν προηγουμένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι όλοι οι σχετικοί κανονισμοί στερούνται νομιμότητας.
83. Κατά συνέπεια, υπό το φως των πιο πάνω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτά αναδιατυπώθηκαν, την απάντηση ότι το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών το οποίο στηρίζεται στον τροποποιημένο κανονισμό 404/93 και στους εκτελεστικούς του κανονισμούς είναι ανίσχυρο ως ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ, όπως διαπιστώθηκε από το ΟΕΔ στις 25 Σεπτεμβρίου 1997 και επιβεβαιώθηκε από το ίδιο όργανο στις 6 Μαΐου 1999.
4. Η περίπτωση της υπάρξεως «ιδιαιτέρων καταστάσεων». Η «εξαίρεση λόγω ειδικής υποχρεώσεως»
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
84. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί το συμπέρασμα αυτό, θα πρέπει ακόμη να εξετάσει αν η παρούσα υπόθεση, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της, έχει στοιχεία που θέτουν με άλλον τρόπο υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των σχετικών κοινοτικών πράξεων.
85. Επικουρικώς, είναι δυνατόν, λόγω των ιδιαιτεροτήτων αυτών, να πρόκειται για μία από τις δύο ιδιαίτερες καταστάσεις όπου το ίδιο το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δυνατόν, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, να αξιολογηθεί η νομιμότητα κοινοτικών πράξεων υπό το φως των κανόνων της ΓΣΔΕ/του ΠΟΕ. Όπως υπομνήσθηκε πιο πάνω (βλ. το σημείο 40 των προτάσεών μου), οι ιδιαίτερες αυτές καταστάσεις υφίστανται, για να επαναλάβω τη διατύπωση της αποφάσεως Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, «στην περίπτωση που πρόθεση της Κοινότητας ήταν να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση που αναλήφθηκε στο πλαίσιο του ΠΟΕ [στο εξής: εξαίρεση λόγω ειδικής υποχρεώσεως] ή στην περίπτωση που η κοινοτική πράξη ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των Συμφωνιών ΠΟΕ» (55).
86. Ακριβέστερα, θα πρέπει τότε να εξεταστεί αν το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών, επί του κύρους του οποίου καλείται τώρα το Δικαστήριο να αποφανθεί, υπάγεται στην πρώτη εξαίρεση, ως καθεστώς που θεσπίστηκε σε εκτέλεση ειδικής υποχρεώσεως.
β) Τα νομολογιακά προηγούμενα
87. Πριν εμβαθύνω στο ζήτημα αυτό, νομίζω ότι είναι σκόπιμο να υπενθυμίσω κατά ποιον τρόπο το Δικαστήριο έχει χαράξει το περίγραμμα της εξαιρέσεως αυτής, εξετάζοντας τον μίτο της νομολογίας ο οποίος αρχίζει με την απόφαση Nakajima.
88. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο είχε κληθεί να αποφανθεί επί της νομιμότητας του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (56). Κατά την τότε προσφεύγουσα, μία από τις διατάξεις του κανονισμού εκείνου δεν μπορούσε να εφαρμοστεί ως ασύμβατη με διάταξη του Κώδικα αντιντάμπινγκ ο οποίος είχε καταρτιστεί στο πλαίσιο του συστήματος της ΓΣΔΕ του 1947 (57).
89. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι οι διατάξεις του Κώδικα αντιντάμπινγκ, όπως και οι διατάξεις της ΓΣΔΕ, είναι δεσμευτικές για την Κοινότητα, έκρινε ότι είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των αιτιάσεων της προσφεύγουσας, καθόσον, «[κ]ατά τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του [πιο πάνω κανονισμού], αυτός θεσπίστηκε σύμφωνα με τις υφιστάμενες διεθνείς υποχρεώσεις […]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο νέος βασικός κανονισμός, το κύρος του οποίου αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, εκδόθηκε προς εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας, στην οποία, συνεπώς, εναπόκειται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας και τα μέτρα που έχουν θεσπισθεί για την εφαρμογή της» (58).
90. Το Δικαστήριο επανέλαβε την ίδια αρχή πιο πρόσφατα στην απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου της 12ης Νοεμβρίου 1998 (59), όπου εξέτασε τη νομιμότητα ορισμένων άρθρων ενός κοινοτικού κανονισμού σχετικού με δασμολογικές ποσοστώσεις για την εισαγωγή ρυζιού (60), ο οποίος είχε εκδοθεί κατ’ εφαρμογήν συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας, της Αυστραλίας και της Ταϋλάνδης μετά από διαπραγματεύσεις που είχαν γίνει, σύμφωνα με το άρθρο XXIV, παράγραφος 6, της ΓΣΔΕ, για να συμφωνηθούν με τις χώρες αυτές ορισμένες τροποποιήσεις που είχαν καταστεί αναγκαίες από την προσχώρηση της Αυστρίας, της Φινλανδίας, και της Σουηδίας στην Κοινότητα.
91. Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού που είχε προσβληθεί στην υπόθεση εκείνη ανέφεραν ρητώς το γεγονός ότι το άνοιγμα των ποσοστώσεων για την εισαγωγή είχε αποφασιστεί στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων που είχαν γίνει βάσει του πιο πάνω άρθρου της ΓΣΔΕ (πρώτη αιτιολογική σκέψη) και ότι το Συμβούλιο αναγνωρίζει «τις υποχρεώσεις του δυνάμει των διεθνών συμφωνιών» (όγδοη αιτιολογική σκέψη).
92. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον αντίθετο ισχυρισμό του Συμβουλίου, επανέλαβε ότι, «οσάκις η Κοινότητα θέλησε να εκπληρώσει συγκεκριμένη υποχρέωση αναληφθείσα στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ […], το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξεως αυτής υπό το φως των εν λόγω κανόνων». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ακριβώς με την έκδοση του σχετικού κανονισμού κατ’ εφαρμογήν των πιο πάνω συμφωνιών «η Κοινότητα θέλησε να εκπληρώσει συγκεκριμένη υποχρέωση, αναληφθείσα στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ», οπότε το Δικαστήριο «υποχρεούται να ελέγξει τη νομιμότητα του εν λόγω κανονισμού από πλευράς των κανόνων της ΓΣΔΕ που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί» (61).
γ) Η διάταξη OGT
93. Αντιθέτως, η συνδρομή των προϋποθέσεων που υπομνήσθηκαν λίγο πιο πάνω αποκλείστηκε από το Δικαστήριο στην πρόσφατη διάταξη στην υπόθεση OGT Fruchthandelsgesellschaft (62), όπου το Δικαστήριο, κληθέν με αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως να αποφανθεί επί του κύρους του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγής μπανανών που είναι επίμαχο εν προκειμένω, όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη ότι το ΟΕΔ είχε λάβει απόφαση σχετικά, αλλά και απέκλεισε τη δυνατότητα εφαρμογής της εξαιρέσεως λόγω ειδικής υποχρεώσεως.
94. Θα υπενθυμίσω ότι στην υπόθεση εκείνη ένας παραδοσιακός εισαγωγέας μπανανών προελεύσεως τρίτων χωρών είχε αμφισβητήσει τους δασμούς για την εισαγωγή μπανανών καταγωγής Ισημερινού τους οποίους οι γερμανικές τελωνειακές αρχές είχαν επιβάλει σύμφωνα με το άρθρο 18 του τροποποιημένου κανονισμού 404/93. Το δικάζον εθνικό δικαστήριο πρώτα υπενθύμισε ότι το ΟΕΔ είχε διαπιστώσει το ασύμβατο του νέου κοινοτικού καθεστώτος με τους κανόνες του ΠΟΕ και μετά ρώτησε το Δικαστήριο αν τα άρθρα Ι και ΧΙΙΙ της ΓΣΔΕ μπορούν να δημιουργήσουν για τους ιδιώτες δικαιώματα που οι τελευταίοι δύνανται να επικαλεσθούν ευθέως ενώπιον των δικαστηρίων για να εναντιωθούν στην εφαρμογή του άρθρου 18 του τροποποιημένου κανονισμού 404/93.
95. Εκτιμώντας ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να συναχθεί με σαφήνεια από τη νομολογία Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να απαντήσει όχι με απόφαση, αλλά απλώς με αιτιολογημένη διάταξη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αρνήθηκε, αφενός, ότι εν προκειμένω συντρέχουν λόγοι να αποστεί από τη νομολογία αυτή και, αφετέρου, ότι τα περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως υπάγονται στις «ιδιαίτερες καταστάσεις» κατά την απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου τις οποίες είχε επικαλεστεί η προσφεύγουσα της κύριας δίκης. Συναφώς, το Δικαστήριο περιορίστηκε να πει, στην πραγματικότητα λιγότερο ή περισσότερο αναπόδεικτα, ότι «η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της μπανάνας, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 404/93 και τροποποιήθηκε στη συνέχεια, δεν σκοπεί να διασφαλίσει την εκτέλεση εντός της κοινοτικής έννομης τάξης μιας ειδικής υποχρεώσεως αναληφθείσας στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ ούτε παραπέμπει ρητώς σε συγκεκριμένες διατάξεις αυτής» (63).
δ) Κριτικές παρατηρήσεις
96. Πρέπει να πω, μετά από ενδελεχή εξέταση του ζητήματος, ότι δεν συμφωνώ με την απάντηση του Δικαστηρίου (64). Συγκεκριμένα, μου φαίνεται ότι τα χαρακτηριστικά της υποθέσεως εκείνης άξιζαν, αφενός, ειδικότερης αναλύσεως και όχι μηχανικής επαναλήψεως μιας νομολογίας που διαμορφώθηκε σε άλλο πλαίσιο (έλλειψη αποφάσεως του ΟΕΔ) και, αφετέρου, βαθύτερης εκτιμήσεως των προθέσεων και αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον κοινοτικό νομοθέτη σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις διεθνείς υποχρεώσεις του.
97. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, η εκτίμησή μου επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, όπως υπενθύμισα πιο πάνω, η μεταγενέστερη απόφαση Biret αντέδρασε με εντελώς διαφορετικό τρόπο στην προσπάθεια να ξαναπροταθεί η αυτόματη εφαρμογή της νομολογίας Πορτογαλία κατά Συμβουλίου στις αποφάσεις του ΟΕΔ (βλ. το σημείο 74 επ. των προτάσεών μου).
98. Και όσον αφορά την πτυχή σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της λεγόμενης εξαιρέσεως λόγω ειδικής υποχρεώσεως, νομίζω ότι ο τρόπος που εν προκειμένω τροποποιήθηκε το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών έπρεπε να οδηγήσει το Δικαστήριο να μη διαφοροποιήσει τη λύση από εκείνη που δόθηκε στις προηγούμενες υποθέσεις που υπομνήσθηκαν πιο πάνω (βλ. το σημείο 87 επ. των προτάσεών μου). Συγκεκριμένα, πολλά στοιχεία συνηγορούσαν υπέρ αυτού και μπορούσαν να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα ότι με την καθιέρωση του νέου καθεστώτος ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε «να εκτελέσει μια ειδική υποχρέωση που είχε αναλάβει στο πλαίσιο του ΠΟΕ».
99. Θα υπενθυμίσω κατ’ αρχάς ότι το καθεστώς αυτό τροποποιήθηκε εντός του χρονικού διαστήματος που δόθηκε στην Κοινότητα ακριβώς για να συμμορφωθεί προς την απόφαση του ΟΕΔ της 25ης Σεπτεμβρίου 1997. Άλλωστε, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1637/98 ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1999, ημερομηνία η οποία συμπίπτει ακριβώς με τη λήξη του χρονικού διαστήματος δεκαπέντε μηνών και μιας εβδομάδας που η Κοινότητα είχε λάβει από το ΟΕΔ για να συμμορφωθεί προς την πιο πάνω απόφαση (65). Θα προσθέσω ότι, όπως προκύπτει από την ίδια την προαναφερθείσα διαιτητική απόφαση, μια δήλωση της Κοινότητας η οποία είχε γίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας ανέφερε ακριβώς ότι η Κοινότητα έχει ανάγκη ενός εύλογου χρονικού διαστήματος για να «εφαρμόσει όλες τις συστάσεις και αποφάσεις» του ΟΕΔ (66).
100. Άλλωστε, στα ίδια τα επίμαχα κοινοτικά κείμενα βρίσκονται ενδείξεις ακόμη πιο σαφείς από εκείνες οι οποίες, στα νομολογιακά προηγούμενα που εξετάστηκαν πιο πάνω (βλ., π.χ., τα παραθέματα που περιέχονται σο σημείο 91 των προτάσεών μου), οδήγησαν το Δικαστήριο να συναγάγει την πρόθεση των κοινοτικών οργάνων να εκτελέσουν υποχρεώσεις της Κοινότητας. Ειδικότερα, όπως υπενθυμίζει και η Van Parys, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1637/98 αναφέρει ρητώς ότι «θα πρέπει να τηρηθούν οι διεθνείς δεσμεύσεις οι οποίες αναλήφθηκαν από την Κοινότητα δυνάμει του [ΠΟΕ]». Μάλιστα δε, ο ίδιος ο κανονισμός αυτός τροποποιεί το άρθρο 20 του κανονισμού 404/93 για να παρεμβάλει, μεταξύ άλλων, μια διάταξη κατά την οποία η Επιτροπή «θεσπίζει […] τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμφωνίες που συνήφθησαν από την Κοινότητα σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης» (στοιχείο ε΄).
101. Τέλος, θα μπορούσα να υπενθυμίσω, όπως έπραξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Van Parys, ότι ο Επίτροπος Brittan είπε ρητώς, σε απάντηση ερωτήσεως ευρωβουλευτή, ότι με την έκδοση του κανονισμού 1637/98 και του κανονισμού 2362/98 «η Κοινότητα εφάρμοσε τις συστάσεις του οργάνου διευθετήσεως διαφορών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) της 25ης Σεπτεμβρίου 1997 στην υπόθεση των μπανανών λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση του κοινοτικού καθεστώτος της μπανάνας με τους κανόνες του ΠΟΕ» (67).
102. Ασφαλώς, ούτε οι δηλώσεις της Κοινότητας εντός του ΠΟΕ (βλ. το σημείο 99 των προτάσεών μου) ούτε η απάντηση του Επιτρόπου Brittan αποτελούν στοιχεία που από μόνα τους είναι καθοριστικά για να κριθεί αν η σχετική κοινοτική ρύθμιση είχε ως σκοπό την τήρηση μιας «ειδικής υποχρεώσεως» που είχε αναληφθεί στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Ωστόσο, νομίζω ότι αποτελούν σαφή ένδειξη αυτού που προκύπτει σαφώς από την αλληλουχία των γεγονότων και διατάξεων που υπομνήσθηκαν πιο πάνω, δηλαδή του ότι ο σκοπός που ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωξε με τις τροποποιήσεις του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών ήταν ακριβώς η συμμόρφωση του καθεστώτος αυτού στους κανόνες του ΠΟΕ όπως ερμηνεύτηκαν στην απόφαση του ΟΕΔ.
103. Όσο για το γεγονός ότι η πρόθεση της Κοινότητας εκδηλώθηκε μόνο στον κανονισμό του Συμβουλίου και όχι και στους κανονισμούς της Επιτροπής, το γεγονός αυτό δεν μου φαίνεται καθοριστικής σημασίας εν προκειμένω, καθόσον είναι σαφές ότι αποφασιστική σημασία έχουν το νομοθέτημα που αποτελεί τη βάση του σχετικού κοινοτικού καθεστώτος και το γεγονός ότι, κατά πάγια νομολογία, «η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει, ειδικά στον γεωργικό τομέα, όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί τα λαμβανόμενα μέτρα να μην αντίκεινται στη ρύθμιση αυτή ή στους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου» (68).
104. Εν πάση περιπτώσει, θα σημειώσω ότι το Συμβούλιο, όταν ανέθεσε στην Επιτροπή να καθορίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, υπογράμμισε ότι οι λεπτομέρειες αυτές πρέπει να συντελούν στην «εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμφωνίες που συνήφθησαν από την Κοινότητα σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης» (69).
ε) Τελικές σκέψεις
105. Από όσα παρατηρήθηκαν μέχρι τώρα μπορεί να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν επέφερε την περί ης πρόκειται τροποποίηση στο κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών, είχε σκοπό να εκτελέσει μια ειδική υποχρέωση που είχε αναληφθεί στο πλαίσιο του ΠΟΕ.
106. Τούτο με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πληρούνταν στην υπόθεση OGT, και προ πάντων πληρούνται στην παρούσα υπόθεση, οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο τάσσει για να αξιολογήσει τη νομιμότητα του περί ου πρόκειται καθεστώτος με γνώμονα το συμβατό του με τους κανόνες του ΠΟΕ. Εφόσον το συμβατό αυτό αποκλείστηκε με την απόφαση του ΟΕΔ της 6ης Μαΐου 1999, έπεται ότι η εκτίμηση στην οποία το Δικαστήριο καλείται να προβεί δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, δηλαδή οι πράξεις στις οποίες στηρίζεται το σχετικό καθεστώς πρέπει να κηρυχθούν ανίσχυρες.
107. Επομένως, βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο, πάντοτε επικουρικώς, να δώσει στο πρώτο, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκαν, την απάντηση ότι το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών το οποίο στηρίζεται στον τροποποιημένο κανονισμό 404/93 και στους εκτελεστικούς του κανονισμούς έχει ως σκοπό την εκπλήρωση μιας ειδικής υποχρεώσεως που η Κοινότητα ανέλαβε στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Ωστόσο, το καθεστώς αυτό δεν ήρε, όπως διαπίστωσε η απόφαση του ΠΟΕ της 6ης Μαΐου 1999, το ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ το οποίο αναγνωρίστηκε με την απόφαση του ΟΕΔ της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, οπότε είναι ανίσχυρο κατά το μέρος που διατηρείται το ασύμβατο αυτό.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
108. Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών αποτελεί παράβαση του άρθρου 4 της Συμφωνίας ΕΚ/Συμφώνου των Άνδεων, κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη επιφυλάσσουν το ένα στο άλλο την προβλεπόμενη από το άρθρο I της ΓΣΔΕ μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου έθνους (βλ. το σημείο 5 των προτάσεών μου).
109. Ωστόσο, θα παρατηρήσω ότι, αν τα πράγματα κοιταχτούν πιο κοντά, δεν συντρέχει λόγος να τεθεί το ερώτημα αυτό αυτοτελώς, καθόσον, όπως θα πω με λίγα λόγια, η διάταξη την οποία επικαλείται δεν προσθέτει τίποτα στις υποχρεώσεις που τα μέρη ήδη έχουν βάσει των κανόνων του ΠΟΕ/της ΓΣΔΕ. Επομένως, για το ερώτημα αυτό θα ισχύσουν οι ίδιες λύσεις που το Δικαστήριο θα αποφασίσει να δώσει στα ερωτήματα που εξετάστηκαν μέχρι τώρα, καθόσον, αν γίνει δεκτή η έλλειψη νομιμότητας του σχετικού κοινοτικού καθεστώτος λόγω ασυμβάτου με τους κανόνες αυτούς, ουδείς λόγος θα συντρέχει να επαναληφθεί η ίδια εξέταση για τη Συμφωνία ΕΟΚ/Συμφώνου των Άνδεων, η οποία δεν απομακρύνεται από τους κανόνες αυτούς.
110. Θα υπενθυμίσω εν προκειμένω, όπως έπραξε η Επιτροπή, ότι το άρθρο 4 της Συμφωνίας αυτής συνομολογήθηκε για να καταστεί δυνατή η επιφύλαξη της μεταχειρίσεως του μάλλον ευνοουμένου έθνους και υπέρ των κρατών που αποτελούσαν μέρη του Συμφώνου των Άνδεων τα οποία τότε δεν ήσαν ακόμη μέλη του συστήματος της ΓΣΔΕ. Επομένως, το άρθρο αυτό περιορίζεται να επεκτείνει ratione personae το πεδίο εφαρμογής του συστήματος της ΓΣΔΕ, αλλά δεν μεταβάλλει το περιεχόμενο ή τη φύση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το σύστημα αυτό.
111. Συγκεκριμένα, όπως δείχνουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, με τη Συμφωνία ΕΟΚ/Συμφώνου των Άνδεων τα μέρη ουδόλως είχαν την πρόθεση να συνομολογήσουν υποχρεώσεις πέραν εκείνων που προβλέπονταν από τη ΓΣΔΕ. Αντιθέτως, στο προοίμιο της Συμφωνίας, δηλώνουν ρητώς ότι είναι «πεπεισμένα για τη σημασία των αρχών της ΓΣΔΕ» και, στο άρθρο 4, επιβεβαιώνουν «τη βούλησή τους να πραγματοποιούν τις εμπορικές τους συναλλαγές τηρουμένης της εν λόγω Συμφωνίας».
112. Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές κριτήριο νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων και ότι θα ισχύσουν γι’ αυτή οι λύσεις που το Δικαστήριο θα αποφασίσει να δώσει στα ερωτήματα που εξετάστηκαν προηγουμένως.
IV – Συμπέρασμα
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Raad van State ως εξής:
«1. Το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών το οποίο στηρίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, και στους εκτελεστικούς του κανονισμούς είναι ανίσχυρο ως ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ όπως διαπιστώθηκε από το ΟΕΔ στις 25 Σεπτεμβρίου 1997 και επιβεβαιώθηκε από το ΟΕΔ στις 6 Μαΐου 1999.
Επικουρικώς:
1. Το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών το οποίο στηρίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, και στους εκτελεστικούς του κανονισμούς έχει ως σκοπό την εκπλήρωση μιας ειδικής υποχρεώσεως την οποία η Κοινότητα ανέλαβε εντός του ΠΟΕ. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε η απόφαση του ΟΕΔ της 6ης Μαΐου 1999, το καθεστώς αυτό δεν ήρε το ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ το οποίο διαπιστώθηκε με την απόφαση του ΟΕΔ της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, οπότε είναι ανίσχυρο κατά το μέρος που διατηρείται το ασύμβατο αυτό.
2. Οι ίδιες λύσεις ισχύουν και για το ζήτημα του συμβατού του πιο πάνω καθεστώτος με το άρθρο 4 της Συμφωνίας ΕΟΚ/Συμφώνου των Άνδεων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – EE L 336, σ. 1.
3 – Ανεπίσημη μετάφραση
4 – Ανεπίσημη μετάφραση.
5 – Πρόκειται για τις ακόλουθες χώρες: Δημοκρατία της Βολιβίας, Δημοκρατία της Κολομβίας, Δημοκρατία του Ισημερινού, Δημοκρατία του Περού και Δημοκρατία της Βενεζουέλας.
6 – ΕΕ L 127, σ. 10. Το κείμενο της Συμφωνίας επισυνάπτεται στην απόφαση αυτή, σ. 11 επ.
7 – Παράρτημα 2 της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ (EE 1994, L 336, σ. 234).
8 – EE L 47, σ. 1.
9 – Έκθεση WT/DS27/AB/R – Ευρωπαϊκές Κοινότητες– Καθεστώς που ισχύει για την εισαγωγή, την πώληση και τη διανομή μπανανών, της 9ης Σεπτεμβρίου 1997, η οποία διατίθεται στον δικτυακό τόπο του ΠΟΕ, .
10 – ΕΕ L 210, σ. 28.
11 – Το παράρτημα αυτό περιέχει κατάλογο δώδεκα χωρών οι οποίες προμηθεύουν παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ και για τις οποίες προβλέπεται η ετήσια ποσόστωση των 857 700 τόνων, χωρίς να προβλέπονται ανώτατα όρια για κάθε χώρα.
12 – EE L 293, σ. 32.
13 – EE L 349, σ. 32.
14 – EE L 11, σ. 16.
15 – EE L 75, σ. 18.
16 – Έκθεση WT/DS27/RW/ECU – Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Καθεστώς για την εισαγωγή, την πώληση και τη διανομή μπανανών, της 12ης Απριλίου 1999, η οποία διατίθεται στον δικτυακό τόπο του ΠΟΕ, .
17 – EE L 31, σ. 2.
18 – Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-149/96 (Συλλογή 1999, σ. I-8395).
19 – Απόφαση 96/386/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με την κατάρτιση Μνημονίων συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν και μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ινδίας για διακανονισμούς στον τομέα της προσβάσεως στην αγορά κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων (EE L 153, σ. 47).
20 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 34. Βλ. επίσης την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψη 17).
21 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 35.
22 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 41.
23 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 36.
24 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 37 (η υπογράμμιση δική μου).
25 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 40 (η υπογράμμιση δική μου).
26 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 42.
27 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 43.
28 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 45 και 46.
29 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 47.
30 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 49. Το Δικαστήριο παρέθεσε για πρώτη φορά τις δύο αυτές «εξαιρέσεις», αντιστοίχως, στην απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-2069, σκέψη 31), και στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, 70/87, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1781, σκέψεις 19 έως 22).
31 – Θα υπενθυμίσω ότι ο ίδιος ο γενικός εισαγγελέας Saggio, μετά μακρά ανάλυση, έλαβε αυτή τη θέση στις προτάσεις του στην υπόθεση εκείνη. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτόν, οι κανόνες του ΠΟΕ, ως περιεχόμενοι «σε διεθνείς συμφωνίες, δεσμεύουν όλα τα κοινοτικά όργανα [βάσει του άρθρου 300, παράγραφος 7, ΕΚ] και συνιστούν, κατά συνέπεια, πηγή του κοινοτικού δικαίου, με αποτέλεσμα, αφενός, να υποχρεούται το Δικαστήριο να διασφαλίζει την τήρησή τους […] από τα κοινοτικά όργανα» (σημείο 20), και μάλιστα όταν «μεγάλος αριθμός διατάξεων των συμφωνιών που έχουν προσαρτηθεί στη συμφωνία με την οποία ιδρύθηκε ο [ΠΟΕ] θεμελιώνουν υποχρεώσεις και απαγορεύσεις με ανεπιφύλακτο χαρακτήρα, συνεπάγονται δε συγκεκριμένες δεσμεύσεις με τα συμβαλλόμενα μέρη στο πλαίσιο των αμοιβαίων σχέσεών τους» (σημείο 19). Στη συνέχεια, για να διασκεδάσει τους φόβους που το συμπέρασμα αυτό μπορούσε να δημιουργήσει όσον αφορά τα συμφέροντα της Κοινότητας, ο γενικός εισαγγελέας φρόντισε να «ξεκαθαρίσει» το ζήτημα των αποτελεσμάτων που οι κανόνες του ΠΟΕ έχουν στην κοινοτική έννομη τάξη από το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής των κανόνων αυτών και επομένως από το ζήτημα αν «ένας κανόνας που έχει τα χαρακτηριστικά αυτά παρέχει οπωσδήποτε στους ιδιώτες έννομο συμφέρον για την προβολή των δικαιωμάτων αυτών ενώπιον των δικαστηρίων». Κατ’ αυτόν, το να αναγνωριστούν τέτοια αποτελέσματα στους κανόνες του ΠΟΕ δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι οι κανόνες αυτοί μπορούν να τύχουν επικλήσεως ενώπιον των δικαστηρίων από ιδιώτες. «Για να προκύψει το αποτέλεσμα αυτό […] πρέπει να προκύπτει από το γενικό πλαίσιο της συμφωνίας ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες της ενώπιον των δικαστηρίων». Επομένως, «ένας κανόνας που απορρέει από διεθνή συμφωνία μπορεί ενδεχομένως να μην έχει απευθείας εφαρμογή, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δικαιολογείται να στερείται οποιουδήποτε δεσμευτικού αποτελέσματος έναντι των κοινοτικών οργάνων και, συνακόλουθα, να μη λειτουργεί ως (κοινοτικό) κριτήριο νομιμότητας» (σημείο 18).
32 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, C-377/98 (Συλλογή 2001, σ. I-7079).
33 – EE L 213, σ. 13.
34 – Σύμβαση του Ρίο ντε Τζανέιρο της 5ης Ιουνίου 1992 για τη βιολογική ποικιλομορφία, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 93/626/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993 (EE L 309, σ. 1).
35 – Σκέψεις 52 έως 54 (η υπογράμμιση δική μου).
36 – Θα υπενθυμίσω ότι στην ίδια γραμμή βρίσκεται και η διάταξη της 2ας Μαΐου 2001, C-307/99, OGT Fruchthandelsgesellschaft (Συλλογή 2001, σ. I-3159). Ωστόσο, επιφυλάσσομαι να επανεξετάσω διεξοδικότερα τη διάταξη αυτή.
37 – Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, του Μνημονίου συμφωνίας, «Όλες οι λύσεις που δίδονται σε θέματα τα οποία προκύπτουν στο πλαίσιο των διατάξεων των […] Συμφωνιών [ΠΟΕ] για τις διαβουλεύσεις και την επίλυση διαφορών […] συνάδουν με τις εν λόγω συμφωνίες και δεν αναιρούν εν όλω ή εν μέρει οφέλη που απορρέουν για οποιοδήποτε μέλος από τις συμφωνίες αυτές ούτε παρεμποδίζουν την επίτευξη των στόχων των εν λόγω συμφωνιών» (η υπογράμμιση δική μου).
38 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber της 15ης Μαΐου 2003 στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-93/02 P, Biret International κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I-10497, σημείο 81 των προτάσεων).
39 – Προαναφερθείσα απόφαση Biret International κατά Συμβουλίου. Η ίδια κατάσταση αποτελεί αντικείμενο και της υποθέσεως P, Biret e Cie κατά Συμβουλίου, επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε την ίδια ημέρα. Στη συνέχεια, θα αναφέρομαι μόνο στην απόφαση Biret International κατά Συμβουλίου.
40 – EE 1994, L 336, σ. 40.
41 – Οδηγία 81/602/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 1981, περί απαγορεύσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση (EE L 222, σ. 32), και οδηγία 88/146/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (EE L 70, σ. 16).
42 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους και για την κατάργηση των οδηγιών 81/602, 88/146 και 88/299/ΕΟΚ (EE L 125, σ. 3).
43 – Βλ. την έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου WT/DS26/AB/R, WT/DS48/AB/R, Κοινοτικά μέτρα σχετικά με το κρέας και τα προϊόντα με βάση το κρέας (ορμόνες), της 16ης Ιανουαρίου 1998, η οποία εγκρίθηκε από το ΟΕΔ στις 13 Φεβρουαρίου 1998 και είναι διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο του ΠΟΕ, .
44 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιανουαρίου 2002, T-174/00, Biret International κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II-17, σκέψη 67).
45 – Αυτόθι, σκέψη 61.
46 – Προαναφερθείσες προτάσεις στην υπόθεση Biret, σημείο 86.
47 – Προαναφερθείσες προτάσεις στην υπόθεση Biret, σημεία 85 έως 88.
48 – Προαναφερθείσα απόφαση Kupferberg (σκέψη 18).
49 – Προαναφερθείσες προτάσεις στην υπόθεση Biret, σημεία 97 έως 102 (το χωρίο που παρατέθηκε περιλαμβάνεται στο σημείο 102).
50 – Προαναφερθείσες προτάσεις στην υπόθεση Biret, σημείο 103. Στην υπόθεση εκείνη, βάσει του συμπεράσματος αυτού ο γενικός εισαγγελέας πρότεινε να κηρυχθεί παραδεκτή η ασκηθείσα από την Biret κατά της Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως ακριβώς λόγω της ελλείψεως νομιμότητας της συμπεριφοράς της Κοινότητας κατόπιν παραβάσεως του δικαίου του ΠΟΕ.
51 – Πράγμα που, άλλωστε, έχει ήδη γίνει κατά κάποιον τρόπο με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1999, C-104/97 P, Atlanta κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Συλλογή 1999, σ. I-6893, και ιδίως σκέψεις 19 έως 22, σ. 1707). Εντελώς αντίθετες είναι οι ενδείξεις που προέρχονται από τη διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση OGT, στην οποία όμως θα σταθώ πιο πολύ αργότερα (βλ. το σημείο 93 επ. των προτάσεών μου).
52 – Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, εφόσον η Κοινότητα είχε δηλώσει ενώπιον του ΠΟΕ ότι θέλει να τηρήσει τις υποχρεώσεις της, ζητώντας προς τούτο μια εύλογη προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 3, του Μνημονίου συμφωνίας, της χορηγήθηκε προθεσμία δεκαπέντε μηνών, η οποία έληξε στις 13 Μαΐου 1999. Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι, «εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τον προ της 13ης Μαΐου 1999 χρόνο, ο κοινοτικός δικαστής δεν θα μπορούσε να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας των επίμαχων κοινοτικών πράξεων […] διότι, άλλως, θα καθίστατο άνευ αντικειμένου η χορήγηση εύλογης προθεσμίας […]» (σκέψη 62, η υπογράμμιση δική μου).
53 – Σκέψη 57, η υπογράμμιση δική μου.
54 – Βλ. την απόφαση WT/DS27/15, Eυρωπαϊκές Κοινότητες – Καθεστώς που ισχύει για την εισαγωγή, την πώληση και τη διανομή μπανανών, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, η οποία ελήφθη από το ΟΕΔ στις 7 Ιανουαρίου 1998 και διατίθεται στον δικτυακό τόπο του ΠΟΕ, .
55 – Προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 49. Βλ. και την προαναφερθείσα απόφαση Nakajima, σκέψη 31.
56 – ΕΕ L 209, σ. 1.
57 – Συμφωνία περί εφαρμογής του άρθρου VI της ΓΣΔΕ η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 80/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1979, περί συνάψεως των πολυμερών συμφωνιών που προκύπτουν από τις εμπορικές διαπραγματεύσεις 1973-1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3). Θα υπενθυμίσω ότι η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2423/88 εκθέτει ότι το κοινοτικό καθεστώς αντιντάμπινγκ «θεσπίστηκε σύμφωνα με τις υπάρχουσες διεθνείς υποχρεώσεις, και ιδίως αυτές που απορρέουν από το άρθρο VI της [ΓΣΔΕ], [από τον Κώδικα αντιντάμπινγκ] και από τη Συμφωνία περί ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων VI, XVI και XXIΙΙ της Γενικής Συμφωνίας (Κώδικα για τις επιδοτήσεις και για τους αντισταθμιστικούς δασμούς)». Η τρίτη αιτιολογική σκέψη προσθέτει ότι, «κατά την εφαρμογή του καθεστώτος αυτού, είναι ουσιαστικό, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αυτές οι συμφωνίες επιδίωξαν να θεσπίσουν, να λαμβάνει υπόψη της η Κοινότητα την ερμηνεία που δίδεται σ’ αυτό το καθεστώς από τους βασικούς εμπορικούς εταίρους της, όπως αυτή φαίνεται στη νομοθεσία ή την καθιερωμένη πρακτική».
58 – Προαναφερθείσα απόφαση Nakajima, σκέψεις 29 έως 31.
59 – C-352/96 (Συλλογή 1998, σ. I-6937).
60 – Κανονισμός (ΕΚ) 1522/96 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1996, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχειρίσεως ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής ρυζιού και θραυσμάτων ρυζιού (EE L 190, σ. 1).
61 – Προαναφερθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 19 έως 21.
62 – Προαναφερθείσα διάταξη του Δικαστηρίου.
63 – Αυτόθι, σκέψη 28.
64 – Αρκετά επικριτικό για την απάντηση αυτή είναι και μεγάλο μέρος της θεωρίας. Βλ., μεταξύ άλλων, Peers S., «WTO dispute settlement and Community law», στο European Law Review, 2001, σ. 605 επ. («If the 1998 Regulations are not an example of the Community’s intention to implement a WTO obligation, it is hard to see what is») (σ. 615)· Eeckhout P., «Judicial Enforcement of WTO Law in the European Union», στο Journal of International Economic Law, 2002, σ. 91 επ. («That statement, with respect, is difficult to understand and accept») (σ. 107).
65 – Διαιτητική απόφαση WT/DS27/15, Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Καθεστώς που ισχύει για την εισαγωγή, την πώληση και τη διανομή μπανανών, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, η οποία εγκρίθηκε από το ΟΕΔ στις 7 Ιανουαρίου 1998 και διατίθεται στον δικτυακό τόπο του ΠΟΕ, , σημείο 12.
66 – Αυτόθι, σημείο 12 (η υπογράμμιση δική μου).
67 – Γραπτή ερώτηση αριθ. P-4069/98 της Ευρωβουλευτού Yvonne Sandberg-Fries στην Επιτροπή σχετικά με τις συνέπειες της εμπορικής διαμάχης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ενώσεως (EE 1999, C 182, σ. 137).
68 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-317/99, Kloosterboer Rotterdam (Συλλογή 2001, σ. I-9863, σκέψη 28)· βλ. και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Φεβρουαρίου 1997, C-9/95, C-23/95 και C-156/95, Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-645, σκέψη 37), και της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-48/98, Söhl & Söhlke (Συλλογή 1999, σ. I-7877, σκέψη 36).
69 – Άρθρο 20, στοιχείο ε΄, του τροποποιημένου κανονισμού 404/93.
Full & Egal Universal Law Academy