ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Οκτωβρίου 2004 (1)
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02
Silvio Berlusconi κ.λπ.
(αιτήσεις του Tribunale di Milano και του Corte di Appello di Lecce για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Εταιρικό δίκαιο – Πρώτη, τέταρτη και έβδομη οδηγία – Ετήσιοι λογαριασμοί και ενοποιημένοι λογαριασμοί – Αρχή της δημόσιας και ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα πληροφορήσεως – Ενδεδειγμένες κυρώσεις για παροχή ψευδών στοιχείων – Όρια της εφαρμογής οδηγιών στην ποινική δίκη – Αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Επισκόπηση
2. Οι κρίσιμες διατάξεις της πρώτης οδηγίας
3. Οι κρίσιμες διατάξεις της τέταρτης οδηγίας
4. Οι διατάξεις της έβδομης οδηγίας
Β – Η εθνική νομοθεσία
1. Προϊσχύσασα νομοθεσία
2. Η νυν ισχύουσα νομοθεσία
3. Γενικές ποινικές διατάξεις
III – Πραγματικά περιστατικά, οι κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα
Α – Γενική επισκόπηση
Β – Υπόθεση C-387/02, Silvio Berlusconi
Γ – Υπόθεση C-391/02, Sergio Adelchi
Δ – Υπόθεση C-403/02, Marcello Dell’Utri κ.λπ.
Ε – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Το παραδεκτό των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
1. Έκθεση των πραγματικών περιστατικών
2. Έκθεση του νομικού πλαισίου
3. Η σημασία των προδικαστικών ερωτημάτων για την έκβαση της κύριας δίκης
4. Συμπέρασμα
Β – Εκτίμηση του περιεχομένου των προδικαστικών ερωτημάτων
1. Επί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας
2. Επί του ενδεδειγμένου χαρακτήρα των κυρώσεων στην περίπτωση της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων
α) Η αρχή της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων
β) Τα όρια ανοχής
γ) Ο χρόνος παραγραφής για την άσκηση ποινικής διώξεως.
δ) Σύστημα διαβαθμίσεως των κυρώσεων και απαιτήσεις για την υποβολή εγκλήσεως
ε) Συνολική επισκόπηση των διατάξεων του αστικού, του ποινικού και του διοικητικού δικαίου
Γ – Οι επιπτώσεις της συγκρούσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου προς τις οδηγίες επί των εκκρεμών ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων ποινικών υποθέσεων
1. Επί της υποχρεώσεως των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
2. Επί των ορίων της εφαρμογής των οδηγιών στις ποινικές δίκες
α) Οι απορρέουσες από τη νομολογία αρχές
β) Εξέταση των αρχών σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση
3. Επί της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου
4. Συμπέρασμα
V – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Ενώπιον δύο ιταλικών δικαστηρίων, ήτοι του Tribunale di Milano και του Corte di Appello di Lecce (στο εξής επίσης: αιτούντα δικαστήρια), εκκρεμούν ποινικές δίκες στις οποίες η κατηγορία που βαρύνει τους εκάστοτε κατηγορούμενους είναι η ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων (στην ιταλική: false comunicazioni sociali)· στην καθομιλουμένη χρησιμοποιείται κατά κανόνα για τέτοιου είδους ενέργειες και ο όρος «νόθευση ισολογισμού».
2. Μετά τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών και την άσκηση ποινικής διώξεως, ο Ιταλός νομοθέτης κατέστησε ηπιότερες τις ποινές που προβλέπονται για τα σχετικά αδικήματα και κατέστησε δυσχερέστερη την ποινική δίωξη σε σχέση με ό,τι ίσχυε βάσει του προηγούμενου νομικού καθεστώτος. Κατόπιν αυτής της νομοθετικής τροποποιήσεως, τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν κατ’ ουσίαν πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια των ενδεδειγμένων κυρώσεων που πρέπει να επιβάλλονται σε περιπτώσεις ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων. Επίσης, ερωτούν αν κατά την έννοια των κρίσιμων οδηγιών περί εταιριών η δημοσίευση ψευδών εταιρικών στοιχείων πρέπει να εξομοιώνεται με την μη δημοσίευση τους.
3. Στην περίπτωση που κριθεί ότι η ρύθμιση που θεσπίστηκε με τη νομοθετική τροποποίηση στην Ιταλία αντιβαίνει στις σχετικές οδηγίες περί εταιριών, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν επιπλέον να διευκρινιστεί αν μπορεί στο πλαίσιο ποινικής δίκης να εφαρμοστεί αναδρομικά υπέρ του κατηγορουμένου ηπιότερος μεταγενέστερος ποινικός νόμος μολονότι αυτός αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Επισκόπηση
4. Το άρθρο 44, παράγραφος 1, ΕΚ παρέχει τη νομική βάση για την έκδοση οδηγιών προς πραγμάτωση της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, στοιχείο ζ΄, της διατάξεως αυτής, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έχουν επιφορτιστεί,
«με τον συντονισμό, κατά το αναγκαίο μέτρο και με τον σκοπό να τις καταστήσουν ισοδύναμες, των απαιτουμένων εγγυήσεων υπό των κρατών μελών εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων».
5. Η Κοινότητα εξέδωσε πλειάδα οδηγιών περί εταιριών. Κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση είναι μεταξύ άλλων
– η πρώτη οδηγία 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες (2) (στο εξής: πρώτη οδηγία ή οδηγία 68/151) και
– η τετάρτη οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ΄, της Συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (3) (στο εξής: τέταρτη οδηγία ή οδηγία 78/660),
οι οποίες στην περίπτωση της Ιταλίας εφαρμόζονται επί των εξής κεφαλαιουχικών εταιριών: società per azioni (ανώνυμη εταιρία, σε σύντμηση: SpA), società in accomandita per azioni (ετερόρρυθμη εταιρία διά μετοχών) και società a responsabilità limitata (εταιρία περιορισμένης ευθύνης, σε σύντμηση: Srl) (4).
6. Επίσης, πρέπει να μνημονευθεί και η έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ΄, της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (5) (στο εξής: έβδομη οδηγία ή οδηγία 83/349) (6).
2. Οι κρίσιμες διατάξεις της πρώτης οδηγίας
7. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της πρώτης οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η υποχρέωση δημοσιότητας των εταιριών να περιλαμβάνει τουλάχιστον τον ισολογισμό και τον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως. Η διάταξη προβλέπει επίσης ότι το Συμβούλιο θα εκδώσει εντός δύο ετών από της εκδόσεως της πρώτης οδηγίας άλλη οδηγία για τον συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως.
8. Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3, της πρώτης οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Σε κάθε κράτος μέλος ανοίγεται φάκελος είτε σε κεντρικό μητρώο είτε σε εμπορικό μητρώο ή μητρώο εταιρειών, για κάθε καταχωριζομένη εταιρεία
2. Όλες οι πράξεις και όλα τα στοιχεία που υπόκεινται σε δημοσιότητα δυνάμει του άρθρου 2 τίθενται στον φάκελο ή καταχωρίζονται στο μητρώο. Το αντικείμενο των καταχωρίσεων στο μητρώο πρέπει οπωσδήποτε να εμφαίνεται στον φάκελο.
3. Πλήρη αντίγραφα ή αποσπάσματα των αναφερομένων στο άρθρο 2 πράξεων ή στοιχείων, πρέπει να είναι δυνατόν να λαμβάνονται ταχυδρομικώς κατόπιν γραπτής αιτήσεως, χωρίς τα τέλη εκδόσεως των αντιγράφων αυτών να δύνανται να υπερβαίνουν το διοικητικό κόστος […]».
9. Σύμφωνα με το άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας: Τα κράτη μέλη προβλέπουν «κατάλληλες κυρώσεις για την περίπτωση ελλείψεως της δημοσιότητας του ισολογισμού και των λογαριασμών χρήσεως όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, περίπτωση ζ΄».
3. Οι κρίσιμες διατάξεις της τέταρτης οδηγίας
10. Το άρθρο 2 της τέταρτης οδηγίας προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής:
«1. Οι ετήσιοι λογαριασμοί περιλαμβάνουν: Τον Ισολογισμό, τα Αποτελέσματα Χρήσεως και το Προσάρτημα. Τα έγγραφα αυτά αποτελούν ενιαίο σύνολο.
2. Οι ετήσιοι λογαριασμοί πρέπει να καταρτίζονται με σαφήνεια και ανταποκρίνονται στην παρούσα οδηγία .
3. Οι ετήσιοι λογαριασμοί πρέπει να δίδουν την πραγματική εικόνα του ενεργητικού και παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας.
4. Όπου η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας δεν αρκεί για την διαμόρφωση της πραγματικής εικόνας σύμφωνα με την έννοια της παραγράφου 3, πρέπει να παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες.
5. Όπου σε εξαιρετικές περιπτώσεις η εφαρμογή μιας διατάξεως της οδηγίας έρχεται σε σύγκρουση με την υποχρέωση της παραγράφου 3, επιβάλλεται η παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή προκειμένου να αποδοθεί η πραγματική εικόνα κατά την έννοια της παραγράφου 3 […]».
11. Το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Οι ετήσιοι λογαριασμοί νόμιμα εγκεκριμένοι, η ετήσια έκθεση διαχειρίσεως και το πιστοποιητικό ελέγχου των λογιστικών καταστάσεων, δημοσιεύονται όπως προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ.»
12. Το άρθρο 47, παράγραφος 1α, της τέταρτης οδηγίας (7) προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Το κράτος μέλος της [οικείας εταιρίας] μπορεί να απαλλάξει από την υποχρέωση δημοσίευσης των λογαριασμών της σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ, υπό τον όρο ότι οι λογαριασμοί αυτοί θα είναι στη διάθεση του κοινού στην έδρα της εταιρείας, εφόσον …
Πρέπει να υπάρχει δυνατότητα λήψης αντιγράφου των λογαριασμών αυτών μετά από απλή αίτηση. Η τιμή αυτού του αντιγράφου δεν υπερβαίνει το διοικητικό του κόστος. Για την περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης δημοσιότητας που επιβάλλεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, πρέπει να προβλέπονται οι ενδεδειγμένες κυρώσεις.»
13. Σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας, οι ετήσιοι λογαριασμοί των εταιριών πρέπει να ελέγχονται από πρόσωπα τα οποία έχουν, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, το δικαίωμα τούτο.
4. Οι διατάξεις της έβδομης οδηγίας
14. Το άρθρο 16 της έβδομης οδηγίας περιέχει διατάξεις για τους ενοποιημένους λογαριασμούς ομίλων επιχειρήσεων οι οποίες δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τις διατάξεις του άρθρου 2 της τέταρτης οδηγίας· μεταξύ άλλων οι ενοποιημένοι λογαριασμοί πρέπει να παρέχουν πραγματική εικόνα του ενεργητικού, του παθητικού, της οικονομικής θέσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων του ομίλου των επιχειρήσεων που περιλαμβάνει η ενοποίηση. Το άρθρο 37 της έβδομης οδηγίας είναι αντίστοιχο προς το άρθρο 51 της τέταρτης οδηγίας και προβλέπει την υποχρέωση ελέγχου των ενοποιημένων λογαριασμών. Το άρθρο 38, παράγραφος 1, της έβδομης οδηγίας παραπέμπει επίσης, όσον αφορά τη δημοσίευση των ενοποιημένων λογαριασμών, στο άρθρο 3 της πρώτης οδηγίας, όπως ακριβώς και η τέταρτη οδηγία (άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο) σε σχέση με τους ετήσιους λογαριασμούς. Επίσης, το άρθρο 38, παράγραφος 6, της έβδομης οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέψουν τις κατάλληλες κυρώσεις για την περίπτωση της παραβάσεως της υποχρεώσεως δημοσιότητας.
Η εθνική νομοθεσία
15. Οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις του ιταλικού δικαίου τροποποιήθηκαν σε σημαντικό βαθμό με το υπ’ αριθ. 61 Decreto legislativo (8) του Προέδρου της Δημοκρατίας της 11ης Απριλίου 2002, που άρχισε να ισχύει από 16 Απριλίου 2002 (στο εξής: Decreto legislativo 61/02) (9). Στη συνέχεια, θα εκτεθεί για τον λόγο αυτόν αρχικά η προϊσχύσασα νομοθεσία και, στη συνέχεια, η νέα, νυν ισχύουσα νομοθεσία.
1. Προϊσχύσασα νομοθεσία
16. Σύμφωνα με την προϊσχύσασα νομοθεσία η ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων αποτελούσε στην Ιταλία ποινικό αδίκημα βάσει του άρθρου 2621 του Codice Civile (10) (στο εξής: παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile). Η διάταξη αυτή είχε ως εξής:
«Με στερητική της ελευθερίας ποινής από ένα έως πέντε έτη και με χρηματική ποινή δύο έως είκοσι εκατομμυρίων λιρών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη, τιμωρούνται:
1. οι ιδρυτές, τα ιδρυτικά μέλη, οι διοικητές, οι γενικές διευθυντές, τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου και οι εκκαθαριστές οι οποίοι στις εκθέσεις, στους ετήσιους λογαριασμούς ή στις λοιπές ανακοινώσεις της εταιρίας διαδίδουν ψευδή γεγονότα σχετικά με την κατάσταση ή με τα περιουσιακά δεδομένα της εταιρίας με σκοπό να παραπλανήσουν ή οι οποίοι αποκρύπτουν εν όλω ή εν μέρει γεγονότα που σχετίζονται με τα ανωτέρω·[…]».
17. Οι πράξεις που περιγράφονταν στο παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile αποτελούσαν αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα (delitto), για το οποίο ίσχυε δεκαετής προθεσμία παραγραφής. Σε περίπτωση διακοπής ο χρόνος παραγραφής μπορούσε να παραταθεί για πέντε ακόμη έτη (11).
18. Σύμφωνα με τη νομολογία των ιταλικών δικαστηρίων, σκοπός του άρθρου 2621 του Codice Civile ήταν όχι μόνον η προστασία των συγκεκριμένων συμφερόντων των εταίρων και των πιστωτών, αλλά και η προστασία του γενικού συμφέροντος σχετικά με τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας των εμπορικών εταιριών. Ο προστατευτικός σκοπός της διατάξεως εκτεινόταν σε κάθε δραστηριότητα που αποσκοπούσε στην μεταβολή της αντικειμενικής καταστάσεως μιας εταιρίας (12).
19. Σύμφωνα με την προϊσχύσασα νομοθεσία αποτελούσε επιβαρυντική περίσταση η πρόκληση σημαντικής ζημίας στην επιχείρηση λόγω της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων κατά την έννοια του παλαιού άρθρου 2621· στην περίπτωση αυτή το ύψος της ποινής αυξανόταν βάσει του άρθρου 2640 του Codice Civile (στο εξής: παλαιό άρθρο 2640 του Codice Civile) μέχρι του ημίσεος.
2. Η νυν ισχύουσα νομοθεσία
20. Με το νομοθετικό διάταγμα 61/02 αντικαταστάθηκε, μεταξύ άλλων, το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile με τις ακόλουθες δύο διατάξεις:
«Άρθρο 2621 (Παροχή ψευδών στοιχείων περί της εταιρίας)
Εφόσον το άρθρο 2622 δεν ορίζει άλλως, τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή μέχρι ένα έτος και έξι μήνες οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές, τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου και οι εκκαθαριστές οι οποίοι, με σκοπό να παραπλανήσουν τους εταίρους ή το κοινό και να αποκομίσουν οι ίδιοι ή άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος, διαδίδουν μέσω των ετήσιων λογαριασμών, των εκθέσεων ή των λοιπών νομοθετικώς προβλεπομένων ανακοινώσεων της εταιρίας που απευθύνονται προς τους εταίρους ή προς το κοινό ψευδή γεγονότα, έστω και αν αυτά αποτελούν αντικείμενο εκτιμήσεων, ή παραλείπουν να παράσχουν πληροφορίες, των οποίων η ανακοίνωση επιβάλλεται εκ του νόμου, σχετικά με την οικονομική κατάσταση, την οικονομική θέση και το ενεργητικό και παθητικό της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων, στην οποία ανήκει η εταιρία αυτή, κατά τρόπο πρόσφορο να δημιουργήσει στους αποδέκτες των πληροφοριών αυτών ψευδείς παραστάσεις σχετικά με την ανωτέρω κατάσταση.
Το αξιόποινο καλύπτει και την περίπτωση που οι πληροφορίες αφορούν περιουσιακά αντικείμενα τα οποία κατέχει ή διοικεί η εταιρία για λογαριασμό τρίτων.
Το αξιόποινο αίρεται στην περίπτωση που τα ψευδή στοιχεία ή η παράλειψη ανακοινώσεως στοιχείων δεν παραποιούν σε σημαντικό βαθμό την εικόνα της περιουσιακής καταστάσεως, της οικονομικής θέσεως, του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων, στην οποία ανήκει η εταιρία αυτή.
Σε κάθε περίπτωση το αξιόποινο αίρεται, όταν τα ψευδή στοιχεία ή η παράλειψη ανακοινώσεως στοιχείων δεν μεταβάλλει σε ποσοστό άνω του 5 % τα προ φόρου οικονομικά αποτελέσματα της οικονομικής χρήσεως ή άνω του 1 % το ύψος της καθαρής περιουσίας.
Εν πάση περιπτώσει, η πράξη μένει ατιμώρητη, εφόσον αποτελεί προϊόν εκτιμήσεων οι οποίες, κατ’ ιδίαν θεωρούμενες, δεν αποκλίνουν άνω του 10 % από την ορθή εκτίμηση.
Άρθρο 2622 (Ψευδή στοιχεία περί της εταιρίας επί ζημία των εταίρων και των πιστωτών)
Διοικητές, γενικοί διευθυντές, μέλη του εποπτικού συμβουλίου και εκκαθαριστές, οι οποίοι με σκοπό να εξαπατήσουν τους εταίρους ή το κοινό και να αποκομίσουν οι ίδιοι ή άλλοι παράνομο περιουσιακό όφελος διαδίδουν μέσω των ετήσιων λογαριασμών, των εκθέσεων ή των λοιπών νομοθετικώς προβλεπόμενων ανακοινώσεων της εταιρίας που απευθύνονται προς τους εταίρους ή προς το κοινό, ψευδή γεγονότα, έστω και αν αυτά αποτελούν προϊόν εκτιμήσεων, ή παραλείπουν να ανακοινώσουν πληροφορίες, των οποίων η ανακοίνωση επιβάλλεται εκ του νόμου, σχετικά με την περιουσιακή κατάσταση, την οικονομική θέση, το ενεργητικό και το παθητικό της εταιρίας ή του ομίλου εταιριών, στην οποία η εταιρία αυτή ανήκει, κατά τρόπο πρόσφορο να δημιουργήσει στους αποδέκτες των πληροφοριών αυτών εσφαλμένες εντυπώσεις σχετικά με την εν λόγω κατάσταση, και με τον τρόπο αυτόν προκαλούν περιουσιακή ζημία στους εταίρους ή στους πιστωτές, τιμωρούνται, κατόπιν εγκλήσεως του παθόντος, με στερητική της ελευθερίας ποινή από έξι μήνες έως τρία έτη.
Επίσης, κατόπιν υποβολής εγκλήσεως, ασκείται ποινική δίωξη στην περίπτωση που η πράξη πληροί το πραγματικό ενός άλλου, έστω και αυστηρότερου ποινικού κανόνα δικαίου, επί ζημία της περιουσίας άλλων προσώπων πέραν των εταίρων και των πιστωτών, εκτός και αν η πράξη αυτή ζημιώνει το κράτος, άλλους δημόσιους οργανισμούς ή τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
Στην περίπτωση εταιριών, για τις οποίες ισχύουν οι διατάξεις του τμήματος IV, τίτλος III, κεφάλαιο II του Decreto legislativo 58 της 24ης Φεβρουαρίου 1998, προβλέπεται ποινή φυλακίσεως από ένα έως τέσσερα έτη για τις πράξεις που περιγράφει η παράγραφος 1, το δε έγκλημα διώκεται αυτεπαγγέλτως.
Το αξιόποινο των πράξεων που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 3 καλύπτει επίσης την περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες αφορούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία η εταιρία κατέχει ή διοικεί για λογαριασμό τρίτων.
Το αξιόποινο των πράξεων που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 3 αίρεται, στην περίπτωση που τα ψευδή στοιχεία ή η παράλειψη ανακοινώσεως των στοιχείων αυτών δεν αλλοιώνουν σημαντικά την εικόνα της περιουσιακής καταστάσεως, της οικονομικής θέσεως, του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων στην οποία η εταιρία αυτή ανήκει. Το αξιόποινο αίρεται σε κάθε περίπτωση, εφόσον τα ψευδή στοιχεία ή η παράλειψη ανακοινώσεως στοιχείων έχουν ως αποτέλεσμα μεταβολή των οικονομικών αποτελεσμάτων του οικονομικού έτους, πριν από τη φορολόγηση, που δεν υπερβαίνει το 5 % ή μεταβολή της καθαρής περιουσίας που δεν υπερβαίνει το 1 %.
Σε κάθε περίπτωση η πράξη δεν τιμωρείται, εφόσον αποτελεί το προϊόν εκτιμήσεων οι οποίες, κατ’ ιδίαν θεωρούμενες, δεν αποκλίνουν πέραν του 10 % της ορθής εκτιμήσεως.»
21. Το νυν ισχύον άρθρο 2621 μπορεί να θεωρηθεί ως επικουρικώς εφαρμοζόμενη διάταξη σε σχέση με το νυν ισχύον άρθρο 2622 του Codice Civile (13). Λόγω του μικρότερου ύψους της ποινής σε σχέση με την προϊσχύσασα νομοθεσία, το προβλεπόμενο στο νυν ισχύον άρθρο 2621 έγκλημα αποτελεί πλέον πταίσμα (contravvenzione), ο δε αντίστοιχα μικρότερος χρόνος παραγραφής γι’ αυτήν την αξιόποινη πράξη είναι πλέον τρία έτη· σε περίπτωση διακοπής αυτού του χρόνου παραγραφής η αξιόποινη πράξη παραγράφεται το αργότερο μετά από συνολικώς τέσσερα έτη και έξι μήνες.
22. Όσον αφορά τη νεοεισαχθείσα με το ισχύον άρθρο 2622, παράγραφος 1, του Codice Civile προϋπόθεση της ασκήσεως εγκλήσεως, το άρθρο 5 του Decreto legislativo 61/02 προβλέπει μία μεταβατική ρύθμιση. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, η προθεσμία για την υποβολή εγκλήσεως για αξιόποινες πράξεις που διεπράχθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Decreto legislativo 61/02 αρχίζει από της ενάρξεως ισχύος του.
23. Το άρθρο 2630 του Codice Civile, όπως τροποποιήθηκε με το Decreto legislativo 61/02 (στο εξής: ισχύον άρθρο 2630 του Codice Civile) προβλέπει την επιβολή χρηματικού προστίμου ύψους από 206 ευρώ έως 2 065 ευρώ για την μη εμπρόθεσμη υποβολή ανακοινώσεων εταιρικών στοιχείων που προβλέπει ο νόμος. Το χρηματικό πρόστιμο αυξάνεται κατά 1/3 στην περίπτωση που δεν υποβάλλονται οι ισολογισμοί.
24. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη και η νέα διάταξη περί επιβολής προστίμου σε εταιρίες, η οποία επίσης εισήχθη με το Decreto legislativo 61/02. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν περιελήφθη στον Codice Civile, αλλά προσετέθη ως άρθρο 25ter στο Decreto legislativo 231 της 8ης Ιουνίου 2001 (14) (στο εξής: Decreto legislativo 231/01) και ρυθμίζει τη «διοικητική ευθύνη των εταιριών» (15) ως εξής:
«1. Για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπει ο Codice Civile σε σχέση με τις εταιρίες, στην περίπτωση που αυτές οι αξιόποινες πράξεις διεπράχθησαν προς όφελος της εταιρίας από διοικητές, γενικούς διευθυντές ή εκκαθαριστές ή από πρόσωπα τελούντα υπό την εποπτεία τους, εφόσον η πράξη δεν θα είχε διαπραχθεί αν τα πρόσωπα αυτά είχαν εποπτεύσει κατά τρόπο σύμφωνο με τις απορρέουσες από τη θέση τους υποχρεώσεις, επιβάλλονται τα ακόλουθα πρόστιμα:
α) για το πταίσμα της ανακοινώσεως ψευδών στοιχείων σχετικά με την εταιρία το άρθρο 2621 του Codice Civile προβλέπει πρόστιμο ύψους εκατό έως εκατόν πενήντα μονάδων,
β) για το πλημμέλημα της ανακοινώσεως ψευδών στοιχείων σχετικά με την εταιρία επί ζημία των εταίρων ή των πιστωτών το άρθρο 2622, παράγραφος 1, του Codice Civile προβλέπει πρόστιμο ύψους εκατόν πενήντα έως τριακοσίων μονάδων,
γ) για το πλημμέλημα της ανακοινώσεως ψευδών στοιχείων σχετικά με την εταιρία επί ζημία των εταίρων ή των πιστωτών το άρθρο 2622, παράγραφος 3, του Codice Civile προβλέπει χρηματική ποινή ύψους διακοσίων έως τετρακοσίων μονάδων·
[…]
3. Σε περίπτωση που ο οργανισμός αποκομίσει, συνεπεία της διαπράξεως των αξιόποινων πράξεων που προβλέπει η παράγραφος 1, σημαντικό περιουσιακό όφελος, το πρόστιμο αυξάνεται κατά ένα τρίτον.»
3. Γενικές ποινικές διατάξεις
25. Η αρχή ότι δεν επιβάλλεται ποινή άνευ νόμου κατοχυρώνεται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, του ιταλικού συντάγματος και στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του Codice Penale (16).
26. Στην περίπτωση που ο εφαρμοστέος κατά την τέλεση της πράξεως ποινικός νόμος διαφέρει από μεταγενέστερο ποινικό νόμο, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του Codice Penale προβλέπει ότι εφαρμόζεται πάντοτε ο νόμος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εκτός και αν έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
27. Όσον αφορά τις διατάξεις περί παραγραφής για την άσκηση ποινικής διώξεως, το ιταλικό δίκαιο προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής: δυνάμει του άρθρου 157 του Codice Penale η αξιόποινη πράξη παραγράφεται, μεταξύ άλλων, μετά:
– δέκα έτη, αν πρόκειται για πλημμέλημα για το οποίο ο νόμος προβλέπει στερητική της ελευθερίας ποινή όχι μικρότερη των πέντε ετών [delitto],
– πέντε έτη, αν πρόκειται για πλημμέλημα για το οποίο ο νόμος προβλέπει στερητική της ελευθερίας ποινή μικρότερη των πέντε ετών ή την επιβολή χρηματικής ποινής [delitto],
– τρία έτη, αν πρόκειται για πλημμέλημα για το οποίο ο νόμος προβλέπει στερητική της ελευθερίας ποινή [contravvenzione].
Το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Codice Penale προβλέπει ότι ο χρόνος παραγραφής, σε περίπτωση διακοπής της, άρχεται εκ νέου από της ημερομηνίας της διακοπής. Εάν υπάρχουν πλείονες πράξεις που επιφέρουν διακοπή του χρόνου παραγραφής, στην περίπτωση αυτή ο χρόνος παραγραφής άρχεται από της τελευταίας των πράξεων αυτών· εντούτοις, εν ουδεμία περιπτώσει επιτρέπεται να παρατείνονται πέραν του ημίσεος οι χρόνοι παραγραφής που ορίζει το άρθρο 157.
III – Πραγματικά περιστατικά, οι κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα
Γενική επισκόπηση
28. Στους κατηγορουμένους των τριών κυρίων δικών προσάπτεται η κατηγορία της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων, όλες δε οι πράξεις διαπράχθηκαν και οι συναφείς ποινικές διαδικασίες κινήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Decreto legislativo 61/02, ήτοι καθ’ ον χρόνον εξακολουθούσε να ισχύει στην Ιταλία το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile.
29. Και στις τρεις περιπτώσεις το Decreto legislativo 61/02 ετέθη σε ισχύ μεσούσης της ποινικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι επικαλούνται πλέον τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile, πράγμα το οποίο θα είχε ως συνέπεια την απαλλαγή τους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν τα αιτούντα δικαστήρια.
30. Τα αιτούντα δικαστήρια τονίζουν ουσιαστικά τα ακόλουθα σημεία της νέας νομοθεσίας:
31. Τόσο με το νέο άρθρο 2621 όσο και με το νέο άρθρο 2622 του Codice Civile μειώνεται σημαντικά το ύψος της ποινής για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων σε σχέση με την προϊσχύσασα νομοθεσία. Π.χ., το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile, σημειώνει το Tribunale di Milano στην υπόθεση C-403/02, «τιμωρεί αξιόποινες πράξεις με γελοίες ποινές από απόψεως ύψους», οι δε απειλούμενες ποινές «περιλαμβάνουν σχεδόν πάντοτε στέρηση της ελευθερίας μικρότερη των δύο ετών ούτως ώστε να είναι δυνατή η υφ’ όρον αναστολή της».
32. Από τη σύγκριση μεταξύ των νέων άρθρων 2621 και 2622 του Codice Civile προκύπτει ότι η νέα νομοθετική ρύθμιση διαφοροποιεί τις έννομες συνέπειες ανάλογα με το αν η ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων ζημίωσε ή όχι τους εταίρους ή τους πιστωτές. Μόνον εφόσον επήλθε μία τέτοιου είδους ζημία, εξακολουθεί η πράξη να θεωρείται ως πλημμέλημα (νέο άρθρο 2622 του Codice Civile), ειδάλλως θεωρείται απλώς ως πταίσμα (νέο άρθρο 2621 του Codice Civile).
33. Ο χαρακτηρισμός μίας πράξεως ως πλημμέλημα [delitto] ή πταίσμα [contravvenzione] έχει σημασία όχι μόνο λόγω του διαφορετικού ύψους της ποινής, αλλά και διότι έχει σημαντικές πρακτικές συνέπειες. Έτσι, εγκλήματα των οποίων η υπόσταση εξαρτάται από την υπόσταση άλλου εγκλήματος, όπως είναι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή η αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, προϋποθέτουν πλημμέλημα ως κύριο έγκλημα, ενώ δεν στοιχειοθετούνται όταν συναρτώνται με πταίσματα όπως αυτά που προβλέπει το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile.
34. Κατά τα λοιπά, το νέο πραγματικό των δύο αξιόποινων πράξεων, πέραν του σκοπού της παραπλανήσεως, προϋποθέτει ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος την ύπαρξη προθέσεως αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους.
35. Σύμφωνα τόσο με το νέο άρθρο 2621 όσο και με το νέο άρθρο 2622 του Codice Civile, το αξιόποινο αίρεται στην περίπτωση που η πράξη δεν αλλοίωσε σε σημαντικό βαθμό την εικόνα των κερδών και των ζημιών καθώς και την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων. Τούτο απορρέει από τα όρια ανοχής που προβλέπουν τόσο οι παράγραφοι 3 και 4 του νέου άρθρου 2621 όσο και οι παράγραφοι 5 και 6 του νέου άρθρου 2622 του Codice Civile.
36. Ο χρόνος παραγραφής για την άσκηση ποινικής διώξεως είναι κατά το νέο άρθρο 2621 σημαντικά συντομότερος από αυτόν που προέβλεπε η προϊσχύσασα νομοθεσία. Δεδομένου ότι αυτός ο χρόνος παραγραφής άρχεται ήδη από της τελέσεως της πράξεως, οι –συχνά δαπανηρές και μακροχρόνιες– έρευνες και η δικαστική διαδικασία, η οποία κατά κανόνα περιλαμβάνει τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν μπορούν κατά κανόνα να ολοκληρωθούν πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.
37. Κατά το νέο άρθρο 2622 του Codice Civile, η ποινική δίωξη προϋποθέτει την υποβολή εγκλήσεως από τον παθόντα εκτός αν πρόκειται για εισηγμένη στο χρηματιστήριο επιχείρηση ή αν η πράξη ζημίωσε το δημόσιο, άλλους δημόσιους οργανισμούς ή τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (17).
38. Οι αρμόδιες στο πλαίσιο των κύριων δικών εισαγγελίες θεωρούν ότι η επί του παρόντος ισχύουσα νομοθεσία είναι, λόγω των ανωτέρω περιγραφεισών ιδιαιτεροτήτων της, αντισυνταγματική και αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Υπόθεση C-387/02, Silvio Berlusconi
39. Στον κατηγορούμενο Silvio Berlusconi προσάπτεται η κατηγορία ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 1986 έως το 1989 ως πρόεδρος και κύριος μέτοχος της Fininvest SpA και άλλων επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου προέβη στη δημοσίευση ψευδών εταιρικών στοιχείων. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι πράξεις που στοιχειοθετούν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη αποσκοπούσαν στην απόκρυψη ορισμένων χρηματοοικονομικών συναλλαγών και στη δημιουργία αποθεμάτων (18) πέραν των όσων αναγράφονταν στα λογιστικά βιβλία της επιχειρήσεως, τα οποία στη συνέχεια θα χρησιμοποιούνταν για μυστικούς και παράνομους σκοπούς. Η ποινική δίωξη κατά των πράξεων ασκήθηκε βάσει του παλαιού άρθρου 2621 του Codice Civile (19).
40. Μετά την έναρξη ισχύος του Decreto legislativo 61/02 τυγχάνει πλέον εφαρμογής μόνον το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή η αξιόποινη πράξη έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή. Η παραγραφή έχει μάλιστα επέλθει πολύ πριν από την άσκηση της ποινικής διώξεως. Δεν μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής του νέου άρθρου 2622 του Codice Civile, δεδομένου ότι δεν έχει υποβληθεί νομίμως έγκληση ούτε οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ήσαν εισηγμένες στο χρηματιστήριο κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξης και, ως εκ τούτου, αποκλείεται επίσης η αυτεπάγγελτη άσκηση ποινικής διώξεως.
41. Με διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 2002, το Tribunale di Milano, ενώπιον του πρώτου ποινικού τμήματος του οποίου εκκρεμεί ποινική δίκη κατά των S. Berlusconi και ορισμένων άλλων προσώπων, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τρία ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ως εξής (20):
1) Μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες , αφορά όχι μόνον την περίπτωση παραλείψεως της δημοσιεύσεως του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσεως, αλλά και την περίπτωση της δημοσιεύσεως των πράξεων αυτών με περιεχόμενο που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, δεδομένου ότι είναι προφανές ότι, στην περίπτωση αυτή, βλάπτονται ακόμη περισσότερο τα συμφέροντα των εταίρων και των τρίτων; Μπορεί συναφώς να γίνει επίσης δεκτό ότι η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία ενός κατώτατου επιπέδου κοινοτικής προστασίας και ότι αναθέτει στα κράτη μέλη την εξεύρεση και εφαρμογή μέτρων προστασίας για την περίπτωση υποβολής ισολογισμών ή ανακοινώσεων σχετικών με εταιρίες που περιέχουν ψευδή στοιχεία;
2) Αφορούν τα κριτήρια της αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και αποτρεπτικότητας, στα οποία πρέπει να ανταποκρίνονται, για να είναι «κατάλληλες», υπό την έννοια της οδηγίας 68/151 του Συμβουλίου, οι κυρώσεις που οφείλουν να προβλέψουν τα κράτη μέλη κατά την οδηγία αυτή, τη φύση ή το είδος της κυρώσεως εν απολύτω ή τη συγκεκριμένη εφαρμογή της λαμβανομένων υπόψη των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της έννομης τάξης εντός της οποίας προβλέπεται η κύρωση αυτή;
3) Πρέπει οι αρχές οι οποίες περιέχονται στις οδηγίες 78/660, 83/349, και 90/605 και από τις οποίες πρέπει να διαπνέονται οι εθνικές διατάξεις που καθορίζουν τα κριτήρια καταρτίσεως και το περιεχόμενο των ετήσιων λογαριασμών και εκθέσεων διαχειρίσεως, όσον αφορά ιδίως τις κεφαλαιουχικές εταιρίες, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν τον εκ μέρους των κρατών μελών καθορισμό ορίων, των οποίων η μη υπέρβαση έχει ως αποτέλεσμα να μην επιβάλλεται καμία ποινή για τη μη πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας στους ετήσιους λογαριασμούς και στις εκθέσεις περί διαχειρίσεως των ανώνυμων εταιριών, των ετερόρρυθμων εταιριών κατά μετοχές και των εταιριών περιορισμένης ευθύνης;
Υπόθεση C-391/02, Sergio Adelchi
42. Ο κατηγορούμενος Sergio Adelchi καταδικάστηκε στις 9 Ιανουαρίου 2001 πρωτοδίκως από το Tribunale di Lecce, βάσει του παλαιού άρθρου 2621 του Codice Civile, για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων κατά τα έτη 1992 και 1993 που αφορούσαν τις εταιρίες La Nuova Adelchi Srl και Calzaturificio Adelchi Srl. Ο S. Adelchi ήταν ο μόνος διαχειριστής των εταιριών αυτών. Οι ισολογισμοί των εταιριών αυτών ήσαν, όπως προκύπτει από αδιαμφισβήτητα στοιχεία, ψευδείς διότι συνετάχθησαν ψευδείς λογαριασμοί και δηλώθηκαν εικονικές εισαγωγές και εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μέσω των τελωνείων της Κοινότητας· οι πράξεις αυτές αλλοίωσαν το ύψος των δαπανών και του κύκλου εργασιών αυτών των δύο εταιριών.
43. Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου ο κατηγορούμενος S. Adelchi άσκησε έφεση ενώπιον του Corte di Appello di Lecce. Μετά την έναρξη ισχύος του Decreto legislativo 61/02 εφαρμόζεται πλέον σε κάθε περίπτωση το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile. Συναφώς, ο κατηγορούμενος S. Adelchi επικαλείται την παραγραφή του αδικήματος και υποστηρίζει επίσης ότι η περιουσιακή κατάσταση, η οικονομική θέση, το ενεργητικό και το παθητικό των εταιριών των οποίων είναι διαχειριστής δεν αλλοιώθηκαν σε σημαντικό βαθμό (21). Επίσης, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του νέου άρθρου 2622 του Codice Civile εκ του λόγου ότι δεν υποβλήθηκε νομίμως έγκληση και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις δεν είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο και, ως εκ τούτου, αποκλείεται επίσης η αυτεπάγγελτη άσκηση ποινικής διώξεως.
44. Με διάταξη της 7ης Οκτωβρίου 2002, το ποινικό τμήμα του Corte di Appello di Lecce, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1) Όσoν αφoρά την υπoχρέωση των κρατών μελών να πρoβλέψoυν “κατάλληλες κυρώσεις” για τις παραβάσεις πoυ πρoβλέπoυν η [oδηγία 68/151 και η οδηγία 78/660], πρέπει oι oδηγίες αυτές, και ειδικότερα τo άρθρo 44, παράγραφoς 2, στoιχείo ζ΄, της Συνθήκης […], το άρθρo 2, παράγραφoς 1, στoιχείo στ΄, και τo άρθρo 6 της oδηγίας 68/151, καθώς και τo άρθρo 2, παράγραφoι 2, 3 και 4, της oδηγίας 78/660, όπως συμπληρώθηκε από τις oδηγίες 83/349 και 90/605, να ερμηνευθoύν […] υπό την έννoια ότι oι διατάξεις αυτές απαγoρεύoυν τη θέσπιση ή διατήρηση σε ισχύ νόμoυ κράτoυς μέλoυς o oπoίoς, τρoπoπoιώντας την ισχύoυσα ήδη ρύθμιση περί των κυρώσεων πoυ επιβάλλoνται για αξιόποινες πράξεις των εταιριών, πρoβλέπει, όσoν αφoρά τη μη τήρηση των υπoχρεώσεων πoυ επιβάλλoνται πρoς πρoστασία της αρχής περί δημoσιότητας και πιστής απεικoνίσεως της καταστάσεως των εταιριών, ένα σύστημα κυρώσεων πoυ δεν διαπνέεται πράγματι από κριτήρια απoτελεσματικότητας, αναλoγικότητας και απoτρεπτικότητας των κυρώσεων πoυ πρoβλέπoνται για τη διασφάλιση της πρoστασίας αυτής;
2) Πρέπει oι ανωτέρω oδηγίες, και ειδικότερα τα άρθρα 44, παράγραφoς 2, στoιχείo ζ΄, της Συνθήκης […], 2, παράγραφoς 1, στoιχείo στ΄, και 6 της oδηγίας 68/151, καθώς και τo άρθρo 2, παράγραφoι 2, 3 και 4, της oδηγίας 78/660, όπως συμπληρώθηκε από τις oδηγίες 83/349 και 90/605, να ερμηνευθoύν […] υπό την έννoια ότι oι διατάξεις αυτές απαγoρεύoυν τη θέσπιση ή διατήρηση σε ισχύ νόμoυ κράτoυς μέλoυς πoυ απoκλείει την επιβoλή πoινής για τη μη τήρηση των υπoχρεώσεων περί δημoσιότητας και πιστής απεικoνίσεως oρισμένων πράξεων των εταιριών (μεταξύ των oπoίων o ισoλoγισμός και o λoγαριασμός απoτελεσμάτων χρήσεως), εφόσoν η ψευδής ανακoίνωση της εταιρίας ή η παράλειψη ανακoινώσεως έχει ως απoτέλεσμα την αλλoίωση των oικoνoμικών απoτελεσμάτων χρήσεως ή την αλλoίωση της καθαρής περιoυσιακής καταστάσεως της εταιρίας σε πoσoστό πoυ δεν υπερβαίνει oρισμένo ανώτατo όριo;
3) Πρέπει oι ανωτέρω oδηγίες, και ειδικότερα τα άρθρα 44, παράγραφoς 3, στoιχείo ζ΄, της Συνθήκης […], 2, παράγραφoς 1, στoιχείo στ΄, και 6 της oδηγίας 68/151, καθώς και τo άρθρo 2, παράγραφoι 2, 3 και 4, της oδηγίας 78/660, όπως συμπληρώθηκε από τις oδηγίες 83/349 και 90/605, να ερμηνευθoύν […] υπό την έννoια ότι oι διατάξεις αυτές απαγoρεύoυν τη θέσπιση ή διατήρηση σε ισχύ νόμoυ κράτoυς μέλoυς πoυ απoκλείει την επιβoλή πoινής για τη μη τήρηση των υπoχρεώσεων των εταιριών περί δημoσιότητας και πιστής απεικoνίσεως της καταστάσεώς τoυς, εφόσoν παρέχoνται στoιχεία τα oπoία, έστω και αν απoβλέπoυν στην εξαπάτηση των εταίρων ή τoυ κoινoύ με σκoπό την απoκόμιση παράνoμoυ κέρδoυς, απoτελoύν συνέπεια εκτιμήσεων oι oπoίες, αν εξετασθoύν κατ’ ιδίαν, διαφέρoυν από τις oρθές εκτιμήσεις σε πoσoστό πoυ δεν υπερβαίνει oρισμένo ανώτατo όριo;
4) Πρέπει, ανεξάρτητα από κλιμακoύμενα ή ανώτατα όρια, oι ανωτέρω oδηγίες, και ειδικότερα τα άρθρα 44, παράγραφoς 2, στoιχείo ζ΄, της Συνθήκης […], 2, παράγραφoς 1, στoιχείo στ΄, και 6 της oδηγίας 68/151, καθώς και τo άρθρo 2, παράγραφoι 2, 3 και 4, της oδηγίας 78/660, όπως συμπληρώθηκε από τις oδηγίες 83/349 και 90/605, να ερμηνευθoύν […] υπό την έννoια ότι oι διατάξεις αυτές απαγoρεύoυν τη θέσπιση ή διατήρηση σε ισχύ νόμoυ κράτoυς μέλoυς πoυ απoκλείει την επιβoλή πoινής για τη μη τήρηση των υπoχρεώσεων των εταιριών περί δημoσιότητας και πιστής απεικoνίσεως της καταστάσεώς τoυς, εφόσoν τα ψευδή στoιχεία ή oι δόλιες παραλείψεις και, εν πάση περιπτώσει, oι ανακoινώσεις και oι πληρoφoρίες πoυ δεν απεικoνίζoυν πιστά τη χρηματooικoνoμική ή περιoυσιακή κατάσταση ή τα απoτελέσματα χρήσεως της εταιρίας δεν αλλoιώνoυν “αισθητά” τη χρηματooικoνoμική ή την περιoυσιακή κατάσταση τoυ oμίλoυ (έστω και αν η διασαφήνιση της έννoιας “αισθητή αλλoίωση” εναπόκειται στoν εθνικό νoμoθέτη);
5) Πρέπει oι ανωτέρω oδηγίες, και ειδικότερα τα άρθρα 44, παράγραφoς 2, στoιχείo ζ΄, της Συνθήκης […], 2, παράγραφoς 1, στoιχείo στ΄, και 6 της oδηγίας 68/151, καθώς και τo άρθρo 2, παράγραφoι 2, 3 και 4, της oδηγίας 78/660, όπως συμπληρώθηκε από τις oδηγίες 83/349 και 90/605, να ερμηνευθoύν υπό την έννoια ότι oι διατάξεις αυτές απαγoρεύoυν τη θέσπιση ή διατήρηση σε ισχύ νόμoυ κράτoυς μέλoυς πoυ, σε περίπτωση μη τηρήσεως των υπoχρεώσεων των εταιριών περί δημoσιότητας και πιστής απεικoνίσεως της καταστάσεώς τoυς, oι oπoίες επιβάλλoνται πρoς διασφάλιση της πρoστασίας των “συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων”, πρoβλέπει ότι μόνoν oι εταίρoι και oι δανειστές έχoυν τo δικαίωμα να ζητήσoυν την επιβoλή της κυρώσεως, απoκλείoντας έτσι τη δυνατότητα γενικευμένης και oυσιαστικής πρoστασίας των τρίτων;
6) Πρέπει oι ανωτέρω oδηγίες, και ειδικότερα τα άρθρα 44, παράγραφoς 2, στoιχείo ζ΄, της Συνθήκης […], 2, παράγραφoς 1, στoιχείo στ΄, και 6 της oδηγίας 68/151, καθώς και τo άρθρo 2, παράγραφoι 2, 3 και 4, της oδηγίας 78/660, όπως συμπληρώθηκε από τις oδηγίες 83/349 και 90/605, να ερμηνευθoύν […] υπό την έννoια ότι oι διατάξεις αυτές απαγoρεύoυν τη θέσπιση ή διατήρηση σε ισχύ νόμoυ κράτoυς μέλoυς πoυ, σε περίπτωση μη τηρήσεως των υπoχρεώσεων των εταιριών περί δημoσιότητας και πιστής απεικoνίσεως της καταστάσεώς τoυς, oι oπoίες επιβάλλoνται πρoς διασφάλιση της πρoστασίας των “συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων”, περιλαμβάνει ένα μηχανισμό διώξεως των παραβάσεων και ένα σύστημα επιβoλής πoινών πoυ πρoβαίνoυν σε πληθώρα διακρίσεων, πρoβλέπoντας την άσκηση διώξεως κατόπιν εγκλήσεως και την επιβoλή βαρύτερων και δραστικότερων πoινών μόνo στην περίπτωση παραβάσεων πoυ πρoξενoύν ζημία στoυς εταίρoυς ή στoυς δανειστές;
Υπόθεση C-403/02, Marcello Dell’Utri κ.λπ.
45. Οι Marcello Dell’Utri, Romano Luzi και Romano Comincioli κατηγορούνται μεταξύ άλλων για αλλοίωση των στοιχείων του ισολογισμού μέχρι το 1993 (22). Κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών τα παλαιά άρθρα 2621 και 2640 του Codice Civile προέβλεπαν την επιβολή ποινής. Από της ενάρξεως ισχύος του Decreto legislativo 61/02 οι πράξεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νέου άρθρου 2622 του Codice Civile.
46. Με διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2002, το τέταρτο ποινικό τμήμα του Tribunale di Milano, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1) Έχει τo άρθρo 6 της oδηγίας 68/151/[…] την έννoια ότι υπoχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίζoυν πρόσφoρες πoινές, όχι μόνo για την έλλειψη δημoσιότητας τoυ ισoλoγισμoύ και των λoγαριασμών χρήσεως των εμπoρικών εταιριών, αλλά και για την ψευδή τoυς κατάρτιση, καθώς και για την έκδoση ψευδών ανακoινώσεων της εταιρίας απευθυνoμένων στoυς εταίρoυς και στo κoινό ή την παρoχή oπoιασδήπoτε ψευδoύς πληρoφoρίας επί της oικoνoμικής, περιoυσιακής ή χρηματooικoνoμικής καταστάσεως, την oπoία υπoχρεoύται να παρέχει η εταιρία όσoν αφoρά την ίδια ή τoν όμιλo στoν oπoίo ανήκει.
2) Έχει –υπό τo πρίσμα και τoυ άρθρoυ 5 της Συνθήκης ΕΟΚ– o όρoς “καταλληλότητα” της κυρώσεως την έννoια ότι πρέπει να αξιoλoγείται συγκεκριμένα στo πεδίo της νoμoθετικής ρυθμίσεως (τόσo πoινικής όσo και δικoνoμικής) τoυ κράτoυς μέλoυς, ήτoι ως κυρώσεως “απoτελεσματικής, τελεσφόρας, πράγματι απoτρεπτικής”;
3) Πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές στην περίπτωση του συνδυασμού των διατάξεων των νέων άρθρων 2621 και 2622 του αστικού κώδικα, όπως τρoπoπoιήθηκαν με τo νομοθετικό διάταγμα [61/2002]; Μπoρεί, ειδικότερα, να θεωρηθεί ως “αρκούντως απoτρεπτική” ή ως “συγκεκριμένα πρόσφoρη” η διάταξη πoυ (στo πρoαναφερθέν άρθρo 2621 του αστικού κώδικα) πρoβλέπει –για εγκλήματα καταρτίσεως ψευδoύς ισoλoγισμoύ μη πρoξενoύντα περιoυσιακή ζημία ή πρoξενoύντα μεν ζημία, αλλά μη δυνάμενα, βάσει τoυ άρθρoυ 2622 του αστικού κώδικα, να διωχθoύν άνευ εγκλήσεως– πoινή πλημμελήματoς, φυλακίσεως ενός έτoυς και έξι μηνών; Είναι, τέλoς, πρόσφoρη η πρόβλεψη, για τα εγκλήματα τoυ πρώτoυ εδαφίoυ τoυ άρθρoυ 2622 του αστικού κώδικα (ήτoι διαπραττόμενα στo πλαίσιo εμπoρικών εταιριών μη εισηγμένων στo χρηματιστήριo), ότι διώκoνται μόνoν κατ’ έγκληση (των εταίρων ή πιστωτών), αν συνεκτιμηθεί υπό τo πρίσμα της συγκεκριμένης πρoστασίας τoυ συλλoγικoύ αγαθoύ της “διαφάνειας” της αγoράς των εταιριών, υπό τo πρίσμα της πιθανής επεκτάσεώς της σε κoινoτική διάσταση;
Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
47. Με διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 2003, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε τη συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων C-387/02, C-391/02 και C-403/02 προς διευκόλυνση της προφορικής και της γραπτής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
48. Οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri, η Procura Generale presso la Corte di Appello di Lecce (23), η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτά υπομνήματα. Κατά τη συζήτηση της 13ης Ιουλίου 2004, οι εκπρόσωποι των κατηγορουμένων S. Berlusconi, S. Adelchi και M. Dell’Utri, η Procura della Repubblica presso il Tribunale ordinario di Milano (24), η Procura Generale presso la Corte di Appello di Lecce, η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή προέβησαν σε ορισμένες προφορικές δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
IV – Νομική εκτίμηση
Το παραδεκτό των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
49. Οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση εκφράζουν ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
1. Έκθεση των πραγματικών περιστατικών
50. Κατ’ αρχάς, ο κατηγορούμενος M. Dell’Utri φρονεί ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-403/02 δεν περιλαμβάνει την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτη.
51. Δεν συμμερίζομαι την ανωτέρω επιφύλαξη. Το Tribunale di Milano περιορίστηκε μεν στο να εκθέσει στο Δικαστήριο με άκρως λακωνικό τρόπο ότι οι προσαχθέντες ενώπιόν του κατηγορούμενοι κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για αλλοιώσεις των ισολογισμών μέχρι το 1993, ότι οι πράξεις αυτές αρχικά τιμωρούνταν βάσει των παλαιών άρθρων 2621 και 2640 του Codice Civile και ότι πλέον οι πράξεις αυτές εμπίπτουν στο νέο άρθρο 2622 του Codice Civile. Τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή προκειμένου το Δικαστήριο να κατανοήσει τα υποβληθέντα σε αυτό προδικαστικά ερωτήματα.
52. Ως γνωστόν, δεν απόκειται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως να προβεί στην ad hoc ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού ιταλικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας σχετικά με το αν ο κατηγορούμενος διέπραξε ή όχι την αξιόποινη πράξη της αλλοιώσεως του ισολογισμού. Ως εκ τούτου, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για το Δικαστήριο να γνωρίζει λεπτομερώς ποιες πράξεις προσάπτονται στον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, αρκεί να εκτίθεται ότι ορισμένες –μη αναλυτικότερα περιγραφόμενες– πράξεις στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη της αλλοιώσεως ισολογισμού και ότι εκκρεμεί συναφώς ποινική δίκη.
53. Τα δύο βασικά προβλήματα, με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, ήτοι, αφενός, το αν κατά την έννοια των κρίσιμων εν προκειμένω οδηγιών περί εταιριών (25) η δημοσίευση ψευδών εταιρικών στοιχείων πρέπει να εξομοιωθεί με τη μη δημοσίευσή τους, και, αφετέρου, το πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια των ενδεδειγμένων κυρώσεων για ψευδή εταιρικά στοιχεία, μπορούν να απαντηθούν κατά τρόπο λυσιτελή και βάσει των στοιχείων που με συνοπτικό τρόπο εξέθεσε το εθνικό δικαστήριο.
2. Έκθεση του νομικού πλαισίου
54. Οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri φρονούν επίσης ότι στις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο των υποθέσεων C-387/02 και C-403/02 το εθνικό νομικό πλαίσιο εξετέθη κατά τρόπο συνοπτικό, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές των εθνικών δικαστηρίων παραθέτουν ουσιαστικά μόνον το παλαιό άρθρο 2621, το νέο άρθρο 2621 και το νέο άρθρο 2622 του Codice Civile, δεν παρέχουν όμως μία γενική εικόνα των ιταλικών νομοθετικών διατάξεων που εξεδόθησαν για τη μεταφορά των οδηγιών περί εταιριών στην ιταλική έννομη τάξη και οι οποίες εφαρμόζονται στην περίπτωση της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων.
55. Δεν συμμερίζομαι ούτε την επιφύλαξη αυτή. Η επαρκής έκθεση του νομικού πλαισίου πρέπει, αφενός, να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ερμηνεύσει το κοινοτικό δίκαιο κατά τρόπο λυσιτελή για το εθνικό δικαστήριο και, αφετέρου, στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς μετέχοντες στη διαδικασία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (26). Βάσει του σκοπού αυτού πρέπει να ερευνηθεί αν τα στοιχεία που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής είναι επαρκή ή όχι.
56. Στις δύο αιτήσεις περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εκτίθενται τα ουσιώδη στοιχεία της προϊσχύσασας καθώς και της ισχύουσας ιταλικής νομοθεσίας και συγκρίνονται μεταξύ τους. Ειδικότερα, τα αιτούντα δικαστήρια εξέθεσαν επαρκώς το πραγματικό των ποινικών διατάξεων που καλούνται να εφαρμόσουν στις εκκρεμείς ποινικές δίκες. Επομένως, η παρούσα υπόθεση ουδόλως μπορεί να συγκριθεί με τις υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο έκρινε ότι τα προδικαστικά ερωτήματα ήσαν απαράδεκτα λόγω ελλείψεως πολλών στοιχείων σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά ή το νομικό πλαίσιο (27).
57. Είναι μεν αληθές ότι οι διατάξεις περί παραπομπής δεν εκθέτουν αναλυτικά και όλες τις λοιπές διατάξεις οι οποίες εξεδόθησαν στην Ιταλία προς μεταφορά των οδηγιών περί εταιριών στην ιταλική έννομη τάξη. Επίσης, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, δεν γίνεται αναφορά σε τυχόν ακύρωση εταιρικών αποφάσεων (28) ούτε και στο ποια είναι η αστική ευθύνη των διαχειριστών στην περίπτωση αλλοιώσεως των στοιχείων του ισολογισμού. Ωστόσο, η έλλειψη αυτών των συμπληρωματικών στοιχείων ουδόλως καθιστά τις διατάξεις περί παραπομπής δυσνόητες ή ακόμη και άχρηστες. Περαιτέρω στοιχεία, όπως είναι τα ανωτέρω, δεν είναι αναγκαία για την απάντηση των ερωτημάτων της αιτήσεως περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ούτε για τις παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά μπορούν –πράγμα που συνέβη– να προσκομισθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου από μετέχοντα στην εν λόγω διαδικασία ο οποίος τα θεωρεί χρήσιμα.
3. Η σημασία των προδικαστικών ερωτημάτων για την έκβαση της κύριας δίκης
58. Τέλος, οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούν ότι οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτες εκ του λόγου ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι άσχετα με την εκάστοτε κύρια δίκη. Λόγω της αρχής «ουδεμία ποινή άνευ νόμου» (nullum crimen, nulla poena sine lege) και της αρχής της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου ποινικού νόμου είναι ευθύς εξαρχής σαφές ότι οι κατηγορίες που περιλαμβάνει το κατηγορητήριο πρέπει σε κάθε περίπτωση να κριθούν βάσει της νέας νομοθεσίας, ήτοι βάσει των νέων άρθρων 2621 και 2622 του Codice Civile ως αυτά έχουν μετά το Decreto legislativo 61/02. Κατά τους κατηγορουμένους, το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε καμία περίπτωση. Ως προς το ζήτημα αυτό, ούτε η απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ούτε η σκοπούμενη από τα αιτούντα δικαστήρια υποβολή αιτήσεως για τον έλεγχο κανόνων δικαίου ενώπιον του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου (Corte costituzionale) (29) μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση. Επομένως, είναι περιττός ο έλεγχος της συμβατότητας της νέας νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο.
59. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί για τους ακόλουθους λόγους:
60. Τα προδικαστικά ερωτήματα και στις τρεις υποθέσεις είναι συναφή με τις συγκεκριμένες ποινικές δίκες. Η πρόοδος αυτών των ποινικών δικών εξαρτάται κατά τρόπο αποφασιστικό από το αν ορισμένες εθνικές νομοθετικές διατάξεις, όπως είναι αυτές που εισήγαγε ο Ιταλός νομοθέτης με το Decreto legislativo 61/02, αντιβαίνουν στις οδηγίες περί εταιριών ή αν, αντιθέτως, είναι σύμφωνες με αυτές. Τα ερωτήματα αυτά θα ήσαν άνευ σημασίας για την πρόοδο των κύριων δικών μόνο στην περίπτωση που πράγματι εξαρχής ήδη ήταν σαφές ότι οι διατάξεις των νέων άρθρων 2621 και 2622 του Codice Civile σε κάθε περίπτωση πρέπει να εφαρμοστούν ως ηπιότεροι ποινικοί νόμοι, και δη ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθούν αντίθετοι προς το κοινοτικό δίκαιο. Ωστόσο, τα πράγματα δεν έχουν έτσι, τουναντίον: ουδόλως είναι αυτονόητο ότι ο ηπιότερος ποινικός νόμος πρέπει να τύχει αναδρομικής εφαρμογής παρά την αντίθεσή του προς το κοινοτικό δίκαιο. Αντιθέτως, εξίσου δυνατή τουλάχιστον είναι μία λύση σύμφωνα με την οποία οι νέες ποινικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται εφόσον αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο και, αντ’ αυτών, εφαρμόζονται οι προηγούμενες διατάξεις οι οποίες ίσχυαν κατά την τέλεση των πράξεων (30). Το Δικαστήριο δεν έχει ασχοληθεί ακόμη εν εκτάσει με την εν λόγω προβληματική.
61. Επίσης, ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι και η Ιταλική Κυβέρνηση, ουδεμία επιρροή ασκεί το αν οι απαντήσεις του Δικαστηρίου μπορούν ή όχι να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου (Corte costituzionale). Η κρισιμότητα των προδικαστικών ερωτημάτων δεν μπορεί να κρίνεται βάσει ενδεχόμενης μεταγενέστερης διαδικασίας ενώπιον του Corte costituzionale, αλλά αποκλειστικά βάσει των ποινικών δικών που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων κατά τον χρόνο υποβολής των ερωτημάτων. Πράγματι, τα δικαστήρια αυτά υποχρεούνται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου ήδη βάσει της δικής τους δικαιοδοτικής εξουσίας να μην εφαρμόζουν οποιαδήποτε διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο. Ως προς το σημείο αυτό, δεν χρειάζεται η προηγούμενη διεξαγωγή διαδικασίας ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου (31).
62. Ωστόσο, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι τα αιτούντα δικαστήρια υπέβαλαν τα ερωτήματά τους αποκλειστικά ενόψει της προετοιμασίας μεταγενέστερων δικών σχετικά με τον έλεγχο της συνταγματικότητας κανόνων δικαίου ενώπιον του Corte costituzionale, στα τρία αυτά εθνικά δικαστήρια επαφίεται πρωτίστως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτίμηση του λυσιτελούς χαρακτήρα των υποβληθέντων από αυτά προδικαστικών ερωτημάτων. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για την επικείμενη δικαστική απόφαση, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τον λυσιτελή χαρακτήρα των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Αν τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται κατ’ αρχήν να απαντήσει. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος μόνον οσάκις είναι προφανές ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους κοινοτικού κανόνα δικαίου είναι άσχετη με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, οσάκις το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή οσάκις το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (32).
63. Στην παρούσα υπόθεση, ουδόλως είναι προφανές ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι άσχετα με το υποστατό ή το αντικείμενο επικείμενων δικών ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου ή ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν προβλήματα υποθετικής φύσεως. Το Corte costituzionale έκρινε μεν προσφάτως ότι οι αιτήσεις για τον έλεγχο κανόνων δικαίου που υπέβαλαν τρία ιταλικά δικαστήρια σε σχέση με τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile ήσαν απαράδεκτες (33), ωστόσο ανέστειλε ρητώς την ίδια ημέρα άλλη διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας κανόνων δικαίου που αφορούσε ορισμένα στοιχεία του κοινοτικού δικαίου, τα οποία ενδέχεται να ασκούν επιρροή, ιδίως σε συνδυασμό με το άρθρο 117, παράγραφος 1, του ιταλικού συντάγματος (34), μέχρις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας· συναφώς, το Corte costituzionale ανεφέρθη, και δη ρητώς, στις υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02 που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου (35). Επομένως, ούτε βάσει των ανωτέρω, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα είναι αλυσιτελή.
4. Συμπέρασμα
64. Για τους ανωτέρω λόγους φρονώ ότι είναι παραδεκτές οι τρεις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (36).
Β – Εκτίμηση του περιεχομένου των προδικαστικών ερωτημάτων
65. Προς καλύτερη κατανόηση επιβάλλεται να χωριστούν τα διάφορα ερωτήματα των τριών αιτούντων δικαστηρίων σε ομάδες, βάσει του κύριου περιεχομένου τους, και να υπαχθούν σε δύο μεγάλες θεματικές ενότητες: αφενός, στη θεματική ενότητα που αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας και, αφετέρου, στη θεματική ενότητα που αφορά τον ενδεδειγμένο χαρακτήρα των κυρώσεων για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων στους ετήσιους λογαριασμούς.
66. Για τους ενοποιημένους λογαριασμούς τίθενται τα ίδια ερμηνευτικά προβλήματα σε σχέση με το άρθρο 38, παράγραφος 6, της έβδομης οδηγίας· ως προς το σημείο αυτό, ισχύουν κατ’ αναλογίαν οι αναπτύξεις που ακολουθούν.
1. Επί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας
67. Κατ’ αρχάς, άπαντα τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενδεδειγμένων μέτρων μόνο στην περίπτωση που ουδόλως δημοσιεύθηκαν οι ετήσιοι λογαριασμοί (37), ή αν, πέραν της περιπτώσεως αυτής, τούτο ισχύει και στην περίπτωση που δημοσιεύονται ψευδείς, από άποψη περιεχομένου, ετήσιοι λογαριασμοί (38).
68. Σύμφωνα με τη διατύπωσή του, το άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλουν ενδεδειγμένες κυρώσεις σε περίπτωση ελλείψεως δημοσιότητας των ετήσιων λογαριασμών (39).
69. Εν αντιθέσει προς την Επιτροπή και τις δύο γενικές εισαγγελίες, οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri, συντασσόμενοι με την Ιταλική Κυβέρνηση, φρονούν ότι λόγω της διατυπώσεως αυτής η υποχρέωση επιβολής των ενδεδειγμένων κυρώσεων αποτελεί έκφραση μιας κατ’ ελάχιστον όριο εναρμονίσεως και δεν εκτείνεται και στη δημοσίευση ψευδών ετήσιων λογαριασμών. Η πρώτη οδηγία προβλέπει απλώς μία «τυπική δημοσιότητα». Το πρώτον με την τέταρτη οδηγία συγκεκριμενοποιείται το περιεχόμενο της δημοσιότητας αυτής, η οποία, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει αυτοτελή διάταξη περί επιβολής κυρώσεων, ανάλογη προς αυτή του άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας.
70. Επί του σημείου αυτού, πρέπει κατ’ αρχάς να διαπιστωθεί ότι η διατύπωση του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας ουδόλως είναι σαφής. Πράγματι, η διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί επίσης υπό την έννοια ότι πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις, πέραν της περιπτώσεως της απλής ελλείψεως οποιασδήποτε δημοσιεύσεως, και στην περίπτωση της ελλείψεως της επιβαλλόμενης δημοσιεύσεως, ήτοι λόγω μη δημοσιεύσεως ενός αληθούς από απόψεως περιεχομένου ετήσιου λογαριασμού κατά την έννοια των άρθρων 2 και 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της πρώτης οδηγίας.
71. Και αν ακόμη γίνει δεκτή η στενή γραμματική ερμηνεία που προτείνουν οι κατηγορούμενοι και η Ιταλική Κυβέρνηση επιβάλλεται να επισημανθούν τα ακόλουθα: Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον η γραμματική διατύπωσή της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (40). Από την εξέταση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση καθώς και από τους σκοπούς της πρώτης οδηγίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
72. Αφενός, η προστασία των συμφερόντων των τρίτων έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής. Ήδη η ίδια η Συνθήκη υπογραμμίζει ρητώς το στοιχείο αυτό με την εξουσιοδότηση που παρέχει στον κοινοτικό νομοθέτη (άρθρο 44, παράγραφος 2, στοιχείο ζ΄, ΕΚ). Περαιτέρω, η σημασία της προστασίας των συμφερόντων των τρίτων τονίζεται ιδιαιτέρως στη δεύτερη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας, όπως επίσης και στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της τέταρτης οδηγίας και στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της έβδομης οδηγίας. Η υποχρέωση δημοσιεύσεως που προβλέπουν οι οδηγίες αυτές αποσκοπεί στο να παρασχεθεί η δυνατότητα στους τρίτους να ενημερωθούν σχετικά με τα αποφασιστικής σημασίας έγγραφα μιας εταιρίας, όπως είναι π.χ. οι ετήσιοι λογαριασμοί της.
73. Αφετέρου, στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της τέταρτης οδηγίας καθώς και στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της διατυπώνεται η θεμελιώδης αρχή κατά την οποία οι ετήσιοι λογαριασμοί πρέπει να αποδίδουν την πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας (41). Η αρχή αυτή έχει σημασία όχι μόνο στο πλαίσιο της τέταρτης οδηγίας, αλλά επίσης κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της πρώτης οδηγίας. Πράγματι, δεδομένου ότι η τέταρτη οδηγία καλύπτει τα κενά της πρώτης όσον αφορά το περιεχόμενο των ετήσιων λογαριασμών (42), αμφότερες δε οι οδηγίες παραπέμπουν για τον σκοπό αυτό ρητώς η μία στην άλλη (43), πρέπει να ερμηνεύονται από κοινού.
74. Επομένως, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας πρέπει να τυγχάνει ιδιαίτερης προσοχής η προστασία των συμφερόντων των τρίτων καθώς και η αρχή της πιστής προς την πραγματικότητα απεικονίσεως του ενεργητικού και παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας. Όχι μόνον οι νυν, αλλά και οι μελλοντικοί συναλλασσόμενοι, ήτοι οι πιθανοί δανειστές και πιστωτές από άλλα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να έχουν ανά πάσα στιγμή μία αξιόπιστη εικόνα της επιχειρήσεως προκειμένου να μπορούν να εκτιμήσουν καλύτερα τους κινδύνους μιας επιχειρηματικής συνεργασίας και της διαθέσεως χρηματοπιστωτικών μέσων. Ως τρίτοι είναι βεβαίως άξιοι μεγαλύτερης προστασίας απ’ ό,τι π.χ. οι κύριοι μέτοχοι, οι οποίοι γνωρίζουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το ενεργητικό και το παθητικό, την οικονομική θέση και τα αποτελέσματα χρήσεως της οικείας επιχειρήσεως και στις αποφάσεις της οποίας συμπράττουν, έχουν πάντως τη δυνατότητα να ενημερωθούν συναφώς (44). Η δυνατότητα όλων των τρίτων να έχουν πρόσβαση στους ετήσιους λογαριασμούς των εταιριών ενισχύει την εμπιστοσύνη των πιθανών συναλλασσομένων και στηρίζει με τον τρόπο αυτόν σε τελευταία ανάλυση τη –διασυνοριακή επίσης– δραστηριότητα στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (45).
75. Ωστόσο, άξιοι ιδιαίτερης προστασίας είναι οι τρίτοι στην περίπτωση που δημοσιεύεται μεν ο ετήσιος λογαριασμός, πλην αυτός παρέχει ψευδή εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας. Πράγματι, ενώ ο τρίτος στην περίπτωση της μη δημοσιεύσεως ετήσιου λογαριασμού είναι ενημερωμένος και δεν δίδει πίστη σε συγκεκριμένο ενεργητικό και παθητικό, σε συγκεκριμένη οικονομική θέση και σε συγκεκριμένα αποτελέσματα χρήσεως της οικείας εταιρίας, είναι για τον ίδιο τρίτο εξαιρετικά δυσχερές, αν όχι τελείως ανέφικτο, άνευ ειδικών γνώσεων σχετικά με την επιχείρηση να εντοπίσει λάθη σε δημοσιευθέντα ετήσιο λογαριασμό. Εκ του λόγου αυτού, η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι οποιοσδήποτε μπορεί να εξετάσει δημοσιευθέντα ετήσιο λογαριασμό ως προς την ορθότητά του δεν είναι πειστική. Αντιθέτως, στην περίπτωση της δημοσιεύσεως ετήσιου λογαριασμού οι τρίτοι εμπιστεύονται κατά κανόνα την ορθότητα των στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτόν. Η εμπιστοσύνη αυτή, και σε τελευταία ανάλυση η εμπιστοσύνη του κοινού καθώς και των αγορών, είναι άξια έτι μείζονος προστασίας (46).
76. Από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας καθώς και από το περιεχόμενο και τον σκοπό της διατάξεως αυτής προκύπτει επομένως ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιβάλουν τις κατάλληλες κυρώσεις όχι μόνο στην περίπτωση της μη δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών, αλλά, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση της δημοσιεύσεως ψευδών, από απόψεως περιεχομένου, ετήσιων λογαριασμών.
77. Κατά της ανωτέρω απόψεως δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι από το γράμμα της τέταρτης οδηγίας δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υπέχουν αυτοτελείς υποχρεώσεις για την επιβολή κυρώσεων (47). Πράγματι, λόγω της προαναφερθείσας ρυθμιστικής συνάφειας μεταξύ της πρώτης και της τέταρτης οδηγίας ουδόλως ασκεί επιρροή το αν η τέταρτη οδηγία περιέχει μία χωριστή, παρεμφερή προς το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας διάταξη. Ακριβώς διότι η τέταρτη οδηγία συμπληρώνει, από απόψεως περιεχομένου, την πρώτη οδηγία και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας παραπέμπει ρητώς στις διατάξεις περί δημοσιεύσεως της πρώτης οδηγίας, δεν ήταν οπωσδήποτε αναγκαία η προσθήκη στην τέταρτη οδηγία μιας αυτοτελούς διατάξεως σχετικά με την επιβολή κυρώσεων. Αντιστρόφως (και κατά λογική ακολουθία) η τέταρτη οδηγία προβλέπει πράγματι, στις περιπτώσεις που δεν παραπέμπει στις διατάξεις περί δημοσιεύσεως της πρώτης οδηγίας (άρθρο 47, παράγραφος 1α, της τέταρτης οδηγίας (48)), την αυτοτελή υποχρέωση των κρατών μελών να επιβάλλουν ενδεδειγμένες κυρώσεις. Όλα τα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να υποχρεώσει με την πρώτη και την τέταρτη οδηγία τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα πλήρες σύστημα κυρώσεων και ότι κατά κανόνα λόγω της παραπομπής στην πρώτη οδηγία θα πρέπει αυτομάτως να εφαρμόζονται και τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 της οδηγίας αυτής μέτρα· απλώς τα κενά, στις περιπτώσεις που δεν γίνεται παραπομπή στην πρώτη οδηγία, καλύπτονται μέσω της προβλέψεως από την τέταρτη οδηγία αυτοτελούς υποχρεώσεως επιβολής κυρώσεων (βλ. το άρθρο της 47, παράγραφος 1α, τελευταίο εδάφιο).
78. Η άποψη του κατηγορουμένου M. Dell’Utri, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιβάλλουν κυρώσεις για τη δημοσίευση ψευδών από απόψεως περιεχομένου ετήσιων λογαριασμών μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις που ρητώς προβλέπει η τέταρτη οδηγία, δεν ευσταθεί κατά την άποψή μου. Δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις της τέταρτης οδηγίας με τις οποίες εισάγονται ορισμένες εξαιρέσεις, ιδίως το άρθρο 47, παράγραφος 1α, αφορούν κυρίως μικρότερες επιχειρήσεις, η ανωτέρω άποψη θα κατάληγε στο άτοπο να επιβάλλονται, στην περίπτωση της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων, αυστηρότερες κυρώσεις στις μικρότερες επιχειρήσεις απ’ ό,τι στις μεγάλες.
79. Ομοίως, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα η απόφαση Rabobank (49) την οποία επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος S. Berlusconi. Η ανωτέρω απόφαση ουδόλως αφορούσε τις διατάξεις περί δημοσιότητας της πρώτης οδηγίας, αλλά την αντιπροσωπευτική εξουσία των οργάνων των κεφαλαιουχικών εταιριών. Από την απόφαση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι όλες οι διατάξεις της πρώτης οδηγίας πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον πιο συσταλτικό και γραμματοπαγή τρόπο. Αντιθέτως, το Δικαστήριο και στην απόφαση Rabobank χρησιμοποιεί τη μέθοδο της συστηματικής ερμηνείας ενσωματώνοντας στις σκέψεις του την πρόταση της Επιτροπής για μία πέμπτη οδηγία στον τομέα του εταιρικού δικαίου (50). Επομένως, από μεθοδολογικής απόψεως, το Δικαστήριο και στην απόφαση Rabobank κινείται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με αυτόν που προτείνω ανωτέρω σε σχέση με τη ρυθμιστική αλληλουχία που υπάρχει μεταξύ της πρώτης και της τέταρτης οδηγίας.
80. Κατά τα λοιπά, τα κράτη μέλη θα υποχρεούνταν, ακόμη κι αν δεν γίνει δεκτή η προτεινόμενη εν προκειμένω ερμηνεία του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας, και δυνάμει της υποχρεώσεώς τους καλόπιστης συνεργασίας με την Κοινότητα, να μεριμνήσουν για τον αποτελεσματικό κολασμό της δημοσιεύσεως ψευδών από απόψεως περιεχόμενου ετήσιων λογαριασμών. Πράγματι, οσάκις κοινοτική ρύθμιση δεν περιέχει ειδική διάταξη προβλέπουσα κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεώς της ή παραπέμπει σχετικώς στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο που να εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (51).
81. Ως εκ τούτου, ισχύουν συνοπτικώς τα ακόλουθα:
Το άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας καθώς και με το άρθρο 10 ΕΚ, επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν ενδεδειγμένες κυρώσεις όχι μόνο στην περίπτωση της παντελούς ελλείψεως δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών, αλλά, προσέτι, και στην περίπτωση που δημοσιεύθηκαν ψευδείς από απόψεως περιεχόμενου ετήσιοι λογαριασμοί. Το ίδιο ισχύει και για την ερμηνεία του άρθρου 38, παράγραφος 6, της έβδομης οδηγίας που εφαρμόζεται επί των ενοποιημένων λογαριασμών.
2. Επί του ενδεδειγμένου χαρακτήρα των κυρώσεων στην περίπτωση της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων
82. Κατά τα λοιπά, τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν κατ’ ουσίαν πώς πρέπει να ερμηνευθεί η έννοια των ενδεδειγμένων κυρώσεων («κατάλληλα μέτρα») στην περίπτωση της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων. Αφενός, ερωτούν εν γένει σχετικά με τα κριτήρια για την εκτίμηση της καταλληλότητας των κυρώσεων (52)· αφετέρου, και ειδικότερα, τίθεται κυρίως το ζήτημα των διατάξεων, όπως είναι το ιταλικό Decreto legislativo 61/02, οι οποίες εισάγουν ένα σύστημα κυρώσεων διαρθρωμένο σε βαθμίδες (53), επηρεάζουν τον χρόνο παραγραφής αξιόποινων πράξεων (54), προβλέπουν την ανάγκη υποβολής εγκλήσεως (55), και θέτουν ορισμένα όρια ανοχής κάτω των οποίων αποκλείεται η ποινική δίωξη λόγω ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων (56).
83. Οι κατηγορούμενοι καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούν ότι οι διατάξεις του Decreto legislativo 61/02 είναι σύμφωνες προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Την αντίθετη άποψη υποστηρίζουν η Επιτροπή και οι δύο εισαγγελίες που μετέχουν στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
84. Το Δικαστήριο δεν μπορεί μεν στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 234 ΕΚ να αποφανθεί το ίδιο σχετικά με το αν ορισμένες διατάξεις του εθνικού δικαίου συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο ή να προβεί στην ερμηνεία εθνικών διατάξεων. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να αποφανθεί π.χ. ούτε σχετικά με το ύψος της ποινής που προβλέπει το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile (57). Ωστόσο, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στα αιτούντα δικαστήρια όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο ώστε να δώσει στα δικαστήρια αυτά τη δυνατότητα να αποφανθούν, στο πλαίσιο των δικών που εκκρεμούν ενώπιόν τους, σχετικά με το αν η εθνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο (58).
Η αρχή της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων
85. Το άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας υποχρεώνει απλώς τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα στην περίπτωση παραβάσεως της ήδη εξετασθείσας υποχρεώσεως δημοσιεύσεως. Ως εκ τούτου, η διάταξη αφήνει, όπως ορίζει το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, την επιλογή του τύπου και των μέσων στις εθνικές αρχές, ήτοι τους παρέχει σημαντική διακριτική εξουσία.
86. Ωστόσο, αυτή η διακριτική εξουσία δεν είναι απεριόριστη. Πράγματι, στην περίπτωση που κανόνας του κοινοτικού δικαίου δεν περιλαμβάνει ειδική διάταξη περί επιβολής κυρώσεων στην περίπτωση της παραβάσεώς του ή παραπέμπει συναφώς στις εθνικές νομοθετικές, διοικητικές και κανονιστικές διατάξεις, τα κράτη μέλη υποχρεούνται εκ του άρθρου 10 ΕΚ, βάσει της προπαρατεθείσας νομολογίας, να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Αν και επαφίεται στα κράτη μέλη να επιλέξουν τις κυρώσεις, ωστόσο πρέπει να μεριμνούν προκειμένου οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου να τιμωρούνται ουσιαστικούς και δικονομικούς κανόνες παρεμφερείς εκείνων που ισχύουν σε παρεμφερείς ως προς το είδος και τη βαρύτητα παραβιάσεις της εθνικής νομοθεσίας, οι δε κυρώσεις πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές (59).
87. Στοιχεία για την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ περιπτώσεων που ρυθμίζονται αμιγώς βάσει της εθνικής νομοθεσίας και περιπτώσεων που ρυθμίζονται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας δεν υφίστανται στην παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου, η ανάλυση που ακολουθεί αφορά αποκλειστικά τα κριτήρια της αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και αποτρεπτικότητας· τα κριτήρια αυτά αποτελούν στην παρούσα υπόθεση το κριτήριο βάσει του οποίου θα εξετασθεί αν οι διατάξεις που εισάγει το Decreto legislativo 61/02 είναι σύμφωνες με το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας. Συναφώς, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία, βάσει των προεκτεθέντων σκοπών της πρώτης και της τέταρτης οδηγίας (60), όχι μόνο στα συμφέροντα των εταίρων και των πιστωτών, αλλά και στην προστασία των συμφερόντων και της εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν λοιποί τρίτοι στην ακριβή απεικόνιση του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και του λογαριασμού αποτελεσμάτων κάθε χρήσεως της εταιρίας. Οι κυρώσεις που προβλέπει η εθνική νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζουν επίσης και κυρίως την προστασία αυτής της εμπιστοσύνης κατά τρόπο αποτελεσματικό, σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικό.
88. Αποτελεσματική είναι μία ρύθμιση περί επιβολής κυρώσεων εφόσον δεν καθιστά πρακτικά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων (και, ως εκ τούτου, την επίτευξη των προβλεπόμενων από το κοινοτικό δίκαιο σκοπών (61)). Τούτο απορρέει από την αρχή της αποτελεσματικότητας (62), η οποία σύμφωνα με τη νομολογία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως άπτονται του κοινοτικού δικαίου, χωρίς ωστόσο –π.χ. όσον αφορά την εφαρμοστέα διαδικασία– να υπάρχει σχετικά ρύθμιση του κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας τους. Συναφώς, η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση που οι ιδιώτες προβάλλουν τα απορρέοντα από το κοινοτικό δίκαιο δικαιώματά τους έναντι κράτους μέλους, αλλά και, αντιστρόφως, στην περίπτωση που κράτος μέλος μεταφέρει, έναντι των ιδιωτών, τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη του (63).
89. Αποτρεπτική είναι η κύρωση που εμποδίζει τους ιδιώτες να παραβούν τους σκοπούς και τις ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου (64). Συναφώς, κρίσιμα δεν είναι μόνον το είδος και το ύψος (65) της κυρώσεως, αλλά και η πιθανότητα πραγματικής επιβολής της: όποιος διαπράττει παράβαση, πρέπει να φοβάται ότι πράγματι θα του επιβληθούν κυρώσεις. Ως προς το σημείο αυτό, το κριτήριο της αποτροπής επικαλύπτει το κριτήριο της αποτελεσματικότητας.
90. Σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας είναι η κύρωση που ενδείκνυται για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτήν νόμιμων σκοπών (ήτοι η κύρωση που είναι ιδίως αποτελεσματική και αποτρεπτική) και, προσέτι, είναι αναγκαία. Εφόσον υπάρχει επιλογή μεταξύ πλειόνων (εξίσου) κατάλληλων κυρώσεων, πρέπει να επιλέγεται η κύρωση που είναι λιγότερο επαχθής. Περαιτέρω, οι συνέπειες της κυρώσεως επί των παραβατών πρέπει να είναι εύλογες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (66).
91. Το αν εθνική νομοθετική ρύθμιση προβλέπει την επιβολή αποτελεσματικών, σύμφωνων προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικών κυρώσεων κατά την προεκτεθείσα έννοια, πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση εφόσον ανακύπτει το ζήτημα αυτό λαμβανόμενων υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στο γενικό ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών (67).
92. Ως εκ τούτου, προκύπτουν συνοπτικώς τα εξής:
Κατάλληλα μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας είναι τα μέτρα τα οποία είναι αποτελεσματικά, σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικά. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη όχι μόνο τα συμφέροντα των εταίρων και των πιστωτών, αλλά και τα συμφέροντα των λοιπών τρίτων καθώς και η προστασία της εμπιστοσύνης τους στην πιστή απεικόνιση του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των λογαριασμών αποτελεσμάτων κάθε χρήσεως της εταιρίας. Το αν εθνική νομοθετική ρύθμιση προβλέπει αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές κυρώσεις, πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση, όπου τίθεται τέτοιο ζήτημα, λαμβανομένων υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στο συνολικό ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς και της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών.
Τα όρια ανοχής
93. Τόσο το νέο άρθρο 2621, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, όσο και το νέο άρθρο 2622, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του Codice Civile αποκλείουν την άσκηση ποινικής διώξεως λόγω ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων στην περίπτωση που η πράξη αυτή δεν παραποίησε κατά τρόπο σημαντικό την εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι δύο αυτές διατάξεις προβλέπουν συγκεκριμένα ποσοστά ορίων ανοχής (βλ. το νέο άρθρο 2621, παράγραφοι 3, δεύτερο εδάφιο, και 4, καθώς και το νέο άρθρο 2622, παράγραφοι 5, δεύτερο εδάφιο, και 6, του Codice Civile). Δεδομένου ότι τα όσα ορίζουν αυτές οι δύο ποινικές διατάξεις είναι ταυτόσημα, επιβάλλεται να προταχθεί η εξέτασή τους.
94. Κατά την εκτίμηση των διατάξεων αυτών πρέπει να ληφθεί ως βάση η κατευθυντήρια αρχή η οποία διέπει την τέταρτη οδηγία. Ειδικότερα, το άρθρο 2, παράγραφος 3, της τέταρτης οδηγίας απαιτεί όπως ο ετήσιος λογαριασμός μιας εταιρίας αποδίδει την πραγματική εικόνα του ενεργητικού και παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας. Η θεμελιώδης αυτή αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των διατάξεων των οδηγιών σχετικά με τον ετήσιο λογαριασμό (68). Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 2 της τέταρτης οδηγίας αποτελούν ένα εύγλωττο παράδειγμα. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση αμφιβολίας, επιβάλλεται η απόκλιση ακόμη και από άλλες διατάξεις της τέταρτης οδηγίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο ετήσιος λογαριασμός παρέχει την πραγματική εικόνα αυτών των εταιρικών στοιχείων (άρθρο 2, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο), ενδέχεται επίσης να υπάρχει ακόμη και η ανάγκη παροχής πρόσθετων πληροφοριών πέραν των όσων προβλέπει η τέταρτη οδηγία (άρθρο 2, παράγραφος 4) (69).
95. Όπως ήδη ελέχθη, σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η προστασία τόσο της εμπιστοσύνης των εταίρων όσο και των τρίτων σχετικά με την αντικειμενική ορθότητα των ετήσιων λογαριασμών.
96. Από τα ανωτέρω προκύπτουν κατ’ αρχήν δύο συμπεράσματα: Στην περίπτωση που εσφαλμένα στοιχεία στον ετήσιο λογαριασμό ή σε ενοποιημένο λογαριασμό μπορούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη στην ορθότητα της απεικονίσεως του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως μιας εταιρίας, τότε βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων μπορεί να μην επιδειχθεί καμία ανοχή· ειδάλλως θα καθίστατο αδύνατη η επίτευξη του επιδιωκόμενου με τις οδηγίες σκοπού. Αντιθέτως, στην περίπτωση που τα εσφαλμένα στοιχεία που αναγράφονται στον ετήσιο λογαριασμό δεν μπορούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη αυτή, τότε οι επαπειλούμενες κυρώσεις μπορούν να είναι λιγότερο αυστηρές ή να μην επιβληθούν καθόλου.
97. Διατάξεις, οι οποίες παρέχουν επαρκές περιθώριο προκειμένου να συνεκτιμηθούν οι περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως, μπορούν, βάσει σύμφωνης προς τις οδηγίες ερμηνείας και εφαρμογής, να πληρούν τα κριτήρια αυτά. Αντιθέτως, οι αμιγώς ποσοτικές συνέπειες μιας ανακρίβειας, στις οποίες αναφέρονται το νέο άρθρο 2621, παράγραφοι 3, δεύτερο εδάφιο, και 4, καθώς και το νέο άρθρο 2622, παράγραφοι 5, δεύτερο εδάφιο, και 6, του Codice Civile, αποτελούν απλώς ένα πρώτο στοιχείο για την εκτίμηση αν η ανακρίβεια αυτή δύναται να κλονίσει την εμπιστοσύνη στην ορθότητα της απεικονίσεως του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως μίας εταιρίας.
98. Τα συμφέροντα των εταίρων και των τρίτων καθώς και η προστασία της εμπιστοσύνης τους στην ορθότητα των ετήσιων λογαριασμών δεν διακυβεύεται μεν κατά κανόνα εφόσον λόγω οποιωνδήποτε ανακριβών στοιχείων το ενεργητικό και το παθητικό, η οικονομική θέση και τα αποτελέσματα χρήσεως της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων δεν αλλοιώνονται σε σημαντικό βαθμό, από αμιγώς αριθμητικής απόψεως, ωστόσο προκειμένου να αποφευχθούν καταχρηστικές πρακτικές και να ενθαρρυνθεί η επίδειξη της μεγαλύτερης δυνατής επιμέλειας κατά τη σύνταξη των ετήσιων λογαριασμών, πρέπει πάντοτε να κρίνεται κατά περίπτωση αν υπάρχει απλώς μία ασήμαντη ως προς τις παρενέργειές της ανακρίβεια ή, αντιθέτως, μία μη ανεκτή αλλοίωση στοιχείων. Πράγματι, εν εναντία περιπτώσει θα ήταν μεγάλος ο κίνδυνος εκτενών και προμελετημένων ανακριβειών στους ετήσιους λογαριασμούς υπό την προκάλυψη των ορίων ανοχής που επιτρέπει ο νομοθέτης. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να κλονίσει έντονα κυρίως την εμπιστοσύνη των τρίτων, και, ως εκ τούτου, την εμπιστοσύνη των συναλλαγών εν γένει στην ορθότητα των ετήσιων λογαριασμών.
99. Ειδικότερα, ουδεμία ανοχή μπορεί να επιδειχθεί στην περίπτωση που, όπως ορίζουν τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile, εκ προθέσεως καθώς και με πρόθεση εξαπατήσεως ή αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους παρατίθενται ψευδή στοιχεία σε ετήσιο λογαριασμό ο οποίος στη συνέχεια δημοσιεύεται, έστω και αν οι συνέπειες της αλλοιώσεως είναι, από αμιγώς ποσοτικής απόψεως, πολύ μικρές. Πράγματι, η αρχή σύμφωνα με την οποία πρέπει να παρέχεται η πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως μιας εταιρίας εξυπηρετεί, όπως ήδη ελέχθη, την προστασία των συμφερόντων των τρίτων και της εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν οι συναλλασσόμενοι στην ορθότητα των ετήσιων λογαριασμών. Εάν επιτρεπόταν να παρέχονται εκ προθέσεως και με σκοπό εξαπατήσεως ή αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους ψευδή στοιχεία μέσω των ετήσιων λογαριασμών, τούτο θα κλόνιζε εντόνως την εμπιστοσύνη αυτή και, ως εκ τούτου, θα αντέβαινε στους σκοπούς των κοινοτικών οδηγιών περί εταιριών.
100. Βάσει των ανωτέρω, τα όρια ανοχής ή οι λόγοι άρσεως του αξιοποίνου, που προβλέπουν τα νέα άρθρα 2621, παράγραφοι 3 και 4, καθώς και 2622, παράγραφοι 5 και 6, του Codice Civile δεν αποτελούν ενδεδειγμένα μέσα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου περί επιβολής αποτελεσματικών (καθώς και αποτρεπτικών) κυρώσεων.
101. Ειρήσθω εν παρόδω ότι και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, π.χ. στη διοικητική πράξη των Securities and Exchange Commission (SEC), τα ποσοτικά όρια ανοχής θεωρούνται ως μη ενδεδειγμένα, εν πάση περιπτώσει καθ’ ο μέτρο με τον τρόπο αυτόν θεωρείται ότι θεμελιώνεται ένα αμάχητο τεκμήριο χωρίς τη δυνατότητα ευρείας συνεκτιμήσεως όλων των περιστάσεων της εκάστοτε περιπτώσεως (70).
102. Κατά της προτεινόμενης εν προκειμένω απόψεως δεν μπορεί να αντιταχθεί ούτε ότι οι «κανόνες de minimis» τυγχάνουν γενικής αναγνωρίσεως στο κοινοτικό δίκαιο (71). Είναι μεν αληθές ότι στο ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού υπάρχουν ορισμένα ελάχιστα όρια ανοχής, ωστόσο τα ελάχιστα αυτά όρια εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες διασφαλίζεται ότι τούτο δεν είναι αντίθετο προς το περιεχόμενο και τον σκοπό καθώς και την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων του ανταγωνισμού.
103. Ειδικότερα, στον χώρο των κρατικών ενισχύσεων, το άρθρο 3 του σχετικού κανονισμού περί εξαιρέσεων κατά κατηγορίες (72) απαιτεί τη διενέργεια συγκεκριμένων ελέγχων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι χορηγούμενες ως ήσσονος σημασίας ενισχύσεις (ενισχύσεις de minimis) δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ούτε στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό (73). Επομένως, μία σύγκριση με αυτόν τον κανόνα de minimis οδηγεί, εφόσον πράγματι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, στο ακόλουθο συμπέρασμα: όρια ανοχής μπορούν να υπάρχουν μόνον εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στο περιεχόμενο και τον σκοπό των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, ήτοι, στην περίπτωση των ετήσιων λογαριασμών, εφόσον, τούτο δεν είναι αντίθετο στην προστασία της εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν οι τρίτοι και το κοινό στις δημοσιεύσεις εταιρικών στοιχείων.
104. Το ίδιο χρήσιμη είναι η σύγκριση με τον κανόνα de minimis που ισχύει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ: Πράγματι, στην περίπτωση του άρθρου 81 ΕΚ οι ιδιαίτερα σοβαροί περιορισμοί, όπως είναι οι συμφωνίες περί καθορισμού τιμών, ή οι συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων σε συγκεκριμένους τομείς (γνωστοί ως εσωτερικοί περιορισμοί), εξαιρούνται ευθύς εξαρχής από το πεδίο εφαρμογής του κανόνα de minimis: Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί αυτοί υπόκεινται απεριορίστως στο πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου περί συμπράξεων (74). Αν μεταφερθούν και οι ανωτέρω σκέψεις στο πεδίο της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων, τότε συνάγεται αβίαστα, ούτως εχόντων των πραγμάτων, το ακόλουθο συμπέρασμα: Στην περίπτωση ιδιαίτερα σοβαρών προσβολών της εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν οι τρίτοι και το κοινό στην ακρίβεια των ανακοινώσεων μιας εταιρίας, ιδίως στην περίπτωση της εκ προθέσεως και με σκοπό εξαπατήσεως ή αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους δημοσίευση ψευδών στοιχείων σε ετήσιους λογαριασμούς, δεν πρέπει να επιδεικνύεται καμία ανοχή, έστω και αν αυτά τα ψευδή στοιχεία δεν αλλοιώνουν, από αριθμητικής αμιγώς απόψεως, σε σημαντικό βαθμό την εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως μιας εταιρίας ή ενός ομίλου επιχειρήσεων.
105. Ως εκ τούτου, συνοπτικώς ισχύουν τα εξής:
Δεν είναι μεν αντίθετη στο άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία αίρει το αξιόποινο σε περίπτωση ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων όταν με την πράξη αυτή δεν αλλοιώνεται σε σημαντικό βαθμό η εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των λογαριασμών αποτελεσμάτων κάθε χρήσεως της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων, εκτός και αν η πράξη διεπράχθη εκ προθέσεως και με πρόθεση εξαπατήσεως ή αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους.
Ωστόσο, αντιβαίνει προς τις ίδιες αυτές διατάξεις εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία –άνευ μιας συνολικής εκτιμήσεως όλων των περιστάσεων της εκάστοτε περιπτώσεως- αίρει πάντοτε το αξιόποινο της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων ακόμη και στην περίπτωση που τα ψευδή στοιχεία ή η παράλειψη ανακοινώσεως των στοιχείων έχει ως συνέπεια μία μεταβολή η οποία δεν αποκλίνει πέραν ενός συγκεκριμένου ποσοστού από την ορθή τιμή.
Η αυτή ερμηνεία πρέπει να δοθεί και στο άρθρο 38, παράγραφος 6 σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 και το άρθρο 16, παράγραφος 3, της έβδομης οδηγίας.
Ο χρόνος παραγραφής για την άσκηση ποινικής διώξεως.
106. Όσον αφορά τον χρόνο παραγραφής, το Decreto legislativo 61/02 μείωσε σημαντικά τον χρόνο παραγραφής. Τούτο επηρεάζει ιδίως την άσκηση ποινικής διώξεως κατά των αξιόποινων πράξεων βάσει του νέου άρθρου 2621 του Codice Civile. Τώρα πλέον ο χρόνος παραγραφής για το πλημμέλημα αυτό, δηλαδή της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων, είναι τρία έτη· στην περίπτωση της διακοπής αυτού του χρόνου παραγραφής, το αδίκημα παραγράφεται το αργότερο μετά από τέσσερα έτη και έξι μήνες συνολικώς (75).
107. Δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους τα κράτη μέλη δεν θα έπρεπε να προβλέπουν χρόνο παραγραφής για τις κυρώσεις τις οποίες επιβάλλουν βάσει του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, η παραγραφή εξυπηρετεί την ασφάλεια δικαίου, η δε αρχή της ασφάλειας δικαίου αναγνωρίζεται και από το κοινοτικό δίκαιο ως γενική αρχή του δικαίου (76). Συνεπώς, και το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ανάλογους χρόνους παραγραφής, π.χ. στο πλαίσιο των διατάξεών του που αφορούν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων (77) και στο πλαίσιο της πολιτικής για τον ανταγωνισμό (78).
108. Η ύπαρξη τέτοιου είδους ρυθμίσεων περί παραγραφής αποδεικνύει επίσης ότι ουδόλως το κοινοτικό δίκαιο επιτάσσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση την επιβολή κυρώσεως και στην πράξη. Αντιθέτως, πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες περί παραγραφής δεν ματαιώνουν συνολικώς την αποτελεσματικότητα και την αποτρεπτικότητα των προβλεπόμενων κυρώσεων (79). Επομένως, η ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων δεν πρέπει θεωρητικώς και μόνο να επισύρει κυρώσεις. Αντιθέτως, το σύστημα κυρώσεων πρέπει να λειτουργεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε οποιοσδήποτε υποβάλλει ψευδή ετήσιο λογαριασμό να πρέπει να αναμένει ότι και στην πράξη θα του επιβληθούν κυρώσεις (80).
109. Το αν οι διατάξεις περί παραγραφής που εφαρμόζονται επί των νέων άρθρων 2621 και 2622 του Codice Civile πληρούν τις προεκτεθείσες απαιτήσεις περί υπάρξεως αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων πρέπει να κρίνεται, αφενός, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας των οικείων αξιόποινων πράξεων και, αφετέρου, λαμβανομένων υπόψη των ρυθμίσεων περί παραγραφής που ισχύουν στο εθνικό δίκαιο (81). Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή μόνον η διάρκεια του χρόνου παραγραφής, αλλά επί παραδείγματι και το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής, οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία αναστέλλουν ή διακόπτουν την παραγραφή και οι συνέπειες μίας τέτοιου είδους διακοπής ή αναστολής. Επίσης, δεν πρέπει να παροράται το πόσος χρόνος θα απαιτηθεί, υπό κανονικές περιστάσεις, ενόψει της περιπλοκότητας των πραγματικών περιστατικών καθώς και του αριθμού του προσωπικού και της υλικοτεχνικής υποδομής των δικαστηρίων, για τις έρευνες και τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Ταυτοχρόνως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (82) καθώς και το άρθρο 47, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (83) προστατεύουν οποιονδήποτε, ιδίως τον κατηγορούμενο ποινικής δίκης, από μία υπέρμετρα μεγάλη διάρκεια της διαδικασίας· ωστόσο, κατά την εκτίμηση της χρονικής διάρκειας της διαδικασίας πρέπει και πάλι να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως καθώς και η περιπλοκότητά της (84).
110. Στην περίπτωση που η ρύθμιση περί παραγραφής, λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των περιστάσεων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα δεν πρέπει να αναμένεται παρά μόνο σπάνια η επιβολή στην πράξη των επαπειλούμενων ποινών, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αποτελεσματική και αποτρεπτική κύρωση.
111. Βάσει των στοιχείων που παραθέτουν και τα τρία αιτούντα δικαστήρια, οι –συχνά δαπανηρές και χρονοβόρες– έρευνες και η δικαστική διαδικασία, η οποία κατά κανόνα περιλαμβάνει και τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν μπορούν να ολοκληρωθούν, ιδίως στην περίπτωση ενός εγκλήματος κατά την έννοια του νέου άρθρου 2621 του Codice Civile υπό κανονικές περιστάσεις πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής. Βάσει των ανωτέρω, υπάρχουν σημαντικές επιφυλάξεις ως προς το αν μία διάταξη όπως είναι το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελεσματική και αποτρεπτική κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας.
112. Ως εκ τούτου, ισχύουν συνοπτικώς τα εξής:
Αντιβαίνει στο άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας ρύθμιση περί παραγραφής σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να αναμένεται στην πραγματικότητα παρά μόνο σπάνια η επιβολή των επαπειλούμενων κυρώσεων στην πράξη. Η αυτή ερμηνεία πρέπει να δοθεί και στο άρθρο 38, παράγραφος 6 σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 και το άρθρο 16, παράγραφος 3, της έβδομης οδηγίας.
Σύστημα διαβαθμίσεως των κυρώσεων και απαιτήσεις για την υποβολή εγκλήσεως
113. Η αντικειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως κατά το νέο άρθρο 2622 του Codice Civile διαφέρει μεν σε σχέση με το νέο άρθρο 2621 λόγω της σημαντικά αυστηρότερης ποινής που προβλέπει και λόγω του μεγαλύτερου χρόνου παραγραφής, ωστόσο επιτρέπει την άσκηση ποινικής διώξεως κατά κανόνα μόνον κατόπιν υποβολής εγκλήσεως από τον ζημιωθέντα εταίρο ή τον πιστωτή. Ως εκ τούτου, η πράξη δεν μπορεί κατά κανόνα να διωχθεί αυτεπαγγέλτως ούτε κατόπιν εγκλήσεως άλλων τρίτων πέραν των ζημιωθέντων πιστωτών.
114. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν την εξουσία θεσπίσεως συστήματος σύστημα διαβαθμίσεως των κυρώσεων και να προβλέπουν π.χ. αυστηρότερες ποινές για την περίπτωση που η ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων –πέραν της κατά κανόνα επερχόμενης άυλης ζημίας λόγω της διαψεύσεως της εμπιστοσύνης στην ορθότητα των ετήσιων λογαριασμών- προκαλέσει περιουσιακή ζημία. Η αρχή της αναλογικότητας των ποινών επιβάλλει μάλιστα την πρόβλεψη διακεκριμένων περιπτώσεων αξιόποινων πράξεων ώστε στην περίπτωση προκλήσεως περιουσιακής ζημίας να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές από αυτές που προβλέπει η γενική ποινική διάταξη, η δε άσκηση ποινικής διώξεως μπορεί να εξαρτάται, αντιθέτως, από την υποβολή εγκλήσεως από τον ζημιωθέντα.
115. Εντούτοις, καθ’ εαυτές εξεταζόμενες, οι διατάξεις οι οποίες απαιτούν την υποβολή εγκλήσεως δεν δύνανται να εκπληρώσουν την απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωση περί επιβολής των ενδεδειγμένων κυρώσεων, όπως η υποχρέωση αυτή απορρέει για τα κράτη μέλη από το άρθρο 6, της πρώτης οδηγίας. Πράγματι, δεδομένου ότι η ρύθμιση περί υποβολής εγκλήσεως περιορίζεται μόνο στους ζημιωθέντες εταίρους ή πιστωτές, δεν μπορεί μία ρύθμιση όπως είναι αυτή του νέου άρθρου 2622 του Codice Civile να διασφαλίσει την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων όλων των τρίτων, αλλά ενδεχομένως την προστασία ορισμένων τρίτων. Ωστόσο, όπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του Daihatsu Deutschland, το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας δεν αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία παρέχει μόνο στους εταίρους, στους πιστωτές καθώς και στο κεντρικό συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού ή στο συμβούλιο εκπροσώπων προσωπικού της εταιρίας το δικαίωμα να ζητούν την επιβολή κυρώσεων (85). Για τους ανωτέρω λόγους (86), οι σκέψεις που παρατίθενται στην απόφαση Daihatsu Deutschland ουδόλως περιορίζονται στην περίπτωση της μη δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών· αντιθέτως πρέπει να ισχύσουν –αντιθέτως προς την άποψη που εξέφρασαν οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri– κατά μείζονα λόγο και στην περίπτωση της δημοσιεύσεως ψευδών ετήσιων λογαριασμών.
116. Διακεκριμένες περιπτώσεις αξιοποίνων πράξεων, όπως αυτές που προβλέπει το νέο άρθρο 2622 του Codice Civile, μπορούν επομένως σε κάθε περίπτωση να συμπληρώνουν το ούτως ή άλλως ήδη προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο σύστημα αποτελεσματικών, σύμφωνων προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικών κυρώσεων. Αντιθέτως, δεδομένου ότι περιορίζονται στην προστασία των συμφερόντων εταίρων και πιστωτών δεν ενδείκνυνται για την συμπλήρωση των όποιων κενών στην προστασία των συμφερόντων (λοιπών) τρίτων, είτε σε σχέση με ενδεχόμενη περιουσιακή ζημία ή έστω και μόνο σε σχέση με την αμιγώς ηθική βλάβη, που μπορεί να προκληθεί στην περίπτωση που διαψευσθεί η εμπιστοσύνη του κοινού στην ακρίβεια των ετήσιων λογαριασμών.
117. Επομένως, στην περίπτωση που τα αιτούντα δικαστήρια καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι η γενική ποινική διάταξη του νέου άρθρου 2621 του Codice Civile, π.χ. λόγω των ορίων ανοχής ή λόγω της ρυθμίσεως περί παραγραφής που ισχύει συναφώς, δεν προβλέπει αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις (87), τότε ενδέχεται και η διάταξη του νέου άρθρου 2622 του Codice Civile, η οποία παρέχει το δικαίωμα ασκήσεως εγκλήσεως μόνο στους εταίρους και στους πιστωτές, να μην αίρει την έλλειψη αυτή.
118. Κατά τα λοιπά, για τη συνολική εκτίμηση της διατάξεως αυτής δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, εν πάση περιπτώσει, εξακολουθεί να είναι δυνατή η άσκηση αυτεπάγγελτης ποινικής δίωξης σε εξαιρετικές περιπτώσεις βάσει του νέου άρθρου 2622, παράγραφοι 2 και 3, του Codice Civile. Είναι αυτονόητο ότι κατά την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και αποτρεπτικότητας των κυρώσεων πρέπει να μην λαμβάνεται πρόνοια μόνο για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων στις λίγες εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις εις βάρος του κράτους ή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά για όλες τις περιπτώσεις της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων είτε πρόκειται για μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις είτε για ζημία που δεν αφορά τους δημόσιους οργανισμούς.
119. Επομένως, ισχύουν συνοπτικώς τα εξής:
Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3 και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας εθνική νομοθετική ρύθμιση κατά την οποία μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις, με τις οποίες προστατεύονται τα περιουσιακά συμφέροντα συγκεκριμένων προσώπων, κατά κανόνα μόνον κατόπιν υποβολής εγκλήσεως από τον ζημιωθέντα. Εντούτοις, τούτο προϋποθέτει ότι υφίσταται επιπλέον μία γενική νομοθετική διάταξη η οποία προβλέπει προς προστασία των συμφερόντων τρίτων αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές κυρώσεις ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε περιουσιακής ζημίας, οι οποίες μπορούν να επιβληθούν αυτεπαγγέλτως. Η αυτή ερμηνεία πρέπει να δοθεί στο άρθρο 38, παράγραφος 6, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, και το άρθρο 16, παράγραφος 3, της έβδομης οδηγίας.
Συνολική επισκόπηση των διατάξεων του αστικού, του ποινικού και του διοικητικού δικαίου
120. Οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi, S. Adelchi και M. Dell’Utri καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι κατά την εκτίμηση του νέου ιταλικού συστήματος κυρώσεων στην περίπτωση δημοσιεύσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι μη ποινικές διατάξεις, ήτοι οι διατάξεις του αστικού και του διοικητικού δικαίου. Οι σκέψεις που διατύπωσε η Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, μπορούν επίσης, κατ’ αρχήν, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι κατατείνουν στο ίδιο συμπέρασμα. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται εν είδει παραδείγματος οι ακόλουθες διατάξεις:
– η αστική ευθύνη που υπέχουν οι υπεύθυνοι για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων (88),
– η δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως εταιρίας περί διακριβώσεως ενός (ψευδούς) ισολογισμού (89),
– η δυνατότητα επιβολής κατά της ίδιας εταιρίας ορισμένων διοικητικών ποινών (προστίμων) για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων προς το συμφέρον της (90),
– η δυνατότητα επιβολής προστίμων λόγω της μη προσκομίσεως ή της μη εμπρόθεσμης προσκομίσεως των ισολογισμών (91) και
– οι διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών και των ενοποιημένων λογαριασμών από πρόσωπα που έχουν ειδική προς τούτο άδεια και τα οποία υπέχουν ιδιαίτερη ευθύνη (92).
121. Όπως προελέχθη (93), το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τη διαμόρφωση του εθνικού τους συστήματος επιβολής κυρώσεων. Εξ αυτού, όμως, ουδόλως προκύπτει από το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας ότι πρέπει να επιβάλλονται μόνον ποινικές κυρώσεις (94). Από απόψεως κοινοτικού δικαίου δεν υπάρχουν κατ’ αρχήν επιφυλάξεις για το συνδυασμό ποινικών διατάξεων με διατάξεις του αστικού και του διοικητικού δικαίου. Για την εκτίμηση της αλληλουχίας των διατάξεων αυτών ισχύει αντιθέτως μόνον η αρχή της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας των κυρώσεων.
122. Στα αιτούντα δικαστήρια εναπόκειται να εκτιμήσουν στο σύνολό του το σύστημα κυρώσεων που θέσπισε ο Ιταλός νομοθέτης, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της αποτρεπτικότητας (95). Ως προς το σημείο αυτό, το Δικαστήριο μπορεί σχετικώς να παράσχει τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου βάσει των οποίων τα εθνικά δικαστήρια θα δυνηθούν να εκτιμήσουν κατά πόσον συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η εθνική νομοθεσία.
123. Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται μόνον κατόπιν εγκλήσεως συγκεκριμένων προσώπων, ήτοι των εταίρων και των πιστωτών, δεν μπορούν, εξ ορισμού, να κριθούν πρόσφορες για την αντιμετώπιση των όποιων ελλειμμάτων στη γενική προστασία των συμφερόντων τρίτων (96). Δεν θα πρέπει επίσης η προστασία των συμφερόντων τρίτων να εξαρτάται από την επέλευση μίας υπό οποιαδήποτε μορφή ζημίας εις βάρος των τρίτων αυτών. Άξια προστασίας δεν είναι μόνο τα περιουσιακά συμφέροντα των τρίτων, αλλά και, κατεξοχήν, το ηθικό συμφέρον τρίτων για την παροχή αξιόπιστης πληροφορήσεως σχετικά με το ενεργητικό και το παθητικό, την οικονομική θέση και τους λογαριασμούς αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας και, ως εκ τούτου, η εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν οι συναλλασόμενοι στην ακρίβεια των ετήσιων λογαριασμών. Στην περίπτωση που δεν κατοχυρώνεται η ανωτέρω προστασία, οι κυρώσεις είναι ευθύς εξαρχής αναποτελεσματικές.
124. Το γεγονός ότι οι τρίτοι μπορούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να ζητήσουν τη λήψη μέτρων βάσει του αστικού δικαίου, όπως π.χ. την ακύρωση των αποφάσεων της εταιρίας περί διακριβώσεως των ετήσιων λογαριασμών (97), δεν είναι αυτό καθαυτό αρκετό προκειμένου να θεωρηθεί ότι υπάρχει αποτελεσματική κύρωση. Η αποτελεσματικότητα και, ιδίως, ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των κυρώσεων προϋποθέτει, όπως ήδη ελέχθη, ότι όστις υποβάλλει ψευδείς ετήσιους λογαριασμούς, πρέπει να αναμένει ότι πράγματι θα του επιβληθούν κυρώσεις. Ως εκ τούτου, πρέπει επιπλέον να ερευνάται τουλάχιστον η πιθανότητα (98) και οι προοπτικές επιτυχίας που έχει εν γένει ο τρίτος σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, όπως είναι π.χ. η αγωγή περί διαπιστώσεως ακυρότητας ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων.
125. Στην περίπτωση που άλλες διατάξεις στηρίζονται, ως προς το πραγματικό τους, στα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile, πρέπει κατά την εκτίμησή τους να εξετάζεται μετά προσοχής το αν τυχόν ελλείψεις αυτών των ποινικών διατάξεων, όπως π.χ. η θέσπιση ορίων ανοχής, επηρεάζουν έμμεσα και τις συναφείς διατάξεις και, ως εκ τούτου, μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα και την αποτρεπτικότητά τους. Τούτο ισχύει π.χ. στην περίπτωση του άρθρου 2641 του Codice Civile (99) όπου προβλέπεται η έκλειψη του αδικαιολογήτως αποκτηθέντος πλουτισμού και η κατάσχεση των μέσων διαπράξεως του εγκλήματος. Τούτο ισχύει επίσης και για τις διοικητικές κυρώσεις όπως είναι αυτές τις οποίες εισήγαγε το άρθρο 25ter του Decreto legislativo 231/01· και οι διατάξεις αυτές παραπέμπουν στις ποινικές διατάξεις των νέων άρθρων 2621 και 2622 του Codice Civile.
126. Όσον αφορά το άρθρο 25ter του Decreto legislativo 231/01, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο επί πράξεων οι οποίες τελέσθηκαν προς το συμφέρον της εταιρίας και ότι η εταιρία μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να απαλλαγεί (100). Διατάξεις, των οποίων το πεδίο εφαρμογής είναι σε τέτοιο βαθμό περιορισμένο, ενδέχεται μεν να αποτελούν εν γένει εύλογο συμπλήρωμα του συστήματος κυρώσεων, ωστόσο δεν μπορούν να αντισταθμίσουν τις τυχόν ελλείψεις της γενικής προστασίας των συμφερόντων των τρίτων. Η προστασία των συμφερόντων των τρίτων σχετικά με την παροχή αξιόπιστης ενημερώσεως περί του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως της οικείας εταιρίας πρέπει πράγματι να διασφαλίζεται κατά τρόπο αποτελεσματικό και στην περίπτωση που κάποιος καταχώρισε ψευδή στοιχεία σε ετήσιο λογαριασμό προς ίδιον όφελος και όχι κατ’ ανάγκην προς το συμφέρον της εταιρίας ή επί ζημία άλλων.
127. Κατά τα λοιπά, διατάξεις όπως αυτή του άρθρου 25ter του Decreto legislativo 231/01 πρέπει να υποβάλλονται σε βάσανο και ως προς το ύψος των επαπειλούμενων με τη διάταξη αυτή κυρώσεων σε σχέση προς το αποτρεπτικό αποτέλεσμά της. Στην περίπτωση που οι προβλεπόμενες χρηματικές ποινές είναι δυσανάλογα μικρές σε σχέση με τη βαρύτητα των υπό εξέταση παραβάσεων των σχετικών διατάξεων που διέπουν τη σύνταξη ισολογισμού και σε σχέση με το μέγεθος των οικείων επιχειρήσεων, τότε οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αποτρεπτικές. Ως εκ τούτου, δεν θα ήσαν ενδεδειγμένες να καλύψουν τυχόν ελλείψεις των ποινικών κυρώσεων που προβλέπουν τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile.
128. Όσον αφορά τις διατάξεις του νέου άρθρου 2630 του Codice Civile αρκεί η υπόμνηση ότι το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας, όπως προελέχθη (101), απαιτεί τη λήψη κατάλληλων μέτρων όχι μόνον για την περίπτωση της μη δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών, αλλά και για την περίπτωση της δημοσιεύσεως ψευδών ετήσιων λογαριασμών.
129. Ο έλεγχος των λογαριασμών από οικονομικούς ελεγκτές (102) αποτελεί μεν αναμφιβόλως κεντρικής σημασίας τμήμα του ρυθμιστικού πλαισίου μέσω του οποίου πρέπει να διασφαλίζεται η ακρίβεια του περιεχομένου των εταιρικών ανακοινώσεων. Ωστόσο, ο λογιστικός έλεγχος αποτελεί προληπτικό έλεγχο. Εξάλλου, το άρθρο 6 της πρώτης οδηγίας απαιτεί, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, (επιβολή «κυρώσεων» (103)) από τα κράτη μέλη –τουλάχιστον επίσης– τη λήψη κατάλληλων μέτρων κατασταλτικού χαρακτήρα. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται κατά τα λοιπά και από την αλληλουχία των ρυθμίσεων της τέταρτης και της έβδομης οδηγίας καθώς και από το περιεχόμενο και τον σκοπό των διατάξεων σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών: ο προληπτικός έλεγχος του οικονομικού ελεγκτή ουδόλως μπορεί να αντικαταστήσει τα κατασταλτικά μέτρα των κρατών μελών ή να καλύψει τα κενά τους, αντιθέτως αποτελεί έναν δεύτερο, αυτοτελή πυλώνα ενός συστήματος σκοπός του οποίου είναι να διασφαλίζεται η ακρίβεια του περιεχομένου των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών. Ο κοινοτικός νομοθέτης υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τόσο τον αποτελεσματικό προληπτικό όσο και τον αποτελεσματικό κατασταλτικό έλεγχο.
130. Τέλος, στον τομέα του ποινικού δικαίου πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις προϋποθέτουν τη διάπραξη πλημμελήματος (delitto) (104) και ότι, ως εκ τούτου, η διάπραξη πταίσματος (contravvenzione), όπως είναι αυτά που προβλέπει το νέο άρθρο 2621 του Codice Civile, ευθύς εξαρχής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή τους.
Οι επιπτώσεις της συγκρούσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου προς τις οδηγίες επί των εκκρεμών ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων ποινικών υποθέσεων
131. Προκειμένου να παρασχεθεί στα αιτούντα δικαστήρια χρήσιμη απάντηση για την έκδοση αποφάσεως επί των ποινικών δικών που εκκρεμούν ενώπιόν τους, πρέπει επίσης να διερευνηθεί ποιες είναι οι συνέπειες της προτεινόμενης εν προκειμένω ερμηνείας των οδηγιών περί εταιριών επί δίκης που εκκρεμεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου (105). Συναφώς, πρέπει, αφενός, να υπομνησθεί η γενική και τοις πάσι γνώστη υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, και, αφετέρου, να εξεταστούν τα όρια της εφαρμογής οδηγιών στο πλαίσιο ποινικής δίκης και εν τέλει η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου.
1. Επί της υποχρεώσεως των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
132. Σε δύο τουλάχιστον κύριες δίκες, οι αρμόδιες εισαγγελίες υποστήριξαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι οι επενεχθείσες με το Decreto legislativo 61/02 νομοθετικές τροποποιήσεις είναι αντισυνταγματικές (106). Και τα τρία αιτούντα δικαστήρια εκτιμούν ότι το Decreto legislativo 61/02 πρέπει να υποβληθεί προς έλεγχο της συνταγματικότητάς του στο ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο. Στη διάταξη περί παραπομπής στην υπόθεση C-387/02 το Tribunale di Milano τονίζει μεταξύ άλλων ότι «η έκβαση της δίκης εξαρτάται από την έκδοση αποφάσεως σχετικά με τη συνταγματικότητα των διατάξεων, πράγμα για το οποίο […] αρμόδιο είναι το Corte costituzionale […]»
133. Συναφώς, επιβάλλεται να γίνουν οι εξής επισημάνσεις: Είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το σύνταγμα κράτους μέλους ή τη συνταγματικότητα των εθνικών νομοθετικών πράξεων. Αντιθέτως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να μεριμνά, μέσω της νομολογίας του, για την ενιαία και αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη. Συναφώς, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει στα αιτούντα δικαστήρια, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο, τα αναγκαία από νομικής απόψεως στοιχεία.
134. Κατά μακρά και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο και να μην εφαρμόζουν αντίθετες προς αυτό διατάξεις του εθνικού δικαίου. Αυτή είναι η λογική συνέπεια της υπέρτερης ισχύος του κοινοτικού δικαίου (107). Στην απόφαση Simmenthal το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να εφαρμόζει το κοινοτικό δίκαιο «…αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου ανεξάρτητα από το αν έχει θεσπιστεί πριν ή μετά τον κοινοτικό κανόνα» (108).
135. Πέραν αυτού τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μεριμνούν για την πλήρη αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου «αφήνοντας εν ανάγκη κυριαρχικά ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούνται να ζητήσουν ή να αναμείνουν την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε με οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διαδικασία.» (109)
136. Επομένως, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται βάσει του κοινοτικού δικαίου, ιδίως βάσει των άρθρων 10 ΕΚ και 249, παράγραφος 3, ΕΚ, να εφαρμόζουν τις διατάξεις των οδηγιών περί εταιριών στις ενώπιόν τους εκκρεμείς ποινικές δίκες χωρίς προς τούτο να απαιτείται προηγούμενη απόφαση του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου σχετικά με την πιθανή αντισυνταγματικότητα του Decreto legislativo 61/02.
137. Όπως είναι αυτονόητο, τα ανωτέρω δεν αποκλείουν τον επιπλέον έλεγχο μιας εθνικής νομοθετικής πράξεως, όπως είναι το Decreto legislativo 61/02, βάσει των εκάστοτε διατάξεων του εθνικού δικαίου και από το συνταγματικό δικαστήριο προκειμένου να κριθεί η συνταγματικότητά της εν γένει και, ενδεχομένως, το κύρος της.
138. Ωστόσο, ανεξαρτήτως της διενέργειας ενός τέτοιου συνταγματικού ελέγχου και ανεξαρτήτως του αν το Decreto legislativo 61/02 συνάδει ή όχι προς το ιταλικό σύνταγμα, τα αιτούντα δικαστήρια υποχρεούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι στις ποινικές δίκες που εκκρεμούν ενώπιόν τους, να μην εφαρμόζουν ήδη από τώρα αυτό το νομοθετικό διάταγμα και δη, καθ’ ο μέτρο οι επενεχθείσες με αυτό νέες ρυθμίσεις αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Η απάντηση του Δικαστηρίου επί των ερωτημάτων που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια είναι δεσμευτική για όλα τα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων εκκρεμούν οι κύριες δίκες (110). Συναφώς, από την ερμηνεία του Δικαστηρίου προκύπτει με ποιο περιεχόμενο και με ποια έννοια πρέπει ή μάλλον έπρεπε να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται οι διατάξεις των οδηγιών περί εταιριών από της ενάρξεως της ισχύος τους (111).
2. Επί των ορίων της εφαρμογής των οδηγιών στις ποινικές δίκες
139. Οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi, S. Adelchi και M. Dell’Utri καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλούνται την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου». Από την αρχή αυτή προκύπτει ότι δεν μπορεί, λόγω της εφαρμογής των οδηγιών περί εταιριών, να ασκηθεί ποινική δίωξη ούτε να επιβληθούν διαφορετικές και βαρύτερες ποινές στους κατηγορουμένους από αυτές που προβλέπουν τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile. Αντίθετη άποψη διατύπωσαν η εισαγγελία του Μιλάνο και η Επιτροπή που μετέσχον της διαδικασίας.
Οι απορρέουσες από τη νομολογία αρχές
140. Στη νομολογία έχει ήδη διευκρινιστεί ότι οι οδηγίες δεν μπορούν, αυτές καθ΄ εαυτές και ανεξαρτήτως των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή τους, να έχουν ως αποτέλεσμα να θεμελιώνουν ή να επιτείνουν την ποινική ευθύνη αυτών που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεών τους (112).
141. Αφενός, η διαπίστωση αυτή προκύπτει από την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου» (nullum crimen, nulla poena sine lege) (113), η οποία ανήκει στις γενικές αρχές του δικαίου η οποία είναι κοινή στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και η οποία κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 7 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (114) καθώς και στο άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (115). Βάσει του κανόνα αυτού, ο οποίος επίσης απαγορεύει τη διασταλτική ερμηνεία ποινικών διατάξεων εις βάρος του ενδιαφερομένου, τίθενται επίσης στενά όρια στη σύμφωνη προς τις οδηγίες ερμηνεία στο πλαίσιο της ποινικής δίκης (116).
142. Αφετέρου, το Δικαστήριο στήριξε τον κανόνα ότι οι οδηγίες δεν μπορούν παρά μόνον εμμέσως να ληφθούν υπόψη για τη θεμελίωση ή την επίταση του αξιοποίνου στο γεγονός ότι αυτές καθ’ εαυτές οι οδηγίες δεν μπορούν να δημιουργήσουν υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών (117).
143. Ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer εξέτασε μεν προσφάτως στο πλαίσιο της υποθέσεως Pfeiffer, η οποία αφορούσε την απευθείας εφαρμογή μίας οδηγίας στις σχέσεις μεταξύ δύο ιδιωτών, την αρχή σύμφωνα με την οποία μία οδηγία δεν επιτρέπεται να δημιουργεί υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών (118). Ωστόσο, τόνισε ότι στο πλαίσιο των ποινικών δικών στις οποίες έναντι του ιδιώτη ίσταται το κράτος ισχύουν άλλα κριτήρια (119). Επομένως, κατ’ αποτέλεσμα δεν αμφισβητείται ότι η άμεση ισχύς μιας οδηγίας, εν πάση περιπτώσει στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή υποχρεώσεων εις βάρος του ιδιώτη.
Εξέταση των αρχών σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση
144. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους τους οποίους το Δικαστήριο ανέλυσε σχετικά με τον περιορισμό της ισχύος των οδηγιών στο πλαίσιο των ποινικών δικών.
145. Ως εκ τούτου, η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου» δεν παραβιάζεται, δεδομένου ότι η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων στις κύριες δίκες ουδόλως απορρέει άμεσα από τις οδηγίες περί εταιριών και, ως εκ τούτου, είναι ανεξάρτητη από τις νομοθετικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που εξεδόθησαν για την εφαρμογή τους (120). Όπως επίσης το αξιόποινο των πράξεων που ετέλεσαν οι κατηγορούμενοι δεν απορρέει απευθείας από το άρθρο 10 ΕΚ. Πράγματι, η τήρηση του άρθρου 10 ΕΚ καθώς και των διατάξεων των οδηγιών περί εταιριών έχει απλώς ως αποτέλεσμα ότι οι μετά την τέλεση των πράξεων νομοθετικές τροποποιήσεις οι οποίες καθιστούν ευνοϊκότερη τη θέση του κατηγορουμένου και δυσχεραίνουν ή ακόμη και αποκλείουν την άσκηση ποινικής διώξεως κατ’ αυτού, οι οποίες εισήχθησαν με το Decreto legislativo 61/02, ενδεχομένως δεν πρέπει να τύχουν εφαρμογής. Αντιθέτως, εφαρμόζεται ο εθνικός νόμος ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως. Ως εκ τούτου, το αξιόποινο των πράξεων που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι ερείδεται επί του εθνικού δικαίου το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, ήτοι επί του παλαιού άρθρου 2621 του Codice Civile.
146. Αντιθέτως, δεν μπορεί να αντιταχθεί ότι η ποινική διάταξη που προέβλεπε μέχρι τούδε το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile έχει «παύσει να ισχύει άπαξ δια παντός» και ότι δεν μπορεί «να αναβιώσει». Πράγματι, λόγω της υποχρεώσεως, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, για την επιβολή αποτελεσματικών, σύμφωνων προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικών κυρώσεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να καταργεί μετά σπουδής το υφιστάμενο πλαίσιο κυρώσεων χωρίς ταυτόχρονα να το υποκαθιστά με άλλες αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές κυρώσεις. Η υποχρέωση των κρατών μελών να μη θεσπίζουν διατάξεις δυνάμενες να ματαιώσουν τους επιδιωκόμενους από μία οδηγία σκοπούς (121) ισχύει πράγματι όχι μόνον κατά το χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά κατά μείζονα λόγο και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα. Επομένως, στην περίπτωση που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο μία πράξη, όπως είναι αυτή που περιέχει το Decreto legislativo 61/02, που καταργεί μια διάταξη, τότε και η πράξη αυτή, ιδίως δε αυτή, πρέπει να μην τύχει εφαρμογής στις κύριες δίκες. Ωστόσο, στην περίπτωση που δεν τύχει εφαρμογής και η ίδια η καταργητική πράξη, τότε το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile ουδόλως έχει «απολέσει άπαξ διαπαντός την ισχύ του» εν προκειμένω και δεν τίθεται το ερώτημα αν μπορεί «να αναβιώσει».
147. Ωστόσο, κι αν ακόμη υποτεθεί ότι ο προγενέστερος ποινικός νόμος, ήτοι το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile, έχει πλέον καταργηθεί, τούτο ουδόλως αποκλείει την περαιτέρω εφαρμογή του πραγματικού του επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την κατάργησή του. Αντιθέτως, είναι κατ΄ εξοχήν σύμφωνο προς την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου» (nullum crimen, nulla poena sine lege) το να κρίνεται πάντοτε μία πράξη βάσει του ιδίου ποινικού νόμου ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεώς της. Π.χ., ουδείς θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συνέχιση εφαρμογής ενός παλαιότερου, ηπιότερου ποινικού νόμου, στην περίπτωση που ο νομοθέτης είχε εν τω μεταξύ επιτείνει το αξιόποινο. Το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση, υπό τις αντίστροφες περιστάσεις, αμφισβητείται η δυνατότητα εφαρμογής του παλαιού ποινικού νόμου, δεν αφορά κατ’ ουσίαν τόσο το ζήτημα αν παραβιάζεται η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου», αλλά αντιθέτως το ζήτημα αν από την αρχή αυτή μπορεί να υπάρξει εξαίρεση υπέρ της αναδρομικής εφαρμογής του μεταγενέστερου, ηπιότερου ποινικού νόμου (122).
148. Σε μία υπόθεση, όπως είναι η παρούσα, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege. Τούτο τονίζει και το Δικαστήριο με την απόφαση Tombesi (123). Στην υπόθεση Tombesi «[…] οι πράξεις που αποτελούν το αντικείμενο των υποθέσεων της κύριας δίκης μπορούσαν να κολασθούν δυνάμει του εθνικού δικαίου και […] [οι εθνικές διατάξεις] που τις έθεσαν εκτός εφαρμογής των κυρώσεων του [βάσει του εθνικού δικαίου] τέθηκαν σε ισχύ μεταγενεστέρως. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν τίθεται ζήτημα περί των συνεπειών που θα μπορούσαν να απορρεύσουν από την αρχή της νομιμότητας επιβολής ποινών για την εφαρμογή του κανονισμού […].»
149. Τα ανωτέρω μπορούν να μεταφερθούν καθ’ ολοκληρίαν στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, η υπόθεση Tombesi, όπως εξάλλου και η υπόθεση Niselli (124), συμπίπτουν στα κρίσιμα σημεία με την υπό κρίση εν προκειμένω υπόθεση. Ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση αμφισβητήθηκε κατ’ αρχήν το αξιόποινο των παραβάσεων των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν (νομοθεσία περί αποβλήτων ή νομοθεσία περί ισολογισμών). Και στη μία και στην άλλη περίπτωση επρόκειτο για την τροποποίηση των στοιχείων του πραγματικού για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης. Σε αμφότερες τις υποθέσεις η τροποποίηση των εθνικών νομοθετικών διατάξεων είχε ως αποτέλεσμα την άρση του αξιοποίνου για συγκεκριμένες πράξεις για τις οποίες, υπό το προηγούμενο καθεστώς, προβλεπόταν η επιβολή ποινής. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση εισήχθησαν για πρώτη φορά συγκεκριμένα όρια ανοχής (κατώτατα όρια), κάτω από τα οποία αίρεται το αξιόποινο για την ανακοίνωση ψευδών εταιρικών στοιχείων, τότε στις υποθέσεις Tombesi und Niselli η έννοια των αποβλήτων και, ως εκ τούτου, το αξιόποινο ορισμένων παραβιάσεων της νομοθεσίας περί αποβλήτων ερμηνεύθηκαν με νέον (και στενότερο) τρόπο (125). Κρίσιμο είναι ότι σε αμφότερες τις υποθέσεις οι πράξεις ήσαν αξιόποινες, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, κατά τον χρόνο τελέσεώς τους.
150. Για λόγους πληρότητας πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην παρούσα υπόθεση το εθνικό δίκαιο δεν χρήζει κανενός είδους διασταλτικής ερμηνείας ως προς τα στοιχεία του πραγματικού προκειμένου να θεωρηθεί σύμφωνο προς τις οδηγίες περί εταιριών, ερμηνεία η οποία θα μπορούσε να παραβιάζει την απαγόρευση της διασταλτικής ερμηνείας εις βάρος των κατηγορουμένων. Πράγματι, όπως ήδη ελέχθη, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου –σε περίπτωση μη εφαρμογής του Decreto legislativo 61/02– κρίσιμο είναι, μεταξύ άλλων, το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile το οποίο προέβλεπε, σύμφωνα με όσα παραθέτουν τα αιτούντα δικαστήρια, αναμφιβόλως την επιβολή ποινής ήδη κατά τον χρόνο της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων, όπως είναι εν προκειμένω αυτά που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο,. Ως εκ τούτου, το ισχύον κατά την τέλεση της πράξεως δίκαιο ουδόλως χρήζει διασταλτικής ερμηνείας προκειμένου να είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις των οδηγιών περί εταιριών.
151. Τέλος, οι οδηγίες περί εταιριών και το άρθρο 10 ΕΚ δεν δημιουργούν καθ΄ εαυτά στην παρούσα συνάφεια κάποια υποχρέωση εις βάρος των ιδιωτών. Ούτως ή άλλως, το ζήτημα σχετικά με το ποιες υποχρεώσεις βαρύνουν τους ιδιώτες πρέπει να κρίνεται πάντοτε ανάλογα με τη νομοθεσία η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο των επίμαχων πράξεων, δεδομένου ότι μπορούν να επιβληθούν υποχρεώσεις μόνο σε σχέση με μία μελλοντική συμπεριφορά. Υποχρεώσεις (ή απαγορεύσεις) δεν μπορούν να επιβληθούν ή να τροποποιηθούν αναδρομικώς. Κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, οι οποίες αποδίδονται στους κατηγορουμένους στις κύριες δίκες, υπήρχε εθνικός ιταλικός νόμος, ιδίως το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile, που προέβλεπε τον ποινικό κολασμό τους: Ουδόλως η επιβολή ποινής κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως στηριζόταν απευθείας στις οδηγίες ή στο άρθρο 10 ΕΚ.
152. Ενδεχομένως, άλλως θα είχαν τα πράγματα στην περίπτωση που οι πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη είχαν διαπραχθεί μετά την έκδοση του Decreto legislativo 61/02. Στην περίπτωση που το Decreto legislativo 61/02 εξαιρούσε απ’ το πεδίο εφαρμογής του τις πράξεις οι οποίες είχαν διαπραχθεί μετά την έκδοσή του, τότε θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή μιας οδηγίας ή του άρθρου 10 ΕΚ δημιουργεί απευθείας υποχρεώσεις. Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση δεν χρειάζεται ενδελεχέστερη εξέταση του ζητήματος αυτού, διότι, όπως ήδη ελέχθη, όλες ανεξαιρέτως οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους πράξεις τελέσθηκαν πριν από την έκδοση του Decreto legislativo 61/02. Επομένως, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων οι κατηγορούμενοι δεν μπορούσαν να στηρίζονται στο γεγονός ότι οι αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις θα ετιμωρούντο με ηπιότερο τρόπο από αυτόν που προέβλεπε το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile ή ότι θα απαλλάσσονταν τελείως των κατηγοριών.
153. Για τους ανωτέρω λόγους, στην παρούσα υπόθεση ουδόλως αντιβαίνει η μη εφαρμογή του Decreto legislativo 61/02 στην αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου». Η συνεκτίμηση των οδηγιών περί εταιριών και του άρθρου 10 ΕΚ δεν έχει ως συνέπεια τη δημιουργία υποχρεώσεων εις βάρος των κατηγορουμένων, αλλά έχει ενδεχομένως δυσμενείς συνέπειες γι’ αυτούς εμμέσως. Ωστόσο, τούτο δεν απαλλάσσει τον εθνικό δικαστή από την απορρέουσα από το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ και το άρθρο 10 ΕΚ υποχρέωσή του να εφαρμόζει τις διατάξεις των οδηγιών (126).
3. Επί της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου
154. Ωστόσο, κατά την άποψη των κατηγορουμένων S. Berlusconi και M. Dell’Utri καθώς και της Ιταλικής Κυβερνήσεως τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile τα οποία εισήχθησαν με το Decreto legislativo 61/02 πρέπει εν πάση περιπτώσει να τύχουν εφαρμογής στο πλαίσιο των κύριων δικών ως ηπιότεροι ποινικοί νόμοι. Η εισαγγελία του Μιλάνου και η Επιτροπή εκφράζουν την αντίθετη άποψη.
155. Στην πρόσφατη νομολογία του το Δικαστήριο χαρακτήρισε το ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής ηπιότερων ποινικών νόμων ως ζήτημα του εθνικού δικαίου το οποίο θα πρέπει κάθε φορά να κρίνεται από το αιτούν δικαστήριο (127). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε π.χ. στην υπόθεση Allain (128) ότι μία συμπεριφορά, η οποία αρχικώς αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, ήταν αξιόποινη βάσει του εθνικού δικαίου, μπορεί να χαρακτηριστεί εκ νέου κατ’ εφαρμογήν εθνικών δικονομικών αρχών (ιδίως της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου), εφόσον μεταγενεστέρως μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά και τροποποιηθεί η νομοθεσία.
156. Ωστόσο, η επιταγή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου δεν ισχύει μόνο στις εθνικές έννομες τάξεις σχεδόν όλων των 25 κρατών μελών (129), αλλά είναι επίσης διεθνώς αναγνωρισμένη (130). Επιπλέον, η αρχή αυτή έχει ήδη κατοχυρωθεί με το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, π.χ. με τους κανόνες που διέπουν τις διοικητικές κυρώσεις λόγω παρατυπιών εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας (131). Επίσης, η αρχή αυτή περιελήφθη και στο άρθρο 49, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
157. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί να θεωρείται μόνον ως αμιγώς εθνική δικαιϊκή αρχή, αλλά και ως γενική δικαιϊκή αρχή του κοινοτικού δικαίου (132), την οποία ο εθνικός δικαστής πρέπει κατ’ αρχήν να λαμβάνει υπόψη του, εφόσον εφαρμόζει εθνική νομοθεσία με την οποία μεταφέρονται στην εσωτερική έννομη τάξη οι οδηγίες περί εταιριών (133).
158. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν διευκρινίζει αν οι ηπιότεροι ποινικοί νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται αναδρομικώς και στην περίπτωση που αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο. Τυγχάνουν επομένως αναδρομικής εφαρμογής διατάξεις όπως είναι τα νέα άρθρα 2621 και 2622 του Codice Civile επί των πράξεων που τελέστηκαν πριν από την έκδοσή τους ακόμη και στην περίπτωση που αντιβαίνουν στις οδηγίες περί εταιριών; Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό επιβάλλεται να εξεταστεί αναλυτικότερα η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής των ηπιότερων ποινικών νόμων.
159. Η εφαρμογή μεταγενέστερων, ηπιότερων ποινικών νόμων αποτελεί εξαίρεση στην ήδη εξετασθείσα θεμελιώδη αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege, δεδομένου ότι εφαρμόζεται αναδρομικώς ένας άλλος νόμος από αυτόν που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως.
160. Η εξαίρεση αυτή στηρίζεται, σε τελευταία ανάλυση, σε εκτιμήσεις επιεικείας οι οποίες δεν μπορούν να είναι τόσο σημαντικές όσο είναι π.χ. οι εκτιμήσεις που αφορούν την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου», ήτοι η απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου. Αντιστοίχως, και στην πλειονότητα των εθνικών έννομων τάξεων η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου δεν είναι κατοχυρωμένη σε συνταγματικό επίπεδο, αλλά μόνο σε επίπεδο απλού νόμου. Περαιτέρω, η αρχή αυτή συχνά υπόκειται σε περιορισμούς π.χ. στην περίπτωση που το αξιόποινο μίας πράξης στηριζόταν εξ αρχής σε νόμο προσωρινής ισχύος (134).
161. Η αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου στηρίζεται στην εκτίμηση ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικαστεί για συμπεριφορά η οποία σύμφωνα με την (μεταβληθείσα) άποψη του νομοθέτη δεν είναι πλέον αξιόποινη κατά τον χρόνο της ποινικής δίκης. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να ευνοείται από τη μεταβολή των εκτιμήσεων του νομοθέτη. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται μεταξύ άλλων η συνοχή της έννομης τάξεως. Επιπλέον, η αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι δεν συντρέχουν πλέον οι σκοποί της γενικής και της ειδικής προλήψεως τους οποίους εξυπηρετεί η ποινή, εφόσον δεν είναι πλέον αξιόποινη η επίμαχη συμπεριφορά.
162. Ωστόσο, στην περίπτωση που τυγχάνει εφαρμογής το κοινοτικό δίκαιο δικαιολογείται η αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου μόνο στην περίπτωση που δεν θίγεται η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, ήτοι στην περίπτωση που λαμβάνονται υπόψη οι εκτιμήσεις του κοινοτικού νομοθέτη, οι δε (μεταβληθείσες) παραστάσεις του εθνικού νομοθέτη συμβαδίζουν με τις διατάξεις που έχει θεσπίσει ο κοινοτικός νομοθέτης. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίον οι ιδιώτες θα έπρεπε να επωφελούνται αναδρομικώς από τη μεταβολή των εκτιμήσεων του εθνικού νομοθέτη σχετικά με το αξιόποινο μίας συμπεριφοράς στην περίπτωση που η εκτίμηση αυτή αντιβαίνει στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που εξακολουθούν να παραμένουν αμετάβλητες (135).
163. Πράγματι, στην περίπτωση που ο εθνικός νομοθέτης παραβιάζει, κατά τη θέσπιση ενός νέου, ηπιότερου ποινικού νόμου, τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τότε ουδόλως ενισχύει τη συνοχή των εφαρμοστέων διατάξεων· αντιθέτως, διακυβεύει την ενότητα της έννομης τάξεως. Στην περίπτωση αυτή, ουδείς λόγος συντρέχει προκειμένου να εισαχθεί εξαίρεση από μία θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου όπως είναι η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου». Τουναντίον, η διατήρηση της συνοχής της έννομης τάξεως επιβάλλει την εφαρμογή του ιεραρχικώς υπέρτερου κοινοτικού δικαίου.
164. Είναι αυτονόητο ότι δεν ματαιώνεται ο σκοπός της ποινής που είναι η γενική και η ειδική πρόληψη στην περίπτωση που απλώς μία συμπεριφορά δεν θεωρείται αξιόποινη από τον εθνικό νομοθέτη, μολονότι για την ίδια συμπεριφορά εξακολουθεί να κρίνεται αναγκαία, βάσει του κοινοτικού δικαίου, η επιβολή αποτελεσματικών, σύμφωνων προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικών κυρώσεων.
165. Στον βαθμό που οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο, τότε τα αιτούντα δικαστήρια υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις των οδηγιών περί εταιριών αφήνοντας ανεφάρμοστες τις διατάξεις του εθνικού δικαίου έστω και αν πρόκειται για ηπιότερους ποινικούς νόμους. Επιβάλλεται, σχετικώς, να τονισθεί ότι ο εκ των υστέρων εκδοθείς ποινικός νόμος ο οποίος αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο ουδόλως αποτελεί εφαρμοστέο ηπιότερο ποινικό νόμο.
166. Κατά τα λοιπά, δεν θα μπορούσε να ισχύσει κάτι διαφορετικό στην περίπτωση που η επιταγή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου εθεωρείτο –αντίθετα προς την άποψη που εκφράζεται εδώ (136)– όχι ως αρχή του κοινοτικού δικαίου, αλλά μόνον ως ζήτημα του εθνικού δικαίου. Και τούτο διότι ακόμη και κατά την εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου το κοινοτικό δίκαιο θέτει ορισμένους περιορισμούς στις αρμοδιότητες των κρατών μελών (137). Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται ότι τα αιτούντα δικαστήρια πρέπει να τηρούν, στο πλαίσιο των εκκρεμών ενώπιόν τους ποινικών δικών, το κοινοτικό δίκαιο καθώς και, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις και τις αξιολογικές εκτιμήσεις του κοινοτικού νομοθέτη όπως αυτές εκφράζονται στις οδηγίες περί εταιριών (138).
167. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο αναδρομική εφαρμογή των ηπιότερων ποινικών νόμων δεν πρέπει να διακυβεύει την αποτελεσματική και ενιαία σε όλα τα κράτη μέλη εφαρμογή των οδηγιών περί εταιριών. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η αναδρομική εφαρμογή ενός ηπιότερου ποινικού νόμου να έχει ως συνέπεια τη μη επιβολή ποινής αναδρομικώς, κατά παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, για συμπεριφορά η οποία ήταν αξιόποινη κατά τον χρόνο τελέσεώς της.
168. Οι σκέψεις που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Allain (139) δεν είναι αντίθετες προς την ανωτέρω εκφραζόμενη άποψη. Πράγματι, εν αντιθέσει προς την υπό κρίση υπόθεση, στην υπόθεση Allain το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών και του κοινοτικού δικαίου είχε μεταβληθεί μεταγενεστέρως υπέρ του κατηγορουμένου. Το αυτό ισχύει και για τις υποθέσεις Awoyemi καθώς και Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος στις οποίες επίσης είχε μεταβληθεί εν τω μεταξύ το κοινοτικό δίκαιο (140). Οι περιπτώσεις αυτές δεν μπορούν ως εκ τούτου να συγκριθούν με περιπτώσεις στις οποίες εισάγεται μεταγενεστέρως σε εθνικό επίπεδο ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο, πλην αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο ρύθμιση.
4. Συμπέρασμα
169. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις των οδηγιών χωρίς να αναμένουν την έκδοση αποφάσεως από το αντίστοιχο εθνικό συνταγματικό δικαστήριο αφήνοντας ανεφάρμοστο ηπιότερο ποινικό νόμο ο οποίος εκδόθηκε μετά την τέλεση της πράξεως στον βαθμό που ο νόμος αυτός δεν συνάδει προς την οδηγία.
V – Πρόταση
170. Βάσει των προηγηθεισών εκτιμήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλαν το Tribunale di Milano και το Corte di Appello di Lecce:
1) Το άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας 68/151/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1968, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, και με το άρθρο 10 ΕΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν ενδεδειγμένες κυρώσεις όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ουδόλως δημοσιεύθηκαν οι ετήσιοι λογαριασμοί, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία το περιεχόμενο των δημοσιευθέντων ετήσιων λογαριασμών είναι ψευδές.
2) Οι κυρώσεις είναι ενδεδειγμένες κατά την έννοια του άρθρου 6 της πρώτης οδηγίας, εφόσον είναι αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές. Συναφώς, πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο στα συμφέροντα των εταίρων και των πιστωτών, αλλά και στα συμφέροντα λοιπών τρίτων καθώς και στην προστασία της εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν στην πιστή προς την πραγματικότητα απεικόνιση του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας. Το αν μία εθνική νομοθετική διάταξη προβλέπει αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές κυρώσεις αποτελεί ζήτημα που πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση λαμβανομένων υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στο συνολικό ρυθμιστικό πλαίσιο καθώς και του τρόπου εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών.
3) Δεν αντιβαίνει καταρχήν στο άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας η εθνική νομοθετική διάταξη η οποία αίρει το αξιόποινο της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων στην περίπτωση που με την πράξη αυτή δεν αλλοιώθηκε σε σημαντικό βαθμό η εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως και των λογαριασμών αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας ή του ομίλου επιχειρήσεων, εκτός και αν η πράξη διαπράχθηκε από δόλο και με πρόθεση εξαπατήσεως ή αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους.
Εντούτοις, αντιβαίνει στις ίδιες διατάξεις η εθνική νομοθετική διάταξη η οποία – άνευ συνεκτιμήσεως όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως– αίρει το αξιόποινο της ανακοινώσεως ψευδών εταιρικών στοιχείων σε κάθε περίπτωση που τα αναληθή στοιχεία ή η παράλειψη ανακοινώσεώς τους έχει ως συνέπεια μία μεταβολή η οποία δεν αποκλίνει πέραν ενός συγκεκριμένου ποσοστού από την αληθινή τιμή.
4) Αντιβαίνει στο άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας η ρύθμιση περί παραγραφής βάσει της οποίας δεν πρέπει να αναμένεται στην πραγματικότητα, ή μόνο σπάνια, η επιβολή των απειλούμενων κυρώσεων στην πράξη.
5) Δεν αντιβαίνει στο άρθρο 6, πρώτη περίπτωση, της πρώτης οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας η εθνική νομοθετική διάταξη κατά την οποία οι κυρώσεις, με τις οποίες προστατεύονται τα περιουσιακά συμφέροντα ορισμένων προσώπων, μπορούν να επιβληθούν κατά κανόνα μόνον κατόπιν υποβολής εγκλήσεως από τον παθόντα. Εντούτοις, τούτο προϋποθέτει ότι πέραν της διατάξεως αυτής υπάρχει και γενική νομοθετική διάταξη η οποία προβλέπει, για την προστασία των συμφερόντων τρίτων ακόμη και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε περιουσιακή βλάβη, αποτελεσματικές, σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αποτρεπτικές κυρώσεις οι οποίες μπορούν να επιβληθούν αυτεπαγγέλτως.
6) Ανάλογης ερμηνείας πρέπει να τύχει το εφαρμοζόμενο επί ενοποιημένων λογαριασμών άρθρο 38, παράγραφος 6 σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, και το άρθρο 16, παράγραφος 3, της έβδομης οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983.
7) Τα δικαστήρια των κρατών μελών υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις των οδηγιών χωρίς να αναμένουν την έκδοση αποφάσεως από το αντίστοιχο εθνικό συνταγματικό δικαστήριο αφήνοντας ανεφάρμοστο τυχόν ηπιότερο ποινικό νόμο ο οποίος έχει εκδοθεί μετά την τέλεση της πράξεως, εφόσον ο νόμος αυτός δεν συνάδει προς την οδηγία.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Ειδ. έκδ. 06/001, σ. 80. Το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΟΚ αντιστοιχεί στο άρθρο 48 ΕΚ.
3 – Ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17. Το άρθρο 54, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ αντιστοιχεί στο άρθρο 44, παράγραφος 2, ΕΚ.
4 – Βλ. το άρθρο 1 της πρώτης οδηγίας και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας.
5 – EE L 193, σ. 1. Το άρθρο 54, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ αντιστοιχεί προς το άρθρο 44, παράγραφος 2, ΕΚ.
6 – Η πρώτη, η τέταρτη και η έβδομη οδηγία τροποποιήθηκαν εσχάτως με το παράρτημα ΙΙ, κεφάλαιο 4, της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 338). Ωστόσο, οι κρίσιμες στην παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως διατάξεις περιλαμβάνονταν ήδη, εφόσον στη συνέχεια δεν σημειώνεται το αντίθετο, στην αρχική μορφή της οδηγίας. Επίσης, για λόγους διαχρονικού δικαίου δεν ασκούν επιρροή στην παρούσα υπόθεση οι τροποποιήσεις της πρώτης οδηγίας που επέφερε το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003 (ΕΕ L 221, σ. 13).
7 – Τέταρτη οδηγία, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/605/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1990, για την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ περί των ετησίων και περί των ενοποιημένων λογαριασμών αντιστοίχως (ΕΕ L 17, σ. 60, στο εξής: οδηγία 90/605).
8 – Νομοθετικό διάταγμα.
9 – Το Decreto legislativo δημοσιεύθηκε στην GURI αριθ. 88, της 15ης Απριλίου 2002, σ. 4. Το νομοθετικό αυτό διάταγμα στηρίζεται στη νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 11 του νόμου 366 της 3ης Οκτωβρίου 2001 (GURI αριθ. 234 της 8ης Οκτωβρίου 2001).
10 – Ιταλικός αστικός κώδικας.
11 – Βλ. τη σκέψη 42 της διατάξεως περί παραπομπής στην υπόθεση C-391/02.
12 – Έτσι το Corte di Appello di Lecce στις σκέψεις 19 και 20 της διατάξεώς του περί παραπομπής στην υπόθεση C-391/02, επικαλούμενο την απόφαση 6889 του ιταλικού Corte Suprema di Cassazione, 5ο τμήμα, της 20ής Φεβρουαρίου 2001.
13 – Έτσι ρητώς το Tribunale di Milano στη διάταξή του περί παραπομπής στην υπόθεση C-403/02.
14 – GURI αριθ. 140 της 19ης Ιουνίου 2001.
15 – Το ότι πρόκειται για κυρώσεις σε εταιρίες, προκύπτει από τον τίτλο του άρθρου 3 του Decreto legislativo 61/02 καθώς και από την όλη συνάφεια του Decreto legislativo 231/01, το οποίο αφορά τη διοικητική ευθύνη των νομικών προσώπων, των εταιριών και των ενώσεων, έστω και χωρίς νομική προσωπικότητα («responsabilità amministrativa delle persone giuridiche, delle società e delle associazioni anche prive di personalità giuridica»).
16 – Ιταλικός ποινικός κώδικας.
17 – Οι κύριες δίκες δεν αφορούν ούτε (κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως) εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις ούτε πράξεις που ζημίωσαν το κράτος, άλλους δημόσιους οργανισμούς ή τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
18 – Στην καθομιλουμένη ονομάζονται επίσης «αφανή αποθεματικά».
19 – Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύριας δίκης καθώς και από τα συμπληρωματικά στοιχεία του κατηγορουμένου S. Berlusconi, η κατηγορία στηρίζεται και σε άλλες αξιόποινες πράξεις που πληρούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που περιέγραφε το παλαιό άρθρο 2640 του Codice Civile.
20 – Βλ. επίσης ΕΕ 2003, C 19, σ. 10.
21 – Τα οικονομικά αποτελέσματα του οικονομικού έτους, πριν από τη φορολόγηση, δεν αποκλίνουν πέραν του 5 % ούτε η καθαρή περιούσια πέραν του 1 % (βλ. το νέο άρθρο 2621, παράγραφος 3, του Codice Civile).
22 – Όπως υποστήριξε συμπληρωματικώς ο κατηγορούμενος Dell’Utri με τα γραπτά υπομνήματα του, στην περίπτωση του πρόκειται για την κατηγορία των λογιστικών παρατυπιών στους ισολογισμούς της εταιρίας Publitalia ’80 SpA, η οποία εδραστηριοποιείτο ως «concessionaria di pubblicità» για τον όμιλο Fininvest και της οποίας πρόεδρος ήταν ο M. Dell’Utri. Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κατηγορία της δημιουργίας αποθεματικών μαύρων χρημάτων («αφανή αποθεματικά»).
23 – Γενική Εισαγγελία Εφετών του Lecce.
24 – Εισαγγελία του Μιλάνου.
25 – Χάριν συντομίας θα χρησιμοποιώ αυτόν τον γενικό όρο στη συνέχεια για την πρώτη, την τέταρτη και την έβδομη οδηγία.
26 – Απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004, C-480/00, C-481/00, C-482/00, C-484/00, C-489/00, C-490/00, C-491/00, C-497/00, C-498/00 και C-499/00, Ribaldi (μη εισέτι δημοσιευθείσα στην Συλλογή, σκέψη 73), διάταξη της 11ης Φεβρουαρίου 2004, C-438/03, C-439/03, C-509/03 και C-2/04, Cannito κ.λπ. (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 6 έως 8 με περαιτέρω παραπομπές), απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6).
27 – Βλ., π.χ., τη διάταξη Cannito (ιδίως τις σκέψεις 9 και 10) και την απόφαση Telemarsicabruzzo (ιδίως τις σκέψεις 8 και 9), αμφότερες προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 26.
28 – Π.χ. ακύρωση της αποφάσεως με την οποία εγκρίνεται ο ισολογισμός μίας εταιρίας.
29 – Αντικείμενο της διαδικασίας ελέγχου κανόνων δικαίου ενώπιον του συνταγματικού δικαστηρίου μπορεί να είναι, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο το ερώτημα αν το Decreto legislativo 61/02 είναι αντισυνταγματικό εκ του λόγου ότι ο νομοθέτης παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ιταλία βάσει του κοινοτικού δικαίου.
30 – Βλ. συναφώς τα σημεία 131 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
31 – Για τα επιμέρους σημεία βλ. τα σημεία 132 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
32 – Αποφάσεις Ribaldi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 72), της 7ης Ιανουαρίου 2003, C-306/99, BIAO (Συλλογή 2003, σ. I-1, σκέψεις 88 και 89), της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψεις 38 και 39), και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 έως 61).
33 – Απόφαση 161/2004 του Corte costituzionale της 26ης Μαίου/1ης Ιουνίου 2004.
34 – Το άρθρο 117, παράγραφος 1, του ιταλικού συντάγματος ορίζει ότι η νομοθετική εξουσία ασκείται από το κράτος καθώς και από τις περιφέρειες κατά τρόπο σύμφωνο προς το σύνταγμα και προς τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και από διεθνείς υποχρεώσεις.
35 – Διάταξη 165/2004 του Corte costituzionale της 26ης Μαϊου/1ης Ιουνίου 2004.
36 – Ειρήσθω εν παρόδω ότι μέχρι τούδε, σε παρόμοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο παγίως κρίνει ως παραδεκτές τις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Βλ. την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-341/94, Allain (Συλλογή 1996, σ, I-4631, σκέψεις 12 και 13), την απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-3561, σκέψεις 39 και 40), και τη διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2004, C-235/02, Saetti και Frediani (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 26). Βλ. περαιτέρω τις αναπτύξεις μου στα σημεία 25 έως 27 των προτάσεών μου της 10ης Ιουνίου 2004, C-457/02, Niselli (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή).
37 – Επί της εννοίας και του περιεχομένου του ετήσιου λογαριασμού βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας. Στη συνέχεια, χάριν συντομίας θα γίνεται χρήση του όρου «ετήσιος λογαριασμός».
38 – Αυτό ακριβώς είναι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-387/02 και C-403/02. Η διάταξη περί παραπομπής στην υπόθεση C-391/02 προϋποθέτει ήδη με τη σκέψη 35 ότι ενδεδειγμένες κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν και στην περίπτωση της δημοσιεύσεως ψευδών, από απόψεως περιεχομένου, ετήσιων λογαριασμών.
39 – Πανομοιότυπη ρύθμιση περιέχει το άρθρο 38, παράγραφος 6, της έβδομης οδηγίας για τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ομίλων επιχειρήσεων.
40 – Βλ., αντί πολλών, την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-294/01, Granarolo (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 34 με περαιτέρω παραπομπές).
41 – Βλ. συναφώς και την απόφαση BIAO (προαπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψεις 72 επ.), περαιτέρω τις αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-275/97, DE + ES Bauunternehmung (Συλλογή 1999, σ. I-5331, σκέψεις 26 και 27) και της 27ης Ιουνίου 1996, C-234/94, Tomberger (Συλλογή 1996, σ. I-3133, σκέψη 17, όπως διορθώθηκε με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1997, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή). Το αυτό ισχύει και για τους ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της έβδομης οδηγίας.
42 – Αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1997, C-97/96, Daihatsu Deutschland (Συλλογή 1997, σ. I-6843, σκέψη 14), και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 66).
43 – Το άρθρο 47, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της τέταρτης οδηγίας παραπέμπει ρητώς στην πρώτη οδηγία• αντιστρόφως, ήδη το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της πρώτης οδηγίας εξαγγέλλει την έκδοση οδηγίας για τον συντονισμό του περιεχομένου των ισολογισμών και των λογαριασμό αποτελεσμάτων κάθε χρήσεως, πράγμα που συνέβη με την τέταρτη οδηγία.
44 – Σχετικά με την άγνοια των τρίτων περί της λογιστικής και οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας βλ. επίσης την απόφαση Daihatsu Deutschland (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 22). Ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς τονίζει επίσης στο σημείο 32 των προτάσεών του της 5ης Ιουνίου 1997 επί της υποθέσεως C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449, I-5452), ότι η υποχρέωση δημοσιεύσεως των ετήσιων λογαριασμών «αποσκοπεί στην ενημέρωση των προσώπων εκείνων που δεν γνωρίζουν αρκετά την κατάσταση της εταιρίας και τα τεκταινόμενα σε αυτήν, ακριβώς για να κρίνουν αν ενδείκνυται να συνάψουν οποιαδήποτε έννομη σχέση μαζί της».
45 – Και το Δικαστήριο υπογραμμίζει με την απόφασή του Daihatsu Deutschland (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 18) τη σημασία των οδηγιών που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 44, παράγραφος 2, στοιχείο ζ΄, ΕΚ για την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς• παρομοίως ήδη η απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1974, 32/74, Haaga (Συλλογή τόμος 1974, σ. 491, σκέψη 6).
46 – Η ιδιαίτερη σημασία της ορθότητας των ετήσιων λογαριασμών, όχι μόνον για τους εταίρους και τους πιστωτές, αλλά και για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και για την οικονομία εν γένει, τονίζεται π.χ. και στην έκθεση ομάδος υψηλόβαθμων εμπειρογνωμόνων που δημοσιεύθηκε στις Βρυξέλλες στις 4 Νοεμβρίου 2002 στην οποία η Επιτροπή ανέθεσε την διατύπωση συστάσεων σχετικά με το ευρωπαϊκό εταιρικό δίκαιο: Έκθεση της ομάδος υψηλόβαθμων εμπειρογνωμόνων στον χώρο του δικαίου των εταιριών σχετικά με τις προϋποθέσεις πλαισίου που θέτει το δίκαιο των εταιριών στην Ευρώπη, σ. 71 επ., τμήμα 4.3, τελευταία παράγραφος• η έκθεση αυτή βρίσκεται (20 Ιουλίου 2004) στην ηλεκτρονική διεύθυνση .
47 – Την ίδια άποψη διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς –αν και αναφέρεται απλώς στις κυρώσεις που αφορούν την μη δημοσίευση των ετήσιων λογαριασμών- στις προτάσεις του της 5ης Ιουνίου 1997, C-191/95 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σημείο 30).
48 – Το άρθρο 47, παράγραφος 1α, της τέταρτης οδηγίας προστέθηκε με την οδηγία 90/605.
49 – Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997, C-104/96, Coöperatieve Rabobank „Vecht en Plassengebied“ (Συλλογή 1997, σ. I-7211, ιδίως σκέψεις 22 έως 25).
50 – Απόφαση Rabobank (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 49, σκέψεις 25 έως 27).
51 – Πάγια νομολογία από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 23)· βλ. επίσης την απόφαση Allain (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 24) καθώς και τις αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-167/01, Inspire Art (Συλλογή 2003, σ. I-10155, σκέψη 62), και της 15ης Ιανουαρίου 2004, C-230/01, Penycoed (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 36).
52 – Βλ. ιδίως το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στις υποθέσεις C-387/02 και C-403/02 καθώς και το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-391/02.
53 – Βλ. συναφώς ιδίως το έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-391/02.
54 – Βλ. συναφώς το σκεπτικό στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα των υποθέσεων C-387/02 και C-403/02 καθώς και το σκεπτικό στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα της υποθέσεως C-391/02.
55 – Βλ. συναφώς το πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-391/02 καθώς και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-403/02.
56 – Βλ. συναφώς το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-387/02 καθώς και το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-391/02.
57 – Αυτό ζητείται π.χ. με το πρώτο σκέλος του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-403/02 .
58 – Πάγια νομολογία· βλ. μόνον την απόφαση Tombesi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 36) καθώς και τις αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-151/02, Jaeger (Συλλογή 2003, σ. I-8389, σκέψη 43), της 3ης Μαΐου 2001, C-28/99, Verdonck κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-3399, σκέψη 28), και της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-292/92, Hünermund κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6787, σκέψη 8). Παρεμφερής και η απόφαση Inspire Art (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 63).
59 – Πάγια νομολογία από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψεις 23 και 24). Βλ. επίσης τις αποφάσεις Allain (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 24) και Inspire Art (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51, σκέψη 62).
60 – Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας και την πρώτη αιτιολογική σκέψη της τέταρτης οδηγίας καθώς και των σκέψεων που διατύπωσα στα σημεία 72 έως 75 των ανά χείρας προτάσεων.
61 – Αυτό το τελευταίο σημείο τονίζει ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven στο σημείο 8 των προτάσεών του της 5ης Δεκεμβρίου 1989 επί της υποθέσεως C-326/88, Hansen (Συλλογή 1990, σ. I-2911, I-2919). Αποτελεσματικές σημαίνει, κατά την άποψή του, ότι «μεταξύ άλλων, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιδιώκουν την επίτευξη των στόχων των οικείων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου».
62 – Βλ. μόνον τις αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-201/02, Delena Wells (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 67 με περαιτέρω παραπομπές), και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-312/93, Peterbroeck (Συλλογή 1995, σ. I-4599, σκέψη 12).
63 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2003, C-404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-6695, σκέψη 24), της 16ης Ιουλίου 1998, C-298/96, Oelmühle Hamburg και Schmidt Söhne (Συλλογή 1998, σ. I-4767, σκέψη 24), και της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 19).
64 – Την ίδια άποψη διατυπώνει και ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven στις προτάσεις του της 5ης Δεκεμβρίου1989 επί της υποθέσεως Hansen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σημείο 8): «κυρώσεις με “αποτρεπτικό χαρακτήρα” και “σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας” σημαίνει ότι οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι επαρκώς αυστηρές, όχι όμως δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό».
65 – Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-354/99, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2001, σ. I-7657, σκέψη 47), βλ. συναφώς το σημείο 27 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 5ης Απριλίου 2001 (Συλλογή 2001, σ. I-7660). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. I-2435, σκέψεις 56 έως 58), και C-383/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. I-2479, σκέψεις 41 και 42).
66 – Επί της αρχής της αναλογικότητας βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2003, C-220/01, Lennox (Συλλογή 2003, σ. I-7091, σκέψη 76), της 12ης Μαρτίου 2002, C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2569, σκέψη 62), και της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21). Βλ. επίσης την απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-29/95, Pastoors και Trans-Cap (Συλλογή 1997, σ. I-285, σκέψη 24, τελευταίο εδάφιο, και σκέψεις 25 έως 28).
67 – Κατά την ανωτέρω έννοια –σε σχέση με τη συμβατότητα εθνικών δικονομικών διατάξεων με την αρχή της αποτελεσματικότητας- είναι πάγια η νομολογία: βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση Peterbroeck (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62, σκέψη 14) καθώς και τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C-276/01, Steffensen (Συλλογή 2003, σ. I-3735, σκέψη 66), της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-327/00, Santex (Συλλογή 2003, σ. I-1877, σκέψη 56) και της 21ης Νοεμβρίου 2002, C-473/00, Cofidis (Συλλογή 2002, σ. I-10875, σκέψη 37).
68 – Βλ. συναφώς και την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41 νομολογία.
69 – Αντίστοιχες διατάξεις για τους ενοποιημένους λογαριασμούς περιέχει το άρθρο 16 της έβδομης οδηγίας.
70 – SEC Staff Accounting Bulletin No. 99, 17 CFR Part 211 [Release No. SAB 99], που φέρει ημερομηνία 12 Αυγούστου 1999, και υπάρχει (13 Ιουλίου 2004) στο διαδίκτυο στην ηλεκτρονική διεύθυνση . Κατά την άποψη της διοικήσεως της SEC ισχύουν τα ακόλουθα: «Exclusive reliance on certain quantitative benchmarks to assess materiality in preparing financial statements and performing audits of those financial statements is inappropriate; misstatements are not immaterial simply because they fall beneath a numerical threshold». Ως ένα μεταξύ πλειόνων κριτηρίων για την εκτίμηση σχετικά με το αν μία ποσοτικά ασήμαντη απόκλιση είναι εντούτοις ποιοτικά σημαντική, αναφέρεται μεταξύ άλλων στο ίδιο έγγραφο και ότι: «whether the misstatement involves concealment of an unlawful transaction». Και η πρόθεση παροχής ψευδών στοιχείων ενδέχεται να έχει σημασία για την εκτίμησή της: «In certain circumstances, intentional immaterial misstatements are unlawful».
71 – Ωστόσο, αυτό υποστηρίζει ο κατηγορούμενος S. Berlusconi με τις γραπτές παρατηρήσεις του.
72 – Κανονισμός (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L 10, σ. 30).
73 – Βλ. την πέμπτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί εξαιρέσεων κατά κατηγορίες (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 72).
74 – Βλ. το σημείο 11 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας οι οποίες δεν περιορίζουν σημαντικά τον ανταγωνισμό σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (de minimis) (ΕΕ 2001, C 368, σ. 13).
75 – Προς σύγκριση: Το παλαιό άρθρο 2621 του Codice Civile προέβλεπε ότι ο χρόνος παραγραφής ήταν δέκα έτη• στην περίπτωση της διακοπής αυτού του χρόνου παραγραφής το αδίκημα παραγραφόταν το αργότερο μετά δεκαπέντε έτη συνολικώς (βλ. π.χ. το σημείο 42 της διατάξεως περί παραπομπής στην υπόθεση C-391/02).
76 – Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-278/02, Handlbauer (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 40, η οποία διορθώθηκε με διάταξη του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2004, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή).
77 – Άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 2988/95).
78 – Άρθρο 25 και 26 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1). Ρύθμιση περί προθεσμιών παρεμφερή προς την παραγραφή απαντά και στο άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1). Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι οι προθεσμίες αναστέλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 6, του Κανονισμού 1/2003 και με το άρθρο 15, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 659/199 καθ’ όν χρόνον υπάρχει εκκρεμοδικία.
79 – Παρεμφερείς εκτιμήσεις έχουν διατυπωθεί και σε άλλη συνάφεια, ήτοι στο πλαίσιο της νομολογίας σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής ορισμένων δικονομικών προθεσμιών του εθνικού δικαίου σε υποθέσεις που άπτονται του κοινοτικού δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο επιτρέπει κατ’ αρχήν τον καθορισμό (αποκλειστικών) προθεσμιών, ωστόσο βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας οι προθεσμίες αυτές δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου· βλ. συναφώς τις αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis (Συλλογή 1998, σ. I-4951, σκέψεις 34 και 35), και της 17ης Ιουνίου 2004, C-30/02, Recheio – Cash & Carry (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 17 και 18).
80 – Βλ. επίσης τα σημεία 88 και 89 των ανά χείρας προτάσεών μου.
81 – Στην περίπτωση που τα αιτούντα δικαστήρια προτίθενται να στηριχθούν και σε στατιστικές προκειμένου να εκτιμήσουν το ιταλικό σύστημα περί παραγραφών, όπως προτείνει ο κατηγορούμενος S. Berlusconi τότε θα πρέπει να προσέξουν, όπως είναι εύλογο, ότι οι στατιστικές αυτές έχουν βαρύνουσα σημασία διότι αναφέρονται ειδικώς στα υπό κρίση εν προκειμένω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων και διότι επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ των συνεπειών που παράγει η παραγραφή βάσει του προϊσχύσαντος και του ισχύοντος δικαίου.
82 – Που υπεγράφη στις 4 Νοεμβρίου 1950 στη Ρώμη.
83 – ΕΕ 2000, C 364, σ. 1. Μολονότι ο Χάρτης αυτός δεν παράγει εισέτι δεσμευτικές έννομες συνέπειες ανάλογες με αυτές του πρωτογενούς δικαίου, εντούτοις παρέχει στοιχεία, ως πηγή γνώσεως του δικαίου, σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνει η κοινοτική έννομη τάξη• υπό το πνεύμα αυτό βλ. επίσης το σημείο 51 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 29ης Ιουνίου 2004, επί της υποθέσεως C-181/03 P, Nardone (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή), το σημείο 126 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Mischo της 20ης Σεπτεμβρίου 2001 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-20/00 και C-64/00, Booker Aquaculture και Hydro Seafood (Συλλογή 2003, σ. I-7411, I-7415), το σημείο 28 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 8ης Φεβρουαρίου 2001 επί της υποθέσεως C-173/99, BECTU (Συλλογή 2001, σ. I-4881, I-4883), καθώς και τα σημεία 82 και 83 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Léger της 10ης Ιουλίου 2001 επί της υποθέσεως C-353/99 P, Hautala (Συλλογή 2001, σ. I-9565, I-9567).
84 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417, ιδίως σκέψεις 21, 29 και 47), και της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P, C-251/99 P, C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-8375, ιδίως σκέψη 187).
85 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 23· βλ. επίσης την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 67) και τη διάταξη της 23ης Σεπτεμβρίου 2004 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-435/02 και C-103/03, Springer και Weske (με εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 28 έως 35).
86 – Σημεία 67 έως 81 των ανά χείρας προτάσεών μου.
87 – Βλ. συναφώς τα σημεία 93 έως 104 και 106 έως 111 των ανά χείρας προτάσεών μου.
88 – Στο πλαίσιο αυτό, οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri κ.λπ. επικαλούνται τα άρθρα 2393 έως 2395 του Codice Civile.
89 – Στο πλαίσιο αυτό, οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri επικαλούνται ως παραδείγματα το άρθρο 2379 και το νέο άρθρο 2434bis του Codice Civile.
90 – Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται από διάφορες πλευρές το νέο άρθρο 25ter του Decreto legislativo 231/01 (το οποίο προσετέθη με το Decreto legislativo 61/02).
91 – Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται αναφορά στο νέο άρθρο 2630 του Codice Civile.
92 – Στο πλαίσιο αυτό, οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri αναφέρουν μεταξύ άλλων ως παραδείγματα τα άρθρα 2409 bis έως 2409 septies του Codice Civile, τα οποία προσετέθησαν με το Decreto legislativo υπ’αριθ. 6 της 17ης Ιανουαρίου 2003 (GURI αριθ. 17, της 22ας Ιανουαρίου 2003).
93 – Βλ. σημεία 85 έως 87 των ανά χείρας προτάσεών μου.
94 – Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1991, C-7/90, Vandevenne κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-4371, σκέψη 17), βλ. συναφώς το σημείο 8 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 19ης Φεβρουαρίου 1991. Ομοίως και η απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, C-58/95, C-75/95, C-112/95, C-119/95, C-123/95, C-135/95, C-140/95, C-141/95, C-154/95 και C-157/95, Gallotti κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-4345, σκέψεις 14 και15).
95 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση Inspire Art (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 62 και 63). Βλ. επίσης το σημείο 91 των ανά χείρας προτάσεών μου.
96 – Βλ. συναφώς τα σημεία 115 έως 117 των ανά χείρας προτάσεών μου που παραπέμπουν στις αποφάσεις Daihatsu Deutschland και Επιτροπή κατά Γερμανίας (αμφότερες προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 42).
97 – Τούτο επισημαίνουν οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri με τις γραπτές παρατηρήσεις τους. Η γενική εισαγγελία του Εφετείου του Lecce αντιτάσσει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι π.χ. στην περίπτωση των εισηγμένων στο χρηματιστήριο επιχειρήσεων δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε τρίτος να ζητήσει την ακύρωση των αποφάσεων της εταιρίας. Και οι κατηγορούμενοι S. Berlusconi και M. Dell’Utri αναφέρουν στις παρατηρήσεις τους την ύπαρξη ορισμένων περιορισμών όσον αφορά το δικαίωμα που έχουν τρίτοι να προσβάλουν τις αποφάσεις της εταιρίας (βλ. π.χ. το άρθρο 2434bis του Codice Civile).
98 – Όπως τονίζει ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς στις προτάσεις του της 5ης Ιουνίου 1997 επί της υποθέσεως C-191/95 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 44, σημείο 33) τα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα να ασκήσουν αγωγή ακυρώσεως δεν έχουν πάντοτε συμφέρον να κινήσουν τη σχετική διαδικασία.
99 – Όπως τροποποιήθηκε με το Decreto legislativo 61/02. Τόσο ο κατηγορούμενος S. Berlusconi όσο και ο κατηγορούμενος M. Dell’Utri παραπέμπουν ρητώς στη διάταξη αυτή.
100 – Βλ. επίσης τα άρθρα 5 και 6 του Decreto legislativo 231/01.
101 – Σημεία 67 έως 81 των ανά χείρας προτάσεών μου.
102 – Βλ. συναφώς το άρθρο 51 της τέταρτης οδηγίας και το άρθρο 37 της έβδομης οδηγίας. Βλ. επίσης τα άρθρα 23 έως 27 της όγδοης οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, βασιζόμενης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ΄, της Συνθήκης για τη χορήγηση αδείας στους υπευθύνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126, σ. 20), η οποία τροποποιήθηκε εσχάτως με το παράρτημα XXII της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΕ 1994, L 1, σ. 517). Το άρθρο 54, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ αντιστοιχεί προς το άρθρο 44, παράγραφος 2, ΕΚ.
103 – Έτι σαφέστερη απ’ ό,τι η γλωσσική απόδοση της διατάξεως στη γερμανική είναι π.χ. η γλωσσική απόδοση στη γαλλική «sanctions appropriées», στην ιταλική «adeguate sanzioni», στην ισπανική «sanciones apropiadas», στην πορτογαλική «sanções apropriadas», στην ολλανδική «passende sancties» και στην αγγλική «appropriate penalties».
104 – Κατά την προφορική διαδικασία η γενική εισαγγελία του Lecce τόνισε μεταξύ άλλων ότι η ποινή της απαγορεύσεως ασκήσεως επαγγέλματος στην περίπτωση των διαχειριστών επιχειρήσεων μπορεί να επιβληθεί μόνον εφόσον έχει διαπραχθεί πλημμέλημα (delitto).
105 – Βλ. επί του ιδίου προβλήματος τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Niselli (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σημεία 52 έως 75).
106 – Επικαλούνται συναφώς το άρθρο 3 του ιταλικού συντάγματος (αρχή της ίσης μεταχειρίσεως) καθώς και τα άρθρα 11 και 117 του ιταλικού συντάγματος (διεθνείς δεσμεύσεις της Ιταλίας ιδίως στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου)· βλ. συναφώς και την υποσημείωση 34.
107 – Πάγια νομολογία από την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa κατά ENEL (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191).
108 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 243, σκέψεις 21 έως 23). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame (Συλλογή 1990, σ. I-2433, σκέψη 20), και της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 32).
109 – Απόφαση Simmenthal (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 108, σκέψη 24· η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 2000, C-258/98, Carra κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-4217, σκέψη 16), και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-416/00, Morellato (Συλλογή 2003, σ. I-9343, σκέψεις 43 και 44).
110 – Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1969, 29/68, Milch-, Fett- und Eierkontor κατά Hauptzollamt Saarbrücken (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 49, σκέψεις 2 και 3). Βλ. επίσης την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 52/76, Benedetti κατά Munari (Συλλογή τόμος 1977, σ. 63, σκέψεις 26 και 27), και τη διάταξη της 5ης Μαρτίου 1986, 69/85, Wünsche III (Συλλογή 1986, σ. 947, σκέψεις 13 έως 15)• παρεμφερής και η γνωμοδότηση 1/91 της 14ης Δεκεμβρίου 1991, EWR I (Συλλογή 1991, σ. I-6079, σκέψη 61).
111 – Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψεις 16 και 17), και 66/79, 127/79 και 128/79, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψη 9), καθώς και της 22ας Οκτωβρίου 1998, C-10/97 έως C-22/97, IN.CO.GE.’90 κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-6307, σκέψη 23), και της 13ης Ιανουαρίου 2004, C-453/00, Kühne & Heitz (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 21).
112 – Αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salò κατά X (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 20), της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro (Συλλογή 1996, σ. I-4705, σκέψη 36), και της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-60/02, X (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 61).
113 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 18ης Ιουνίου 1996 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-74/95 και C-129/95, X (Συλλογή 1996, σ. I-6609, I-6612, σημείο 43). Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 24ης Οκτωβρίου 1996 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-3564, σημείο 37).
114 – Η οποία υπεγράφη στις 19 Δεκεμβρίου 1966 (UN Treaty Series, τόμος 999, σ. 171).
115 – Βλ. συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-74/95 και C-129/95, X (Συλλογή 1996, σ. I-6609, σκέψη 25) η οποία παραπέμπει στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 25ης Μαΐου 1993 (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Κοκκινάκης της 25ης Μαΐου 1993, σειρά A, αριθ. 260-A, § 52) και της 22ας Νοεμβρίου 1995 (ΕΔΔΑ, απόφαση S. W. κατά Ηνωμένου Βασιλείου και C. R. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σειρά Α, αριθ. 335-B, § 35, και 335-C, § 33). Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1984, 63/83, Kirk (Συλλογή 1984, σ. 2689, σκέψη 22).
116 – Βλ. συναφώς ιδίως την απόφαση C-74/95 και C-129/95 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 115, σκέψεις 24 και 25), περαιτέρω την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 13), και την απόφαση Arcaro (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 42).
117 – Αποφάσεις Pretore di Salò (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 19), Arcaro (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 112, σκέψη 36) και Daihatsu Deutschland (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 24), οι οποίες παραπέμπουν στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48). Βλ. περαιτέρω την απόφαση Tombesi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 42) και την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 115, σκέψη 23).
118 – Προτάσεις της 6ης Μαΐου 2003, C-397/01 έως C-403/01 (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή). Δεδομένου ότι, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ετίθετο το θεμελιώδες ζήτημα της άμεσης ισχύος των οδηγιών μεταξύ ιδιωτών, το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στην ολομέλεια και εκείνη κίνησε εκ νέου την προφορική διαδικασία. Ο γενικός εισαγγελέας ενέμεινε και με τις δεύτερες προτάσεις του της 27ης Απριλίου 2004 στην άποψή του.
119 – Σημείο 38 των (δεύτερων) προτάσεων της 27ης Απριλίου 2004 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-397/01 έως C-403/01 (Pfeiffer).
120 – Βλ. συναφώς τις παραπομπές στην υποσημείωση 112.
121 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45), της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL (Συλλογή 2003, σ. I-4431, σκέψη 58) και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-157/02, Rieser (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 66).
122 – Βλ. συναφώς κατωτέρω, τα σημεία 154 επ. των ανά χείρας προτάσεών μου.
123 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 43. Βλ. περαιτέρω τη διάταξη Saetti (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 26).
124 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36.
125 – Ως προς το ζήτημα της συγκρισιμότητας της παρούσας υποθέσεως με τις υποθέσεις Tombesi και Niselli ουδεμία επιρροή ασκεί κατά τα λοιπά το αν το Decreto legislativo 61/02 επιφέρει (μερική) «abolitio criminis», όπως φρονεί ο κατηγορούμενος Μ. Dell’Utri, ή αν, αντιθέτως, υφίσταται «ρυθμιστική συνέχεια» μεταξύ των νέων και των παλαιών στοιχείων του πραγματικού των ποινικών διατάξεων, όπως υποστηρίζουν το Tribunale di Milano με τη διάταξή του περί παραπομπής επί της υποθέσεως C-403/02 και η Ιταλική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της. Κρίσιμο είναι αν και στη μία και στην άλλη περίπτωση αίρεται, λόγω νομοθετικής μεταβολής, το αξιόποινο για ορισμένες πράξεις για τις οποίες υπό το προϊσχύσαν καθεστώς (και κατά τον χρόνο τελέσεώς τους) προβλεπόταν η επιβολή ποινής. Η διχογνωμία ως προς το αν υπάρχει «abolitio criminis» ή «ρυθμιστική συνέχεια» έχει καθαρά ακαδημαϊκό χαρακτήρα.
126 – Βλ. την απόφαση Delena Wells (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62, σκέψη 57) και τις προτάσεις μου της 29ης Ιανουαρίου 2004, C-127/02, Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenzee κ.λπ. (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σημεία 146 επ.).
127 – Βλ. την απόφαση Allain (σκέψη 12), τη διάταξη Saetti και Frediani (σκέψη 26) και την απόφαση Tombesi (σκέψεις 42 και 43), όλες προμνημονευθείσες στην υποσημείωση 36. Παρεμφερείς και οι αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-361, σκέψη 9), της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-163/94, C-165/94 και C-250/94, Sanz de Lera κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-4821, σκέψη 14), της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-193/94, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (Συλλογή 1996, σ. I-929, σκέψη 17), και της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-230/97, Awoyemi (Συλλογή 1998, σ. I-6781, σκέψη 38). Βλ. περαιτέρω τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs επί της υποθέσεως Tombesi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 113, σημείο 35).
128 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36.
129 – Στην Ιταλία π.χ. η επιταγή αυτή κατοχυρώνεται με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του Codice Penale, στη Γερμανία με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του Strafgesetzbuch. Εξ όσων γνωρίζω η αρχή αυτή δεν αναγνωρίζεται μόνο στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
130 – Βλ. π.χ. το άρθρο 15, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
131 – Βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95, και συναφώς την απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004, C-295/02, Gerken (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 52 έως 58).
132 – Το ερώτημα αν πρόκειται για αρχή του κοινοτικού δικαίου ετέθη ήδη από τον γενικό εισαγγελέα Fennelly στις προτάσεις του της 7ης Μαρτίου 1996 επί της υποθέσεως C-341/94, Allain (Συλλογή 1996, σ. I-4633, σημείο 43), χωρίς ωστόσο να το απαντήσει επί της ουσίας. Ο γενικός εισαγγελέας Léger με τις προτάσεις του της 16ης Ιουλίου 1998 επί της υποθέσεως C-230/97, Awoyemi (Συλλογή 1998, σ. I-6784, σημεία 31 και 32), έδωσε αρνητική απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα επικαλούμενος την προγενέστερη νομολογία.
133 – Σχετικά με την υποχρέωση εφαρμογής των γενικών δικαιϊκών αρχών του κοινοτικού δικαίου βλ. αντί πολλών την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-36/94, Siesse (Συλλογή 1995, σ. I-3573, σκέψη 21).
134 – Στην Ιταλία π.χ. η αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου αποκλείεται στην περίπτωση που έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή στην περίπτωση που πρόκειται για εξαιρετικούς νόμους ή για νόμους προσωρινής ισχύος (άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, του Codice Penale). Η Επιτροπή μνημονεύει επίσης την υπ’ αριθ. 51 απόφαση του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου (Corte costituzionale) της 19/22 Φεβρουαρίου 1985, η οποία έκρινε ότι η αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου ποινικού νόμου δεν ισχύει για νομοθετικά διατάγματα (Decreto legge), τα οποία δεν κυρώθηκαν από τη Βουλή ως νόμοι και, ως εκ τούτου, απώλεσαν την ισχύ τους αναδρομικά· βλ. συναφώς και το άρθρο 77, παράγραφος 3, του ιταλικού συντάγματος.
135 – Άλλως θα είχαν τα πράγματα στην αντίθετη περίπτωση κατά την οποία ο ισχύων κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως ποινικός νόμος ήταν ο ηπιότερος ή στην περίπτωση που κατά τον χρόνο τελέσεώς της η πράξη δεν ήταν αξιόποινη. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για εξαίρεση από τη θεμελιώδη αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου» που αποτελεί έκφραση του κράτους δικαίου, αλλά προφανώς για την εφαρμογή της. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εφαρμόζεται ο ηπιότερος ποινικός νόμος ή να ισχύει η μη πρόβλεψη ποινικών ευθυνών ακόμη και εάν η προγενέστερη εθνική νομοθεσία αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο.
136 – Σημεία 156 και 157 των ανά χείρας προτάσεών μου.
137 – Για το πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και του ποινικού δικονομικού δικαίου η σκέψη αυτή διατυπώνεται π.χ. στις αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 19), και της 24ης Νοεμβρίου 1998, C-274/96, Bickel και Franz (Συλλογή 1998, σ. I-7637, σκέψη 17).
138 – Σχετικά με την υποχρέωση διασφαλίσεως της εφαρμογής και της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου βλ. επίσης τα σημεία 88 και 134 έως 136 των ανά χείρας προτάσεών μου.
139 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36.
140 – Αποφάσεις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 127.
Full & Egal Universal Law Academy