ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 12ης Φεβρουαρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-397/02
Clinique La Ramée ASBL
και
Winterthur Europe Assurance SA
κατά
Jean-Pierre Riehl
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
[αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του Cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο)]
«Υπάλληλοι – ΚΥΚ – Άρθρο 85α – Υποκατάσταση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Περιεχόμενο του κανόνα της υποκαταστάσεως»
1. Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2) επιβάλλει στις Κοινότητες, όταν ένας υπάλληλος αποβιώσει ή είναι θύμα ατυχήματος ή ασθένειας, ορισμένες χρηματικής φύσεως υποχρεώσεις υπέρ των δικαιούχων του υπαλλήλου αυτού ή του ιδίου του υπαλλήλου. Όταν ο θάνατος, το ατύχημα ή η ασθένεια καταλογίζονται σε τρίτο, ο ΚΥΚ προβλέπει επίσης, στο άρθρο 85α, ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται αυτοδικαίως στα δικαιώματα προσφυγής του υπαλλήλου αυτού ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου.
2. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει ποιο είναι το περιεχόμενο της υποκαταστάσεως αυτής. Πρόκειται για τον καθορισμό του εάν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85α του ΚΥΚ, οι Κοινότητες δικαιούνται να ζητήσουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου την επιστροφή του συνόλου των ποσών που κατέβαλαν κατ’ εφαρμογήν του ΚΥΚ στο θύμα ή στους δικαιούχους του, ή αν η απαίτηση της Κοινότητας πρέπει να περιορίζεται στο ποσό που αντιστοιχεί στην εκτίμηση της ζημίας, υπολογισθείσα σύμφωνα με τους κανόνες του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.
I – Το νομικό πλαίσιο
3. Σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου, ο επιζών σύζυγος δικαιούται, μεταξύ άλλων, των πλήρων αποδοχών ή της συντάξεως του αποβιώσαντος μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 70 του ΚΥΚ, και κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας, σύμφωνα με το άρθρο 10 της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (3). Σύμφωνα με τα άρθρα 79 και 79α του ΚΥΚ, ο επιζών σύζυγος υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου έχει επίσης δικαίωμα συντάξεως επιζώντος.
4. Το άρθρο 85α του ΚΥΚ συνιστά το μοναδικό άρθρο του κεφαλαίου 5, με τίτλο «Υποκατάσταση των Κοινοτήτων», του τίτλου V που αφορά το «Καθεστώς χρηματικών απολαβών και κοινωνικά πλεονεκτήματα του υπαλλήλου». Είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1. Όταν ένας τρίτος ευθύνεται για το θάνατο, το ατύχημα ή την ασθένεια ατόμου που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, οι Κοινότητες υποκαθίστανται αυτοδικαίως, μέσα στα όρια των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου.
2. Η υποκατάσταση της παραγράφου 1 καλύπτει ιδίως:
– τις αποδοχές που εξακολουθούν να καταβάλλονται στον υπάλληλο, σύμφωνα με το άρθρο 59, κατά την περίοδο της προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία,
– τις καταβολές που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 70, μετά το θάνατο υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης,
– τις παροχές που γίνονται, με βάση τα άρθρα 72 και 73 και τις ρυθμίσεις που αποφασίστηκαν για την εφαρμογή τους, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας και ατυχήματος,
– την πληρωμή των εξόδων μεταφοράς της σορού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75,
– τις καταβολές επιπλέον οικογενειακών επιδομάτων […]
– τις καταβολές συντάξεων αναπηρίας λόγω ατυχήματος ή ασθενείας, τα οποία καθιστούν τον υπάλληλο οριστικώς ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του,
– τις καταβολές συντάξεων επιζώντων λόγω θανάτου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ή θανάτου του συζύγου του συνταξιούχου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, που ο ίδιος δεν είναι μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος δικαιούχος σύνταξης,
[…]
3. Ωστόσο, η υποκατάσταση των Κοινοτήτων δεν καλύπτει τα δικαιώματα αποζημίωσης γα ζημίες με καθαρά προσωπικό χαρακτήρα, όπως ιδίως η ηθική βλάβη, η ψυχική οδύνη καθώς και το μέρος των αποζημιώσεων για αισθητικούς λόγους ή για διαφυγούσα απόλαυση που υπερβαίνει την αποζημίωση η οποία θα είχε χορηγηθεί για τους λόγους αυτούς βάσει του άρθρου 73.
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν μπορούν να παρακωλύσουν την άσκηση αγωγής εξ ονόματος και εκ μέρους των Κοινοτήτων.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
5. Η Mireille Guette ήταν υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και σύζυγος του Jean‑Pierre Riehl. Ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας βάσει του άρθρου 78 του ΚΥΚ. Αποβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1990 κατά τη διάρκεια νοσηλείας της στην κλινική La Ramée (4). Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στοιχειοθετείται ότι ο θάνατος καταλογίζεται σε πταίσμα υπαλλήλου της κλινικής αυτής.
6. Κατόπιν του θανάτου της Guette, το Συμβούλιο κατέβαλε στον Riehl:
– 94 000 βελγικά φράγκα (BEF) ως κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για έξοδα κηδείας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10 της κανονιστικής ρυθμίσεως·
– 221 511 BEF που αντιστοιχεί στο ποσόν της συντάξεως αναπηρίας που ελάμβανε η Guette, μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ΚΥΚ, και
– σύνταξη επιζώντος μηνιαίου ποσού 46 294 BEF συν αντισταθμιστικούς τόκους, καταβληθείσα από τον τέταρτο μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου, δυνάμει των άρθρων 79 και 79α του ΚΥΚ.
7. Με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1997, το Tribunal de première instance των Βρυξελλών (Βέλγιο) αποφάνθηκε επί των συνεπειών της αστικής ευθύνης της κλινικής La Ramée. Το Tribunal de première instance των Βρυξελλών, κρίνοντας επί των αιτήσεων του Jean-Pierre Riehl, υποχρέωσε την εν λόγω κλινική να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο Riehl λόγω της απώλειας της οικιακής βοήθειας της συζύγου του και να ικανοποιήσει τη ηθική βλάβη του. Το Tribunal de première instance των Βρυξελλών απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Riehl για αποκατάσταση της απώλειας των εισοδημάτων του, για τον λόγο ότι η απώλεια αυτή είναι κατώτερη του ποσού της καταβαλλόμενης από το Συμβούλιο συντάξεως επιζώντος.
8. Το Tribunal de première instance των Βρυξελλών έκανε δεκτά τα αιτήματα του Συμβουλίου, τα οποία υποβλήθηκαν βάσει του άρθρου 85α του ΚΥΚ, για επιστροφή των καταβληθέντων ή οφειλομένων στον Riehl ποσών ως έξοδα κηδείας, της διατηρήσεως για τρεις μήνες της συντάξεως αναπηρίας και της συντάξεως επιζώντος.
9. Η κλινική La Ramée και ο ασφαλιστής της, η εταιρία Winterthur Europe Assurance SA, έναντι των οποίων η προαναφερθείσα απόφαση κηρύχθηκε κοινή και αντιτάξιμη, άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Η κλινική La Ramée και η Winterthur ισχυρίζονται ότι το Tribunal de première instance των Βρυξελλών παραβίασε το μεταβατικό αποτέλεσμα της υποκαταστάσεως καθόσον χορήγησε στο Συμβούλιο, υποκατασταθέν στα δικαιώματα του Riehl, σημαντικότερα ποσά από αυτά που μπορούσε να απαιτήσει ο Riehl έναντι των τρίτων υπευθύνων της ζημίας.
10. Με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2002, το Cour d’appel των Βρυξελλών (Βέλγιο) επιβεβαίωσε την εφεσιβαλλομένη απόφαση καθόσον υποχρέωσε την κλινική La Ramée να επιστρέψει στο Συμβούλιο τα ποσά των 2 330,20 ευρώ (94 000 BEF) και 5 491,11 ευρώ (221 511 BEF) που κατέβαλε το Συμβούλιο στον Riehl ως έξοδα κηδείας και σύνταξη οφειλόμενη μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου, αντιστοίχως. Το Cour d’appel των Βρυξελλών αποφάνθηκε εκ νέου επί των ποσών που οφείλει η κλινική La Ramée στον Riehl ως αποζημίωση της απώλειας της οικιακής βοήθειας και ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
11. Πάντως, το Cour d’appel των Βρυξελλών αντιμετώπισε νομική δυσχέρεια όσον αφορά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως της απωλείας των εισοδημάτων που υπέστη ο Riehl λόγω του θανάτου της συζύγου του.
12. Το Cour d’appel των Βρυξελλών υπενθύμισε, κατ’ αρχάς, ότι η αποζημίωση που δικαιούται ο Riehl λόγω της απώλειας των εισοδημάτων του έχει ως σκοπό να αντισταθμίσει την απώλεια της οικονομικής ενισχύσεως που η αποβιώσασα σύζυγός τους συνεισέφερε στην οικογένεια (5). Το Cour d’appel των Βρυξελλών προέβη στη συνέχεια σε εκτίμηση αυτής της απώλειας εισοδημάτων. Λαμβανομένου υπόψη του ποσού της συντάξεως αναπηρίας που ελάμβανε η Guette ενόσω ζούσε και το μερίδιό της στις δαπάνες συντηρήσεως της οικογένειας, το Cour d’appel αποφάνθηκε ότι η απώλεια αυτή πρέπει να εκτιμηθεί σε 479,80 ευρώ μηνιαίως από 1ης Οκτωβρίου 1990 (6).
13. Το Cour d’appel των Βρυξελλών εξέτασε τέλος ποια είναι τα αφαιρετέα από το ποσόν αυτό ποσά. Το Cour d’appel επισήμανε ότι πρέπει να αφαιρεθούν οι τρεις μήνες συντάξεως που καταβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 70 του ΚΥΚ, ήτοι 5 491,11 ευρώ (221 511 BEF) διότι το ποσό αυτό και η αποζημίωση που οφείλεται δυνάμει του βελγικού δικαίου στον Riehl ως αντιστάθμιση της απώλειας εισοδημάτων έχουν την ίδια αιτία, δηλαδή το πταίσμα της κλινικής La Ramée, και τείνουν στην αποκατάσταση της ίδιας ζημίας (7).
14. Ωστόσο, το Cour d’appel των Βρυξελλών αναφέρει ότι αντιμετώπισε τις δύο ακόλουθες απόψεις όσον αφορά το θέμα συνυπολογισμού της καταβαλλόμενης από το Συμβούλιο στον Riehl συντάξεως επιζώντος. Αφενός, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι δικαιούται της πλήρους επιστροφής της συντάξεως επιζώντος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85α του ΚΥΚ διότι το άρθρο αυτό ανταποκρίνεται σε ένα ιδιαίτερο νομικό καθεστώς. Αφετέρου, το Cour d’appel εκθέτει ότι το άρθρο 85α του ΚΥΚ προβλέπει ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται μόνον εντός των ορίων που υπέχουν από τον ΚΥΚ λόγω (8) του επιζήμιου γεγονότος και ότι, στη βελγική έννομη τάξη, το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπαιτίου επιζήμιας πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία.
15. Κατά συνέπεια, το Cour d’appel των Βρυξελλών διερωτάται αν υφίσταται αντίφαση μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και του εφαρμοστέου επί της απαιτήσεως κανόνα του εσωτερικού δικαίου.
III – Το προδικαστικό ερώτημα
16. Εν όψει των στοιχείων αυτών, το Cour d’appel των Βρυξελλών αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 85α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως θεσπίστηκε με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, καθώς και με τους κανονισμούς που τον τροποποίησαν, την έννοια ότι παρέχει στις Κοινότητες το δικαίωμα να ζητούν από τρίτον υπαίτιο του θανάτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων την εξ ολοκλήρου επιστροφή της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ενώ η νομοθεσία που εφαρμόζεται επί της αξιώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπαιτίου παρανόμου πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία, η δε ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απωλείας των εισοδημάτων της θανούσας συζύγου του είναι μικρότερη από το ποσό της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται;»
IV – Εκτίμηση
17. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο Riehl φρονούν ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει καταφατική απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Υποστηρίζουν ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 85α του ΚΥΚ υποκατάσταση συνιστά ιδιαίτερο μηχανισμό του κοινοτικού δικαίου η οποία, δυνάμει των αρχών της υπεροχής και του αμέσου αποτελέσματος, δεν μπορεί να παρακαμφθεί κατ’ εφαρμογήν κανόνα εθνικού δικαίου. Κατά την άποψή τους, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της υποκαταστάσεως που θεσπίζεται στο άρθρο 85α του ΚΥΚ προκύπτει από το περιεχόμενο του άρθρου αυτού, που προβλέπει ότι λειτουργεί αυτοδικαίως κατά τη στιγμή επελεύσεως του επιζημίου γεγονότος. Το Δικαστήριο έκρινε έτσι στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, Joris (9). Σύμφωνα με την Επιτροπή, επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 85α, παράγραφος 4, του ΚΥΚ με το οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να παράσχει στις Κοινότητες δικαίωμα ασκήσεως ευθείας προσφυγής. Επομένως, η υποκατάσταση των Κοινοτήτων δεν περιορίζεται στην αποζημίωση που χορηγείται βάσει του εθνικού δικαίου στον υπάλληλο ή στους δικαιούχους του, αλλά εκτείνεται στο σύνολο των παροχών που απαριθμούνται στο άρθρο 85α, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
18. Δεν συντάσσομαι με την ανάλυση αυτή. Φυσικά, μολονότι ο ΚΥΚ έχει κατ’ ουσίαν ως αντικείμενο να καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων έναντι των οργάνων που τους απασχολούν (10), συνομολογείται ότι μπορεί να έχει αποτελέσματα έναντι τρίτων και υποχρεώνει τα κράτη μέλη καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή του (11). Πράγματι, λόγω της κανονιστικής φύσεώς του, ο ΚΥΚ τυγχάνει άμεσης εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη και μπορεί να χορηγεί στους υπαλλήλους όπως και στις Κοινότητες δικαιώματα, που υποχρεούνται να προστατεύουν τα εθνικά δικαστήρια (12).
19. Πάντως, πρέπει και τα δικαιώματα που διεκδικεί το Συμβούλιο ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ως χορηγηθέντα από τον ΚΥΚ, να προβλέπονται πράγματι στον ΚΥΚ. Πάντως, αντίθετα προς το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τον Riehl, δεν βρίσκω στο περιεχόμενο του άρθρου 85α του ΚΥΚ τη νομική βάση με την οποία μπορεί κανείς να συνταχθεί με τη θέση τους και να δώσει καταφατική απάντηση στο υποβληθέν από το Cour d’appel των Βρυξελλών προδικαστικό ερώτημα. Αντιθέτως, όπως η κλινική La Ramée, σκέφτομαι ότι το άρθρο 85α του ΚΥΚ δεν επιτρέπει στις Κοινότητες να λάβουν από τον τρίτο υπαίτιο του θανάτου υπαλλήλου την επιστροφή των παροχών που καταβλήθηκαν στους δικαιούχους του υπαλλήλου αυτού, όπως η σύνταξη επιζώντος που χορηγείται στον επιζώντα σύζυγο κατ’ εφαρμογή των άρθρων 79 και 79α του ΚΥΚ, όταν το εθνικό δίκαιο περί ευθύνης αποκλείει τις εν λόγω παροχές από την προς αποκατάσταση ζημία.
20. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η έννοια και το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 85α του ΚΥΚ, επιβάλλεται να αναφερθεί αυτό που καλύπτει η νομική έννοια της «υποκαταστάσεως» στις διάφορες εθνικές έννομες τάξεις και ποια ήταν η εξέλιξή του.
21. Ο όρος «υποκατάσταση» σημαίνει την υποκατάσταση ενός προσώπου ή ενός πράγματος σε ένα άλλο (13). Από νομικής απόψεως, η έννοια της «προσωπικής υποκαταστάσεως», η οποία μόνον μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, καθορίζει, στο νομικό σύστημα των περισσοτέρων κρατών μελών (14), την υποκατάσταση ενός προσώπου, του υποκαθιστώντος, στα δικαιώματα που συνδέονται με οφειλή της οποίας ένα άλλο πρόσωπο, ο υποκαθιστάμενος, ήταν δικαιούχος, κατόπιν της πληρωμής που πραγματοποίησε το πρώτο πρόσωπο προς το δεύτερο. Κατά συνέπεια, η υποκατάσταση συνίσταται στη μεταβίβαση της οφειλής του υποκαθισταμένου στον υποκαθιστώντα λόγω της πληρωμής που πραγματοποίησε ο δεύτερος στον πρώτο. Αυτό το μεταβατικό αποτέλεσμα της υποκαταστάσεως χαρακτηρίζεται συνεπώς από δύο όρια όσον αφορά τα δικαιώματα που μεταβιβάζει στον υποκαθιστώντα επί του πραγματικού οφειλέτη: αφενός, οι καταβολές που πραγματοποιεί ο ίδιος ο υποκαθιστών, αφετέρου, τα δικαιώματα του υποκαθιστάμενου. Τούτο σημαίνει, πρώτον, ότι ο υποκαθιστών μπορεί να εναγάγει τον οφειλέτη μόνον εντός των ορίων των πληρωμών που έχει ο ίδιος πραγματοποιήσει προς τον υποκαθιστάμενο. Δεύτερον, τούτο σημαίνει ότι εφόσον ο υποκαθιστών λαμβάνει τη θέση του υποκαθιστάμενου στη σχέση του τελευταίου με τον οφειλέτη, δεν μπορεί να έχει έναντι του οφειλέτη περισσότερα δικαιώματα από αυτόν τον οποίον υποκαθιστά. Το δεύτερο αυτό όριο έχει ως συνέπεια ότι η υποκατάσταση δεν μπορεί να επιδεινώσει την κατάσταση του οφειλέτη. Η συνέπεια αυτή είναι απολύτως εύλογη, εφόσον η υποκατάσταση πραγματοποιείται ανεξαρτήτως του οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται η συναίνεσή του.
22. Στα περισσότερα κράτη μέλη, η υποκατάσταση είχε σημαντική εξέλιξη με την αναγνώριση της νόμιμης υποκαταστάσεως υπέρ οργανισμών ή οντοτήτων που είναι επιβαρημένοι με την αποκατάσταση ζημιών. Πριν από την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η αποκατάσταση των σωματικών βλαβών αποτέλεσε το αντικείμενο αναλήψεως από το κοινωνικό σύνολο μέσω, μεταξύ άλλων, των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή του κράτους όταν το κράτος είναι εργοδότης. Πάντως, όταν η ζημία καταλογίζεται σε τρίτο, η καταβολή των παροχών που οφείλονται από τους οργανισμούς αυτούς ή το κράτος δεν αποκλείει την άσκηση αγωγής λόγω ευθύνης εκ μέρους του θύματος έναντι του τρίτου υπευθύνου. Συνεπώς, το θύμα μπορεί να αποζημιωθεί δύο φορές για την ίδια ζημία. Για να αποφεύγεται αυτή η σώρευση αποζημιώσεων, ο εθνικός νομοθέτης προέβλεψε επομένως ότι οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως ή το κράτος υποκαθίστανται αυτοδικαίως στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος κατά του τρίτου υπευθύνου. Οι οργανισμοί αυτοί ή το κράτος μπορούν έτσι να λάβουν από τον τρίτο υπεύθυνο την επιστροφή των παροχών που έχουν το ίδιο αντικείμενο με τις οφειλές του τρίτου δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου περί ευθύνης, δηλαδή την αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε στο θύμα το ζημιογόνο γεγονός. Αυτή η νόμιμη υποκατάσταση επιλύει επίσης την αμφισβήτηση ως προς το αν οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως ή το κράτος μπορούν να στραφούν κατά του τρίτου υπευθύνου ενώ η φροντίδι τους καταβολή των παροχών στο θύμα συνεπάγεται της εφαρμογής κανονιστικής ρυθμίσεως και μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν απορρέει άμεσα λόγω αυτού του τρίτου.
23. Το άρθρο 85α του ΚΥΚ προβλέπει, με ελαφρές παραλλαγές, τους ίδιους κανόνες με τους προαναφερθέντες. Έτσι, το άρθρο αυτό θεσπίζει ότι, όταν η ζημία, θύμα της οποίας είναι πρόσωπο που αφορά ο ΚΥΚ, καταλογίζεται σε τρίτο, οι Κοινότητες υποκαθίστανται αυτοδικαίως στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά αυτού του τρίτου, μέσα στα όρια των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό. Το ίδιο άρθρο περιλαμβάνει, στην παράγραφο 2, ενδεικτικό κατάλογο των παροχών που σκοπεί ο ΚΥΚ και οι οποίες καλύπτονται από την αποκατάσταση αυτή. Το άρθρο αυτό διευκρινίζει, στην παράγραφο 3, ότι αποκλείονται συναφώς οι αποζημιώσεις που οφείλονται από τον τρίτο υπεύθυνο ως ζημίες με καθαρά προσωπικό χαρακτήρα, όπως η ηθική βλάβη ή η ψυχική οδύνη.
24. Επομένως, πρώτον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 85α του ΚΥΚ υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως. Τούτο σημαίνει, αφενός, ότι συμβαίνει αυτομάτως, χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη συναίνεση του υποκαθιστάμενου (15). Τούτο συνεπάγεται, αφετέρου, ότι, σύμφωνα με τις αρχές της υπεροχής και του αμέσου αποτελέσματος του κοινοτικού δικαίου, η υποκατάσταση αυτή πρέπει να αναγνωρίζεται από το σύνολο των δικαστηρίων των διαφόρων κρατών μελών και να παραγάγει τα αποτελέσματά της χωρίς να χρειάζεται κανόνας εσωτερικού δικαίου ούτε να μπορεί να της αντιταχθεί διάταξη εθνικού δικαίου.
25. Δεύτερον, από το άρθρο 85α του ΚΥΚ προκύπτει ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται μέσα στα όρια των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, δηλαδή μέσα στο όριο των ποσών που οφείλουν οι ίδιες έναντι του θύματος ή των δικαιούχων του. Φυσικά, όπως το Συμβούλιο, η Επιτροπή και ο Riehl ισχυρίστηκαν στις γραπτές παρατηρήσεις τους και καθώς ο γενικός εισαγγελέας Tesauro είχε τονίσει στις προτάσεις που ανέπτυξε στην προαναφερθείσα υπόθεση Joris (16), από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το άρθρο 85α έχει ορισμένη ιδιαιτερότητα σε σχέση με το γενικό καθεστώς της κοινής υποκαταστάσεως στην πλειοψηφία των κρατών μελών. Ενώ, όπως ανέφερα, το γενεσιουργό γεγονός της υποκαταστάσεως είναι, κατ’ αρχήν, η πληρωμή που πραγματοποιεί ο υποκαθιστών στον υποκαθιστάμενο, πρόκειται, στην κοινοτική υποκατάσταση, για το ζημιογόνο γεγονός υπό την έννοια ότι οι Κοινότητες, από την επέλευση του γεγονότος αυτού, υποκαθίστανται αυτοδικαίως.
26. Πάντως, κανένα στοιχείο του περιεχομένου των προαναφερθέντων διατάξεων του άρθρου 85α του ΚΥΚ δεν αναφέρει ότι η κοινοτική υποκατάσταση επιτρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη το δεύτερο όριο που απορρέει από το μεταβατικό αποτέλεσμα της υποκαταστάσεως, δυνάμει του οποίου ο υποκαθιστών λαμβάνει μόνον τα δικαιώματα που διέθετε ο υποκαθιστάμενος. Αντιθέτως, το άρθρο 85α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προβλέπει ρητώς ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται «στα δικαιώματα προσφυγής» του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα «κατά του υπευθύνου τρίτου». Επομένως, προκύπτει σαφώς απ’ αυτό το τμήμα της φράσεως ότι οι Κοινότητες δεν διαθέτουν έναντι του τρίτου υπευθύνου περισσότερα δικαιώματα από ό,τι το θύμα ή οι δικαιούχοι του. Το όριο αυτό είναι εξάλλου απολύτως εύλογο, εφόσον η εν λόγω υποκατάσταση που απορρέει από τον ΚΥΚ παράγει τα αποτελέσματά της αυτοδικαίως, ανεξαρτήτως της βουλήσεως του τρίτου υπευθύνου, οπότε η κατάσταση του τρίτου αυτού δεν μπορεί κατά συνέπεια να επιδεινωθεί. Η κοινοτική υποκατάσταση που προβλέπεται στο άρθρο 85α του ΚΥΚ δεν διαφέρει επομένως, επ’ αυτού, από την κοινή υποκατάσταση στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
27. Το άρθρο 85α, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, προβλέπει μόνον ότι «οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν μπορούν να παρακωλύσουν την άσκηση αγωγής εξ ονόματος και εκ μέρους των Κοινοτήτων». Επομένως, η διάταξη αυτή προβλέπει επομένως απλώς ότι το γεγονός ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται αυτοδικαίως στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα δεν παρακωλύει την απευθείας άσκηση αγωγής εκ μέρους των Κοινοτήτων ενώπιον του εθνικού δικαστή με σκοπό την αποζημίωση για τη ζημία που τους προκάλεσε ο τρίτος υπεύθυνος. Με άλλα λόγια, το εν λόγω δικαίωμα υποκαταστάσεως δεν μπορεί να αντιταχθεί στις Κοινότητες εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου για να τους αμφισβητηθεί το δικαίωμα ασκήσεως άμεσης προσφυγής προς κάλυψη της ίδιας ζημίας τους (17). Πάντως, το άρθρο 85α, παράγραφος 4, δεν θεσπίζει ότι ο εθνικός δικαστής υποχρεούται, ανεξαρτήτως όσων προβλέπει το εθνικό δίκαιο περί ευθύνης, να υποχρεώσει τον τρίτο υπεύθυνο να επιστρέψει στις Κοινότητες το σύνολο των παροχών του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
28. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τον Riehl άποψη δεν πρέπει να αποκλειστεί από την εξέταση της διατυπώσεως και μόνον του άρθρου 85α του ΚΥΚ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η άποψη αυτή δεν βρίσκει περαιτέρω θεμελίωση στο πλαίσιο ή στους στόχους του δικαιώματος της ούτως χορηγουμένης στις Κοινότητες υποκαταστάσεως.
29. Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται αυτό το δικαίωμα υποκαταστάσεως, είδαμε ότι οι Κοινότητες, κατ’ εφαρμογήν του ΚΥΚ, υποχρεούνται σε ορισμένες οικονομικές παροχές σε περίπτωση επελεύσεως ζημίας, υπέρ των προσώπων που αναφέρει ο ΚΥΚ. Όταν η ζημία αυτή καταλογίζεται σε τρίτο, είναι απολύτως εύλογο ότι οι Κοινότητες μπορούν, όπως ένας εθνικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως, να υποκαθίστανται στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος και των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου. Πάντως, γνωρίζουμε ότι οι αγωγές που κινούν οι υπάλληλοι και τα άλλα αναφερόμενα στον ΚΥΚ πρόσωπα προς αποκατάσταση της ζημίας που τους προκάλεσε τρίτος εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, οι δε αγωγές αυτές υπόκεινται στους κανόνες εσωτερικού δικαίου περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης. Επομένως, το δικαίωμα υποκαταστάσεως των Κοινοτήτων έχει ως αποτέλεσμα να μεταβιβάζει στις Κοινότητες τα δικαιώματα προσφυγής που διαθέτουν το θύμα ή οι δικαιούχοι του κατά του τρίτου υπευθύνου κατ’εφαρμογήν του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου περί ευθύνης. Σε καμία διάταξη του ΚΥΚ δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ότι το εν λόγω δικαίωμα υποκαταστάσεως σκοπεί να χορηγήσει στις Κοινότητες σημαντικότερα δικαιώματα προς αποκατάσταση της ζημίας και να τους επιτρέψει να λαμβάνουν συστηματικά το σύνολο των παροχών που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν κατ’ εφαρμογήν του ΚΥΚ.
30. Συναφώς, μπορεί να υπάρξει προσέγγιση μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 85α του ΚΥΚ και του άρθρου 93 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (18), που αφορά το δικαίωμα των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως έναντι του τρίτου που υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας όταν οι οργανισμοί αυτοί χορήγησαν παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (19). Κατά τρόπο συγκρίσιμο με ό,τι προβλέπει το άρθρο 85α του ΚΥΚ υπέρ των Κοινοτήτων, το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 σκοπεί έτσι στο να επιτρέπει σε οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος χορήγησε παροχές κατόπιν ζημίας επελθούσας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, να ασκήσει κατά του τρίτου υπεύθυνου ένδικα μέσα, δικαιώματα υποκαταστάσεως και ασκήσεως ευθείας προσφυγής που προβλέπει το δίκαιο που εφαρμόζει αυτό το κράτος μέλος. Πάντως, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, DAK (20), ότι το άρθρο 93, παράγραφος 1, δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου που προκάλεσε τη ζημία, οπότε το θέμα αυτό εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες που οφείλει κατ’ αρχήν να εφαρμόζει το εθνικό δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε το θεσμικό όργανο που είναι οφειλέτης ή το θύμα, δηλαδή, κατ’ αρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία.
31. Ομοίως, κανένα στοιχείο στις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών που θέσπισαν την αυτοδικαίως υποκατάσταση των Κοινοτήτων (21) αναφέρει απλώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε ως σκοπό να μεταβιβάσει υποχρεωτικά στον τρίτο υπεύθυνο το βάρος του συνόλου των παροχών που οι Κοινότητες, κατ’ εφαρμογήν του ΚΥΚ, υποχρεούνται να καταβάλουν στο θύμα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα. Όπως το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένα, σκοπός του δικαιώματος των Κοινοτήτων προς υποκατάσταση είναι μόνον να αποφευχθεί η αποζημίωση του υπαλλήλου δύο φορές για την ίδια ζημία (22). Επομένως, δεν σκοπεί να χορηγήσει στις Κοινότητες περισσότερα δικαιώματα από αυτά που διαθέτει ο υποκαθιστάμενος.
32. Στο ίδιο αυτό συμπέρασμα οδηγεί η εξέταση της προαναφερθείσας αποφάσεως Joris. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα αν ο τρίτος υπεύθυνος δικαιούται να αντιτάξει στο κοινοτικό όργανο συμφωνία συναφθείσα με τον υπάλληλο πριν από την καταβολή παροχών από τις Κοινότητες στον υπάλληλο αυτό. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η επίδικη υποκατάσταση χωρεί από της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, ο τρίτος υπεύθυνος που έχει συμβιβαστεί με κοινοτικό υπάλληλο μπορεί εγκύρως να αντιτάξει την εν λόγω συμφωνία στο κοινοτικό όργανο, εκτός εάν το τελευταίο πληροφορήσει τον τρίτο που βαρύνεται με την υποχρέωση αποζημιώσεως, πριν από τη σύναψη συμφωνίας με τον ζημιωθέντα υπάλληλο, περί της υπάρξεως του δικαιώματος υποκαταστάσεως και της προθέσεώς του να το ασκήσει εάν αποδείξει ότι ο τρίτος γνώριζε προ της συνάψεως της συμφωνίας με τον υπάλληλο, την ύπαρξη του δικαιώματος υποκαταστάσεως (23). Η απόφαση αυτή αποδεικνύει ότι ο υποκαθιστών δεν διαθέτει κατά του οφειλέτη περισσότερα δικαιώματα από αυτά που είχε ο υποκαθιστάμενος. Πράγματι, ακριβώς επειδή οι Κοινότητες λαμβάνουν τα δικαιώματα του υπαλλήλου ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του τρίτου υπευθύνου, ο τρίτος αυτός μπορεί να τους αντιτάξει, υπό τις καθορισθείσες από το Δικαστήριο συνθήκες, τέτοια συμφωνία.
33. Η κοινοτική υποκατάσταση, όπως καθορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 85α του ΚΥΚ, δεν μπορεί επομένως να χορηγεί στις Κοινότητες περισσότερα δικαιώματα από αυτά που έχει ο ίδιος ο υπάλληλος ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου περί ευθύνης. Επομένως, αν το εθνικό δίκαιο περί ευθύνης αποκλείει σύνταξη επιζώντος όπως αυτή που προβλέπεται στα άρθρα 79 και 79α του ΚΥΚ από την προς αποζημίωση ζημία του συζύγου του θύματος, οι Κοινότητες δεν μπορούν να επιτύχουν την επιστροφή του ποσού αυτού καθόσον υποκαθίστανται στα δικαιώματά του.
34. Φυσικά, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 85α του ΚΥΚ έχει ως συνέπεια ότι τα δικαιώματα των Κοινοτήτων για επιστροφή των παροχών που κατέβαλαν στο θύμα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα κατόπιν επελεύσεως ζημίας θα είναι διαφορετικά, αναλόγως του εθνικού δικαίου που θα εφαρμοστεί για την εκτίμηση της ζημίας (24). Πάντως, αντίθετα προς ό,τι υποστήριξαν το Συμβούλιο, η Επιτροπή και ο Riehl, η διαφορά αυτή δεν μπορεί να καταλογισθεί σε έλλειψη ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, συνομολογείται ότι, μολονότι ο κοινοτικός νομοθέτης εναρμόνισε τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της ευθύνης σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς (25), ιδίως στο πλαίσιο της πολιτικής προστασίας των καταναλωτών (26), οι διατάξεις σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης καθώς και με την εκτίμηση των προς αποκατάσταση ζημιών εξακολουθούν να υπόκεινται στις διατάξεις που καθορίζει κάθε κράτος μέλος ανάλογα με τη δική του έννομη τάξη. Έτσι, μέχρι σήμερα, δεν υφίσταται διάταξη του κοινοτικού δικαίου καθορίζουσα για το σύνολο της Κοινότητας τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της ευθύνης και τους κανόνες που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της προς αποκατάσταση ζημίας (27). Περαιτέρω, δεν υφίσταται διάταξη εναρμονίσεως ακόμη σε κοινοτικό επίπεδο τα δικαιώματα αποζημιώσεως των ελκόντων από αποβιώσαντα δικαιώματα, όπως εν προκειμένω, λόγω ιατρικού λάθους. Επομένως, είναι εύλογο ότι οι αγωγές που κινούν οι Κοινότητες ως υποκαθιστώσες υπάλληλο ή τους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα μπορούν να καταλήξουν σε διαφορετικές λύσεις αναλόγως του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.
35. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Cour d’appel των Βρυξελλών την απάντηση ότι το άρθρο 85α του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν χορηγεί στις Κοινότητες το δικαίωμα να λάβουν από τρίτο υπαίτιο του θανάτου υπαλλήλου την επιστροφή του συνόλου της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο, κατ’ εκτέλεση των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω κανονισμού, όταν η νομοθεσία που εφαρμόζεται επί της αξιώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπαιτίου παρανόμου πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία, η δε ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απωλείας των εισοδημάτων της θανούσας συζύγου του είναι μικρότερη από το ποσό της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται.
V – Πρόταση
36. Εν όψει των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν από το Cour d’appel των Βρυξελλών ερώτημα:
«Το άρθρο 85α του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν χορηγεί στις Κοινότητες το δικαίωμα να λάβουν από τρίτο υπαίτιο του θανάτου υπαλλήλου την επιστροφή του συνόλου της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο, κατ’ εκτέλεση των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω κανονισμού, όταν η νομοθεσία που εφαρμόζεται επί της αξιώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπαιτίου παρανόμου πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία, η δε ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απωλείας των εισοδημάτων της θανούσας συζύγου του είναι μικρότερη από το ποσό της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Στο εξής: ΚΥΚ.
3 – Στο εξής: κανονιστική ρύθμιση.
4 – Στο εξής: κλινική La Ramée.
5 – Απόφαση της παραπομπής (σ. 5, σημείο 5).
6 – Όπ.π. (σ. 6).
7 – Όπ.π. (σ. 7).
8 – Η υπογράμμιση του Cour d’appel.
9 – C-333/90 (Συλλογή 1992, σ. I-1135, σκέψη 8).
10 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1999, C-430/97, Johannes (Συλλογή 1999, σ. I‑3475, σκέψη 19).
11 – Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψη 8), και της 20ής Μαρτίου 1986, 72/85, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1986, σ. 1219, σκέψη 20).
12 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ. 2029, σκέψεις 21 και 23), και 189/85, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 2061, σκέψεις 14 και 16).
13 – Αντίθετα προς ό,τι μπορεί να εννοηθεί από την ετυμολογία (subrogare), η λέξη «υποκατάσταση» δεν είναι λατινικής καταγωγής, αλλά αποτελεί δάνειο από το εκκλησιαστικό δίκαιο. Το ρωμαϊκό δίκαιο δέχεται την αρχή της υποκαταστάσεως ενός προσώπου από ένα άλλο μέσω πληρωμής μόνο σε δύο σαφώς συγκεκριμένες περιπτώσεις, την εκχώρηση δικαιωμάτων υπέρ αυτού που προέβη σε εγγυοδοσία και την successio in locum, που επέτρεπε στον ενυπόθηκο δανειστή κατώτερης τάξεως να διαδεχθεί τα εξ υποθήκης δικαιώματα δανειστή διαθέτοντος υποθήκη ανώτερης τάξεως κατόπιν καταβολής της οφειλής του τελευταίου αυτού δανειστή (Mestre, J., «Η προσωπική υποκατάσταση», LGDJ, 1979, εισαγωγή).
14 – Αναφέρω, π.χ., το βελγικό, δανικό, γερμανικό, ισπανικό, γαλλικό, ιταλικό, αυστριακό… Ομοίως, στα κράτη του Common law, ο όρος «subrogation» ανταποκρίνεται στον ακόλουθο ορισμό: «Subrogation is literally “substitution”. The term is used in the context of English and Commonwealth law to describe a process by which one party is substituted for another so that he may enforce that other’s rights against a third party for his own benefit» (The law of subrogation, Mitchell, C., Clarendon press, Oxford, 1994, σ. 3).
15 – Το άρθρο 85α του ΚΥΚ διακρίνεται έτσι από το άρθρο 8 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο ορίζει ότι «οι παροχές και αποζημιώσεις, καθώς και οι επιστροφές των ιατρικών εξόδων που προβλέπονται από την παρούσα ρύθμιση καταβάλλονται στον υπάλληλο και στους έλκοντες δικαιώματα μόνον εφόσον αυτοί υποκαθιστούν τις Κοινότητες, μέχρι το ποσό των ανωτέρω παροχών, αποζημιώσεων και επιστροφών, στα δικαιώματα και τις αγωγές των προαναφερθέντων κατά του τρίτου ενδεχόμενου υπεύθυνου».
16 – Παράγραφοι 4 και 5.
17 – Έτσι, η διάταξη αυτή μπορεί να επιτρέπει στις Κοινότητες να απαιτήσουν από τον τρίτο υπεύθυνο, εκ παραλλήλου με τις προσφυγές τους ως υποκαθιστώντες, την επιστροφή των ποσών που δεν καλύπτονται από την υποκατάσταση, όπως τα έξοδα διαχειρίσεως, ιατρικής εμπειρογνωμοσύνης του υπαλλήλου, κ.λπ.
18 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
19 – Το άρθρο αυτό ορίζει, στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, ότι «όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ' αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος». Το άρθρο αυτό θεσπίζει, στο στοιχείο β΄, ότι «όταν ο φορέας έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό».
20 – Υπόθεση C-428/92 (Συλλογή 1994, σ. I-2259, σκέψη 16).
21 – Η αυτοδικαίως υποκατάσταση των Κοινοτήτων θεσπίστηκε στον ΚΥΚ με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 912/78 του Συμβουλίου, της 2ας Μαΐου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/004, σ. συμπλήρωμα), που προσέθεσε το άρθρο 73, παράγραφος 4, σύμφωνα με το οποίο «οι Κοινότητες εκπροσωπούν, μέσα στα όρια των υποχρεώσεών τους, που απορρέουν από το άρθρο 72, 73 και 75, τον υπάλληλο ή τους έλκοντες από αυτόν δικαιώματα κατά την άσκηση δικαιώματος προσφυγής κατά τρίτου προσώπου υπεύθυνου για το ατύχημα που προκάλεσε τον θάνατο ή τον τραυματισμό του υπαλλήλου ή των καλυπτομένων προσώπων». Το άρθρο 73, παράγραφος 4, του ΚΥΚ καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2799/85 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που ισχύει για το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (ΕΕ L 265, σ. 1), που πρόσθεσε το άρθρο 85α.
22 – Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1982, 103/81, Chaumont-Barthel κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 1003, σκέψη 11)· προπαρατεθείσα απόφαση Joris, (σκέψη 9), και της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑5251, σκέψη 20).
23 – Σκέψη 19.
24 – Η ερμηνεία αυτή μπορεί επίσης να έχει ως συνέπεια ότι ο Riehl σωρεύει την αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων που ο τρίτος υπεύθυνος θα υποχρεωθεί να τον καταβάλει κατ’ εφαρμογή του βελγικού δικαίου περί ευθύνης και την καταβαλλόμενη από το σύστημα σύνταξη επιζώντος.
25 – Βλ., μεταξύ άλλων, τον κανονισμό (EΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη του αερομεταφορέων σε περίπτωση ατυχήματος (ΕΕ L 285, σ. 1).
26 – Βλ., μεταξύ άλλων, οδηγίες 85/374/EΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210, σ. 29)· 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ L 372, σ. 31)· 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ L 42, σ. 48)· 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (ΕΕ L 158, σ. 59), και 1999/44/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (ΕΕ L 171, σ. 12). Βλ., πλέον προσφάτως, ψήφισμα του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών για καταναλωτές (ΕΕ 2003, C 299, σ. 1).
27 – Εντούτοις, οι επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των εθνικών δικαίων περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης αποτελούν το αντικείμενο προβληματισμών και εμπεριστατωμένων μελετών. Έτσι, τον Ιούλιο του 2001, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία διαβουλεύσεων ως προς τα μέσα αντιμετωπίσεως, σε κοινοτικό επίπεδο, των προβλημάτων που απορρέουν απ' τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων δικαίων περί συμβάσεων που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση [Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων – Σχέδιο δράσης (COM/2003/0068 τελικό)]. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν να διεξαχθούν επίσης έρευνες στους τομείς του εμπραγμάτου δικαίου και του δικαίου περί αστικής ευθύνης.
Full & Egal Universal Law Academy