ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 8ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-409/02 P
Jan Pflugradt
κατά
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
«Αίτηση αναιρέσεως – Άρθρο 36.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ – Άρθρο 9, στοιχείο γ΄, των όρων απασχολήσεως του προσωπικού της ΕΚΤ – Προσωπικό της ΕΚΤ – Εξουσία εκτιμήσεως της ΕΚΤ στην οργάνωση των υπηρεσιών της και την τοποθέτηση του προσωπικού της – Τροποποίηση της συμβάσεως εργασίας – Έκθεση αξιολογήσεως»
1. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως υποβλήθηκε από τον Jan Pflugradt κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο τμήμα) της 22ας Οκτωβρίου 2002 (2), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του περί ακυρώσεως, αφενός, της εκθέσεως αξιολογήσεώς του για το 1999 (3) και, αφετέρου, του υπομνήματος της 28ης Ιουνίου 2000 του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως «Συστήματα πληροφόρησης» (στο εξής: ΓΔ IS) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: ΕΚΤ) σχετικά με τα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί στον αναιρεσείοντα.
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Κατά το πρωτόκολλο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΚ (στο εξής: καταστατικό του ΕΣΚΤ), το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθορίζει τους όρους απασχολήσεως του προσωπικού της ΕΚΤ. Το καθεστώς αυτό θεσπίστηκε με την απόφαση 1999/330/ΕΚ (4) (στο εξής: όροι απασχολήσεως).
3. Αυτοί οι όροι απασχολήσεως προβλέπουν ειδικότερα:
«9. (α) Οι εργασιακές σχέσεις μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της διέπονται από τις συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται σύμφωνα με τους παρόντες όρους απασχολήσεως. Ο κανονισμός για θέματα προσωπικού, που θεσπίζεται από την Εκτελεστική Επιτροπή, καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των όρων απασχολήσεως.
[...]
(γ) Οι όροι απασχολήσεως δεν διέπονται από κάποιο ειδικό εθνικό δίκαιο. Η ΕΚΤ εφαρμόζει i) τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα κράτη μέλη, ii) τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (ΕΚ) και iii) τους κανόνες που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς και στις οδηγίες (ΕΚ) που αφορούν την κοινωνική πολιτική και απευθύνονται στα κράτη μέλη. Οσάκις υφίσταται ανάγκη, οι νομικές αυτές πράξεις τίθενται σε εφαρμογή από την ΕΚΤ. Σχετικώς, θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι συστάσεις (ΕΚ) σε θέματα κοινωνικής πολιτικής. Η ΕΚΤ θα λαμβάνει δεόντως υπόψη, για την ερμηνεία των απορρεόντων από τους παρόντες όρους απασχολήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τις αρχές που απορρέουν από τους κανονισμούς, τους κανόνες και τη νομολογία που εφαρμόζεται στο προσωπικό των κοινοτικών οργάνων.
10. (α) Οι συμβάσεις εργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και των υπαλλήλων της έχουν τη μορφή επιστολών προσλήψεως που προσυπογράφονται από τους υπαλλήλους. Οι επιστολές προσλήψεως εξειδικεύουν τους όρους απασχολήσεως, όπως απαιτεί η οδηγία 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1991 [...]» (5).
4. Βάσει επίσης του καταστατικού του ΕΣΚΤ, το διοικητικό συμβούλιο θέσπισε τον εσωτερικό κανονισμό της ΕΚΤ, ο οποίος τροποποιήθηκε στις 22 Απριλίου 1999 (6), που προβλέπει ειδικότερα τα εξής:
«Άρθρο 11
11.1 Κάθε μέλος του προσωπικού της ΕΚΤ ενημερώνεται για τη θέση που κατέχει στο πλαίσιο της εσωτερικής δομής της ΕΚΤ, για την ιεραρχική βαθμίδα του και τις επαγγελματικές του αρμοδιότητες.
[...]
Άρθρο 21, Όροι απασχολήσεως
21.1 Οι σχέσεις απασχολήσεως μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της καθορίζονται στους όρους απασχολήσεως και στους κανόνες για θέματα προσωπικού.
21.2 Οι όροι απασχολήσεως εγκρίνονται και τροποποιούνται από το διοικητικό συμβούλιο έπειτα από πρόταση της εκτελεστικής επιτροπής. Ζητείται η γνώμη του γενικού συμβουλίου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον παρόντα εσωτερικό κανονισμό.
21.3 Οι όροι απασχολήσεως εφαρμόζονται μέσω των κανόνων για θέματα προσωπικού, οι οποίοι εγκρίνονται και τροποποιούνται από την εκτελεστική επιτροπή.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
5. Ο J. Pflugradt εργάζεται στην ΕΚΤ από 1ης Ιουλίου 1998. Τοποθετήθηκε στη ΓΔ IS, όπου ασκεί καθήκοντα «συντονιστή των ειδικών UNIX». Αφού ενέκρινε στις 9 Οκτωβρίου 1998 τους όρους εγγράφου που επιγράφεται «UNIX co-ordinator responsibilities», το οποίο περιείχε κατάλογο των διαφόρων καθηκόντων, του απευθύνθηκε επιστολή προσλήψεως τέσσερις ημέρες αργότερα με αναδρομική ισχύ από της ημερομηνίας αναλήψεως των καθηκόντων του.
6. Η έκθεση αξιολογήσεως για την εργασία του J. Pflugradt την οποία κατάρτισε η ΕΚΤ για το έτος 1999 αμφισβητήθηκε ανεπιτυχώς από τον ενδιαφερόμενο με διάφορες εσωτερικές διαδικασίες της ΕΚΤ. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι η έκθεση αυτή περιέχει αθέμιτα και αστήρικτα σχόλια. Κατόπιν αυτού, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της εκθέσεως αυτής, η οποία συνιστά την προσβληθείσα πράξη στην υπόθεση Τ-178/00.
7. Με υπόμνημα της 28ης Ιουνίου 2000, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ IS διαβίβασε στον J. Pflugradt νέο κατάλογο των καθηκόντων που είχε ως «συντονιστής των ειδικών UNIX». Επειδή δεν ικανοποιήθηκε από την τροποποίηση των καθηκόντων τα οποία προέκυπταν από το υπόμνημα αυτό, ο αναιρεσείων κίνησε διάφορες εσωτερικές διαδικασίες της ΕΚΤ χωρίς να επιτύχει θετικό αποτέλεσμα. Προσέφυγε τότε ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση του υπομνήματος αυτού το οποίο συνιστά την προσβληθείσα πράξη στην υπόθεση Τ-341/00.
8. Έτσι, με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιουλίου και 10 Νοεμβρίου 2000, ο J. Pflugradt άσκησε δύο προσφυγές που είχαν ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της εκθέσεως αξιολογήσεώς του για το 1999 και, αφετέρου, του υπομνήματος της 28ης Ιουνίου 2000.
III – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
9. Το Πρωτοδικείο συνεκδίκασε και τις δύο υποθέσεις (Τ-178/00 και Τ-341/00) (7) εκδίδοντας απόφαση στις 22 Οκτωβρίου 2002 με την οποία απέρριψε τις δύο προσφυγές.
Α – Επί της προσφυγής στην υπόθεση Τ‑178/00
10. Στο πλαίσιο της προσφυγής του περί ακυρώσεως στην υπόθεση Τ‑178/00 ο J. Pflugradt υποστηρίζει ότι η έκθεση αξιολογήσεως για το 1999 του αφαιρεί ορισμένες αρμοδιότητες σε θέματα προσωπικού, ήτοι την ευθύνη να αξιολογεί τα μέλη της ομάδας UNIX. Ομοίως, η έκθεση αυτή περιέχει διάφορες εκτιμήσεις σχετικά με την εργασία του που στηρίζονται σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά.
11. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τους δύο λόγους στηριζόμενο στην εξής συλλογιστική: υπενθυμίζει, πρώτον, ότι το καταστατικό του ΕΣΚΤ παρέχει στην ΕΚΤ λειτουργική αυτοτέλεια, όμως οι σχέσεις μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της διέπονται από τις συμβάσεις εργασίας που έχουν τη μορφή επιστολών προσλήψεως τις οποίες το κοινοτικό αυτό όργανο απευθύνει στους υπαλλήλους του και τις οποίες αυτοί προσυπογράφουν. Οι επιστολές αυτές περιλαμβάνουν τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, δηλαδή την ονομασία, τον βαθμό και συνοπτικό χαρακτηρισμό της εργασίας. Το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι η ΕΚΤ παρέδωσε επίσης στον J. Pflugradt έγγραφο το οποίο περιείχε κατάλογο των καθηκόντων που συνδέονται ειδικώς με τη θέση του. Το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ωστόσο ότι η ΕΚΤ δεν μπορούσε να επιβάλει τις τροποποιήσεις στους όρους εκτελέσεως των συμβάσεων εργασίας παρά μόνο στο μέτρο που αυτές αφορούσαν μη ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως.
12. Το Πρωτοδικείο διευκρινίζει εξάλλου:
«54 Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ, όπως κάθε άλλο κοινοτικό όργανο ή κάθε άλλη επιχείρηση, διαθέτει εξουσία διοικήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών της και τη διαχείριση του προσωπικού της. Ως κοινοτικό όργανο, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών της και την τοποθέτηση των υπαλλήλων της για την εκπλήρωση του δημοσίου συμφέροντος έργου της (βλ. κατ’ αναλογία αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 17, και της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-294/95, Ojha κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-5863, σκέψη 40· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Νοεμβρίου 1991, T-33/90, Von Bonkewitz-Lindner κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-1251, σκέψη 88, και της 9ης Ιουνίου 1998, T-176/97, Hick κατά ΟΚΕ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-281 και ΙΙ-845, σκέψη 36). Είναι, επομένως, δυνατόν να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου οι εργασιακές σχέσεις της με τους υπαλλήλους της ανάλογα με το συμφέρον της υπηρεσίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται αποτελεσματική οργάνωση της εργασίας και ορθολογική κατανομή των διαφόρων καθηκόντων μεταξύ των μελών του προσωπικού και προκειμένου η ΕΚΤ να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες. Ένας υπάλληλος που προσλαμβάνεται σε μια θέση με σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκέσει ενδεχομένως μέχρις ότου ο υπάλληλος φθάσει στην ηλικία των 65 ετών, δεν μπορεί ευλόγως να αναμένει ότι η εσωτερική οργάνωση θα παραμείνει καθ’ όλα αμετάβλητη καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ή ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του θα διατηρήσει τις αρμοδιότητες που του ανατέθηκαν κατά την πρόσληψή του.
55 Συναφώς, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η πρόσληψη του προσφεύγοντος και η κατάρτιση της περιγραφής της θέσεως της 3ης Οκτωβρίου 1998 έγιναν στο γενικό πλαίσιο της οργανώσεως των υπηρεσιών της ΕΚΤ τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της. Αυτό φαίνεται, ιδίως, από τον προσωρινό χαρακτήρα της αναθέσεως καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που περιέχει η εν λόγω περιγραφή της θέσεως. Συγκεκριμένα, για εννέα από αυτά τα καθήκοντα, η εν λόγω περιγραφή προβλέπει την επικουρία του προσφεύγοντος από έναν συνεργάτη “κατά το αρχικό στάδιο του τρίτου σταδίου”. Επιπλέον, η ΕΚΤ τονίζει, στο εν λόγω έγγραφο, ότι συνιστά την επανεξέταση της αναθέσεως του συνόλου των καθηκόντων και ευθυνών: “αν, μετά το πρώτο τρίμηνο του 1999, ο συνολικός φόρτος εργασίας στον τομέα UNIX μειωθεί, θα ήταν ευκταίος ο αναπροσδιορισμός όλων αυτών των καθηκόντων του συντονιστή UNIX (με την κατά το δυνατόν κατάλληλη περιγραφή των κατηγοριών των καθηκόντων της ΕΚΤ), ενόψει όλων των περιστάσεων και της πολιτικής της ΕΚΤ μέχρι το χρονικό αυτό σημείο”.
56 Επιπλέον, η εν λόγω σύμβαση, ορίζοντας ότι οι “ενδεχομένως τροποποιούμενοι” όροι απασχολήσεως αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συμβάσεως εργασίας του προσφεύγοντος, προβλέπει ρητώς ότι οι όροι των εργασιακών σχέσεων δύνανται να μεταβάλλονται ανάλογα με τις τροποποιήσεις των όρων απασχολήσεως.
57 Επιβάλλεται να εξεταστεί αν η αρμοδιότητα καταρτίσεως της ετησίας εκθέσεως αξιολογήσεως της εργασίας των μελών της ομάδας UNIX αποτελεί ουσιώδες στοιχείο από πλευράς των καθηκόντων του συντονιστή της ομάδας και αν, επομένως, η αφαίρεσή της θίγει τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως εργασίας του προσφεύγοντος.
58 Δεν αμφισβητείται ότι, παρά την τροποποίηση των καθηκόντων του, ο προσφεύγων διατήρησε τη θέση του “συντονιστή των ειδικών UNIX”, η οποία εμπίπτει στην κατηγορία των “professionals” και στον βαθμό G, καθώς και τη σχετική αμοιβή.
59 Από την περιγραφή της θέσεως της 5ης Οκτωβρίου 1998 προκύπτει ότι η θέση του “συντονιστή των ειδικών UNIX” είναι κυρίως τεχνικής φύσεως και ότι τα σχετικά με το προσωπικό και τη διοίκηση καθήκοντα είναι δευτερεύοντα. Έτσι, η αφαίρεση μόνον του καθήκοντος αξιολογήσεως των μελών της ομάδας UNIX δεν συνεπάγεται καμία σαφή υποβάθμιση των συνολικών αρμοδιοτήτων του προσφεύγοντος σε σχέση με τις αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στη θέση του. Συναφώς, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να προβεί σε αξιολόγηση των μελών της ομάδας UNIX, καθόσον η αρμοδιότητα αυτή του αφαιρέθηκε προτού η ΕΚΤ προβεί στην πρώτη ετήσια αξιολόγηση του προσωπικού της. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η εν λόγω τροποποίηση δεν συνιστά υποβάθμιση της θέσεως του προσφεύγοντος και δεν θίγει, επομένως, κανένα ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως εργασίας.»
13. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, σχετικά με την εκτίμηση που διατυπώθηκε για την εργασία του αναιρεσείοντος, το Πρωτοδικείο φρονεί ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για αμφισβήτηση του εγκύρου των εκτιμήσεων των προϊσταμένων του J. Pflugradt ως προς την εργασία που αυτός εκτελούσε κατά το έτος 1999, πράγμα που δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να το πράξει. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος νομιμότητας στον οποίο προβαίνει το Πρωτοδικείο επί των εκτιμήσεων που περιέχει η ετήσια έκθεση αφορά μόνον την ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας. Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιων περιστατικών, ο λόγος αυτός απορρίφθηκε επίσης.
14. Το Πρωτοδικείο απέρριψε, επομένως, την προσφυγή του J. Pflugradt στο πλαίσιο αυτής της πρώτης υποθέσεως.
Β – Επί της προσφυγής στην υπόθεση T‑341/00
15. Η προσφυγής του J. Pflugradt στο πλαίσιο της δεύτερης αυτής υποθέσεως αφορά την ακύρωση του υπομνήματος της 28ης Ιουνίου 2000 με το οποίο η ΕΚΤ τροποποίησε τα καθήκοντά του. Στηριζόμενος στην ίδια επιχειρηματολογία με αυτή της υποθέσεως T‑178/00, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ΕΚΤ παρέβη το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να τοποθετηθεί σε θέση σύμφωνη με τη σύμβαση εργασίας του.
16. Το Πρωτοδικείο επαναλαμβάνει επίσης τη συλλογιστική του στην πρώτη υπόθεση κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αξιώνει να διατηρήσει όλα τα ειδικά καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί κατά την πρόσληψή του από την ΕΚΤ. Δέχεται ότι το κοινοτικό όργανο δεν υπερέβη την εξουσία του με την οργάνωση των υπηρεσιών του τροποποιώντας μονομερώς τα καθήκοντα του αναιρεσείοντος, αφενός, διότι δεν αμφισβητείται ότι οι τροποποιήσεις αυτές έγιναν προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, αφετέρου, ο αναιρεσείων διατηρεί τα ουσιώδη καθήκοντά του και δεν αποδεικνύει ότι οι τροποποιήσεις αυτές θίγουν ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως εργασίας του.
17. Το Πρωτοδικείο απέρριψε επομένως την προσφυγή και στη δεύτερη αυτή υπόθεση.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
18. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 2002, ο J. Pflugradt άσκησε την παρούσα αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Η ΕΚΤ υπέβαλε το υπόμνημά της αντικρούσεως στις 3 Μαρτίου 2003.
19. Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να ακυρώσει τις δύο αποφάσεις της ΕΚΤ και
– να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα.
20. Η ΕΚΤ ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει τον J. Pflugradt στα δικαστικά έξοδα.
V – Η αίτηση αναιρέσεως
21. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο J. Pflugradt επικαλείται διάφορους λόγους. Ο πρώτος αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση του άρθρου 36.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και του άρθρου 9, στοιχείο α΄, πρώτη περίοδος, των όρων απασχολήσεως, καθόσον αγνόησε τη συμβατική φύση της έννομης σχέσεως μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της. Επομένως, η τελευταία δεν μπορούσε να τροποποιήσει μονομερώς τη σύμβασή του.
22. Με τον δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, μεταφέροντας τους κανόνες της κοινοτικής δημόσιας διοίκησης στην τοποθέτηση του προσωπικού της ΕΚΤ, το Πρωτοδικείο στην πραγματικότητα παραβίασε την αρχή αυτή, ειδικότερα, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ότι η ΕΚΤ όφειλε να δικαιολογήσει έννομο συμφέρον για την υπηρεσία όταν τροποποίησε την τοποθέτηση στην οποία προέβη.
23. Με τον τρίτο του λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανακριβή διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και με τον τέταρτο την εσφαλμένη εκτίμηση αυτών των περιστατικών από το Πρωτοδικείο.
24. Ο πέμπτος και τελευταίος λόγος στηρίζεται στην εσφαλμένη αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν επιθυμούσε να αμφισβητήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου την εκ μέρους της ΕΚΤ αξιολόγησή του στην έκθεση για το 1999, αλλά απλώς τα περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η έκθεση αξιολογήσεώς του, επιχείρημα επί του οποίου, κατ’ αυτόν, το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε.
25. Θα εξετάσω τους λόγους αναιρέσεως σύμφωνα με την κατ’ αυτόν τον τρόπο καθορισθείσα σειρά.
Α – Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από την πλάνη περί το δίκαιο που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 36.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και του άρθρου 9, στοιχείο α΄, πρώτη περίοδος, των όρων απασχολήσεως
26. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αποσκοπεί στην αμφισβήτηση της θέσεως του Πρωτοδικείου ως προς τη νομική φύση των εργασιακών σχέσεων μεταξύ της ΕΚΤ και των υπαλλήλων της, καθώς και στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου θεμελίωση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η ΕΚΤ σχετικά με την τοποθέτηση του προσωπικού της.
27. Συγκεκριμένα, κατά τον αναιρεσείοντα, από το άρθρο 9, στοιχείο α΄, πρώτη περίοδος, των όρων απασχολήσεως προκύπτει ότι οι έννομες σχέσεις μεταξύ της ΕΚΤ και των υπαλλήλων της είναι συμβάσεις προσλήψεως. Επομένως, η έννομη σχέση τους είναι συμβατικής φύσεως (8). Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αγνόησε την έκταση και την οργάνωση λειτουργικής αυτοτέλειας που έχει η ΕΚΤ ενόψει του κειμένου αυτού και του άρθρου 36.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ.
28. Ο J. Pflugradt ισχυρίζεται ότι επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ της εξουσίας εκτιμήσεως της ΕΚΤ σχετικά με την τοποθέτηση του προσωπικού και της εξουσίας που αφορά την οργάνωση του κοινοτικού οργάνου για την οποία αυτό διαθέτει αναμφίβολα ευρεία εξουσία. Έτσι, οι σχέσεις με τους υπαλλήλους στηρίζονται στις συμβατικές σχέσεις που σέβονται την αυτονομία της βουλήσεως. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος, ούτε κατόπιν της εκθέσεως αξιολογήσεως για το 1999 ούτε κατόπιν του υπομνήματος της 28ης Ιουνίου 2000. Πράγματι, κατά τον αναιρεσείοντα, η περιγραφή της θέσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της συμβάσεως εργασίας. Η περιγραφή αυτή, η οποία περιλαμβάνει τα θεμελιώδη καθήκοντά του, του εστάλη προς έγκριση από την ΕΚΤ. Μόνον όταν το περιεχόμενο έγινε δεκτό, η σύμβαση εργασίας που περιλαμβάνεται στο έγγραφο προσλήψεως συνήφθη μεταξύ του J. Pflugradt και της ΕΚΤ (9). Η περιγραφή της θέσεως αποτελεί επομένως τον όρο αποδοχής της συμβάσεως από τον J. Pflugradt.
29. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η φύση των εννόμων σχέσεων μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της είναι συμβατική, δεν είναι καθαρά συμβατική. Ειδικότερα, δεν πρόκειται για σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Η σύμβαση εργασίας συνίσταται εν πολλοίς από στοιχεία κανονιστικής φύσεως προβλεπόμενα στους όρους απασχολήσεως, των οποίων το περιεχόμενο προσεγγίζει το καθεστώς που έχει εφαρμογή στους μονίμους και λοιπούς υπαλλήλους. Αυτή ακριβώς η ομοιότητα οδήγησε το Πρωτοδικείο να εφαρμόσει στην προκειμένη περίπτωση τη νομολογία που αναγνωρίζει στα κοινοτικά όργανα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον τομέα οργανώσεως των υπηρεσιών και τοποθετήσεως του προσωπικού.
30. Κατά την ΕΚΤ, η εξουσία εκτιμήσεως του κοινοτικού οργάνου είναι γενική και δηλωτική και δεν μπορεί να εξαρτάται από τη φύση των εργασιακών σχέσεων που διατηρεί με το προσωπικό του, μονίμους ή μη μονίμους υπαλλήλους.
Εκτίμηση
31. Κατ’ αντίθεση προς τον αναιρεσείοντα, δεν νομίζω ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αναγνωρίζοντας ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στην ΕΚΤ για την τοποθέτηση του προσωπικού της και επικυρώνοντας την εκ μέρους της ΕΚΤ τροποποίηση ορισμένων καθηκόντων του αναιρεσείοντος.
32. Δεν αμφισβητείται ότι η φύση των εργασιακών σχέσεων μεταξύ της ΕΚΤ και των υπαλλήλων της είναι συμβατική (10). Η σχέση αυτή υλοποιείται με την υπογραφή της επιστολής προσλήψεως σύμφωνα με το άρθρο 10 των όρων απασχολήσεως. Πάντως, έστω και αν η φύση των σχέσεων είναι συμβατική, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι ο ένας των συμβαλλομένων στη σύμβαση είναι κοινοτικό όργανο, επιφορτισμένο υπό την ιδιότητα αυτή με αποστολή κοινοτικού συμφέροντος και εξουσιοδοτημένο να θεσπίζει τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή στο προσωπικό του (11).
33. Ως εκ τούτου, οι σχέσεις με το προσωπικό της βάσει συμβάσεως, μέσω των διατάξεων των όρων απασχολήσεως, θεμελιώνονται σε σημαντικά κανονιστικά στοιχεία τα οποία βρίσκονται στους όρους απασχολήσεως που θέσπισε το διοικητικό συμβούλιο.
34. Το επιχείρημα του αναιρεσείοντος με το οποίο τονίζει τη διαφορά μεταξύ του νομικού καθεστώτος των μονίμων υπαλλήλων και του προσωπικού της ΕΚΤ, που αντλεί από τη συμβατική σχέση και την εφαρμογή της αυτονομίας της βουλήσεως, δεν είναι βάσιμο. Ασφαλώς, οι όροι απασχολήσεως αποτελούν μέρος της συμβάσεως του J. Pflugradt, αλλά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ αυτού και του κοινοτικού οργάνου. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η διαδικασία προσλήψεως συνεπάγεται συζήτηση και συμφωνία βουλήσεως που καταλήγουν, κατά τους όρους απασχολήσεως, σε επιστολή προσλήψεως. Παρατηρώ ότι πρόκειται για είδος συμβάσεως που εν πολλοίς είναι κανονιστική στο πλαίσιο της οποίας, κατά το στάδιο ήδη της συνάψεώς της, η αυτονομία της βουλήσεως του μέλλοντος υπαλλήλου είναι πολύ αδύνατη. Εξάλλου, το άρθρο 9, στοιχείο γ΄, τελευταία περίοδος, των όρων απασχολήσεως προβλέπει ότι η ερμηνεία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιέχει το έγγραφο αυτό διαπνέεται από τις αρχές που καθιερώνουν οι κανονισμοί και η νομολογία που έχουν εφαρμογή στο προσωπικό των κοινοτικών οργάνων.
35. Επίσης, διαπιστώνω ότι οι όροι απασχολήσεως, που αποφάσισε το διοικητικό συμβούλιο, περιλαμβάνονται σε έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί με γενικούς όρους οι οποίοι ασφαλώς μπορούν να υποστούν τροποποιήσεις με την πάροδο του χρόνου, οι οποίες όμως είναι ελάχιστες. Από τις διάφορες εκδοχές των όρων απασχολήσεως προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές καλύπτουν όλες τις πτυχές της εργασιακής σχέσεως και επιδέχονται ελάχιστες μεταβολές. Έτσι, επιβάλλεται να διευκρινιστεί, όπως έπραξε η ΕΚΤ κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 2004, ότι το συναινετικό στοιχείο στη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ήταν στην πραγματικότητα μόνον η υπογραφή της επιστολής προσλήψεως εκ μέρους του J. Pflugradt. Η σύναψη της συμβάσεως αυτής μεταξύ της ΕΚΤ και του αναιρεσείοντος δεν αποτέλεσε, στην πραγματικότητα, αφορμή πραγματικής διαπραγματεύσεως.
36. Βάσει των προεκτεθέντων, καταλήγω στο ότι το επιχείρημα του αναιρεσείοντος περί μη εφαρμογής της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, που διαθέτει η ΕΚΤ έναντι των υπαλλήλων της στις σχέσεις της με το προσωπικό της, δεν είναι βάσιμο. Ως κοινοτικό όργανο, η ΕΚΤ πρέπει να μπορεί να οργανώνει τις υπηρεσίες της και όχι το προσωπικό της στο πλαίσιο της αποστολής της γενικού συμφέροντος. Η κανονιστική διαφορά μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της ΕΚΤ δεν μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική εκτίμηση για την τοποθέτηση του προσωπικού του κοινοτικού αυτού οργάνου. Τέλος, όπως ανέφερα προηγουμένως οι σχέσεις αυτές είναι ασφαλώς συμβατικής φύσεως, όχι όμως καθαρά συμβατικής. Το κοινοτικό όργανο, στην προκειμένη περίπτωση η ΕΚΤ, διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως για την οργάνωση των υπηρεσιών της, τούτο δε παρά τη νομική πράξη συμβατικής φύσεως που αποτελεί τη βάση της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτής και του προσωπικού (12). Το επιχείρημα του Πρωτοδικείου στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο αναγνωρίζει στην ΕΚΤ ευρεία εξουσία στην οργάνωση των υπηρεσιών της και στην τοποθέτηση του προσωπικού της, είναι επομένως λυσιτελές.
37. Ο πρώτος λόγος που προέβαλε ο αναιρεσείων κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που αντλείται από την πλάνη περί το δίκαιο, είναι επομένως αβάσιμος.
Β – Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από την εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων περί αλλαγής τοποθετήσεως που έχουν εφαρμογή στους υπαλλήλους
38. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου του, ο αναιρεσείων εκκινεί από το αξίωμα (13) ότι οι αρχές που διέπουν την τοποθέτηση του προσωπικού, όσον αφορά τη δημόσια διοίκηση εφαρμόζονται στο προσωπικό της ΕΚΤ. Υποστηρίζει ωστόσο ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές αυτές.
39. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι μετά την αφαίρεση της ευθύνης αξιολογήσεως που υπείχε, η θέση του δεν ήταν πλέον η ίδια εντός της ΕΚΤ έστω και αν ο βαθμός του και οι απολαβές του παρέμειναν αμετάβλητες. Υποστηρίζει ότι εφόσον δεν έκρινε άκυρη την τροποποίηση αυτή, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των αρχών που διέπουν την τοποθέτηση του προσωπικού σε σχέση με το δίκαιο της κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, κατά τον J. Pflugradt, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να περιοριστεί απλώς στο να εξακριβώσει ότι η κατάταξη του αναιρεσείοντος ήταν η ίδια για να ικανοποιηθεί από την αντιστοιχία μεταξύ βαθμού και της θέσεώς του, θα έπρεπε να προβεί σε εξέταση των περιστατικών όσον αφορά την αντιστοιχία αυτή.
40. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (14), η ανατοποθέτηση του υπαλλήλου είναι δυνατή εφόσον γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και διασφαλίζει την ισοτιμία των καθηκόντων, δηλαδή η απαίτηση αφορά την αντιστοιχία μεταξύ του βαθμού και της θέσεως, και όχι ως προς τα καθήκοντα που συνεπάγεται η θέση αυτή καθαυτή.
41. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το Πρωτοδικείο έκρινε, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, ότι, μετά τις τροποποιήσεις στα καθήκοντα του J. Pflugradt, η θέση του αντιστοιχεί πάντοτε στον βαθμό στον οποίο είχε προσληφθεί και διατηρεί τα ουσιώδη καθήκοντά του (15). Επομένως, η εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την αλλαγή τοποθετήσεως δεν αποδεικνύεται.
42. Ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ισοτιμίας των θέσεων δεν είναι επομένως βάσιμος.
Γ – Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από την εσφαλμένη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών
43. Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, ο J. Pflugradt ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε ανακριβή διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως εργασίας, ειδικότερα επειδή δεν χαρακτήρισε βασική αρμοδιότητα εκείνη που του αφαιρέθηκε, δηλαδή την αξιολόγηση των μελών της ομάδας UNIX. Πράγματι, δεν εναπέκειτο σ’ αυτόν να πείσει το Πρωτοδικείο ότι επρόκειτο για αφαίρεση ουσιωδών στοιχείων της συμβάσεώς του. Κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, του αφαιρέθηκε βασική αρμοδιότητα, και με μια τέτοια θέση, το Πρωτοδικείο προέβη έτσι σε εσφαλμένη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.
44. Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων υπογραμμίζει ότι η ΕΚΤ δεν επικαλέστηκε το συμφέρον της υπηρεσίας προς στήριξη της αποφάσεώς της να τροποποιήσει τις αρμοδιότητες του J. Pflugradt (16). Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να κρίνει ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε ότι η απόφαση αυτή ελήφθη προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
45. Η θέση του J. Pflugradt στην ΕΚΤ είναι εκείνη του συντονιστή των ειδικών UNIX. Η αξιολόγηση των μελών της ομάδας περιλαμβάνεται στις συμβατικές αρμοδιότητες που περιλαμβάνονται στο έγγραφο που αποδέχθηκε και υπέγραψε ο αναιρεσείων. Η αρμοδιότητα αυτή του αφαιρέθηκε.
46. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν εναπέκειτο σ’ αυτόν να πείσει το Πρωτοδικείο ότι οι τροποποιήσεις των αρμοδιοτήτων του αφορούσαν ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως εργασίας. Όμως, κατά πάγια νομολογία, όσον αφορά τις γενικές αρχές, ο αναιρεσείων οφείλει να προσκομίσει την απόδειξη των ισχυρισμών του. Έτσι, εναπέκειτο στον J. Pflugradt να προσκομίσει την απόδειξη των περιστατικών που θα επέτρεπαν στο Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του δικαστή της ουσίας, να εκτιμήσει τον ορθό χαρακτηρισμό. Ο αναιρεσείων δεν έπραξε τούτο πρωτοδίκως και δεν μπορεί να στηρίζεται στο κενό αυτό στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
47. Όσον αφορά το άλλο επιχείρημα του λόγου αυτού, κατά το οποίο το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε ότι η τροποποίηση των αρμοδιοτήτων του έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, νομίζω ότι τούτο δεν είναι παραδεκτό. Πράγματι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα περιστατικά που προσκομίζονται ενώπιον του Πρωτοδικείου εμπίπτουν στην κυρίαρχη εκτίμησή του, την οποία ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αμφισβητήσει στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως (17).
48. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ως απαράδεκτος.
Δ – Επί του τετάρτου λόγου, που αντλείται από την εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών
49. Ο J. Pflugradt υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των δύο προσβληθεισών πράξεων, δηλαδή της εκθέσεως αξιολογήσεως για το 1999 και του υπομνήματος της 28ης Ιουνίου 2000 (18). Κατ’ αυτόν, η αφαίρεση των αρμοδιοτήτων του εκ μέρους της ΕΚΤ, που απορρέει από το υπόμνημα της 28ης Ιουνίου 2000, είναι ακόμη πιο ριζική από εκείνη που έγινε με την έκθεση αξιολογήσεως. Όμως, το Πρωτοδικείο κατ’ αντιφατικό τρόπο, δεν κατέληξε στο ότι η συμβατική κατάσταση του αναιρεσείοντος υπέστη ουσιαστική μεταβολή.
50. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην πραγματικότητα στην αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο. Όμως, όπως ανέφερα προηγουμένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Πρωτοδικείο στην κυρίαρχη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο τέταρτος λόγος είναι απαράδεκτος.
Επί του πέμπτου λόγου, που αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εσφαλμένη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως
51. Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, ο J. Pflugradt στηρίζεται στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου εσφαλμένη αιτιολογία της αποφάσεώς του. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Πρωτοδικείου ο αναιρεσείων προέβαλε το επιχείρημα ότι η έκθεσή του αξιολογήσεως για το έτος 1999 στηρίζεται σε ανακριβή πραγματικά περιστατικά, όμως ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στο επιχείρημά του και, ως εκ τούτου, δεν αιτιολόγησε ορθώς την απόφασή του (19).
52. Ο J. Pflugradt υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στην εσφαλμένη υπόθεση ότι ο αναιρεσείων ήθελε να αμφισβητήσει την αξιολόγηση που διατύπωσε η ΕΚΤ στην έκθεση για το 1999, ενώ στην πραγματικότητα αυτός αμφισβήτησε μόνον τα πραγματικά περιστατικά στα οποία η τελευταία είχε στηρίξει αυτή την έκθεση αξιολογήσεως. Το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε επομένως να απορρίψει την επιχειρηματολογία αυτή κρίνοντας ότι δεν εναπέκειτο σ’ αυτό να ελέγξει την εκτίμηση που περιλαμβανόταν στην έκθεση αξιολογήσεως, πράγμα που ο αναιρεσείων αμφισβητεί.
53. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολογίας, την οποία υπέχει το Πρωτοδικείο, ανταποκρίνεται στην ανάγκη όπως από την αιτιολογία προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της ληφθείσας αποφάσεως και να καθίσταται δυνατή η εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση του δικαστικού ελέγχου (20). Το Πρωτοδικείο οφείλει να απαντήσει στους λόγους που όντως προέβαλε ο νυν αναιρεσείων, άλλως παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολογίας που υπέχει.
54. Η νομολογία αυτή περιορίζεται από το γεγονός ότι η υποχρέωση για το Πρωτοδικείο να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντά λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενο από τον διάδικο επιχείρημα, ειδικότερα αν αυτό δεν είναι αρκούντως σαφές και ακριβές και δεν στηρίζεται σε πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία (21).
55. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αμφισβήτησε ορισμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία η ΕΚΤ στήριξε την έκθεση αξιολογήσεως για το 1999, δεν αμφισβήτησε όμως την ίδια την έκθεση (22). Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εκτός από την απαρίθμηση ορισμένων πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην έκθεση αυτή, ο J. Pflugradt δεν παρέχει λεπτομερείς ενδείξεις σχετικές με την ανακρίβεια των περιστατικών.
56. Το Πρωτοδικείο δεν παρέβη, κατ’ εμέ, την υποχρέωση αιτιολογίας, διότι αιτιολόγησε την απόφασή του σύμφωνα με τους λόγους και τα επιχείρημα που του υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής. Χωρίς λεπτομερή εξήγηση των επιχειρημάτων που προέβαλε προς στήριξη του λόγου αυτού, ο J. Pflugradt δεν μπορούσε εν συνεχεία να επικαλεστεί την ανεπαρκή αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
57. Ο πέμπτος λόγος, που αντλείται από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εσφαλμένη αιτιολογία της αποφάσεώς του, δεν είναι βάσιμος.
VI – Πρόταση
58. Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
2) να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα πρωτοτύπου η γαλλική.
2 – Υπόθεση T-178/00 και Τ-341/00, Pflugradt κατά ΕΚΤ (Συλλογή 2002, σ. II‑4035, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – Της 23ης Νοεμβρίου 1999.
4 – Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 9ης Ιουλίου 1999, σχετικά με την έγκριση των όρων απασχόλησης του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως τροποποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 1999 (ΕΕ 1999, L 125, σ. 32).
5 – Σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας (ΕΕ L 288, σ. 32).
6 – ΕΕ L 125, σ. 34, διορθωτικό στην ΕΕ 2000, L 273, σ.40.
7 – Με διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 2001 ο πρόεδρος του πέμπτου τμήματος του Πρωτοδικείου αποφάσισε να συνεκδικάσει τις δύο υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
8 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 4).
9 – Σύμφωνα με το άρθρο 10, στοιχείο α΄, των όρων απασχολήσεως.
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2001, Τ-333/99, Χ κατά ΕΚΤ (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-3021, σκέψη 61).
11 – Όπ.π. (σκέψη 63), όπου το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, το διοικητικό συμβούλιο η ΕΚΤ εδικαιούτο να προβλέψει στους όρους απασχολήσεως πειθαρχικό καθεστώς που του επιτρέπει, ιδίως, σε περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους μέλους του προσωπικού του των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, να λάβει τα αναγκαία μέτρα ενόψει των ευθυνών και των στόχων που του ανατίθενται. Τούτο απεικονίζει την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της ΕΚΤ στις σχέσεις της με το προσωπικό της.
12 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988, 23/87 και 24/87, Aldinger κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4395), και της 11ης Ιουλίου 1996, T‑102/95, Aubineau κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑357 και II‑1053, σκέψεις 28 έως 30), κατά τις οποίες η τοποθέτηση του προσωπικού ισχύει επίσης για τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές έναντι των εκτάκτων υπαλλήλων, όπως υπέμνησε η ΕΚΤ στο υπόμνημά της αντικρούσεως (σημείο 74).
13 – Υπόθεση που θεωρεί εσφαλμένη, την οποία όμως λαμβάνει ως αξίωμα στη συλλογιστική του.
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψεις 24 επ.)· της 23ης Μαρτίου 1988, 19/87, Hecq κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1681, σκέψη 6), και της 12ης Νοεμβρίου 1996, Ojha κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 40).
15 – Σκέψεις 58 και 90 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
16 – Αίτηση αναιρέσεως (σημεία 173 επ.).
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I 1981, σκέψη 49).
18 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 171).
19 – Αίτηση αναιρέσεως (σημεία 192 επ.).
20 – Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 25ης Ιουνίου 1998,C‑159/98 P(R), Ολλανδικές Αντίλλες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I‑4147, σκέψη 70).
21 – Βλ., απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001,C‑274/99 P, Connolly κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑1611, σκέψη 121).
22 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 192).
Full & Egal Universal Law Academy