ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 16ης Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-411/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη ορθή μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο – Οδηγία 98/10/ΕΚ – Τηλεπικοινωνίες – Έννοια αναλυτικού τιμολογίου»
I – Εισαγωγή, νομικό πλαίσιο, η προ της ασκήσεως προσφυγής φάση και διαδικασία
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14 της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (στο εξής: οδηγία 98/10) (2).
2. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν έχει θεσπίσει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε κράτος μέλος η υποχρέωση να διασφαλίσει ώστε η βασική περιοδική χρέωση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που παρέχονται μέσω σταθερών δικτύων να είναι τόσο λεπτομερής ώστε να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση και ο έλεγχος των εξόδων που είναι συμφυή με τη χρήση δημοσίων τηλεφωνικών υπηρεσιών.
3. Η οδηγία 98/10, που έχει ήδη αποτελέσει την αιτία δύο προσφυγών λόγω παραβάσεως, η μία κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας και η άλλη κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με παραβάσεις οι οποίες, κατά τα λοιπά, δεν αμφισβητούνται από τα εν λόγω κράτη μέλη (3), σκοπεί, σύμφωνα με τη ρητή διατύπωση του άρθρου της 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας, σε κοινοτική κλίμακα, σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών καλής ποιότητας και στον καθορισμό του συνόλου των υπηρεσιών στις οποίες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, σε προσιτή τιμή.
4. Για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 14, της οδηγίας 98/10, σχετικά με την αναλυτική χρέωση, τονική επιλογή και επιλεκτική φραγή κλήσεως προβλέπει ότι:
«1. Για να εξασφαλιστεί ότι οι χρήστες έχουν πρόσβαση το ταχύτερο δυνατό μέσω των σταθερών δημοσίων τηλεφωνικών δικτύων στις ακόλουθες διευκολύνσεις:
[...]
– αναλυτική χρέωση και επιλεκτική φραγή κλήσεων κατόπιν αιτήσεως,
τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν έναν ή περισσότερους φορείς εκμετάλλευσης για την παροχή των διευκολύνσεων αυτών στους περισσότερους χρήστες τηλεφώνου πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998 και να εξασφαλίζουν ότι οι διευκολύνσεις αυτές είναι γενικώς διαθέσιμες το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2001.
[...]
2. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της σχετικής νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, όπως η οδηγία 95/46/ΕΚ και η οδηγία 97/66/ΕΚ, οι αναλυτικοί λογαριασμοί πρέπει να παρέχουν επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση και ο έλεγχος των τελών τα οποία συνεπάγεται η χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου ή/και των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών.
Στους χρήστες διατίθεται χωρίς πρόσθετο τέλος ένα βασικό επίπεδο αναλυτικής χρέωσης. Κατά περίπτωση, είναι δυνατόν να παρέχονται στους συνδρομητές πρόσθετες πληροφορίες σε λογικές τιμές ή ατελώς. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να καθορίζουν το βασικό επίπεδο αναλυτικότητας των λογαριασμών.
Κλήσεις οι οποίες είναι δωρεάν για τον καλούντα συνδρομητή, συμπεριλαμβανομένων των κλήσεων σε γραμμές βοήθειας, δεν εμφανίζονται στον αναλυτικό λογαριασμό του καλούντος συνδρομητή.»
5. Συναφώς, θα ήταν χρήσιμο να σημειωθεί ότι η οδηγία 98/10, η μεταφορά της οποίας στο εθνικό δίκαιο αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, έχει καταργηθεί από τις 25 Ιουλίου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 26 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (4). Έτσι, η οδηγία 98/10 αντικαταστάθηκε από ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο το οποίο αποτελείται από την προπαρατεθείσα οδηγία 2002/21, την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (5), την οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (6) και την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (7).
6. Η τελευταία αυτή οδηγία 2002/22 αποτελεί, όσον αφορά το ζήτημα του ελέγχου μέσω αναλυτικής χρεώσεως των εξόδων, τη συνέχεια της οδηγίας 98/10, την οποία και έχει αντικαταστήσει (8).
7. Είναι αλήθεια ότι επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα δεν είναι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και η ερμηνεία της νέας οδηγίας 2002/22 αλλά της οδηγίας 98/10, που έχει εν τω μεταξύ καταργηθεί. Έχει ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί, εν πάση περιπτώσει, ότι οι προσανατολισμοί των δύο οδηγιών είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιοι όσον αφορά την αναλυτική χρέωση. Έτσι, και η οδηγία 2002/22 επιβάλλει την υποχρέωση να προβλέπεται βασική αναλυτική χρέωση η οποία να επιτρέπει να επαληθεύονται και να ελέγχονται τα συμφυή με τη χρήση του δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου έξοδα. Η οδηγία αυτή διευκρινίζει την έννοια και το περιεχόμενο της βασικής αναλυτικής χρεώσεως κατά τρόπο εξαντλητικό και χωρίς κανένα στοιχείο ασυνεχείας σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 (9).
8. Η οδηγία 98/10 έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 32, παράγραφος 1, να έχει μεταφερθεί από τα κράτη μέλη στο εσωτερικό τους δίκαιο πριν από τις 30 Ιουνίου 1998.
9. Με έγγραφό της της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, η Αυστριακή Κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με το ότι η οδηγία 98/10 είχε μεταφερθεί στο αυστριακό δίκαιο με τον Telekomunikationsgesetz (ομοσπονδιακό νόμο περί τηλεπικοινωνιών, στο εξής: TKG) και τέσσερα διατάγματα [το Rahmenrichtlinienverordnung (διάταγμα σχετικά με την οδηγία-πλαίσιο), το Telekom-Τarifgestaltungsverordnung (διάταγμα περί του καθορισμού των τελών όσον αφορά τις τηλεπικοινωνίες), το Numerierungsverordnung (διάταγμα περί παροχής αριθμού τηλεφώνου) και το Zusammenschaltungsverordnung (διάταγμα περί διασυνδέσεως)].
10. Μεταξύ των διαφόρων διατάξεων του TKG, πρέπει να επισημανθεί το άρθρο 94, παράγραφος 1, το οποίο φέρεται να σκοπεί στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Τα οφειλόμενα τέλη των συνδρομητών πρέπει να παρουσιάζονται υπό τη μορφή λογαριασμού συνιστάμενου σε κατάσταση εμφαίνουσα τα ποσά κατατασσόμενα ανά τύπους τελών. Εφόσον το ζητεί ο καταναλωτής, πρέπει να αναγράφονται στον λογαριασμό όλα τα ποσά ή να παρέχονται και άλλα στοιχεία, που πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τις εμπορικές συνθήκες. Όσον αφορά τους λογαριασμούς που είναι λεπτομερέστεροι των τυποποιημένων, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή πρόσθετων τελών σύμφωνα με τις εμπορικές συνθήκες. Το ποσό της εν λόγω καταβολής πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το κόστος που συνεπάγεται η λεπτομερέστερη παρουσίαση.
[...]»
11. Με έγγραφο της 20ής Απριλίου 2001, η Επιτροπή διατύπωσε επιφυλάξεις ως προς την ορθή μεταφορά από την Αυστριακή Κυβέρνηση στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 και την κάλεσε, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
12. Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2001, οι αυστριακές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι το άρθρο 94 του TKG πληρούσε τις επιταγές του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10, στο μέτρο που η προβλεπόμενη από το άρθρο 94 του νόμου αυτού βασική χρέωση περιελάμβανε αρκετά λεπτομερή στοιχεία ώστε να καθιστά δυνατό στον χρήστη να ελέγχει και να επαληθεύει αποτελεσματικά τα τηλεφωνικά του τέλη σύμφωνα με την οδηγία 98/10.
13. Στις 20 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία, επαναλαμβάνοντας τις επιφυλάξεις της, θεώρησε ότι η προβλεπόμενη από τη Δημοκρατία της Αυστρίας βασική αναλυτική χρέωση δεν επέτρεπε σε καμιά περίπτωση τον αποτελεσματικό έλεγχο των τηλεφωνικών τελών κατά την έννοια της οδηγίας 98/10 και κάλεσε την Αυστριακή Δημοκρατία να λάβει τα μέτρα που ήσαν προς τούτο αναγκαία εντός προθεσμίας δύο μηνών. Η Αυστριακή Κυβέρνηση απάντησε, με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2002, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ότι η οδηγία 98/10 είχε ορθώς μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με το άρθρο 14, παράγραφος 2.
14. Η Επιτροπή, έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, επί του ζητήματος αυτού, η θέση της ήταν διαφορετική από αυτήν της Δημοκρατίας της Αυστρίας και η τελευταία δεν είχε συμμορφωθεί, όπως είναι επόμενο, προς τις υποχρεώσεις, άσκησε, με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Νοεμβρίου 2002, προσφυγή βάσει του άρθρου 226 ΕΚ.
15. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας έχοντας επιλέξει χρέωση συνιστάμενη στην αναγραφή των σχετικών ποσών κατατασσομένων αποκλειστικώς ανά τύπους τελών και μη παρέχουσα επαρκώς λεπτομερή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται στον καταναλωτή η δυνατότητα αποτελεσματικού ελέγχου και επαλήθευσης, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10·
2) να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
16. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, που διεξήχθη στις 12 Φεβρουαρίου 2004, οι εκπρόσωποι της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Επιτροπής είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν τις προφορικές παρατηρήσεις τους.
II – Επιχειρήματα των διαδίκων
Α – Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής
17. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Αυστριακή Κυβέρνηση, προβλέποντας, στο άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG, ότι οι παρέχοντες τηλεφωνικές υπηρεσίες μέσω σταθερού δικτύου υποχρεούνται να καταρτίζουν βασικό αναλυτικό λογαριασμό περιλαμβάνοντα μόνο ποσά κατατασσόμενα ανά τύπους τελών, αφήνει ανοικτή τη θύρα στην τακτική των επιχειρηματιών που συνίσταται στην ομαδοποίηση επί του τιμολογίου των ποσών ανά κατηγορίες κλήσεων, χωρίς να αναγράφεται κεχωρισμένως κάθε κλήση.
18. Έτσι, όπως εμφαίνεται από το σχετικό τιμολόγιο που υποβλήθηκε από την Αυστριακή Κυβέρνηση στην Επιτροπή, η απαιτούμενη από το άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG και ατελώς παρεχόμενη αναλυτική χρέωση συνίσταται μόνο στην κατανομή του συνολικού ποσού του τιμολογίου, σχετικά με περίοδο χρεώσεως δύο μηνών, σε διάφορα ποσά αντιστοιχούντα στις διάφορες κατηγορίες κλήσεων: περιφερειακές κλήσεις, διαπεριφερειακές, διεθνείς και κλήσεις πραγματοποιούμενες προς τους διαθέτοντες κινητά τηλέφωνα. Ομοίως, για το σύνολο των κλήσεων που γίνονται για την πρόσβαση σε υπηρεσίες on line (με απευθείας σύνδεση μέσω δικτύου πληροφορικής) ή σε υπηρεσίες προστιθεμένης αξίας η αντιμετώπιση είναι διαφορετική. Εντός καθεμιάς από αυτές τις κατηγορίες, το τιμολόγιο μνημονεύει αποκλειστικώς τον αριθμό των πραγματοποιηθεισών κλήσεων, τον συνολικό αριθμό των χρησιμοποιηθεισών τιμολογιακών μονάδων και το συνολικό κόστος καθεμιάς από αυτές τις κατηγορίες κλήσεων.
19. Κατά την Επιτροπή, από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 απορρέει ξεκάθαρα ότι οι βασικοί αναλυτικοί λογαριασμοί πρέπει να παρέχουν αρκετές λεπτομέρειες ώστε να καθίσταται δυνατό στον χρήστη να επαληθεύει και να ελέγχει τα σχετικά τέλη, πράγμα που δεν αμφισβητείται από την Αυστριακή Κυβέρνηση. Οι διάδικοι διατυπώνουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το ζήτημα εάν η βασική χρέωση που προβλέπεται στην Αυστρία επιτρέπει στον χρήστη να ελέγχει και να επαληθεύει αποτελεσματικά τα τέλη του.
20. Το γεγονός ότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 θεσπίζει διάκριση μεταξύ της βασικής αναλυτικής χρεώσεως που παρέχεται ατελώς, και των τιμολογίων που περιέχουν περισσότερες λεπτομέρειες και τα οποία είναι δυνατόν να προτείνονται στους πελάτες μέσω συμπληρωματικών τελών, ουδόλως αναιρεί, κατά την Επιτροπή, την ανάγκη διασφαλίσεως τιμολογίων με ένα ελάχιστο επίπεδο αναλυτικής χρεώσεως ώστε να καθίσταται δυνατός ο αποτελεσματικός έλεγχος των τελών που έχουν χρεωθεί στον χρήστη. Σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής, αυτή ακριβώς η δυνατότητα επαληθεύσεως είναι αυτό που η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν έχει διασφαλίσει.
21. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η προβλεπόμενη από την αυστριακή νομοθεσία βασική αναλυτική χρέωση δεν παρέχει στον χρήστη επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορεί να επαληθεύει το κόστος κάθε κλήσεως και, ως εκ τούτου, να ελέγχει αποτελεσματικά τα τέλη που απορρέουν από τη χρήση των τηλεφωνικών υπηρεσιών. Μεταξύ αυτών των πληροφοριών περιλαμβάνονται και αυτές που επιτρέπουν να διαπιστώνεται το είδος της κλήσεως, όπως οι κωδικοί της χώρας και/ή του τόπου προς τον οποίο έγινε η κλήση, καθώς και στοιχεία σχετικά με τη διάρκειά της, την ημερομηνία πραγματοποιήσεώς της και το κόστος της.
Β – Τα προβληθέντα από τη Δημοκρατία της Αυστρίας επιχειρήματα
22. Η Αυστριακή Κυβέρνηση απαντά ότι δυνάμει του γράμματος οδηγίας 98/10 και του γενικού στόχου που επιδιώκεται με αυτήν, δεν παρίσταται ανάγκη να αναγράφεται στο τιμολόγιο κάθε κλήση προκειμένου να καθίσταται δυνατή η αποτελεσματική επαλήθευση των τελών που έχουν χρεωθεί στον χρήστη.
23. Σύμφωνα με την Αυστριακή Κυβέρνηση, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο αυστριακό τυποποιημένο αναλυτικό τιμολόγιο είναι αρκετά λεπτομερή ώστε να είναι δυνατή η άμεση επισήμανση ανωμαλιών, παραδοξοτήτων ή λαθών, διά της συγκρίσεως των περιλαμβανομένων στο τιμολόγιο ποσών, ομαδοποιημένων ανά κατηγορίες κλήσεως, με τα αντίστοιχα ποσά προγενεστέρων τιμολογίων. Αυτή η σύγκριση επιτρέπει, κατά τη γνώμη της Αυστριακής Κυβερνήσεως, τον έλεγχο των ποσών που χρεώνονται διά της επαληθεύσεως, ιδίως, των τύπων κλήσεων με ιδιαίτερα υψηλό κόστος ή διά του εντοπισμού των επικοινωνιών που ήσαν πολυαριθμότερες ή πλέον μακρές από ό,τι ο μέσος όρος αυτών που είχαν προγενεστέρως πραγματοποιηθεί.
24. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι όταν οι πελάτες διατηρούν αμφιβολίες σχετικά με ένα τιμολόγιο, δύνανται να προσφεύγουν σε διοικητική επιτροπή συμβιβασμού, η οποία διαθέτει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες κλήσεις. Το έτος 2001, κατατέθηκαν 1 418 ενστάσεις σχετικά με τηλεφωνικά τιμολόγια σ’ αυτές τις επιτροπές συμβιβασμού. Κατά την άποψη της Αυστριακής Κυβερνήσεως, αυτές οι ενστάσεις δεν θα μπορούσαν να έχουν υποβληθεί εάν τα τιμολόγια, στη μορφή που έχουν σήμερα, δεν επέτρεπαν την επαλήθευση των ποσών και των παρατυπιών.
25. Εξάλλου, η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να επιβάλει ώστε τα βασικά αναλυτικά τιμολόγια να περιλαμβάνουν περισσότερες λεπτομέρειες από αυτές που προβλέπει το άρθρο 94 του TKG, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα προέκυπτε, κατ’ ανάγκη, μία απ’ τις δύο ακόλουθες απαράδεκτες συνέπειες: είτε θα καθίστατο περιττή και άνευ νοήματος η ρητώς προβλεπόμενη στο άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 δυνατότητα να καταρτίζονται τιμολόγια περιλαμβάνοντα περισσότερες λεπτομέρειες, είτε τα τιμολόγια που περιλαμβάνουν αυτές τις επιπλέον λεπτομέρειες θα έπρεπε να περιέχουν στοιχεία τόσο αναλυτικά επί των τηλεφωνικών κλήσεων (όπως η πλήρης μνεία του αριθμού κλήσεως) ώστε θα παραβιαζόταν κατ’ ανάγκή το θεσπισμένο από την ισχύουσα νομοθεσία σύστημα σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικού χαρακτήρα δεδομένων, συγκεκριμένα, ιδίως, η οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997 περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα (στο εξής οδηγία 97/66) (10).
III – Εκτίμηση
26. Είναι αναμφίβολο ότι οι διάδικοι διαφωνούν έντονα ως προς τρία βασικά σημεία. Το πρώτο αφορά τον προσδιορισμό αυτού που πρέπει να νοείται με την έκφραση «ελάχιστο επίπεδο επαρκών λεπτομερειών» ώστε να καθίσταται δυνατόν στους χρήστες να επαληθεύουν και να ελέγχουν αποτελεσματικώς τα συμφυή με τη χρήση των τηλεφωνικών υπηρεσιών τέλη. Η δεύτερη διαφωνία έχει σχέση με το ζήτημα εάν ένα περισσότερο λεπτομερές βασικό επίπεδο της αυστριακής αναλυτικής χρέωσης έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται περιττή η δυνατότητα παροχής πρόσθετων πληροφοριών που επίσης προβλέπεται από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας. Τέλος, η τρίτη διαφωνία έχει σχέση με το ζήτημα εάν η Αυστριακή Δημοκρατία πράγματι δεν μπορεί να προβλέψει μια τυποποιημένη χρέωση περιλαμβάνουσα περισσότερο λεπτομερή στοιχεία χωρίς τον κίνδυνο προσβολής του δικαιώματος για ιδιωτική ζωή των χρηστών.
Α – Ο προσδιορισμός του επιπέδου βασικής αναλυτικής χρεώσεως ώστε να καθίσταται δυνατό στον χρήστη να ελέγχει τα τέλη του
27. Η οδηγία 98/10 δεν καθορίζει επακριβώς όλα τα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται ατελώς στο βασικό αναλυτικό τιμολόγιο για τον χρήστη. Τούτο καθίσταται ευχερώς κατανοητό από την ανάγνωση του άρθρου 14, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, εφόσον η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές δύνανται να καθορίσουν το βασικό επίπεδο αναλυτικότητας των λογαριασμών. Είναι πρόδηλο ότι το δίκαιο κάθε κράτους μέλους είναι αυτό βάσει του οποίου θα πρέπει να καθοριστούν κατά τρόπο συγκεκριμένο οι λεπτομέρειες που πρέπει να περιλαμβάνονται υποχρεωτικώς και ατελώς στα τηλεφωνικά τιμολόγια καθώς και οι πρόσθετες πληροφορίες που θα μπορεί να περιλαμβάνει η χρέωση, περίπτωση κατά την οποία, δυνάμει των ρητών διατάξεων του άρθρου 14, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, θα είναι δυνατόν η χρέωση να μην είναι πλέον ατελής.
28. Εν πάση περιπτώσει, στο άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 αναφέρονται οι στόχοι που το βασικό επίπεδο αναλυτικής χρέωσης σκοπεί να διασφαλίζει. Έτσι, η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι «[…] οι αναλυτικοί λογαριασμοί πρέπει να παρέχουν επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση και ο έλεγχος των τελών τα οποία συνεπάγεται η χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου και/ή των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών». Από αυτή τη ρητή υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10 απορρέει ότι υφίσταται ένα ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που τα αναλυτικά τιμολόγια πρέπει να τηρούν. Αυτό ακριβώς το ελάχιστο επίπεδο πρέπει να προσδιοριστεί ώστε να ξεπεραστεί η διαφωνία μεταξύ της Επιτροπής και της Αυστριακής Κυβερνήσεως.
29. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να υπομνηστεί ότι η οδηγία 98/10 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), του οποίου η παράγραφος 3 προβλέπει ότι «η Επιτροπή στις προτάσεις της που προβλέπονται στην παράγραφο 1 σχετικά με την [...] προστασία των καταναλωτών, λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας [...]».
30. Υπό την έννοια αυτή, οι ελάχιστες απαραίτητες λεπτομέρειες που ένα τιμολόγιο πρέπει να περιλαμβάνει ώστε να μπορεί ο χρήστης των τηλεφωνικών υπηρεσιών, ως καταναλωτής, να ελέγχει το ποσό που θα ξοδέψει για τις πραγματοποιούμενες τηλεφωνικές κλήσεις πρέπει να εκτιμάται λαμβάνοντας υπόψη μόνο το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να διασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας για τους καταναλωτές τηλεφωνικών υπηρεσιών, επιβάλλοντας, υποχρεωτικώς και ατελώς, αυτή τη δυνατότητα ελέγχου και επαλήθευσης των τελών μέσω του τιμολογίου.
31. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει να προσδιοριστεί ποια είναι τα ελάχιστα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει ένα τιμολόγιο ώστε να δύναται ο χρήστης να ελέγχει αποτελεσματικώς τα τέλη που του έχουν χρεωθεί για τη χρήση των τηλεφωνικών υπηρεσιών.
32. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι τα συμφυή με τις πραγματοποιούμενες κλήσεις τέλη συνίστανται στο ποσό του κόστους κάθε συγκεκριμένης κλήσεως που έχει γίνει κατά τη διάρκεια της χρεωθείσας περιόδου. Εξάλλου, το κόστος κάθε κλήσεως δεν είναι πάντοτε το ίδιο διότι τούτο εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η διάρκεια της κλήσεως, η χώρα, ο τόπος όπου βρίσκεται ο οικείος φορέας (ιδίως κινητής τηλεφωνίας) του αποδέκτη της κλήσεως, η ημέρα της εβδομάδας (είναι δυνατόν να υφίστανται ειδικά τιμολόγια για τις κλήσεις που γίνονται ορισμένες ημέρες, ειδικότερα τα σαββατοκύριακα), καθώς και αυτή ταύτη η ώρα της κλήσεως (πράγματι μπορεί να υφίστανται διαφορετικά τιμολόγια ανάλογα με την ώρα της ημέρας).
33. Όπως μπορεί ευχερώς να διαπιστωθεί ενόψει των στοιχείων αυτών, τα αυστριακά βασικά αναλυτικά τιμολόγια αποκαλύπτουν την αισθητή έλλειψη ενδείξεων καθόσον αφορά τους παράγοντες που προσδιορίζουν, σε τελική ανάλυση, το κόστος κάθε κλήσεως και, ως εκ τούτου, το ποσό που πρέπει να καταβάλλεται για το σύνολο των κλήσεων που γίνονται κατά τη διάρκεια της αναφερόμενης στο τιμολόγιο περιόδου.
34. Καίτοι στα αυστριακά τιμολόγια γίνεται διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών κλήσεων, το κόστος κάθε κλήσεως στο πλαίσιο καθεμιάς από τις ειδικές κατηγορίες μπορεί πράγματι να ποικίλλει ανάλογα με στοιχεία τα οποία απλούστατα δεν μνημονεύονται στο τιμολόγιο. Δεδομένου ότι καμιά πληροφορία σχετικά με αυτά τα καθοριστικά για το κόστος κάθε κλήσεως στοιχεία δεν περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο, ο πελάτης δεν θα μπορεί να ξεχωρίζει καμιά από τις κλήσεις που του χρεώνονται, ούτε θα μπορεί να πραγματοποιεί μόνος του τον υπολογισμό που έγινε για τον καθορισμό του ποσού που αναγράφεται για καθεμιά από τις κλήσεις αυτές στο τιμολόγιο.
35. Έτσι, θα μπορούσα να υποδείξω ένα κριτήριο το οποίο θα επέτρεπε να προσδιορίζεται ποια είναι τα ελάχιστα στοιχεία που πρέπει να μνημονεύονται σε ένα βασικό αναλυτικό τιμολόγιο ισχυριζόμενος ότι, προκειμένου να είναι πράγματι δυνατή η επαλήθευση και ο έλεγχος των συμφυών με τις πραγματοποιούμενες τηλεφωνικές κλήσεις τελών, είναι απαραίτητο, τουλάχιστον, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10, να μπορεί ο πελάτης, συνδυάζοντας τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο τιμολόγιο και τις συμβατικώς ορισθείσες από τον οικείο φορέα τιμές, να επαληθεύει το κόστος κάθε γενομένης κλήσεως και να επιβεβαιώνει το υποστατό της.
36. Τίποτα δεν εμποδίζει την Αυστριακή Δημοκρατία να θεσπίσει, τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10, ειδικό ορισμό των στοιχείων που πρέπει να περιλαμβάνονται στην τυποποιημένη αναλυτική χρέωση. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εντάσσεται στο πλαίσιο της κλίμακας των επιλογών που, σύμφωνα με το διευκρινισθέν ανωτέρω κριτήριο, επιτρέπουν στον καταναλωτή να επαληθεύει και να ελέγχει τα τέλη που έχει χρεωθεί για πραγματοποιηθείσες τηλεφωνικές κλήσεις.
37. Υπό το φως του κριτηρίου αυτού, διαπιστώνεται ότι το ισχύον στην Αυστρία βασικό επίπεδο αναλυτικής χρέωσης είναι ανεπαρκές επειδή το κόστος των κλήσεων, στο πλαίσιο καθεμιάς από τις τιμολογιακές ομάδες που εμφανίζονται σ’ αυτά τα τηλεφωνικά τιμολόγια, ποικίλλει από κλήση σε κλήση ανάλογα με στοιχεία που απλώς δεν μπορούν να επαληθεύονται επί του τιμολογίου. Προκειμένου το αυστριακό βασικό επίπεδο αναλυτικής χρέωσης να επιτρέπει τη διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου των συμφυών με τις πραγματοποιούμενες κλήσεις τελών, θα έπρεπε τα τυποποιημένα αναλυτικά τιμολόγια να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικές με τα στοιχεία τα οποία, στην Αυστρία, είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό του κόστους κάθε συγκεκριμένης κλήσεως.
38. Οι ανεπάρκειες του αυστριακού βασικού επιπέδου αναλυτικής χρέωσης εμφανίζονται, εξάλλου, όχι μόνο στην περίπτωση των διεθνών κλήσεων και των κλήσεων προς κινητά τηλέφωνα, αλλά και σε αυτό των περιφερειακών και εθνικών κλήσεων. Για κάθε έναν από αυτούς τους τύπους κλήσεων, το κόστος ποικίλλει ανάλογα με στοιχεία που δεν αναγράφονται στο τιμολόγιο, όπως η ημέρα πραγματοποιήσεως της κλήσεως ή η ώρα της κλήσεως. Στην περίπτωση των διεθνών κλήσεων, το κόστος κάθε κλήσεως, εκτός του ότι εξαρτάται από την ημέρα και την ώρα της επικοινωνίας, μπορεί να ποικίλλει όχι μόνο ανάλογα με τη χώρα αλλά και ανάλογα με το αν πρόκειται για κλήση προς σταθερό τηλέφωνο της αλλοδαπής ή για κλήση προς κινητό τηλέφωνο σ’ αυτή τη χώρα προορισμού. Επίσης, από το αυστριακό βασικό επίπεδο αναλυτικής χρέωσης προκύπτει ότι ο πελάτης δεν είναι καν σε θέση να εντοπίζει με ακρίβεια, μεταξύ όλων των χωρών που συμπεριλαμβάνονται σε καθεμιά από τις μνημονευόμενες στο τιμολόγιο διεθνείς τιμολογιακές ζώνες, αυτές με τις οποίες έχει έρθει σε επικοινωνία.
39. Σ’ αυτό προστίθεται το γεγονός ότι, εφόσον ο χρήστης δεν έχει τη δυνατότητα να επαληθεύει και να ελέγχει αποτελεσματικά το κόστος κάθε κλήσεως, δεν θα μπορεί ούτε, αναλύοντας το ισχύον στην Αυστρία τυποποιημένο τιμολόγιο, να συγκρίνει το κόστος κάθε πραγματοποιηθείσας κλήσεως με αυτό άλλης κλήσεως που έχει πραγματοποιηθεί, με την ίδια διάρκεια χρόνου και στον ίδιο αριθμό, μέσω άλλου φορέα τηλεφωνίας.
40. Αυτή η δυνατότητα συγκρίσεως μεταξύ των τιμολογιακών προσφορών διαφόρων φορέων, όπως άλλωστε και η δυνατότητα συγκρίσεως με το κόστος εναλλακτικών σε σχέση με το τηλέφωνο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, είναι τα μέσα που επιτρέπουν την πραγματική ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής στον τομέα αυτόν αγοράς (11). Αυτός είναι ακριβώς ένας από τους στόχους της οδηγίας 98/10 (12).
41. Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Αυστριακή Κυβέρνηση, το γεγονός ότι οι καταναλωτές μπορούν να υποβάλλουν ενστάσεις σχετικά με τα τιμολόγια τηλεφώνου, ληφθέντος υπόψη ότι το 2001 υποβλήθηκαν στις αρμόδιες επιτροπές συμβιβασμού 1 418 ενστάσεις του τύπου αυτού –διαδικασία που επιτρέπει στους χρήστες την πρόσβαση στα αναλυτικά δεδομένα επί των πραγματοποιηθεισών κλήσεων–, δεν μπορεί να αποδείξει ότι το αυστριακό βασικό επίπεδο αναλυτικότητας των λογαριασμών αρκεί ώστε να μπορούν οι χρήστες να επαληθεύουν και να ελέγχουν αποτελεσματικά τα συμφυή με τη χρήση τηλεφωνικών υπηρεσιών τέλη, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10.
42. Ασφαλώς η απλή δυνατότητα προσφυγής στην επιτροπή συμβιβασμού ή το γεγονός ότι έχουν υποβληθεί ορισμένες ενστάσεις δεν αρκεί για να απαλείψει την αναγκαιότητα προβλέψεως ενός αυστριακού βασικού επιπέδου αναλυτικότητας των λογαριασμών περισσότερο προωθημένου από αυτό που τώρα επιβάλλεται εντός αυτού του κράτους μέλους. Αντιθέτως, αυτό ακριβώς το ανώτερο βασικό επίπεδο αναλυτικότητας είναι αυτό το οποίο παρέχει στους καταναλωτές τα δεδομένα που είναι αναγκαία για να μπορούν να διατυπώνουν αιτιάσεις προς στήριξη των ενστάσεών τους και το οποίο, ως εκ τούτου, διασφαλίζει τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των συστημάτων συμβιβασμού.
43. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι ορισμένοι φορείς τηλεφωνίας παρέχουν στους πελάτες τους περισσότερες πληροφορίες και ότι, σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που παρέχουν επίπεδο πληροφοριών που η Επιτροπή θεωρεί ανεπαρκές, τα τιμολόγια αυτών των φορέων αποτελούν το αντικείμενο ολιγοτέρων ενστάσεων. Παραλλήλως, πλην όμως αντιστρόφως, η Αυστριακή Κυβέρνηση ανέφερε επίσης παραδείγματα άλλων επιχειρήσεων οι οποίες, μολονότι παρέχουν στους πελάτες τους αναλυτικότερες χρεώσεις, φορτώνουν με περισσότερες ενστάσεις τις σχετικές υπηρεσίες συμβιβασμού.
44. Τα δεδομένα αυτά επιτρέπουν απλώς να υπογραμμιστεί ότι, αντίθετα προς ό,τι η Αυστριακή Δημοκρατία διατείνεται από την προ της ασκήσεως προσφυγής φάση, η δυνατότητα υποβολής ενστάσεων στις επιτροπές συμβιβασμού, όπως και ο αριθμός των υποβληθεισών στις εν λόγω επιτροπές ενστάσεων, δεν αποτελούν επιχειρήματα τα οποία να επιτρέπουν να υποστηριχθεί ότι το προβλεπόμενο στην Αυστρία επίπεδο λεπτομερειών για τα τυποποιημένα τιμολόγια τηλεφώνου είναι επαρκές από πλευράς του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10. Τα αντιφατικά μεταξύ τους παραδείγματα που έχει προβάλει η Αυστριακή Δημοκρατία καταδεικνύουν, ακριβώς, την ανυπαρξία άμεσου συσχετισμού μεταξύ του επιπέδου λεπτομερειών των τιμολογίων και των ενστάσεων προς τις επιτροπές συμβιβασμού.
45. Αφενός, και αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Αυστριακή Δημοκρατία, οι περισσότερες από τις ενστάσεις που έχουν υποβληθεί κατά των τιμολογίων με λιγότερες λεπτομέρειες είναι ακριβώς δυνατό να απορρέουν από τη δυσχέρεια που μπορεί να συναντούν οι πελάτες όσον αφορά τον αποτελεσματικό έλεγχο των τιμολογίων τους σ’ αυτή την περίπτωση. Με άλλα λόγια, μεγαλύτερος αριθμός καταγγελιών δεν εξηγείται κατ’ ανάγκη από την ύπαρξη αποτελεσματικού ελέγχου του κόστους αλλά είναι δυνατόν, αντιθέτως, να προέρχεται από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που προκύπτουν από λεπτομέρειες που είναι ανεπαρκείς ώστε να καθίσταται δυνατός ο ικανοποιητικός έλεγχος του κόστους αυτού από τους καταναλωτές.
46. Αφετέρου, στο μέτρο που ο αριθμός λαθών κατά τη χρέωση των τηλεφωνικών κλήσεων ποικίλλει, όπως είναι φυσικό, ανάλογα με τον σχετικό φορέα τηλεφωνίας, και στο μέτρο που αυτά τα λάθη γίνονται προφανώς περισσότερο αισθητά σε ένα αναλυτικότερο τιμολόγιο, είναι επίσης δυνατό η αύξηση του αριθμού των ενστάσεων σχετικά με ορισμένες επιχειρήσεις να εμφαίνεται στις περιπτώσεις περισσότερο αναλυτικών χρεώσεων.
Β – Ο προβαλλόμενος απαράδεκτος χαρακτήρας μιας αναλυτικότερης τυποποιημένης χρεώσεως, ενόψει της δυνατότητας να προτείνεται μια έτι αναλυτικότερη χρέωση
47. Η οδηγία 98/10 προβλέπει, στο άρθρο της 14, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, τη δυνατότητα να προτείνονται στους πελάτες χρεώσεις με πρόσθετες πληροφορίες σε λογικές τιμές ή ατελώς.
48. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι, αντίθετα προς όσα διατείνεται η Αυστριακή Κυβέρνηση, η υιοθέτηση, όσον αφορά τα βασικά αναλυτικά τιμολόγια, ενός επιπέδου πληροφοριών υψηλότερου αυτού των υφισταμένων τώρα στην Αυστρία τυποποιημένων τιμολογίων δεν στερεί τη διάταξη αυτή της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της. Υφίσταται κάποιο περιθώριο για τη συμπερίληψη και άλλων πληροφοριών στα τιμολόγια που μπορούν να προτείνονται ατελώς ή σε λογικές τιμές σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 98/10.
49. Πράγματι, οι πελάτες θα μπορούν να έχουν, επί των τιμολογίων τους, πρόσθετες λεπτομέρειες σκοπούσες, σύμφωνα με τους όρους της αγοράς, στην έτι περαιτέρω διευκόλυνση του εκ μέρους του καταναλωτή ελέγχου των τελών ή στην παροχή στους πελάτες και άλλων πληροφοριών σχετικά με τη χρησιμοποίηση των τηλεφωνικών υπηρεσιών.
50. Δεν είναι εκτός πραγματικότητας το να υποθέσει κανείς ότι ορισμένοι πελάτες θα μπορούσαν να δείξουν ενδιαφέρον για τη δυνατότητα να διαθέτουν τιμολόγια περιγράφοντα κατά τρόπο λεπτομερή, όσον αφορά κάθε κλήση, τους υπολογισμούς που γίνονται για τον προσδιορισμό του σχετικού κόστους ή εξηγούντα διεξοδικώς τα διάφορα συστατικά στοιχεία του κόστους κάθε κλήσεως, κάνοντας διάκριση, π.χ., στο καθαρό κόστος της και στο ακαθάριστο κόστος της.
51. Θα ήταν επίσης δυνατόν να θεωρηθεί ότι ένας πελάτης θα μπορούσε να προσελκυσθεί από τη δυνατότητα να λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό και τη συνολική διάρκεια των τηλεφωνικών κλήσεων που λαμβάνει κατά την καλυπτόμενη από το τιμολόγιο περίοδο, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να συγκρίνει τη διάρκεια και το κόστος των πραγματοποιουμένων κλήσεων με τις κλήσεις που δέχεται.
52. Πληροφορίες ακριβώς του τύπου αυτού θα μπορούσαν ενδεχομένως να περιλαμβάνονται στα τιμολόγια που θα περιείχαν λεπτομέρειες περισσότερες αυτών της βασικής αναλυτικής χρεώσεως, και τούτο στο μέτρο που θα υπήρχαν πελάτες ενδιαφερόμενοι για τη δυνατότητα να αποκτούν, έναντι πληρωμής, αυτόν τον τύπο συμπληρωματικών πληροφοριών και στο μέτρο που, και τούτο βεβαίως εξυπακούεται, θα έπρεπε, κατά την άποψη των αυστριακών αρχών, να προτείνονται αυτές στους πελάτες, ενόψει των ειδικών συνθηκών κάθε εγχώριας αγοράς.
53. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, αντίθετα προς όσα επιδιώκει να αποδείξει η Αυστριακή Κυβέρνηση, η συμπερίληψη στα αυστριακά τυποποιημένα αναλυτικά τιμολόγια τηλεφώνου λεπτομερειών περισσοτέρων από αυτές που προβλέπονται τώρα στο άρθρο 94, παράγραφος 1, του TKG, κατά τρόπο ώστε να τηρηθεί το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10, δεν έχει ως αποτέλεσμα την απογύμνωση από κάθε δυνατό περιεχόμενο της χρέωσης που περιλαμβάνει υψηλότερο επίπεδο πληροφοριών, όπως ρητώς επιτρέπεται από το άρθρο αυτό.
Γ – Η προβαλλόμενη παράβαση των νομικών διατάξεων σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής
54. Όσον αφορά την αναλυτική χρέωση, το άρθρο 7 της οδηγίας 97/66 ορίζει, στην παράγραφό του 1, ότι «οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν μη αναλυτικούς λογαριασμούς». Η διάταξη αυτή είναι απολύτως σύμφωνη, κατά τα λοιπά, προς το άρθρο 14, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 98/10, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν την πρόσβαση στην «αναλυτική χρέωση και επιλεκτική φραγή κλήσεων, κατόπιν αιτήσεως». Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/66 ορίζει, εξάλλου, ότι «τα κράτη μέλη εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις προκειμένου να συμβιβάσουν τα δικαιώματα των συνδρομητών που λαμβάνουν αναλυτικούς λογαριασμούς με την προστασία της ιδιωτικής ζωής των καλούντων χρηστών και των καλουμένων συνδρομητών [...]».
55. Το περιθώριο χειρισμών που τα κράτη μέλη διαθέτουν για τη διασφάλιση της προστασίας του δικαιώματος για ιδιωτική ζωή των καλούντων χρηστών και των καλουμένων συνδρομητών δεν είναι, παρ’ όλα αυτά, συμβατό με τη δυνατότητα για τον αποδέκτη του τιμολογίου χρήστη να επαληθεύει και να ελέγχει το κόστος των τηλεφωνικών κλήσεων που καλείται να πληρώσει.
56. Συναφώς, δεν μπορώ να αντιληφθώ, όπως επισημαίνει σχετικώς και η Επιτροπή στην απάντησή της, πώς είναι δυνατό, δυνάμει της προπαρατεθείσας οδηγίας 97/66, η απλή αναγραφή των κωδικών αριθμών της χώρας και της τοποθεσίας προορισμού της κλήσεως ή η αναγραφή της ημερομηνίας και της ώρας κάθε κλήσεως να αποτελούν προσωπικά δεδομένα που θα χρησίμευαν ως δικαιολογία στην Αυστριακή Κυβέρνηση για να εμποδίσει τη συμπερίληψη αυτών των δεδομένων στα αναλυτικά τιμολόγια τηλεφώνου. Αφενός, μια τέτοια απόφαση θα υπερέβαινε τα όρια αυτού που φαίνεται αναγκαίο για την προστασία του δικαιώματος για ιδιωτική ζωή των χρηστών των τηλεφωνικών υπηρεσιών. Αφετέρου, μια τέτοια απόφαση θα αναιρούσε οριστικά το δικαίωμα του αποδέκτη του τιμολογίου να επαληθεύει και να ελέγχει το κόστος κάθε πραγματοποιηθείσας κλήσεως καθώς δεν θα μπορούσε αυτός να έχει πρόσβαση σε δεδομένα αποφασιστικής σημασίας για τον προσδιορισμό του κόστους κάθε κλήσεως.
57. Η συμπερίληψη συμπληρωματικών δεδομένων, όπως τα προμνημονευθέντα στις παραγράφους 49 έως 52 των προτάσεων αυτών, που μπορούν να αναγράφονται, ενδεχομένως, σε τιμολόγια με περισσότερες πληροφορίες, δεν συνεπάγεται βεβαίως οποιαδήποτε παράβαση των προβαλλομένων από την Αυστριακή Κυβέρνηση νομοθετικών διατάξεων.
58. Η Αυστριακή Κυβέρνηση μπορεί ασφαλώς να εκτιμά ότι η αναγραφή στα αναλυτικά τιμολόγια του αριθμού τηλεφώνου του καλούμενου συνδρομητή υπό συντομευμένη μορφή (13) (καθιστώντας, π.χ., αδύνατη την ανάγνωση των τεσσάρων τελευταίων αριθμών), αποτελεί μέτρο αναγκαίο για την εναρμόνιση του δικαιώματος του συνδρομητή για αναλυτική χρέωση με αυτό των καλούντων χρηστών για τον σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής. Ωστόσο, το μέτρο αυτό δεν δικαιολογεί το να μην μπορεί η βασική αναλυτική χρέωση να αναγράφει χωριστά τα στοιχεία κάθε κλήσεως, μαζί με τις κατάλληλες ενδείξεις για την επαλήθευση και τον έλεγχο του κόστους της, μεταξύ των οποίων η ώρα, η διάρκεια και ο κωδικός της χώρας, του τόπου ή του κινητού τηλεφώνου.
IV – Πρόταση
59. Ενόψει των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
«1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας, έχοντας επιλέξει χρέωση συνιστάμενη στην αναγραφή των σχετικών ποσών κατατασσόμενων ανά τύπους τελών και μη παρέχουσα επαρκώς λεπτομερή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται στον καταναλωτή η δυνατότητα αποτελεσματικής επαλήθευσης και ελέγχου των συμφυών με τη χρήση τηλεφωνικών υπηρεσιών τελών, έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 1998 για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον.
2) Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – ΕΕ L 101, σ. 24.
3 – Αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-423/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2000, σ. Ι-11167), και της 13ης Ιουνίου 2002, C-286/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I-5463).
4 – ΕΕ L 108, σ. 33.
5 – ΕΕ L 108, σ. 21.
6 – ΕΕ L 108, σ. 7.
7 – ΕΕ L 108, σ. 51.
8 – Αυτή η συνέχεια είναι λίαν ευκρινής, ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ, όπου ορίζεται ότι «η οικονομική προσιτότητα της τηλεφωνικής υπηρεσίας συνδέεται με την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με τις δαπάνες τηλεφωνικής χρήσης και με το σχετικό κόστος της χρήσης του τηλεφώνου σε σχέση με άλλες υπηρεσίες, καθώς και με τη δυνατότητα να ελέγχουν τις δαπάνες τους. Κατά συνέπεια, η οικονομική προσιτότητα συνεπάγεται την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών μέσω της επιβολής υποχρεώσεων στις καθορισμένες για την παροχή των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας επιχειρήσεις. Στις υποχρεώσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάλυσης λογαριασμού […]».
9 – Πράγματι, το παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/22 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές «μπορούν να καθορίζουν το βασικό επίπεδο ανάλυσης λογαριασμών που παρέχεται ατελώς από τις καθορισμένες επιχειρήσεις στους καταναλωτές ώστε οι τελευταίοι να μπορούν:
i) να επαληθεύουν και να ελέγχουν τη χρέωσή τους για τη χρήση του δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου σε σταθερές θέσεις και/ή των συναφών διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών, και
ii) να παρακολουθούν κατάλληλα και τη χρήση και τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνονται, ελέγχοντας έτσι εύλογα ως ένα βαθμό τους λογαριασμούς τους.
Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, είναι δυνατόν να προσφέρεται στους συνδρομητές λεπτομερέστερη ανάλυση του λογαριασμού με εύλογη επιβάρυνση ή δωρεάν».
10 – ΕΕ 1998 L 24, σ. 1.
11 – Συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 98/10 ορίζεται ότι «[…] η οικονομική προσιτότητα της τηλεφωνικής υπηρεσίας συναρτάται με την πληροφόρηση που λαμβάνουν οι καταναλωτές σχετικά με τις δαπάνες από τη χρήση του τηλεφώνου καθώς και με το σχετικό κόστος της χρήσης του τηλεφώνου σε σύγκριση με άλλες υπηρεσίες».
12 – Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 5, 11, 14 και 17 της οδηγίας 98/10.
13 – Όπως, εξάλλου, ρητώς το προβλέπει η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/66, η οποία ορίζει: «εκτιμώντας ότι η καθιέρωση αναλυτικών λογαριασμών βελτίωσε τις δυνατότητες του συνδρομητή να επαληθεύει την ορθότητα των τελών που του χρεώνει ο φορέας παροχής της υπηρεσίας· ότι ταυτόχρονα ενδέχεται να παραβλάπτει την ιδιωτική ζωή των χρηστών των διαθέσιμων στο κοινό τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών· ότι, συνεπώς, για να διαφυλαχθεί η ιδιωτική ζωή του χρήστη, τα κράτη μέλη οφείλουν να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη δυνατοτήτων επιλογής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως οι εναλλακτικές δυνατότητες πληρωμής οι οποίες επιτρέπουν ανώνυμη ή αυστηρά εμπιστευτική πρόσβαση στις διαθέσιμες στο κοινό τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, π.χ. τηλεκάρτες και διευκολύνσεις πληρωμής με πιστωτικές κάρτες· ότι, ως εναλλακτική λύση, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την διαγραφή ορισμένων ψηφίων από τους καλούμενους αριθμούς των αναλυτικών λογαριασμών.»
Full & Egal Universal Law Academy