ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 6ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-414/02
Spedition Ulustrans, Uluslararasi Nakliyat ve. Tic. A.S. Istanbul
κατά
Finanzlandesdirektion für Oberösterreich
[αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία)]
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 202 – Εμπόρευμα παρατύπως εισαχθέν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας – Τελωνειακή οφειλή – Ευθύνη του εργοδότη»
1. Με διάταξη της 6ης Νοεμβρίου 2002, το Verwaltungsgerichtshof Wien υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 202, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) (2). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να μάθει αν αντίκειται προς τη διάταξη αυτή η νομοθεσία κράτους μέλους με την οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή σε βάρος των εργοδοτών (ή των εντολέων) λόγω παραβάσεων τελωνειακών υποχρεώσεων διαπραχθεισών από τους μισθωτούς τους (ή εκτελεστές εντολών τους) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.
I – Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2. Το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από την παράτυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς […].
[…]
3. Οφειλέτες είναι:
– το πρόσωπο που ενήργησε την παράτυπη εισαγωγή,
– τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν σ’ αυτήν, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη, καθώς και
– τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα και γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που έχει εισαχθεί αντικανονικά».
3. Το άρθρο 213 διευκρινίζει:
«Σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών για την αυτή τελωνειακή οφειλή υπέχουν όλοι αλληλέγγυα υποχρέωση για την πληρωμή της εν λόγω οφειλής.»
Η εθνική νομοθεσία
4. Το άρθρο 79, παράγραφος 2, του Zollrechts-Durchführungsgesetz (εκτελεστικoύ νόμου σχετικά με την είσπραξη δασμών, στο εξής: ZollR‑DG) (3) ορίζει:
«Η τελωνειακή οφειλή, η οποία γεννάται για έναν εργαζόμενο ή οποιονδήποτε άλλο προσκληθέντα ενός επιχειρηματία λόγω παράτυπων ενεργειών σχετικά με την εκπλήρωση τελωνειακού χαρακτήρα υποχρεώσεων καθ’ ον χρόνον αυτός εκτελούσε τα καθήκοντα που του είχε αναθέσει ο εργοδότης του ή ο προστήσας αυτόν, γεννάται ταυτόχρονα και για τον εργοδότη ή τον εντολέα εφόσον ο τελευταίος δεν έχει καταστεί οφειλέτης όσον αφορά την ίδια υπόθεση δυνάμει άλλης διατάξεως.»
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
5. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο Hassan Bas είναι μισθωτός της εταιρίας Spedition Ulustrans, Uluslararasi Nakliyat ve. Tic. A.S. Istanbul (στο εξής: Ulustrans).
6. Στις 5 Δεκεμβρίου 1996, ο Hassan Bas, στο τιμόνι φορτηγού καταχωρισμένου στο όνομα της Ulustrans διέβη τα σύνορα στο σημείο που βρίσκεται ο τελωνειακός σταθμός του Höchst, μεταξύ Ελβετίας και Αυστρίας, χωρίς να παρουσιάσει τις τέσσερις μηχανές περιτυλίξεως, σε καρούλια, υφαντικών υλών, που μετέφερε.
7. Με απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1996, το Hauptzollamt Feldkirch (τελωνείο του Feldkirch) γνωστοποίησε, όπως ήταν επόμενο, στον Hassan Bas ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 202, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα, ήταν οφειλέτης τελωνειακής οφειλής 770 684 αυστριακών σελινίων (ATS) (εκ των οποίων 83 770 ATS ως δασμών και 686 914 ATS ως φόρο κύκλου εργασιών για την εισαγωγή).
8. Εξάλλου, στις 27 Φεβρουαρίου 1997, το ίδιο τελωνείο πληροφόρησε την Ulustrans ότι δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 202, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα και του άρθρου 79, παράγραφος 2, του ZollR-DG, είχε επίσης γεννηθεί κατ’ αυτής τελωνειακή οφειλή ίση προς αυτήν που όφειλε ο μισθωτός της.
9. Κατά της αποφάσεως αυτής η Ulustrans υπέβαλε ένσταση η οποία όμως απορρίφθηκε. Κατόπιν τούτου, προσέφυγε στο αρμόδιο τέταρτο τμήμα της περιφέρειας του Linz της Finanzlandesdirektion für Oberösterreich το οποίο απέρριψε επίσης, με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2000, το σχετικό αίτημα.
10. Στη συνέχεια, η Ulustrans προσέφυγε ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Finanzlandesdirektion für Oberösterreich (στο εξής: καθής υπηρεσία), ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 79, παράγραφος 2, του ZollR-DG αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο, στο μέτρο που διευρύνει παρανόμως τον περιοριστικό κύκλο των προβλεπομένων από το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα οφειλετών.
11. Επιληφθέν του ζητήματος αυτού, το Verwaltungsgerichtshof έκρινε, όπως ήταν επόμενο, αναγκαίο να απευθυνθεί στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, υποβάλλοντάς του το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι η επέκταση της εννοίας του οφειλέτη, που γίνεται μέσω του άρθρου 79, παράγραφος 2, του [ZοllR-DG] (κατά την οποία η γένεση τελωνειακής οφειλής σε βάρος μισθωτού ή οποιουδήποτε άλλου προστηθέντος ενός επιχειρηματία λόγω παράτυπων ενεργειών όσον αφορά την εκπλήρωση τελωνειακών υποχρεώσεων καθ’ ον χρόνο αυτός εκτελούσε τα καθήκοντα που του είχε αναθέσει ο εργοδότης του ή ο εντολέας του, συνεπάγεται επίσης, ταυτόχρονα, και τη γένεση τελωνειακής οφειλής σε βάρος του εργοδότη ή του εντολέα), παράτυπη από πλευράς του άρθρου 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα και, επομένως, αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο;»
12. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η καθής υπηρεσία, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
13. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα εάν το άρθρο 79, παράγραφος 2, του ZollR-DG είναι συμβατό με το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα.
14. Όμως, όπως είναι γνωστό, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, μια τέτοια εκτίμηση του συμβατού εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Αυτό μπορεί μόνο «να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που άπτονται του κοινοτικού δικαίου και που επιτρέπουν σ’ αυτά να εκτιμούν το συμβιβαστό στα πλαίσια των υποθέσεων που επιλαμβάνονται» (4).
15. Σύμφωνα με την πρακτική του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις αυτές, το τεθέν από το Verwaltungsgerichtshof προδικαστικό ερώτημα πρέπει, όπως είναι επόμενο, να αναδιατυπωθεί και να θεωρηθεί ότι με αυτό ερωτάται εάν αντίκειται προς την προμνημονευθείσα διάταξη του τελωνειακού κώδικα μία εθνική νομοθεσία, όπως η επίδικη αυστριακή, σύμφωνα με την οποία γεννάται τελωνειακή οφειλή σε βάρος των εργοδοτών (ή των εντολέων) λόγω παραβάσεων τελωνειακών υποχρεώσεων διαπραττομένων από τους μισθωτούς (ή τους εκτελούντες τις εντολές τους) κατά την τέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.
16. Συναφώς, θα ήθελα να υπενθυμίσω, εν πρώτοις, ότι, σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματος πληττομένου με δασμούς, το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τη γένεση τελωνειακής οφειλής σε βάρος τριών κατηγοριών προσώπων: i) του προσώπου που προέβη σ’ αυτήν την παράτυπη εισαγωγή, ii) των προσώπων που συμμετέσχον σ’ αυτήν την εισαγωγή ενώ εγνώριζαν ή όφειλαν λογικώς να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη, και, τέλος, iii) των προσώπων που απέκτησαν ή κατείχαν το επίμαχο εμπόρευμα ενώ γνώριζαν ή όφειλαν λογικώς να γνωρίζουν κατά τον χρόνο κτήσεως ή παραλαβής του εμπορεύματος αυτού ότι επρόκειτο για εισαχθέν παρατύπως εμπόρευμα.
17. Επομένως, για να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν εν προκειμένω ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς το ζήτημα εάν η προμνημονευθείσα απαρίθμηση των οφειλετών είναι περιοριστική ή εάν, αντιθέτως, τα κράτη μέλη μπορούν να την επεκτείνουν προσθέτοντας στα πρόσωπα αυτά και άλλες κατηγορίες οφειλετών.
18. Την τελευταία αυτή θέση υποστηρίζουν η καθής υπηρεσία και η Αυστριακή Κυβέρνηση. Πράγματι, φρονούν ότι το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα αποτελεί απλώς ένα «βασικό κανόνα» που περιορίζεται σε μια ελάχιστη εναρμόνιση της έννοιας του οφειλέτη. Επομένως, ο κανόνας αυτός δεν εμποδίζει τη θέσπιση από τα κράτη μέλη συμπληρωματικών διατάξεων, όπως το άρθρο 79, παράγραφος 2, του ZollR-DG, με σκοπό την επέκταση της έννοιας αυτής προκειμένου να εξασφαλίζεται η πληρωμή των τελωνειακών οφειλών.
19. Σύμφωνα με την καθής υπηρεσία και την Αυστριακή Κυβέρνηση, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς το άρθρο 232, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τελωνειακού κώδικα καθώς και προς το άρθρο 8 της αποφάσεως 2000/597 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5), που αναθέτουν, αντιστοίχως, στις εθνικές τελωνειακές αρχές και στα κράτη μέλη το έργο της χρησιμοποιήσεως όλων των παρεχομένων από τις εθνικές διατάξεις δυνατοτήτων ώστε να διασφαλίζουν την είσπραξη των δασμών.
20. Όμως, η γνώμη μου είναι ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή. Πράγματι, θεωρώ ότι το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα προσδιορίζει κατά τρόπο περιοριστικό τους οφειλέτες των τελωνειακών δασμών που έχουν γεννηθεί λόγω παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
21. Το συμπέρασμα αυτό φαίνεται να επιρρωννύεται από απλή ανάγνωση της επίμαχης διατάξεως.
22. Πράγματι, στην τελευταία αυτή διάταξη προσδιορίζονται με ακρίβεια οι οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής ενώ δεν ανευρίσκεται σ’ αυτήν κανένα επιχείρημα προς στήριξη της θέσεως κατά την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ως οφειλέτες και πρόσωπα άλλα εκτός αυτών που ρητώς απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη.
23. Εξάλλου, το ανωτέρω συμπέρασμα φαίνεται να ενισχύεται και από την ιστορική ανάλυση των διατάξεων που έχουν εν προκειμένω, αλληλοδιαδόχως, θεσπιστεί.
24. Πριν από τη θέσπιση του τελωνειακού κώδικα, οι σχετικές διατάξεις ήσαν διάσπαρτες σε διάφορα κείμενα του παράγωγου δικαίου. Ειδικότερα, το ζήτημα των υποχρέων στην πληρωμή τελωνειακού χρέους προσώπων διεπόταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1031/88 του Συμβουλίου, της 18ης Απριλίου 1988, για τον καθορισμό των προσώπων που υποχρεούνται στην καταβολή τελωνειακής οφειλής (6).
25. Σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή λόγω παράτυπης εισαγωγής εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, «υπόχρεος να καταβάλει την οφειλή αυτή είναι εκείνος ο οποίος εισήγαγε αντικανονικά το εμπόρευμα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας». Όμως, με το δεύτερο εδάφιο προστίθεται ότι «αλληλέγγυα υποχρέωση καταβολής της τελωνειακής οφειλής σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη υφίσταται επίσης για: […] τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν στην αντικανονική εισαγωγή του εμπορεύματος», «τα πρόσωπα τα οποία απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα», καθώς και «όλα τα άλλα πρόσωπα τα οποία είναι δυνατό να θεωρηθούν υπεύθυνα για την αντικανονική αυτή εισαγωγή» (7).
26. Επομένως, όπως ορθώς έχει παρατηρήσει η Επιτροπή, ο κανονισμός 1031/88 επέτρεπε στα κράτη να καθορίζουν κι άλλες κατηγορίες προσώπου που εμπλέκονταν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην παράτυπη εισαγωγή του εμπορεύματος και από τα οποία θα μπορούσε να απαιτηθεί η πληρωμή της τελωνειακής οφειλής.
27. Όπως είναι γνωστό, για τη διευκόλυνση της δραστηριότητας «των οικονομικών παραγόντων της Κοινότητας και των τελωνειακών υπηρεσιών», συγκεντρώθηκαν με τον τελωνειακό κώδικα σε ένα ενιαίο κείμενο «οι διατάξεις του τελωνειακού δικαίου που σήμερα είναι διασκορπισμένες σε διάφορους κοινοτικούς κανονισμούς και οδηγίες», μεταξύ των οποίων, ακριβώς, και ο κανονισμός 1031/88 (πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2913/92) (8). Επιπλέον, με τον εν λόγω τελωνειακό κώδικα οι σχετικές διατάξεις τροποποιήθηκαν εκεί όπου ήταν αναγκαίο για να αποκτήσει η κοινοτική νομοθεσία «μεγαλύτερη συνοχή», «να απλουστευθεί» και «να συμπληρωθούν ορισμένα κενά» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
28. Βάσει αυτού λοιπόν του πνεύματος πρέπει να εκτιμηθεί το άρθρο 202, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 3 του κανονισμού 1031/88, προσδιορίζοντας με ακρίβεια τους οφειλέτες της τελωνειακής οφειλής χωρίς να παραπέμπει –αντίθετα προς ό,τι συνέβαινε κατά το παρελθόν– σε εθνικές διατάξεις.
29. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, από την περιγραφή στην ανωτέρω νομοθετική εξέλιξη καταφαίνεται ότι η απαρίθμηση των οφειλετών που γίνεται με το άρθρο 202 αποτελεί το προϊόν συγκεκριμένης επιλογής του νομοθέτη ο οποίος, μέσω μιας «απλής» και «πλήρους» νομοθεσίας, απαρίθμησε ρητώς και περιοριστικώς τα πρόσωπα που είναι δυνατό να είναι υπεύθυνα για τελωνειακές οφειλές γεννηθείσες λόγω της παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων.
30. Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ύστερα από τη θέσπιση του τελωνειακού κώδικα, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ διατάξεις που να ορίζουν άλλα πρόσωπα, έστω και ως αλληλέγγυα, ως υπόχρεα για την πληρωμή τέτοιων χρεών.
31. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει τώρα να προσδιοριστεί αν μια διάταξη όπως η αυστριακή, που καθιστά τον εργοδότη υπεύθυνο της πληρωμής τελωνειακών οφειλών που έχουν γεννηθεί λόγω παρανόμων ενεργειών ενός μισθωτού, αποτελεί επέκταση της περιοριστικής απαρίθμησης των οφειλετών που προβλέπεται από το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα ή εάν, αντιθέτως, μπορεί να εμπίπτει σε μία από τις τρεις κατηγορίες των μνημονευομένων από το άρθρο αυτό προσώπων.
32. Συναφώς, θα πρέπει ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι, εν προκειμένω, η τρίτη κατηγορία οφειλετών που προβλέπεται από τον εν λόγω κανόνα, δηλαδή τα πρόσωπα που έχουν αποκτήσει ή κατέχουν το παρατύπως εισαχθέν εμπόρευμα, ουδεμία έχει σημασία. Πράγματι, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν πρόκειται για την ευθύνη προσώπου το οποίο απέκτησε ή κατέχει τα εμπορεύματα ύστερα από την εισαγωγή τους, αλλά για πρόσωπο συνδεόμενο με σχέση εργασίας με το πρόσωπο που έχει προβεί στην παράτυπη εισαγωγή των εμπορευμάτων.
33. Αντιθέτως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις ευθύνης που προβλέπονται στην πρώτη και δεύτερη περίπτωση της παραγράφου 3, του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα.
34. Όπως έχω ήδη πει, η πρώτη περίπτωση προβλέπει ότι ο οφειλέτης είναι «το πρόσωπο που ενήργησε την παράτυπη εισαγωγή».
35. Αναφερόμενο στη διάταξη αυτή, το αιτούν δικαστήριο υπογράμμισε στη διάταξή του ότι, σύμφωνα με μια μερίδα θεωρητικών, ο εργοδότης είναι πάντοτε οφειλέτης, κατ’ εφαρμογήν του προπαρατεθέντος κανόνα, σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής από μισθωτό εμπορευμάτων. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο επιχειρηματίας είναι πάντοτε αυτός που εισάγει το εμπόρευμα στην Κοινότητα, έστω και αν τούτο γίνεται εμμέσως μέσω του μισθωτού του.
36. Νομίζω ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
37. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη σαφώς αποφανθεί ότι οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 202, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα είναι «το πρόσωπο που διενήργησε τις υλικές πράξεις εισαγωγής των εμπορευμάτων» (9), δηλαδή μόνο ένα πρόσωπο όπως ο οδηγός μεταφορικού μέσου ο οποίος ασκεί τον φυσικό έλεγχο επί των εμπορευμάτων κατά την εισαγωγή τους στο τελωνειακό έδαφος. Κατά συνέπεια, ένας κανόνας ανάλογος προς τον αυστριακό κανόνα, που καθιστά τον εργοδότη υπεύθυνο για τις διαπραχθείσες από το μισθωτό του παρατυπίες, δεν μπορεί να συνυπάρχει με την προμνημονευθείσα διάταξη.
38. Ωστόσο, μένει ακόμα να εξεταστεί το ενδεχόμενο που αναφέρεται στη δεύτερη περίπτωση της παραγράφου 3, του άρθρου 202, του τελωνειακού κώδικα, σύμφωνα με την οποία είναι επίσης οφειλέτες «τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν [στην] εισαγωγή ενώ γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη».
39. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η ευθύνη του εργοδότη λόγω παρατυπιών του μισθωτού μπορεί να εμπίπτει στην προπαρατεθείσα διάταξη, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
40. Για τον σκοπό αυτό, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 202, παράγραφος 3, πρέπει, πρώτον, να υφίσταται μια αντικειμενική προϋπόθεση, συγκεκριμένα η «συνέργια στην εισαγωγή» του εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος. Είναι προφανές ότι αυτή η προϋπόθεση υλοποιείται κάθε φορά που ένα πρόσωπο θα έχει παράσχει υλική ή ηθική συνδρομή στην εισαγωγή του εμπορεύματος στην Κοινότητα: π.χ. όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ο εργοδότης αναθέτει στον μισθωτό τη μεταφορά ορισμένων εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας θέτοντας επιπλέον στη διάθεσή του όχημα το οποίο του ανήκει.
41. Εξάλλου, είναι ανάγκη το πρόσωπο που συμμετέσχε στην εισαγωγή του εμπορεύματος να γνώριζε ή να όφειλε «εύλογα να γνωρίζει ότι [η εισαγωγή του εμπορεύματος] ήταν παράτυπη». Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το εν λόγω πρόσωπο γνώριζε πράγματι την παρατυπία που είχε διαπραχθεί από αυτόν που είχε τον φυσικό έλεγχο των εμπορευμάτων ή, εν πάση περιπτώσει, ότι το πρόσωπο αυτό βρισκόταν σε κατάσταση τέτοια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί εύλογα ότι μπορούσε ή όφειλε να γνωρίζει.
42. Πάντως, θεωρώ ότι μία διάταξη, όπως η επίμαχη αυστριακή, σύμφωνα με την οποία γεννάται σε βάρος του εργοδότη (ή του εντολέα) τελωνειακή οφειλή λόγω της εκ μέρους ενός μισθωτού (ή εκτελούντος εντολές) παραβιάσεως τελωνειακών υποχρεώσεων «ενώ διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του εργοδότη του ή του εντολέα του», πληροί τις προμνημονευθείσες προϋποθέσεις. Πράγματι, μια τέτοια διάταξη, περιορίζοντας την ευθύνη του εργοδότη στις περιπτώσεις παραβάσεως τελωνειακών υποχρεώσεων εκ μέρους μισθωτού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, έχει ως αποτέλεσμα το ότι ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για την τελωνειακή οφειλή μόνο στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στην προαναφερθείσα διάταξη του τελωνειακού κώδικα.
43. Ο εργοδότης θα είναι υπεύθυνος πρωτίστως επειδή έδωσε την εντολή μεταφοράς ενός εμπορεύματος εντός της Κοινότητας, συμμετέχοντας έτσι στην εισαγωγή του στο τελωνειακό έδαφος.
44. Εξάλλου, ο εν λόγω εργοδότης θα είναι υπεύθυνος επειδή, λόγω της θέσεώς του, είναι λογικό να θεωρηθεί ότι γνώριζε (ή όφειλε να γνωρίζει) σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο ο μισθωτός του εκτελεί το έργο που του έχει ανατεθεί· εν πάση περιπτώσει, στον εργοδότη αυτό εμπίπτει η μέριμνα για την εκ μέρους του μισθωτού τήρηση της σχετικής νομοθεσίας κατά την εκτέλεση του ίδιου αυτού έργου.
45. Κατά συνέπεια, για τους εκτεθέντες ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι δεν αντίκειται προς το άρθρο 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα μια εθνική διάταξη όπως το άρθρο 79, παράγραφος 2, του ZollR-DG, βάσει της οποίας γεννάται σε βάρος του εργοδότη (ή του εντολέα) τελωνειακή οφειλή λόγω παραβάσεως τελωνειακών υποχρεώσεων διαπραχθείσας από έναν από τους μισθωτούς του (ή έναν από τους εκτελούντες τις εντολές του) κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.
IV – Πρόταση
46. Υπό το φως των προηγούμενων θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο υποβληθέν από το Verwaltungsgerichtshof προδικαστικό ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
«Δεν αντίκειται προς το άρθρο 202, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, μια εθνική διάταξη όπως το άρθρο 79, παράγραφος 2, του Zollrechts-Durchführungsgesetz, βάσει της οποίας γεννάται σε βάρος του εργοδότη (ή του εντολέα) τελωνειακή οφειλή λόγω παραβάσεως τελωνειακών υποχρεώσεων διαπραχθείσας από έναν από τους μισθωτούς του (ή έναν από τους εκτελούντες τις εντολές του) κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.»
1 – Γλώσσα πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 302, σ. 1.
3 – BGBl. 1994/659.
4 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1998, C-37/96 και C-38/96, Sodiprem κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-2039, σκέψη 22), και της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-17/00, De Coster (Συλλογή 2001, σ. I-9445, σκέψη 23).
5 – ΕΕ L 253, σ. 42.
6 – ΕΕ L 102, της 21.4.1988, σ. 5.
7 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
8 – Βλ. άρθρο 251 του τελωνειακού κώδικα.
9 – Απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004, C-238/02 και C-246/02, Viluckas και Jonusas (Συλλογή 2004, σ. Ι-2141, σκέψη 29). Η υπογράμμιση είναι δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy