ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Α. TIZZANO
της 15ης Ιανουαρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-415/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Οδηγία 69/335/ΕΟΚ – Έμμεσοι φόροι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων – Φόρος επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών – Φόρος επί των παραδόσεων τίτλων στον κομιστή»
1. Στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι αθέτησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (στο εξής οδηγία 69/335: οδηγία) (2), καθ’ ό μέτρο επιβάλλει, σε αντίθεση προς την ανωτέρω διάταξη, φόρο κατά την έκδοση νέων τίτλων στους προεγγραφομένους, καθώς και, όσον αφορά τίτλους στον κομιστή, την παράδοσή τους, τους προεγγραφομένους, επ’ ευκαιρία συστάσεως εταιρίας, αυξήσεως κεφαλαίου, συστάσεως εταιρίας επενδύσεων κεφαλαίου ή εκδόσεως ομολογιακών δανείων.
I – Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2. Δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 69/335:
«Πλην του φόρου εισφοράς, τα κράτη μέλη δεν εισπράττουν, όσον αφορά τις εταιρίες, ενώσεις προσώπων ή νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκoπούς, κανένα φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή:
α) για τις πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 4 (3)
β) για τις εισφορές, δάνεια ή παροχές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των πράξεων των αναφερομένων στο άρθρο 4·
γ) για την καταχώριση ή για οποιαδήποτε άλλη διατύπωση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση μιας δραστηριότητος και στην οποία μία εταιρία, ένωση προσώπων ή νομικό πρόσωπο που επιδιώκουν κερδοσκοπικούς σκοπούς δύναται να υπόκειται λόγω της νομικής της μορφής.»
3. Το άρθρο 11 της οδηγίας προβλέπει επίσης:
«Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε οποιοδήποτε φόρο υπό οποιαδήποτε μορφή:
α) τη δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο ή θέση σε κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως, καθώς και τα παραστατικά των τίτλων αυτών πιστοποιητικά, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους·
β) τα δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των παγίων δανείων, τα οποία συνάπτονται υπό μορφή εκδόσεως ομολογιών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων, όποιος και αν είναι ο εκδότης τους, και όλες τις σχετικές διατυπώσεις, όπως τη δημιουργία, έκδοση, εισαγωγή στο χρηματιστήριο, κυκλοφορία ή διαπραγμάτευση των ομολογιών αυτών ή άλλων διαπραγματευσίμων τίτλων.»
4. Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 12:
«Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 10 και 11, τα κράτη μέλη δύνανται να εισπράττουν:
α) φόρους μεταβιβάσεως επί κινητών αξιών, που εισπράττονται κατ’ αποκοπή ή όχι·
[…]»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5. Δυνάμει των άρθρων 120 και 121 του βελγικού κώδικα των εξομοιουμένων με χαρτόσημο φόρων (στο εξής: ΚΕΧΦ), ο φόρος επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών οι οποίες συνάπτονται ή εκτελούνται στο Βέλγιο τυγχάνει εφαρμογής, ιδίως, επί οποιασδήποτε παραδόσεως στον προεγγραφόμενο μετοχών ή ομολογιών που αφορούν βελγικά ή αλλοδαπά κεφάλαια, κατόπιν προσκλήσεως προς το κοινό μέσω εκδόσεως, προσφοράς ή πωλήσεως.
6. Δυνάμει του άρθρου 159 του ΚΕΧΦ, επίσης, υπόκειται στον φόρο επί των παραδόσεων τίτλων στον κομιστή (στο εξής: ΦΠΤ), ιδίως, οποιαδήποτε παράδοση τίτλων στον κομιστή οσάκις αφορά δημόσια αξιόγραφα του Βελγίου ή της αλλοδαπής, κατόπιν προεγγραφής.
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7. Εκτιμώντας ότι ο ΦΧΣ και ΦΠΤ αντίκεινται στο άρθρο 11 της οδηγίας 69/335, η Επιτροπή όχλησε, απευθείνοντας στις 10 Μαΐου 1999 έγγραφο προς το Βασίλειο του Βελγίου, καλώντας το να υποβάλει παρατηρήσεις εντός προθεσμίας δύο μηνών. Οι βελγικές αρχές απάντησαν επί του εν λόγω εγγράφου στις 2 Αυγούστου 1999. Επειδή οι ληφθείσες αποφάσεις κρίθηκαν ως μη ικανοποιητικές, η Επιτροπή κάλεσε, με αιτιολογημένη γνώμη της 26ης Ιανουαρίου 2000, το Βασίλειο του Βελγίου να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να αποκαταστήσει την επικρινόμενη παράβαση. Ενώπιον της αρνήσεως που προέταξε το εν λόγω κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε στις 19 Νοεμβρίου 2002 την παρούσα προσφυγή.
8. Η Επιτροπή και το Βασίλειο του Βελγίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
III – Νομική ανάλυση
9. Όπως ήδη ανέφερα, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο του Βελγίου ότι αθέτησε, μέσω των δύο επιδίκων φόρων, την τιθέμενη με το άρθρο 11 της οδηγίας 69/335 απαγόρευση επιβολής φορολογήσεως για την έκδοση τίτλων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, συγκεκριμένα, η εν λόγω απαγόρευση επεκτείνεται κατ’ ανάγκη στους επίδικους φόρους, δεδομένου ότι οι τελευταίοι, αφορώντες πράξεις όπως η έκδοση και η παράδοση νέων τίτλων πλήττουν στην πραγματικότητα την ίδια την πράξη εκδόσεως των τίτλων αυτών, είτε πρόκειται για την έκδοση μετοχών κατά τη σύσταση εταιρίας είτε για αύξηση του κεφαλαίου ή για τη σύσταση εταιριών επενδύσεων κεφαλαίων ή για την έκδοση ομολογιακών δανείων.
10. Η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη αυτή και αντιτάσσει διάφορα επιχειρήματα επί των οποίων προτίθεμαι να επανέλθω κατωτέρω.
11. Κατά την άποψή μου επιβάλλεται, καταρχάς, για την καλύτερη οριοθέτηση του ζητήματος, η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η οδηγία 69/335 έχει ως αντικείμενο την «προώθηση της ελεύθερης διακινήσεως κεφαλαίων, θεωρούμενη ουσιώδες στοιχείο για τη δημιουργία μιας οικονομικής ενώσεως με χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανάλογα εκείνων μιας εσωτερικής αγοράς» (4).
12. Προς τούτο, η οδηγία εγκαθίδρυσε σύστημα, βάσει του οποίου οι συγκεντρώσεις κεφαλαίων υπόκεινται σε ενιαίο φόρο (φόρο εισφοράς) «καταβαλλόμενο άπαξ στο πλαίσιο της κοινής αγοράς και του αυτού επιπέδου σε όλα τα κράτη μέλη» (5), εξαιρουμένου οποιουδήποτε άλλου φόρου διαφορετικής φύσεως ή ύψους, πλην εκείνων που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 12 της οδηγίας (6).
13. Τούτο προκύπτει σαφώς τόσο από την έκθεση που συνόδευε την πρόταση οδηγίας, όπου αναφερόταν ότι «το παρόν σχέδιο οδηγία προβλέπει την κατάργηση όλων των εμμέσων φόρων που πλήττουν τη συγκέντρωση κεφαλαίων πλην του φόρου εισφοράς» (7), όσο και από την τελευταία αιτιολογική σκέψη της ίδιας της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία «η διατήρηση άλλων εμμέσων φόρων που παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον φόρο εισφοράς ή τον φόρο χαρτοσήμου επί των τίτλων κινδυνεύει να θέσει εκ νέου υπό αμφισβήτηση τους σκοπούς, οι οποίοι επιδιώκονται από τα μέτρα τα οποία προβλέπονται από την παρούσα οδηγία και ότι επομένως η κατάργησή τους είναι επιβεβλημένη».
14. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 της οδηγίας απαγόρευση επιβολής φόρου, «υπό οποιαδήποτε μορφή […] στην έκδοση […] μετοχών, μεριδίων ή άλλων τίτλων ιδίας φύσεως» πρέπει να εκλαμβάνεται ως καλύπτουσα όχι μόνο την έκδοση νεοσυσταθέντων από την ενδιαφερόμενη εταιρία τίτλων αλλά κατ’ ανάγκη και την έκδοση και την παράδοση τέτοιων τίτλων στον προεγγραφόμενο. Και τούτο για τον απλό λόγο τα κεφάλαια δεν κυκλοφορούν στο κενό, οπότε η συγκέντρωσή τους –ανεξάρτητα από το αν χωρεί με σκοπό τη σύσταση εταιρίας, την αύξηση κεφαλαίου ή την έκδοση ομολογιακού δανείου– δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς την έκδοση ή την παράδοση στον προεγγραφόμενο νεοεκδιδόμενων τίτλων. Επομένως, η φορολόγηση των πράξεων αυτών θα ισοδυναμούσε, από οικονομική άποψη, με φορολόγηση της εκδόσεώς τους και κατά συνέπεια, κατ’ ουσίαν, της συγκεντρώσεως των κεφαλαίων στην οποία αντιστοιχούν.
15. Έπεται ότι η κατά το άρθρο 11 έκφραση «έκδοση» έχει την έννοια ότι εμπεριέχει και την έκδοση (ή, στην περίπτωση τίτλων στον κομιστή, την παράδοση) τίτλων στους προεγγραφομένους.
16. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται προφανώς έμμεσα και με τη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία τάσσεται ρητώς υπέρ της ανάγκης διασταλτικής ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως, σύμφωνα με τους σκοπούς της οδηγίας.
17. Με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-31/97 και C-32/97, το Δικαστήριο διευκρίνισε όντως ότι «το άρθρο 11, στοιχείο β΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση επιβολής φόρου σε ομολογιακό δάνειο εκτείνεται στη φορολόγηση της εξοφλήσεως ενός τέτοιου δανείου». Πράγματι, «μολονότι είναι αληθές ότι [το εν λόγω άρθρο] δεν αναφέρει ρητά την εξόφληση ενός ομολογιακού δανείου, εντούτοις το να απαγορευθεί η είσπραξη φόρου κατά την έκδοση ενός ομολογιακού δανείου αλλά να επιτραπεί κατά την εξόφληση ενός τέτοιου δανείου θα είχε ως συνέπεια, αντίθετα από τον επιδιωκόμενο με την οδηγία στόχο, τη φορολόγηση του δανείου ως συνολικής πράξεως για τη συγκέντρωση κεφαλαίων» (8).
18. Επομένως, η απόλυτη απαγόρευση φορολογήσεως «υπό οποιαδήποτε μορφή» της εκδόσεως τίτλων αφορά συγκεκριμένα και «τη συνολική πράξη συγκεντρώσεως κεφαλαίων», άρα και τις πράξεις που είναι απαραίτητες στην πραγματικότητα για την υλοποίησή της.
19. Αντιθέτως, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η «έκδοση» των κατά το άρθρο 11 τίτλων διακρίνεται από την απόκτηση των τίτλων αυτών εκ μέρους των προεγγραφομένων, γεγονός που έχει ως συνέπεια ότι μόνον η πρώτη –και όχι η δεύτερη– καλύπτεται από την απαγόρευση φορολογικών επιβαρύνσεων.
20. Καταρχάς, η εν λόγω κυβέρνηση θεωρεί ως έμμεση επιβεβαίωση της απόψεώς της πρόταση οδηγίας, η οποία εξάλλου δεν ολοκληρώθηκε, περί των εμμέσων φόρων επί των συναλλαγών επί τίτλων (στο εξής: πρόταση οδηγίας του 1976) (9). Η εν λόγω πρόταση διέκρινε ρητώς μεταξύ «της εκδόσεως τίτλων και της προ της αποκτήσεως των τίτλων αυτών στο πλαίσιο της εκδόσεως» (10), ορίζοντας την έκδοση ως «την εκχώρηση των τίτλων από τον εκδότη» (11), και προβλέποντας ρητώς την απαγόρευση φορολογήσεως τόσον της μιας όσον και της άλλης τάξεως.
21. Κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, εφόσον η πρόταση δεν ολοκληρώθηκε, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να φορολογούν την πρώτη απόκτηση των τίτλων στο πλαίσιο της εκδόσεως, ενώ, δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας 69/335, αποκλείεται από το πεδίο δράσεώς τους μόνον η δυνατότητα φορολογήσεως της «εκδόσεως» των εν λόγω τίτλων.
22. Το επιχείρημα είναι κατά την άποψή μου αφ’ εαυτού υπερβολικό. Πλην όμως, τούτου δοθέντος οφείλω να επισημάνω, όπως άλλωστε πρόσφορα η Επιτροπή, ότι η προτεινόμενη διάκριση εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα όλως διαφορετικό λόγο. Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της προτάσεως προέβλεπε ότι η εκχώρηση ή απόκτηση τίτλων [και, το υπογραμμίζω, επίσης η έκδοση και η απόκτηση των τίτλων στο πλαίσιο της εκδόσεως] αποτελεί διακριτή φορολογητέα συναλλαγή». Επομένως, έπρεπε να διευκρινιστεί ότι, αν η πρόταση υλοποιούνταν μέσω οδηγίας, η κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 69/335 απαγόρευση θα παρέμενε εν πάση περιπτώσει σε ισχύ για αμφότερες τις αποτελούσες αντικείμενο της διακρίσεως συναλλαγές. Κατ’ ουσία, λοιπόν, η πρόταση επιβεβαίωνε απλώς ό,τι ήδη προέβλεπε το άρθρο 11 της οδηγίας.
23. Ακολούθως, όσον αφορά ειδικότερα τον ΦΧΣ, η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί, αναφερόμενη και στη νομολογία του Δικαστηρίου (12), ότι η επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη απαγόρευση να φορολογούν τις κατά το άρθρο 11 της οδηγίας συναλλαγές αφορά τις «κεφαλαιουχικές εταιρίες» (ή τους εκδίδοντες τίτλους) και όχι τους επενδυτές (ή τους πρώτους προεγγραφομένους για τους εν λόγω τίτλους). Άλλωστε, δεν ισχύει για όλες τις συναλλαγές επί των τίτλων αλλ’ αποκλειστικά για εκείνες για τις οποίες μεσολαβεί ενδιάμεσος επαγγελματίας, δεδομένου ότι αποσκοπεί στο να πλήξει τις διενεργούμενες επί κινητών αξιών συναλλαγές σε εκτέλεση χρηματιστηριακής εντολής. Επομένως, εκείνοι οι οποίοι πρέπει να επιβαρύνονται με την καταβολή του ΦΧΣ είναι όχι οι εκδίδουσες εταιρίες αλλά μόνον οι χρηματιστές οι οποίοι προβαίνουν στις πράξεις διαμεσολαβήσεως επί των τίτλων προς όφελος των πελατών τους (αγοραστές, πωλητές ή προεγγραφομένους), έστω και αν η φορολογική επιβάρυνση μετακυλίεται ακολούθως επί των τελευταίων. Εξ αυτού, η Βελγική Κυβέρνηση συνάγει ότι ο εν λόγω φόρος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
24. Πάντως, παρατηρώ, καταρχάς, ότι το έρεισμα του ανωτέρω επιχειρήματος επί της νομολογίας του Δικαστηρίου έγκειται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί μέχρι σήμερα, όσον αφορά την οδηγία 69/335, αποκλειστικά επί των διαφορών που άπτονται των βαρυνουσών τις «κεφαλαιουχικές εταιρίες» φόρων. Αυτό, νομίζω, είναι ένα όλως τυχαίο γεγονός και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελεί αφ’ εαυτού έγκυρο επιχείρημα.
25. Εξάλλου, δεν αντιλαμβάνομαι πως το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως μπορεί να έχει επίπτωση επί του τιθεμένου εν προκειμένω ζητήματος. Πράγματι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, η οδηγία περιορίζεται στο να απαγορεύει tout court [κοντολογίς] τους φόρους επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων πλην του φόρου εισφοράς και των κατά το άρθρο 12 τελών ή φόρων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ταυτότητα των υποκειμένων δικαίου που είναι οι οφειλέτες, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ενδιαμέσους ή για τους επενδυτές πελάτες τους [οι οποίοι φέρουν τελικά το βάρος]· επομένως, παραμένει αμετάβλητο το ζήτημα της νομιμότητας του ΦΧΣ.
26. Ούτε περαιτέρω με πείθει το προβαλλόμενο από τη Βελγική Κυβέρνηση επιχείρημα σχετικά με τον ΦΠΤ (βλ. Ανωτέρω, σημείο 6) προκειμένου να αποκλειστεί ότι η φορολογική αυτή επιβάρυνση εμπίπτει στην κατά το άρθρο 11 της οδηγίας απαγόρευση. Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι πρέπει να εκτιμάται κεχωρισμένως η «άυλη» πράξη της εκδόσεως τίτλων από την «ενσώματη» έκδοση ή παράδοση του τίτλου στον προεγγραφόμενο. Η τελευταία αυτή πράξη είναι όλως διακριτή και ανεξάρτητη της πρώτης και κατά συνέπεια μπορεί να φορολογείται αυτοτελώς. Τούτο άλλωστε δικαιολογείται από τη λειτουργία που επιτελεί ο ΦΠΤ σε μια χώρα όπως το Βέλγιο, όπου οι τίτλοι στον κομιστή υφίστανται ακόμα υπό ενσώματη μορφή. Πράγματι, για τον εκσυγχρονισμό ακριβώς των βελγικών χρηματοοικονομικών αγορών και την ενθάρρυνση των επενδυτών να διενεργούν συναλλαγές επί «αΰλων» τίτλων η επίδικη κανονιστική ρύθμιση θέσπισε φόρο εξομοιούμενο με τέλος χαρτοσήμου επί της παραδόσεως τίτλων στον κομιστή.
27. Θα μπορούσε, πάντως, να αντιταχθεί, ακριβώς επ’ αφορμή του ανωτέρω ισχυρισμού ότι, από την τελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας εμφαίνεται, ιδίως, ότι είναι ακριβώς η «διατήρηση άλλων εμμέσων φόρων που παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον φόρο εισφοράς ή τον φόρο χαρτοσήμου επί των τίτλων […] [που] κινδυνεύει να θέσει εκ νέου υπό αμφισβήτηση τους σκοπούς που επιδιώκονται από τα προβλεπόμενα από την παρούσα οδηγία μέτρα και ότι επομένως είναιεπιβεβλημένη η κατάργησή τους» (13).
28. Ομοίως, θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ολίγον ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως –και εν πάση περιπτώσει τούτο δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει εγκύρως τον ΘΠΤ– ότι ο οικείος φόρος έχει ως αποστολή να αποθαρρύνει την έκδοση ενσωμάτων τίτλων για τον εκσυγχρονισμό των βελγικών χρηματοοικονομικών αγορών. Πράγματι, ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί, καθ’ όμοιο τρόπο με την παρατηρούμενη σε άλλα κράτη μέλη πρακτική, με διαφορετικά και περισσότερο συμβατά με τους απορρέοντες από την οδηγία στόχους τρόπους, όπως επί παραδείγματι με διατάξεις απαγορεύουσες στις κεφαλαιουχικές εταιρίες να εκδίδουν τίτλους στον κομιστή.
29. Πλην όμως, για να μη γίνει δεκτή, προκειμένου να δικαιολογηθεί ο επίδικος φόρος, η λυσιτέλεια της προβαλλόμενης από τη Βελγική Κυβέρνηση διακρίσεως μεταξύ εκδόσεως των τίτλων στον κομιστή και της παραδόσεώς τους στον προεγγραφόμενο, νομίζω ότι αποφασιστικής σημασίας είναι η ήδη προεκτεθείσα επιχειρηματολογία (σημείο 14): ήτοι, το γεγονός ότι οι δύο πράξεις συνιστούν, η καθεμία χωριστά και για τους σκοπούς των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, την άλλη όψη του νομίσματος της ετέρας και επομένως απλώς και μόνο η φορολόγηση της δεύτερης ισοδυναμεί εν πάση περιπτώσει με επιβάρυνση των συγκεντρώσεων κεφαλαίων με υψηλότερο φόρο από εκείνον που πλήττει τις εισφορές, γεγονός που έρχεται σε ανοικτή αντίθεση με τους προναφερθέντες σκοπούς της οδηγίας.
30. Άρα, νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί εγκύρως, εντέλει, ότι τα γενεσιουργά των δύο επιδίκων φόρων πραγματικά στοιχεία –ήτοι η έκδοση νεοεκδιδομένων τίτλων στους προεγγραφομένους (στην περίπτωση του ΦΧΣ) και η αυτούσια παράδοση στους προεγγραφομένους των νεοεκδιδομένων τίτλων στον κομιστή (στην περίπτωση του ΦΧΤ)– ανάγονται κατ’ ανάγκη αμφότερα στην έννοια της κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 69/335 «εκδόσεως» τίτλων και ως εκ τούτου πρέπει να θεωρούνται ως μη φορολογητέες πράξεις δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως.
31. Αφετέρου, τίθεται περαιτέρω το ζήτημα αν οι πράξεις αυτές θα μπορούσαν μολοντούτο να φορολογηθούν δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, διάταξη επιτρέπουσα, όπως προανέφερα, κατά παρέκκλιση του άρθρου 11 (και του άρθρου 10) της οδηγίας, να φορολογείται «η μεταβίβαση κινητών αξιών».
32. Πράγματι, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το άρθρο αυτό διατυπώνεται κατά τόπο που εισάγει ρητώς παρέκκλιση από τις προηγούμενες διατάξεις και επομένως κατά τρόπον ώστε να περιορίζεται η έκταση των αφορωσών τους εν λόγω φόρους απαγορεύσεων. Η έκδοση (ή η παράδοση) των τίτλων στους προεγγραφομένους εμπίπτει ως εκ τούτου στην ανωτέρω αυτή διάταξη.
33. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Επιτροπής με το οποίο επιδιώκεται να γίνει δεκτό ότι η κατά το άρθρο 12 έννοια της «μεταβιβάσεως» τίτλων προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη ενός προηγουμένου κυρίου των τίτλων αυτών και κατά συνέπεια ότι η έκδοσή τους ή, όταν πρόκειται για τίτλους στον κομιστή, η παράδοσή τους έχει ήδη λάβει χώρα υπέρ των προεγγραψάντων. Παρόμοια ερμηνεία όχι μόνο δεν ευρίσκει έρεισμα στο ίδιο το γράμμα και στις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 69/335, αλλά αντίκειται επιπλέον και στην απόφαση Codan, η οποία αναγνωρίζει, πάντοτε κατά τα λεγόμενα της Βελγικής Κυβερνήσεως, διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 12 (14).
34. Την άποψη αυτή αμφισβητεί η Επιτροπή προβάλλοντας επιχειρηματολογία η οποία, οφείλω να το διευκρινίσω ευθύς αμέσως, νομίζω ότι είναι πειστικότερη.
35. Εν γένει και προκαταρκτικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το εν λόγω άρθρο, ως διάταξη παρεκκλίσεως, πρέπει να τύχει περιοριστικής ερμηνείας ώστε να έχει τις λιγότερο περιορισμένες επιπτώσεις επί των σκοπών και της εκτάσεως εφαρμογής των γενικών κανόνων της οδηγίας. Προσθέτω ότι ως εκ τούτου το άρθρο 12 δεν μπορεί να στερείται του περιεχομένου του μέσω διασταλτικής ερμηνείας του άρθρου 11 και ότι πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο!
36. Η ερμηνευτική αυτή επιλογή, η οποία ανταποκρίνεται, ως γνωστόν, προς κατευθυντήρια γραμμή παγιωμένη από την κοινοτική νομολογία, δεν νομίζω ότι διαψεύδεται εν προκειμένω από την επικληθείσα εκ μέρους της Βελγικής Κυβερνήσεως απόφαση Codan.
37. Στα πλαίσια της υποθέσεως εκείνης –οφείλω να υπενθυμίσω– μια κεφαλαιουχική εταιρία με έδρα τη Δανία έχει αμφισβητήσει την εφαρμογή στην περίπτωσή της, εκ μέρους της δανικής φορολογικής αρχής, φόρου επί της μεταβιβάσεως μετοχών, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εισπράττουν τέλος παρά μόνο για τις πράξεις επί τίτλων που πραγματοποιούνται σε χρηματιστήριο ή που αφορούν εισηγμένες στο χρηματιστήριο εταιρίες. Προς υποστήριξη της απόψεώς της, η εν λόγω εταιρία επικαλούνταν τη διατύπωση του άρθρου 12 στη δανική και γερμανική γλώσσα, σύμφωνα με τις οποίες αντί της εκφράσεως «φόροι επί της μεταβιβάσεως των κινητών αξιών», η οποία χρησιμοποιείται σε όλες τις υπόλοιπες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας, εμπεριέχει, αντιθέτως, την έκφραση «τέλη επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών». Πάντως, το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη αυτή και κυρίως την πρόθεση να δοθεί διαφορετική ερμηνεία στην εν λόγω διάταξη με γνώμονα τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναγνώρισε, σαφώς και κατηγορηματικώς, ότι, «αν δεν λαμβανόταν υπόψη η σαφής διατύπωση της μεγάλης πλειοψηφίας των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, με αποτέλεσμα να γίνεται διάκριση μεταξύ των εταιριών των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο και εκείνων των οποίων οι μετοχές δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, τούτο όχι μόνο θα ήταν αντίθετο προς την απαίτηση ομοιόμορφης ερμηνείας της οδηγίας, αλλά θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα στρεβλώσεις του ανταγωνισμού καθώς και να αποθαρρύνει ορισμένες εταιρίες από το να εισαγάγουν τις μετοχές τους στο χρηματιστήριο» (σκέψη 29).
38. Μέριμνα, λοιπόν, του Δικαστηρίου εν προκειμένω δεν ήταν να δοθεί διασταλτική ή μη ερμηνεία στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, αλλά το να διασφαλιστεί ομοιόμορφη ερμηνεία προκειμένου να αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Εντούτοις, νομίζω ότι η απόφαση δεν μπορεί να προβληθεί επωφελώς προκειμένου να υποστηριχθεί η επί του σημείου αυτού θέση της Βελγικής Κυβερνήσεως στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως.
39. Τούτου δοθέντος, η άποψη της Επιτροπής, την οποία εκτιμώ ότι μπορώ να συμμεριστώ, είναι ότι το άρθρο 12 πρέπει να ερμηνευθεί, στο μέτρο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε όλες τις «μεταβιβάσεις» τίτλων, εξαιρουμένης, πάντως, σαφώς της εκδόσεώς τους (ή της παραδόσεώς τους, οσάκις πρόκειται για τίτλους στον κομιστή) υπέρ των προεγγραφομένων.
40. Πράγματι, ως εκ της φύσεώς τους, οι εν λόγω πράξεις δεν άπτονται, υπό τεχνική έποψη, της «μεταβιβάσεως» αλλά μάλλον της ούτως ειπείν «πρωτοτύπως» αποκτήσεως του τίτλου, αποκτήσεως η οποία επικυρώνει ακριβώς την πρώτη κυριότητα του τίτλου. Μόνον από της κτήσεως αυτής μπορεί ακολούθως να γίνεται λόγος για πραγματική «μεταβίβαση».
41. Υπό την προοπτική αυτή, είναι προφανές ότι, αν ερμηνεύεται το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη επιτρέπεται να φορολογούν και την έκδοση τίτλων στον κομιστή εκ μέρους της εκδούσας εταιρίας, η κατά το άρθρο 11 απαγόρευση να φορολογείται η έκδοση τίτλων στερείται οποιασδήποτε σημασίας και τούτο σε πρόδηλη αντίθεση προς το επικληθέν ανωτέρω κριτήριο ερμηνείας (σημείο 35).
42. Ασφαλώς, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα πρόταση οδηγίας του 1976, η απαγόρευση φορολογήσεως όλων «των συναλλαγών επί τίτλων θα αποτελούσε την πλέον επιθυμητή, από απόψεως εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς των κεφαλαίων, λύσεως» (15). Εντούτοις, στην ίδια αυτή πρόταση, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι, λόγω «αναγκών απτομένων του προϋπολογισμού των κρατών μελώνs», δεν θα ήταν εφικτή η αυστηρή εφαρμογή της εν λόγω απαγορεύσεως.
43. Επομένως, για την ικανοποίηση της ανάγκης αυτής, η οδηγία 69/335 επέτρεψε, μέσω των άρθρων 11 και 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τη μόνη φορολόγηση των πράξεων μεταβιβάσεως, οι οποίες, επακόλουθες της εκδόσεως (ή της παραδόσεως) των τίτλων, είναι άσχετες προς τις συγκεντρώσεις κεφαλαίων και συνιστούν ακριβέστερα «συναλλαγές επί τίτλων».
44. Κατά την άποψή μου, η αντίθετη ερμηνεία θα ισοδυναμούσε με εναντίωση προς τους προμνησθέντες σκοπούς της οδηγίας καθώς και προς την αναφερόμενη στην οδηγία αυτή νομολογία. Φρονώ ότι δεν μπορεί να αμφισβητείται σοβαρά, στην πράξη, ότι η διατήρηση σε ορισμένα αλλά όχι σε άλλα κράτη έμμεσου φόρου επί της αποκτήσεως νεοεκδοθέντων τίτλων συνιστά, ανεξάρτητα από τα υποκείμενα που πλήττει ο φόρος, ένα ακριβώς από τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, στην κατάργηση των οποίων σκοπεί η οδηγία.
45. Προτείνω, λοιπόν, στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας φόρο στην έκδοση νέων τίτλων στους προεγγραφομένους, καθώς και, όσον αφορά τίτλους στον κομιστή, στην παράδοση των τίτλων αυτών στους προεγγραφομένους, στο πλαίσιο πράξεων συστάσεως εταιρίας, αυξήσεως κεφαλαίου, συστάσεως εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων ή εκδόσεως ομολογιακών δανείων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 της οδηγίας 69/335.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
46. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε τούτο και λαμβάνοντας υπόψη όσα προανέφερα σχετικά με την έκβαση της προσφυγής, εκτιμώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό το ανωτέρω αίτημα.
V – Πρόταση
47. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
«1) Το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας φόρο στην έκδοση νέων τίτλων στους προεγγραφομένους, καθώς και, όσον αφορά τίτλους στον κομιστή, στην παράδοση των τίτλων αυτών στους προεγγραφομένους, στο πλαίσιο πράξεων συστάσεως εταιρίας, αυξήσεως κεφαλαίου, συστάσεως εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων ή εκδόσεως ομολογιακών δανείων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11 της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – EE ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20.
3 – Το άρθρο 4 παραθέτει τον κατάλογο των πράξεων που πρέπει να υπόκεινται στον φόρο εισφοράς, όπως επί παραδείγματι η σύσταση κεφαλαιουχικής εταιρίας ή η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κεφαλαιουχικής εταιρίας δι’ εισφορών σε είδος οποιασδήποτε μορφής (παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄), καθώς και οι πράξεις που δύνανται να υπαχθούν στον εν λόγω φόρο εισφοράς, όπως επί παραδείγματι τα δάνεια που συνάπτουν κεφαλαιουχικές εταιρίες εφόσον ο πιστωτής έχει δικαίωμα επί ενός ποσοστού των εταιρικών κερδών (παράγραφος 2, στοιχείο γ΄).
4 – Απόφαση της 20ής Απριλίου 1993, C-71/91 και C-178/91, Ponente Carni (Συλλογή 1993, σ. I-1915, σκέψη 19).
5 – Προαναφερθείσα απόφαση της 20ής Απριλίου 1993, Ponente Carni, σκέψη 19.
6 – Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 36/86, Dansk Sparinvest (Συλλογή 1988, σ. 409).
7 – Έγγραφο IV/COM (64) 526 final, της 14ης Δεκεμβρίου 1964, σ. 7. Η υπογράμμιση είναι δική μου.
8 – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-31/97 και C-32/97, FECSA και ACESA (Συλλογή 1998, σ. I-6491, σκέψεις 18 και 19). Η υπογράμμιση είναι δική μου.
9 – GU C 133, σ. 1.
10 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της προτάσεως, όπου η έκδοση ορίζεται ως «η εκχώρηση των τίτλων από τον εκδότη, συμπεριλαμβανομένης της προκύπτουσας από την κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών».
11 – Βλ. μέρος V του παραρτήματος της προτάσεως οδηγίας.
12 – Η Βελγική Κυβέρνηση παραπέμπει στις ίδιες αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και η Επιτροπή, ειδικότερα δε στην προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Dansk Sparinvest, και στην απόφαση της 25ης Μαΐου 1989, 15/88, SpAMaxi Di (Συλλογή 1989, σ. 1391 επ.).
13 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
14 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-236/97, Codan (Συλλογή 1998, σ. I-8679).
15 – Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της ανωτέρω προτάσεως οδηγίας.
Full & Egal Universal Law Academy