ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 30ής Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-417/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας
«Οδηγία 85/384/ΕΟΚ – Ελευθερία εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών – Αρχιτέκτονες»
I – Εισαγωγικά
1. Η παρούσα διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως αφορά τη μεταφορά στην ελληνική εσωτερική έννομη τάξη και την εφαρμογή της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (2) (στο εξής: οδηγία περί αρχιτεκτόνων).
2. Αφού η Επιτροπή, με το υπόμνημα απαντήσεώς της, παραιτήθηκε από μία των αιτιάσεών της, ζητεί, πλέον, από το Δικαστήριο
α) να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία,
– θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93·
– αποδεχόμενη ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ), η εγγραφή στο οποίο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα στην Ελλάδα, αρνείται συστηματικά την εγγραφή κοινοτικών υπηκόων, κατόχων μη ελληνικών διπλωμάτων, τα οποία θα έπρεπε να αναγνωρίζονται δυνάμει της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ·
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών·
β) να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3. Η Ελληνική Δημοκρατία, με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, ζητεί την απόρριψη της προσφυγής.
II – Επί της πρώτης αιτιάσεως: άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93
4. Η αιτίαση αυτή αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο διαπιστώνεται, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, αν αρχιτέκτων ο οποίος επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Ελλάδα έχει δίπλωμα ανταποκρινόμενο στα υπό της οδηγίας προβλεπόμενα.
A – Νομικό πλαίσιο
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους τίτλους που αποκτώνται μετά από εκπαίδευση η οποία πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 3. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τους τίτλους που χορηγούνται στην επικράτειά τους και πληρούν τα κριτήρια αυτά, η δε Επιτροπή δημοσιεύει, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, σε τακτικά διαστήματα, τους σχετικούς πίνακες στην Επίσημη Εφημερίδα. Τα άρθρα 8 και 9, τέλος, ρυθμίζουν τη διαδικασία κατά την οποία επιλύονται διαφορές εκτιμήσεως ως προς την ποιότητα των εν λόγω τίτλων.
6. Στην Ελλάδα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93 προέβλεπε, μέχρι τις 17 Οκτωβρίου 2002, ότι αρχιτέκτονες που επιθυμούν να εγκατασταθούν στη χώρα και έχουν τίτλους από άλλα κράτη μέλη οφείλουν να υποβάλουν πιστοποιητικό των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής που να βεβαιώνει ότι ο τίτλος που κατέχουν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων.
7. Η διάταξη αυτή, εν τω μεταξύ, τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2000, της 17ης Οκτωβρίου 2002. Έκτοτε, στα παραρτήματα του άρθρου 13 του ελληνικού Προεδρικού Διατάγματος 107/93 περιλαμβάνονται πίνακες με τους χορηγούμενους σε άλλα κράτη μέλη τίτλους οι οποίοι πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Στην περίπτωση που επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα αρχιτέκτονες οι οποίοι έχουν έναν από τους τίτλους αυτούς δεν χρειάζεται να επισυνάψουν στην αίτηση αναγνωρίσεως που υποβάλλουν κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93 κανένα άλλο πιστοποιητικό περί του ότι πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος αρχιτέκτονας έχει τίτλο διαφορετικό από τους ανωτέρω υποχρεούται να υποβάλει πιστοποιητικό του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε ο τίτλος αυτός περί του ότι ο συγκεκριμένος τίτλος πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων.
8. Τέλος, λίγο πριν από την προφορική διαδικασία της 4ης Μαρτίου 2004, η Ελληνική Κυβέρνηση κοινοποίησε μία ακόμα τροποποίηση αυτής της διατάξεως. Στο εξής οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλούνται απευθείας τον πίνακα της Επιτροπής που περιλαμβάνει τους ανταποκρινόμενους στις απαιτήσεις της οδηγίας τίτλους, χωρίς να υποχρεούνται, στις περιπτώσεις αυτές, να υποβάλλουν σχετικό πιστοποιητικό.
B – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και οι ισχυρισμοί των διαδίκων
9. Στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας η Επιτροπή υποστήριξε ότι είναι δυσανάλογη η απαίτηση προσκομίσεως πιστοποιητικών που να βεβαιώνουν ότι είναι σύμφωνοι με την οδηγία τίτλοι η αναγνώριση των οποίων δεν ζητείται βάσει κεκτημένων δικαιωμάτων (προφανώς υπονοείται το άρθρο 11 της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων το οποίο προβλέπει πιστοποιητικά για κεκτημένα δικαιώματα). Στο δικόγραφο της προσφυγής της η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο ελληνικός πίνακας δεν περιλαμβάνει όλους τους τίτλους τους οποίους δημοσιεύει η Επιτροπή κατά τα άρθρα 6 έως 9 της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Στο υπόμνημά απαντήσεώς της η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δύο ενημερώσεις του πίνακα της Επιτροπής οι οποίες έγιναν μετά την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος 272/2002 δεν έχουν ακόμα περιληφθεί στον ελληνικό πίνακα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι ασυμβίβαστο με την οδηγία περί αρχιτεκτόνων να απαιτείται η υποβολή πιστοποιητικών περί του συμφώνου με την οδηγία τίτλων οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στον ελληνικό πίνακα. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την ποιότητα ενός τίτλου πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη γνησιότητα του τίτλου, το άρθρο 27 της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων προβλέπει ότι το κράτος υποδοχής μπορεί να ζητήσει βεβαίωση της γνησιότητας.
10. Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή δήλωσε ότι, μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με την αιτίασή της αυτή, δεν έχει πλέον να διατυπώσει άλλες αντιρρήσεις. Εντούτοις, δεν κατέστη ακόμα δυνατό να λάβει απόφαση περί της παραιτήσεώς της από την αιτίαση αυτή.
11. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πιστοποιητικό του κράτους προελεύσεως απαιτείται ώστε να μπορέσουν ευκολότερα οι αρμόδιες αρχές να ελέγξουν αν υπάρχει τίτλος κατά την έννοια της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Τούτο απαιτείται για όσο διάστημα ο συγκεκριμένος τίτλος δεν έχει περιληφθεί στον ελληνικό πίνακα των τίτλων που πρέπει να αναγνωρίζονται. Επικαλείται, σχετικώς, τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων, κατά την οποία, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας από τις διοικήσεις των κρατών μελών, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους δικαιούχους, που πληρούν τις προϋποθέσεις εκπαίδευσης που απαιτούνται από την οδηγία, την υποβολή, μαζί με τον τίτλο εκπαίδευσής τους, πιστοποιητικού των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής ή προέλευσης που να βεβαιώνει ότι οι τίτλοι αυτοί είναι, πράγματι, οι αναφερόμενοι στην παρούσα οδηγία.
Γ – Επί του παραδεκτού αυτής της αιτιάσεως
12. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα απαντήσεως, η αιτίαση αυτή έχει την έννοια ότι στρέφεται κατά του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002. Το ότι η Επιτροπή δεν παραιτήθηκε, κατά την προφορική διαδικασία, από την αιτίαση αυτή δεν έχει σημασία, καθόσον δέχθηκε ότι, κατόπιν της νέας τροποποιήσεως αυτής της διατάξεως, δεν έχει πλέον αντιρρήσεις ως προς την κοινοτική νομιμότητά της.
13. Εντούτοις, η αιτίαση αυτή μπορεί να είναι απαράδεκτη, καθόσον το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002, δεν απετέλεσε αντικείμενο του εγγράφου οχλήσεως και της αιτιολογημένης γνώμης.
14. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, πρέπει να παρέχεται στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να προχωρήσει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής. Επομένως, το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή. Αυτό σημαίνει ότι η προσφυγή πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους λόγους και στα ίδια επιχειρήματα επί των οποίων στηρίχθηκε η αιτιολογημένη γνώμη. Αιτίαση η οποία δεν έχει περιληφθεί στην αιτιολογημένη γνώμη δεν μπορεί παραδεκτώς να προβληθεί κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία (3).
15. Η πρώτη αιτίαση δεν έχει διατυπωθεί με αυτή τη μορφή στην αιτιολογημένη γνώμη, καθόσον το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002, δεν απαιτεί πλέον για όλες τις περιπτώσεις πιστοποιητικό, παρά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο συγκεκριμένος τίτλος δεν έχει ήδη περιληφθεί στον ελληνικό πίνακα των τίτλων που πρέπει να αναγνωρίζονται. Επομένως, η έκταση της προβαλλόμενης παραβάσεως είναι σαφώς μικρότερη από εκείνη που είχε διαπιστωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη.
16. Πάντως, εκ των ανωτέρω δεν προκύπτει ότι η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει καταστήσει ελαστικότερες τις απαιτήσεις τις σχετικές με τον καθορισμό του αντικειμένου της διαφοράς στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, δεχόμενο ότι δεν απαιτείται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας στις οποίες αναφέρεται η αιτιολογημένη γνώμη και των διατάξεων στις οποίες αναφέρεται η προσφυγή. Αν μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επήλθε τροποποίηση της νομοθεσίας, αρκεί η ρύθμιση η οποία είχε θεσπιστεί με τις διατάξεις τις οποίες αφορούσε η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία να διατηρείται συνολικώς σε ισχύ με τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν μετά την αιτιολογημένη γνώμη (4).
17. Εφόσον το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002, εξακολουθεί να προβλέπει την υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως με το οποίο να βεβαιώνεται ότι ο συγκεκριμένος τίτλος σπουδών ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων, ανταποκρίνεται στην αιτίαση που έχει διατυπώσει η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη. Συνεπώς, η αιτίαση προβάλλεται παραδεκτώς.
Δ – Επί του βασίμου αυτής της αιτιάσεως
18. Η αιτίαση της Επιτροπής έχει την έννοια ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν απαιτείται και είναι δυσανάλογη η απαίτηση υποβολής πιστοποιητικού που να βεβαιώνει ότι ο συγκεκριμένος τίτλος σπουδών ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων, όταν ο τίτλος αυτός έχει περιληφθεί στον πίνακα της Επιτροπής με τους τίτλους που πρέπει να αναγνωρίζονται.
19. Από την οδηγία περί αρχιτεκτόνων δεν προκύπτει ρητώς μια τέτοια υποχρέωση των κρατών μελών. Από τα άρθρα 11 και 27, τα οποία προβλέπουν πιστοποιητικό σε περίπτωση κεκτημένων δικαιωμάτων ή σε περίπτωση βάσιμων αμφιβολιών ως προς τη γνησιότητα ενός τίτλου, θα μπορούσε, εξ αντιδιαστολής, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν επιτρέπεται να απαιτούνται πιστοποιητικά σε άλλες περιπτώσεις. Το συμπέρασμα αυτό, όμως, έρχεται σε αντίθεση με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας κατά την οποία μπορεί να απαιτείται η υποβολή πιστοποιητικού που να βεβαιώνει ότι συγκεκριμένος τίτλος ανταποκρίνεται πράγματι στα όσα προβλέπει η οδηγία. Ως προς το ζήτημα αυτό, το γράμμα της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων δεν είναι σαφές.
20. Εξάλλου, όλες εκείνες οι απαιτήσεις που δυσχεραίνουν την αίτηση για αναγνώριση ενός τίτλου συνιστούν εμπόδιο για την άσκηση της απορρέουσας από το άρθρο 43 ΕΚ ελευθερίας εγκαταστάσεως. Η θεμελιώδης αυτή ελευθερία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Οι τυχόν περιορισμοί της πρέπει να δικαιολογούνται για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (5).
21. Η πρόσθετη υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού του κράτους προελεύσεως, καθιστά δυσχερέστερη την αίτηση για αναγνώριση ενός τίτλου. Κατ’ αρχήν, υφίσταται ένα άξιο προστασίας συμφέρον του κράτους εγκαταστάσεως να διαπιστώνει αν ο υποβαλλόμενος τίτλος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Δεν απαιτείται, όμως, προς τούτο η υποβολή ατομικού πιστοποιητικού του κράτους προελεύσεως, όταν ο συγκεκριμένος τίτλος περιλαμβάνεται στον πίνακα της Επιτροπής με τους τίτλους που πρέπει να αναγνωρίζονται. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα μία μόνον αρχή –το Τεχνικό Επιμελητήριο– είναι επιφορτισμένη με την αναγνώριση τίτλων αρχιτεκτόνων, οφείλει η αρχή αυτή να γνωρίζει τον πίνακα της Επιτροπής, ο οποίος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα, και να τον χρησιμοποιεί όταν πρόκειται για αναγνώριση τίτλων. Η χρησιμοποίηση του ελληνικού πίνακα δεν αρκεί, εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι, εξ ορισμού, αυτός δεν ενημερώνεται ταυτόχρονα με τον πίνακα της Επιτροπής και –όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή– δεν έχει ενημερωθεί τελευταία.
22. Συνεπώς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002 ήταν ασυμβίβαστο με την οδηγία περί αρχιτεκτόνων, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 ΕΚ, όσο προέβλεπε ότι μαζί με τον τίτλο σπουδών, τον περιλαμβανόμενο στον πίνακα της Επιτροπής, πρέπει να υποβάλλεται και πιστοποιητικό του κράτους προελεύσεως, που να βεβαιώνει ότι ο τίτλος αυτός πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση είναι βάσιμη.
III – Επί της δεύτερης αιτιάσεως: η πρακτική του ελληνικού Τεχνικού Επιμελητηρίου
Α – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και οι ισχυρισμοί των διαδίκων
23. Η Επιτροπή διατύπωσε τη δεύτερη αιτίαση με συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, της 9ης Ιουλίου 1999, το οποίο ενέταξε στη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως. Προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο (6) συστηματικά αρνείται να εγγράψει κατόχους μη ελληνικών τίτλων, οι οποίοι πρέπει να αναγνωρίζονται δυνάμει της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Αναφέρεται, ειδικότερα, σε τρεις περιπτώσεις, στις οποίες οι αιτούντες αναμένουν ματαίως επί διάστημα πλέον του έτους αναγνώριση των πτυχίων τους. Με την αιτιολογημένη γνώμη της 24ης Φεβρουαρίου 2000, εμμένει στην αιτίαση αυτή.
24. Με το δικόγραφο της προσφυγής της η Επιτροπή, ως περαιτέρω απόδειξη της αιτιάσεως αυτής, καταθέτει έγγραφο του Έλληνα Υπουργού Περιβάλλοντος και Χωροταξίας, της 16ης Ιουλίου 2001, με το οποίο αυτός ζητεί από το Τεχνικό Επιμελητήριο να επιταχύνει τη διαδικασία εγγραφής αρχιτεκτόνων των οποίων οι τίτλοι πρέπει να αναγνωριστούν.
25. Η Ελληνική Κυβέρνηση αντέδρασε στην αιτίαση αυτή κατ’ αρχάς με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη της 8ης Μαΐου 2002. Ανέφερε τα ονόματα τεσσάρων ατόμων τα οποία είχαν ήδη εγγραφεί. Επί των περιπτώσεων που ρητώς είχε αναφέρει η Επιτροπή δεν απάντησε.
26. Στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στις 23 Ιανουαρίου 2003 τονίζει ότι, μέχρι στιγμής, έχουν κατατεθεί 37 αιτήσεις και το Τεχνικό Επιμελητήριο έχει ήδη εγγράψει εννέα αρχιτέκτονες. Επτά ακόμα αρχιτέκτονες έχουν κληθεί να εγγραφούν, αλλά δύο εξ αυτών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν πλέον την εγγραφή τους. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της 19ης Μαΐου 2003, η Ελληνική Κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι επίκειται η εγγραφή πέντε ακόμη αρχιτεκτόνων.
27. Από τους 21 υπόλοιπους αιτούντες οι τέσσερις δεν προσκόμισαν κανένα δικαιολογητικό, ενώ οι 17 κατέθεσαν ελλιπή φάκελο. Άπαντες εκλήθησαν να συμπληρώσουν τον φάκελό τους. Κατά τον χρόνο σύνταξης του υπομνήματος ανταπαντήσεως, μόνο δέκα από τους αιτούντες είχαν συμπληρώσει τον φάκελό τους.
28. Προς περαιτέρω διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών το Δικαστήριο ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση να προσδιορίσει, για όλους τους αιτούντες,
– πότε ζήτησαν την εγγραφή τους,
– πότε ενεγράφησαν στο Τεχνικό Επιμελητήριο και
– ενδεχομένως, πότε το Τεχνικό Επιμελητήριο ζήτησε από τους αιτούντες να συμπληρώσουν τον φάκελό τους.
29. Η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε στις 21 Ιανουαρίου 2004 ότι, μέχρι στιγμής, έχουν υποβληθεί στο Τεχνικό Επιμελητήριο 41 αιτήσεις και έχουν εγγραφεί σ’ αυτό 9 αρχιτέκτονες. Όσον αφορά αυτές τις εννέα περιπτώσεις η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσδιορίζει την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
30. Δύο αιτούντες δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν πλέον την εγγραφή τους. Ούτε για τις περιπτώσεις αυτές αναφέρονται ημερομηνίες.
31. Δεκατέσσερις αρχιτέκτονες συμπλήρωσαν τους φακέλους τους και ενεγράφησαν με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2004. Οι αιτήσεις τους είχαν υποβληθεί από το 1988 έως το 2002 (7). Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσδιόρισε αν και πότε ζητήθηκε από τους αιτούντες αυτούς η συμπλήρωση του φακέλου τους.
32. Από δώδεκα άλλους αιτούντες ζητήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2002 να συμπληρώσουν τους φακέλους τους, χωρίς, όμως, να το έχουν πράξει μέχρι σήμερα. Πρόκειται για αιτήσεις που υποβλήθηκαν από το 1992 έως το 2002 (8).
33. Τέλος, μία αιτούσα στις 22 Μαΐου 2003 και τρεις ακόμη αιτούντες στις 7 Οκτωβρίου 2003 κατέθεσαν τις αιτήσεις τους χωρίς δικαιολογητικά.
34. Κατά την προφορική διαδικασία η Ελληνική Κυβέρνηση δήλωσε ότι ζητήθηκε για πρώτη φορά στις 30 Δεκεμβρίου 2002 από όλους τους αιτούντες που είχαν υποβάλει ελλιπείς φακέλους να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που απαιτούνται σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002. Επρόκειτο για στερεότυπη επιστολή στην οποία είχαν επισυναφθεί οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις. Εντούτοις, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα δικαιολογητικά που έλειπαν στην κάθε περίπτωση. Προ της 30ής Δεκεμβρίου 2002 είχαν γίνει μόνον τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με τους αιτούντες, για τις οποίες δεν υπάρχουν σχετικά έγγραφα.
35. Η Ελληνική Κυβέρνηση δήλωσε, επίσης, ότι λόγω της σεισμικότητας της Ελλάδας επιβάλλεται ενδελεχής έλεγχος των αιτήσεων εγγραφής.
Β – Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
36. Κατ’ αρχάς υπενθυμίζεται ότι η αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε κατά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή στις 24 Απριλίου 2000 (9).
37. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο αρνείται συστηματικά την εγγραφή αρχιτεκτόνων οι τίτλοι των οποίων πρέπει να αναγνωρίζονται. Η Επιτροπή δεν εννοεί, βεβαίως, την κατ’ αρχήν άρνηση αναγνωρίσεως ενός τίτλου, αλλά το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής, το Τεχνικό Επιμελητήριο αδικαιολογήτως απορρίπτει, τις περισσότερες φορές, αιτήσεις εγγραφής ή δεν απαντά καθόλου. Η διευκρίνιση αυτή δεν περιέχεται ρητώς στο συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως ή στην αιτιολογημένη γνώμη, μία όμως ερμηνευτική προσέγγιση με κριτήριο τον κοινό νου θα επέβαλλε την υπ’ αυτήν την έννοια κατανόηση της αιτιάσεως της Επιτροπής.
38. Το αν ευσταθεί η αιτίαση αυτή πρέπει να εξεταστεί με βάση το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Κατά τη διάταξη αυτή, η διαδικασία παροχής του δικαιώματος ανάληψης δραστηριότητας αρχιτέκτονα πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό, το αργότερο δε τρεις μήνες μετά την υποβολή όλων των δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο.
39. Από την απάντηση της Ελληνικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου συνάγεται ότι στις 24 Απριλίου 2000 εκκρεμούσαν 16 τουλάχιστον αιτήσεις –δηλαδή το 80 % του συνόλου των υποβληθεισών αιτήσεων– για διάστημα περισσότερο των τριών μηνών.
40. Πάντως, με βάση την απάντηση της Ελληνικής Κυβερνήσεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι αιτήσεις αυτές να μην είχαν συνοδευτεί αρχικώς με πλήρη φάκελο δικαιολογητικών. Σχετικώς θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προθεσμία των τριών μηνών άρχεται από της στιγμής της υποβολής ενός πλήρους φακέλου. Δεδομένου ότι δεν είναι γνωστό αν οι αιτήσεις αυτές συνοδεύονταν από πλήρη φάκελο ή, πάντως, πότε συμπληρώθηκε ο σχετικός φάκελος, δεν μπορεί να διαπιστωθεί παραβίαση της προθεσμίας των τριών μηνών.
41. Πάντως, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται, ήδη προ της συμπληρώσεως ενός ελλιπούς φακέλου, να προωθήσουν τη διαδικασία αναγνωρίσεως το συντομότερο δυνατόν. Τούτο προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων, το οποίο συνιστά συγκεκριμενοποίηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως (10). Η αρχή αυτή επιβάλλει η διαπίστωση ότι ο φάκελος είναι ελλιπής και η σχετική ενημέρωση του αιτούντος να γίνονται αμέσως. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αυτό το στάδιο της διαδικασίας να διαρκεί περισσότερο από την εξέταση μιας αιτήσεως που συνοδεύεται από πλήρη φάκελο. Συνεπώς, το Τεχνικό Επιμελητήριο υποχρεούται, το βραδύτερο, εντός προθεσμίας τριών μηνών από της υποβολής της αιτήσεως να εγγράψει τον αιτούντα ή να τον ενημερώσει περί των δικαιολογητικών που δεν έχουν ακόμη υποβληθεί (11).
42. Όπως δέχθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία, το Τεχνικό Επιμελητήριο δεν είχε ζητήσει πριν από τις 30 Δεκεμβρίου 2000, εγγράφως τουλάχιστον, τη συμπλήρωση του φακέλου. Η ίδια πρακτική εξακολούθησε και μέχρι το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό σημείο, δηλαδή μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που είχε τάξει η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή στις 24 Απριλίου 2000. Η εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως αναφορά σε τηλεφωνικές συνομιλίες δεν αποδυναμώνει την αιτίαση αυτή, καθόσον ούτε το περιεχόμενο των συνομιλιών αυτών προσδιορίζεται ούτε μπορούν οι συνομιλίες αυτές να αποτελέσουν σχετικώς αποδεικτικό στοιχείο.
43. Τέλος, όσον αφορά την εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως υπόμνηση της σεισμικότητας της Ελλάδας, πρέπει να τονιστεί ότι το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από ρητές διατάξεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων. Αν υπάρχουν στην Ελλάδα ειδικά προβλήματα τα οποία δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από τις διατάξεις της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων, η Ελληνική Κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αναθεώρηση της οδηγίας. Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβαλε τέτοιου είδους προβλήματα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
44. Συνεπώς, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, λόγω του ότι το Τεχνικό Επιμελητήριο δεν διεκπεραίωσε εντός σύντομης προθεσμίας, στις περισσότερες περιπτώσεις, τη διαδικασία αναγνωρίσεως αρχιτεκτόνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 20, παράγραφος 1, της οδηγίας περί αρχιτεκτόνων.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
45. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Ο παραιτούμενος από την προσφυγή ή από ένα αίτημα διάδικος καταδικάζεται, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, στα δικαστικά έξοδα, εφόσον ο αντίδικος διατύπωσε σχετικό αίτημα με τις παρατηρήσεις του επί της παραιτήσεως. Εντούτοις, κατόπιν αιτήσεως του παραιτουμένου διαδίκου καταδικάζεται στα έξοδα ο αντίδικος, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του.
46. Η Επιτροπή διατύπωσε αίτημα περί δικαστικών εξόδων και κατίσχυσε πλήρως. Εντούτοις, με το υπόμνημα απαντήσεως παραιτήθηκε από μια τρίτη αιτίαση, χωρίς η Ελληνική Δημοκρατία να έχει λάβει προηγουμένως μέτρα θεραπείας. Συνεπώς, η συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν συνετέλεσε στη διατύπωση αυτής της αιτιάσεως και την μετέπειτα παραίτηση από αυτήν, ώστε να δικαιολογείται η καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στο μέρος αυτό των δικαστικών εξόδων. Επομένως, πρέπει να επιδικαστούν στην Επιτροπή μόνον τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε μέχρι την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως και το σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε μετά την κατάθεση του εν λόγω υπομνήματος.
47. Η Ελληνική Κυβέρνηση διατύπωσε, βεβαίως, με το υπόμνημα αντικρούσεως αίτημα περί δικαστικών εξόδων, με το υπόμνημα, όμως, ανταπαντήσεως ούτε επέμεινε ρητώς επί του αιτήματος αυτού ούτε παρέπεμψε στο προηγούμενο αίτημα. Συνεπώς, η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να φέρει το σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε.
V – Πρόταση
48. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Ελληνική Δημοκρατία,
– θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Προεδρικού Διατάγματος 107/93, όπως τροποποιήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 272/2002· και
– επειδή το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας δεν διεκπεραίωσε, στις περισσότερες περιπτώσεις, τη διαδικασία αναγνωρίσεως αρχιτεκτόνων εντός συντόμου προθεσμίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 ΕΚ.
2) Η Ελληνική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα, το σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως, καθώς και τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή μέχρι την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – EE 1985, L 223, σ. 15, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/614/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση, λόγω της προσχώρησης της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1985, L 376, σ. 1), και την οδηγία 86/17/EΟK του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1986, για την τροποποίηση, λόγω της προσχώρησης της Πορτογαλίας, της οδηγίας 85/384/ΕΟΚ για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕE 1986, L 27, σ. 71).
3 – Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-305, σκέψεις 10 επ.).
4 – Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, C‑105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. Ι‑5871, σκέψη 13).
5 – Βλ. την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C‑298/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. Ι‑3129, σκέψεις 25 επ.).
6 – Η εγγραφή στο επιμελητήριο αυτό δεν απασχολεί για πρώτη φορά το Δικαστήριο. Η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, C‑38/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 4415), και της 30ής Ιανουαρίου 1992, C‑328/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. Ι‑425), αφορούν, επίσης, δυσχέρειες που αντιμετώπισαν αλλοδαποί για την εγγραφή τους στο εν λόγω επιμελητήριο.
7 – 1988: μία αίτηση· 1989: μία αίτηση· 1995: μία αίτηση· 1996: δύο αιτήσεις· 1997: δύο αιτήσεις· 1998: δύο αιτήσεις· 1999: μία αίτηση· 2000: μία αίτηση· 2001: δύο αιτήσεις· 2002: μία αίτηση.
8 – 1992: μία αίτηση· 1995: μία αίτηση· 1997: μία αίτηση· 1998: μία αίτηση· 1999: μία αίτηση· 2000: μία αίτηση· 2001: δύο αιτήσεις· 2002: δύο αιτήσεις.
9 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2003, C‑63/02, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2003, σ. Ι‑821, σκέψη 11).
10 – Επί της υποχρεώσεως διεκπεραιώσεως των διοικητικών υποθέσεων εντός ευλόγου προθεσμίας, βλ., επίσης, άρθρο 41, παράγραφος 1, του ψηφισθέντος στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, C‑282/95 P, Guérin automobiles κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι‑1503, σκέψη 37), και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 22ας Μαρτίου 2001 στην υπόθεση C‑270/99 P, Ζ κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι‑9197, I‑9199, σημεία 40 επ.).
11 – Πρέπει να παρατηρηθεί ότι επιστολή περί του ότι απαιτούνται να υποβληθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δεν αρκεί, κατά κανόνα, διότι δεν διασφαλίζει ότι η αίτηση θα εξεταστεί βάσει πλήρους φακέλου.
Full & Egal Universal Law Academy