ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 13ης Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-418/02
Praktiker Bau- und Heimwerkermärkte AG
[αίτηση του Bundespatentgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοτικά σήματα – Οδηγία 89/104/ΕΟΚ – Σήμα για την παροχή υπηρεσιών – Υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων – Καταχώριση – Διευκρίνιση του περιεχομένου των υπηρεσιών αυτών και των προϊόντων για τα οποία αυτές παρέχονται – Ομοιότητα μεταξύ των υπηρεσιών αυτών και των προς πώληση προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχονται στο γενικό πλαίσιο της πωλήσεως προϊόντων»
1. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών το δίκαιο των σημάτων γνώρισε σημαντική εξέλιξη υπό την ώθηση οικονομικών παραγόντων, η οποία εκφράζει πλήρως τη σημασία τους για τη σημερινή αποκαλούμενη «καταναλωτική» κοινωνία. Αφότου έγινε δεκτό ότι μπορούν να αποτελέσουν σήματα σημεία που συνίστανται σε οσμή, σε ήχο και σε ένα ή περισσότερα χρώματα χωρίς σχήμα ή περίγραμμα (2), το Δικαστήριο καλείται με την παρούσα υπόθεση να αποφανθεί επί άλλης εξελίξεως του δικαίου των σημάτων, την οποία επιδιώκουν οι εταιρίες διανομής εμπορευμάτων.
2. Εν προκειμένω, καλείται να προσδιορίσει αν και υπό ποίες, ενδεχομένως, συνθήκες μπορεί ένα σήμα να καταχωριστεί για υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων. Συναφώς, το Bundespatentgericht (Γερμανία) ερωτά αν «το λιανικό εμπόριο εμπορευμάτων» συνιστά υπηρεσία υπό την έννοια του άρθρου 2 της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου (3) και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί να καταχωριστεί σήμα για μια τέτοια υπηρεσία.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Οι διεθνείς συμφωνίες σχετικά με το δίκαιο των σημάτων
1. Η σύμβαση των Παρισίων
3. Η σύμβαση για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η οποία υπογράφηκε στο Παρίσι στις 20 Μαρτίου 1883 και αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στη Στοκχόλμη στις 14 Ιουλίου 1967 (4), συνιστά το νομικό πλαίσιο αναφοράς που τα κράτη που έχουν υπογράψει την εν λόγω Σύμβαση (στο εξής: συμβαλλόμενα κράτη) δεσμεύτηκαν να τηρήσουν για την προστασία των σημάτων. Όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: κράτη μέλη) έχουν υπογράψει την εν λόγω Σύμβαση (5).
4. Το άρθρο 6 εξάκις της Συμβάσεως των Παρισίων, το οποίο θεσπίστηκε κατά τη διάσκεψη για την αναθεώρηση της εν λόγω Συμβάσεως που πραγματοποιήθηκε στη Λισσαβόνα το 1958, έχει ως εξής:
«Αι χώραι [στις οποίες εφαρμόζεται η εν λόγω σύμβαση] υποχρεούνται να προστατεύωσι τα σήματα υπηρεσιών. Δεν υποχρεούνται να προβλέψωσι την καταχώρισιν των σημάτων τούτων» (6).
2. Ο Διακανονισμός της Νίκαιας
5. Ο Διακανονισμός της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αναθεωρήθηκε στη Στοκχόλμη στις 14 Ιουλίου 1967 καθώς και στη Γενεύη στις 13 Μαΐου 1977 και τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (7), εμπίπτει στο πλαίσιο των συμφωνιών που, σύμφωνα με το άρθρο 19 της εν λόγω συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα κράτη επιφυλάσσονται να συνάψουν μεταξύ τους (8). Έχει ως αντικείμενο να διευκολύνει την καταχώριση σημάτων χάρη στην ενιαία ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών για τις οποίες καταχωρίζονται σήματα (9).
6. Η ταξινόμηση της Νίκαιας περιλαμβάνει έναν κατάλογο τίτλων για 34 κλάσεις προϊόντων και 11 κλάσεις υπηρεσιών. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που εμπίπτουν στις διάφορες αυτές κλάσεις περιγράφονται κατά τρόπο γενικό. Οι τίτλοι αυτοί συνοδεύονται συνήθως από επεξηγηματικές σημειώσεις. Η ταξινόμηση της Νίκαιας περιλαμβάνει επίσης αλφαβητικό κατάλογο 10 000 προϊόντων και 1 000 περίπου υπηρεσιών. Η εν λόγω ταξινόμηση αναθεωρείται τακτικά από επιτροπή εμπειρογνωμόνων που θεσπίστηκε με τον Διακανονισμό της Νίκαιας. Το κείμενο που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ήταν η έβδομη έκδοση που δημοσιεύτηκε το 1996. Αντικαταστάθηκε από την όγδοη έκδοση που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2001 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2002.
7. Η κλάση 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας δεν τροποποιήθηκε κατά τις δύο τελευταίες αναθεωρήσεις και έχει ως εξής:
«Διαφήμιση·
διοίκηση επιχειρήσεων·
διαχείριση επιχειρήσεων·
εργασίες γραφείου.
Επεξηγηματική σημείωση
[…]
Η κλάση αυτή καλύπτει μεταξύ άλλων:
[…]
– τη συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων (με εξαίρεση τη μεταφορά τους) για λογαριασμό τρίτων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά.
Η κλάση δεν καλύπτει ιδίως:
– τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων, κύριο έργο των οποίων είναι η πώληση προϊόντων, δηλαδή των λεγόμενων εμπορικών επιχειρήσεων·
[…]»
8. Το άρθρο 2 του Διακανονισμού της Νίκαιας ορίζει τη νομική σημασία και τον τρόπο εφαρμογής της ταξινόμησης της Νίκαιας. Έχει ως εξής:
«1) Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που τίθενται από την παρούσα Συμφωνία, η σημασία της ταξινόμησης είναι αυτή που της αποδίδεται από κάθε χώρα της Ειδικής Ένωσης. Κυρίως, η ταξινόμηση δεν δεσμεύει τις χώρες της Ειδικής Ένωσης ούτε ως προς την εκτίμηση της έκτασης της προστασίας του σήματος, ούτε ως προς την αναγνώριση των σημάτων υπηρεσιών.
2) Καθεμία από τις χώρες της Ειδικής Ένωσης επιφυλάσσεται της δυνατότητας να εφαρμόσει την ταξινόμηση ως κύριο ή βοηθητικό σύστημα.
3) Οι αρμόδιες διοικήσεις των χωρών της Ειδικής Ένωσης θα αναγράφουν στους επίσημους τίτλους και δημοσιεύσεις των καταχωρίσεων των σημάτων, τους αριθμούς των κατηγοριών της ταξινόμησης στις οποίες ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα.
4) Το γεγονός ότι μία ονομασία αναφέρεται στον αλφαβητικό κατάλογο δεν επηρεάζει σε τίποτα τα δικαιώματα που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην ονομασία αυτή.»
9. Τα κράτη μέλη έχουν υπογράψει τον Διακανονισμό της Νίκαιας με εξαίρεση τη Δημοκρατία της Κύπρου και τη Δημοκρατία της Μάλτας (10). Η ταξινόμηση της Νίκαιας επιβάλλεται για τις αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων (11). Η εν λόγω ταξινόμηση εφαρμόζεται, επίσης, στη διεθνή καταχώριση σημάτων από το διεθνές γραφείο της OMPI, δυνάμει του Διακανονισμού της Μαδρίτης σχετικά με τη διεθνή καταχώριση σημάτων, της 14ης Απριλίου 1891, ο οποίος αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στη Στοκχόλμη το 1967 και τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (12), καθώς και του πρωτοκόλλου για τον Διακανονισμό της Μαδρίτης (13).
Β – Το κοινοτικό δίκαιο
10. Σκοπός της οδηγίας είναι να εξαρτάται η απόκτηση και η διατήρηση του δικαιώματος επί του καταχωρισθέντος σήματος από τους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να καταργηθούν οι διαφορές στις νομοθεσίες των κρατών μελών, οι οποίες ενδέχεται να παρεμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και να νοθεύσουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς (14). Κατά τη δωδέκατη αιτιολογική της σκέψη, οι διατάξεις της οδηγίας πρέπει να τελούν σε πλήρη αρμονία με αυτές της Συμβάσεως των Παρισίων και δεν πρέπει να επηρεάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση αυτή για τα συμβαλλόμενα κράτη.
11. Κατά το άρθρο της 1, η οδηγία «εφαρμόζεται για τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών που έχουν καταχωριστεί ή δηλωθεί προς καταχώριση σε ένα κράτος μέλος ως ατομικά ή συλλογικά σήματα ή σήματα εγγύησης ή πιστοποίησης, ή έχουν καταχωριστεί ή δηλωθεί προς καταχώριση στο Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ, ή αποτελούν αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης η οποία ισχύει σ’ ένα κράτος μέλος».
12. Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει τα σημεία που μπορούν να αποτελέσουν σήμα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής:
«Το σήμα μπορεί να συνίσταται από οποιαδήποτε σημεία επιδεχόμενα γραφικής παράστασης, ιδίως δε από λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος προσώπων, από εικόνες, γράμματα, αριθμούς, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του, εφόσον [βάσει αυτών διακρίνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων].»
13. Το άρθρο 4 της οδηγίας αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου ενός σήματος και τους λόγους ακυρότητας καταχωρισμένου σήματος σε περίπτωση συγκρούσεως με προγενεστέρως κατατεθέν σήμα. Έχει ως εξής:
«1. Ένα σήμα δεν καταχωρίζεται ή, αν έχει καταχωριστεί, είναι δυνατόν να κηρυχθεί άκυρο:
α) εάν είναι πανομοιότυπο με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα δηλώνεται ή είναι καταχωρισμένο είναι πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες προστατεύεται το προγενέστερο σήμα·
β) εάν, λόγω της ταυτότητάς του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που τα δύο σήματα προσδιορίζουν, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.»
14. Το άρθρο 5 ορίζει τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα. Προβλέπει τα εξής:
«1. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α) σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί·
β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.»
15. Ο κανονισμός αποβλέπει στην καθιέρωση, πλην των εθνικών σημάτων, ενός κοινοτικού σήματος που θα αποκτάται βάσει ενιαίας διαδικασίας, θα απολαύει ομοιόμορφης προστασίας και θα παράγει τα αποτελέσματά του στο σύνολο της επικράτειας των κρατών μελών (15). Αρμόδιο για την καταχώριση και τη διαχείριση των κοινοτικών σημάτων είναι το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (16).
16. Τα άρθρα 4, 8 και 9 του κανονισμού περιλαμβάνουν διατάξεις ανάλογες με αυτές των άρθρων 2, 4 και 5 της οδηγίας.
Γ – Το εθνικό δίκαιο
17. Ο Gesetz über den Schutz von Marken und sonstigen Kennzeichen (νόμος για την προστασία των σημάτων και άλλων διακριτικών σημείων) της 25ης Οκτωβρίου 1994 (17), ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 1 του Gesetz zur Reform des Markenrechts und zur Umsetzung der Ersten Richtlinien (νόμου για την αναθεώρηση του δικαίου των σημάτων και τη μεταφορά της πρώτης οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, αφορά τη μεταφορά της οδηγίας στη γερμανική έννομη τάξη.
18. Οι διατάξεις των άρθρων 2, 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, της οδηγίας επαναλαμβάνονται στα άρθρα 3, παράγραφος 1, 9, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 2, του Markengesetz.
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Η εταιρία Praktiker Bau- und Heimwerkermärkte AG (18) ζήτησε, στις 19 Μαρτίου 2001, από το αρμόδιο γερμανικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων την καταχώριση του εικονιστικού και χρωματικού σήματος «Praktiker» για υπηρεσία περιγραφόμενη ως εξής: «λιανικό εμπόριο ειδών οικοδομικών εργασιών, μαστορέματος και κηπουρικής καθώς και άλλων χρήσιμων προϊόντων στον τομέα του dο it yοurself [της ερασιτεχνικής ενασχολήσεως με μαστορέματα]».
20. Το γερμανικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων απέρριψε την αίτηση αυτή. Έκρινε ότι η έννοια «λιανικό εμπόριο» δεν καλύπτει ανεξάρτητες υπηρεσίες με αυτόνομη οικονομική σημασία, αλλά αφορά μόνον τη διανομή των προϊόντων αυτή καθ’ εαυτή. Το εν λόγω γραφείο έκρινε ότι η προστασία που παρέχει το δίκαιο των σημάτων επιτυγχάνεται μόνο με την καταχώριση σήματος που καλύπτει τα διάφορα διατιθέμενα στο εμπόριο προϊόντα.
21. Η Praktiker άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundespatentgericht. Ισχυρίστηκε ότι η οικονομική εξέλιξη προς μια κοινωνία υπηρεσιών επιβάλλει διαφορετική εκτίμηση του λιανικού εμπορίου. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η απόφαση του καταναλωτή να προβεί σε αγορά επηρεάζεται όλο και περισσότερο από πτυχές όπως η συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων, η παρουσίασή τους, η υπηρεσία που παρέχει το προσωπικό, η διαφήμιση κ.λπ. Τέτοιου είδους παροχές βαίνουν πέραν της απλής δραστηριότητας της πωλήσεως και παρέχουν τη δυνατότητα διακρίσεως μιας επιχειρήσεως από τους ανταγωνιστές της. Επομένως, πρέπει να μπορούν να τύχουν της προστασίας ενός σήματος για την παροχή υπηρεσίας, όπως δέχεται στο εξής το ΓΕΕΑ και η πλειονότητα των γραφείων σημάτων των κρατών μελών.
22. Το Bundespatentgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά η λιανική πώληση εμπορευμάτων υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας;
2) Πόσο συγκεκριμένες πρέπει να είναι, από απόψεως περιεχομένου, αυτού του είδους οι υπηρεσίες ενός εμπόρου λιανικής πωλήσεως, προκειμένου να διασφαλίζεται ο προσδιορισμός του αντικειμένου της προστασίας του σήματος, ο οποίος είναι αναγκαίος:
α) για τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 2 της οδηγίας λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στη δυνατότητα διακρίσεως των προϊόντων και υπηρεσιών μιας επιχειρήσεως από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων;
β) για την οριοθέτηση του πεδίου προστασίας του σήματος σε περίπτωση συγκρούσεως με άλλο σήμα;
3) Πόσο αυστηρά πρέπει να οριοθετείται η ομοιότητα (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας) μεταξύ των εν λόγω υπηρεσιών ενός εμπόρου λιανικής πωλήσεως και:
α) των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται σε συνάρτηση με τη διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο ή
β) των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο από τον οικείο έμπορο λιανικής πωλήσεως;»
23. Το Bundespatentgericht αναφέρει, με την απόφαση περί παραπομπής, τους λόγους υποβολής των εν λόγω ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
24. Κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, ο έμπορος λιανικής πωλήσεως δεν διαφέρει κατ’ αρχήν από τον παραγωγό που διαθέτει ο ίδιος τα προϊόντα του προς πώληση. Επομένως, ένας έμπορος λιανικής πωλήσεως μπορεί να διακρίνεται από τον ανταγωνιστή του μέσω του σήματος των προϊόντων. Επιπλέον, ο αγοραστής δεν εκλαμβάνει τις παροχές που σχετίζονται με τη διανομή των προϊόντων, όπως οι συμβουλές που παρέχονται στους πελάτες, οι ενέργειες πληροφόρησης και διαφήμισης κ.λπ. ως αυτόνομες παροχές, οπότε η προστασία τους προέρχεται από την προστασία του σήματος των προϊόντων. Τέλος, οι υπηρεσίες που παρέχονται από πολυκαταστήματα, όπως οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες ασφάλισης, πρακτορείας ταξιδίων ή εστιάσεως, οι οποίες εμφανίζονται ως ανεξάρτητες από τη διανομή των προϊόντων, εμπίπτουν σε ειδικές κλάσεις της ταξινόμησης της Νίκαιας για τις οποίες μπορούν ως εκ τούτου να υπάρξουν αυτοτελή σήματα.
25. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δραστηριότητα εμπόρου λιανικής πωλήσεως, που θα έχρηζε ενδεχομένως της προστασίας ενός σήματος για την παροχή υπηρεσίας περιορίζεται στις συγκεκριμένες δραστηριότητες της πωλήσεως, οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διανομή προϊόντων χωρίς να περιορίζονται σ’ αυτήν, ήτοι στη συγκέντρωση προϊόντων προερχομένων από διαφορετικές επιχειρήσεις προκειμένου να υπάρχει ποικιλία και στη διάθεσή τους προς πώληση εντός ενιαίας μονάδας διανομής. Οι υπηρεσίες αυτές, οι οποίες αμείβονται μέσω του περιθωρίου κέρδους επί των προϊόντων, μπορούν να θεωρηθούν ως παρεχόμενες έναντι αμοιβής, σύμφωνα με τον ορισμό της παροχής υπηρεσιών του άρθρου 50 ΕΚ.
26. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η ταξινόμηση της Νίκαιας, την οποία οφείλουν να ακολουθούν τόσο τα κράτη μέλη όσο και το ΓΕΕΑ. Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της κλάσεως 35, το γερμανικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως σημάτων σχετικών με υπηρεσίες λιανικού εμπορίου, για τον λόγο ότι αφορούσαν αποκλειστικά τη διανομή προϊόντων. Η προστασία μέσω σήματος για την παροχή υπηρεσίας γίνεται δεκτή μόνον εφόσον η εμπορική επιχείρηση παρέχει υπηρεσίες που βαίνουν πέραν της δραστηριότητας της διανομής προϊόντων και οι οποίες παρέχονται σε τρίτους ως ανεξάρτητες παροχές.
27. Εντούτοις, το ΓΕΕΑ και τα αρμόδια για τα σήματα γραφεία της πλειονότητας των κρατών μελών δέχονται μεν την καταχώριση σήματος για τις υπηρεσίες που παρέχει ένας έμπορος λιανικής πωλήσεως, διαφωνούν όμως ως προς το αν πρέπει να προσδιορίζονται οι υπηρεσίες που καλύπτονται με το σήμα αυτό. Δεδομένου ότι υπάρχει το ενδεχόμενο συγκρούσεως των εθνικών και των κοινοτικών σημάτων τόσο ενώπιον των εθνικών αρχών και δικαστηρίων όσο και ενώπιον του ΓΕΕΑ, η λύση στην οποία θα καταλήξει το Δικαστήριο πρέπει να είναι δεσμευτική. Ελλείψει τέτοιας λύσεως, θα υπάρξει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρήσεων και ενδέχεται να προκληθεί ουσιώδης νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
28. Πάντως, το Bundespatentgericht ισχυρίζεται ότι η αρχή της καταχωρίσεως τέτοιων σημάτων για την παροχή υπηρεσιών ισχύει μόνον εφόσον είναι δυνατός ο συγκεκριμένος προσδιορισμός του αντικειμένου της προστασίας. Η απόκτηση σήματος για «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου» δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ως αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη διεύρυνση της προστασίας του σήματος, που θα κάλυπτε όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται σε συνάρτηση με την επαγγελματική δραστηριότητα ενός πολυκαταστήματος και όλα τα προϊόντα που διανέμονται εντός αυτού. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από την ίδια τη λειτουργία του σήματος, ήτοι να παρέχεται στον καταναλωτή η εγγύηση για την προέλευση του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας. Η εν λόγω υποχρέωση επιβάλλεται, επίσης, στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων και των υπηρεσιών που απαιτεί τον σαφή προσδιορισμό των αποκλειστικών δικαιωμάτων που παρέχει η καταχώριση σήματος.
29. Επομένως, γενικές εκφράσεις όπως «υπηρεσίες λιανικού εμπορίου» ή «λιανικό εμπόριο προϊόντων» ή «υπηρεσίες πολυκαταστήματος λιανικής πωλήσεως» δεν είναι επαρκώς ακριβείς. Αφενός, δεν παρέχουν τη δυνατότητα διακρίσεως των υπηρεσιών που παρέχει ο έμπορος λιανικής πωλήσεως από τις υπηρεσίες που παρέχουν άλλες νομικώς και οικονομικώς ανεξάρτητες επιχειρήσεις, όπως οι τράπεζες, τα πρακτορεία ταξιδίων, οι επιχειρήσεις μεταφορών, τα εστιατόρια, οι οποίες εμπίπτουν σε άλλες κλάσεις υπηρεσιών. Αφετέρου, δεν παρέχουν τη δυνατότητα προσδιορισμού των διανεμόμενων προϊόντων. Οι ίδιοι ενδοιασμοί υφίστανται όταν η αίτηση καταχωρίσεως προσδιορίζει απλώς το είδος του χώρου πωλήσεως των προϊόντων, ήτοι αναφέρει «πολυκατάστημα» ή «υπεραγορά». Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις της κλάσεως 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας, η περιγραφή των παρεχόμενων από έμπορο λιανικής πωλήσεως υπηρεσιών που καθιστά δυνατή τη διάκριση των υπηρεσιών αυτών από τις υπηρεσίες που εμπίπτουν σε άλλη κλάση της εν λόγω ταξινόμησης πρέπει να έχει ως σημείο αναφοράς τη συγκέντρωση για λογαριασμό τρίτων διαφόρων προϊόντων, εξαιρουμένης της μεταφοράς τους, που καθιστά δυνατή ή διευκολύνει την αγορά των προϊόντων αυτών.
30. Πάντως, ακόμη και η περιγραφή των υπηρεσιών που παρέχει έμπορος λιανικής πωλήσεως κατά την καταχώριση του σήματος ενδέχεται να μην αρκεί για την πρόληψη του κινδύνου ανεξέλεγκτου μονοπωλίου. Είναι επίσης αναγκαία η οριοθέτηση της έννοιας της ομοιότητας μεταξύ, αφενός, των υπηρεσιών αυτών και, αφετέρου, των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται εντός πολυκαταστήματος και των προς πώληση προϊόντων.
III – Εκτίμηση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
31. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Bundespatentgericht ερωτά αν η λιανική πώληση εμπορευμάτων συνιστά υπηρεσία υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας.
32. Θεωρώ ότι η απάντηση στο προδικαστικό αυτό ερώτημα προϋποθέτει τις ακόλουθες διευκρινίσεις όσον αφορά, αφενός, το περιεχόμενο και το αντικείμενο του άρθρου 2 της οδηγίας και, αφετέρου, το νόημα της φράσεως «λιανική πώληση εμπορευμάτων» στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς.
33. Κατ’ αρχάς, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σκοπός του άρθρου 2 της οδηγίας δεν είναι να προσδιορίσει τις υπηρεσίες για τις οποίες μπορεί να καταχωριστεί σήμα από εθνικό γραφείο σημάτων. Το εν λόγω άρθρο, όπως προκύπτει και από τον τίτλο του, αφορά τα «σημεία από τα οποία είναι δυνατό να [αποτελείται] ένα σήμα». Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι μπορούν να αποτελέσουν σήματα σημεία επιδεχόμενα γραφικής παράστασης, εφόσον βάσει αυτών «διακρίνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αντίστοιχα άλλων επιχειρήσεων». Επομένως, σκοπός του είναι να ορίσει τα είδη των σημείων που μπορούν να αποτελέσουν σήμα, ανεξαρτήτως των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία μπορεί να ζητηθεί η προστασία (19).
34. Εξάλλου, ούτε οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας ορίζουν τις υπηρεσίες για τις οποίες μπορεί να καταχωριστεί ένα σήμα. Εντούτοις, όπως αναφέρει η έβδομη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της είναι να εξαρτάται η απόκτηση του δικαιώματος επί του κατατεθέντος σήματος από τους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη μέλη. Επιπλέον, όπως ορίζει το άρθρο της 1 και όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται μόνο στα σήματα προϊόντων αλλά και υπηρεσιών.
35. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι, ναι μεν η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένης υπόψη της δωδέκατης αιτιολογικής της σκέψης και του άρθρου 6 εξάκις της Συμβάσεως των Παρισίων, υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν τα σήματα για την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό τους δίκαιο, πλην όμως τα κράτη μέλη οφείλουν, εφόσον δέχονται τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να ζητούν την καταχώριση τέτοιων σημάτων (20), να τηρούν τις επιταγές της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις καταχωρίσεώς τους. Επομένως, συμμερίζομαι την άποψη του συνόλου των παρεμβαινόντων ότι η απάντηση στο ερώτημα αν μια υπηρεσία όπως η «λιανική πώληση εμπορευμάτων» συνιστά υπηρεσία για την οποία μπορεί να καταχωριστεί σήμα αποτελεί ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή της οδηγίας και η λύση του πρέπει να αναζητηθεί στην οικονομία της οδηγίας καθώς και στους σκοπούς που αυτή επιδιώκει.
36. Η δεύτερη διευκρίνιση αφορά την έννοια του «λιανικού εμπορίου». Το Bundespatentgericht δεν διευκρίνισε τι ακριβώς καλύπτει η έννοια αυτή. Όπως ανέφερε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, η έννοια αυτή, όπως ορίζεται σε αρκετές από τις επίσημες γλώσσες των διαφόρων κρατών μελών, χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει την πώληση προς ιδιώτες προϊόντων σε μικρές ποσότητες και διαφοροποιείται ως προς αυτό από το «χονδρικό εμπόριο». Επομένως, η έννοια «λιανικό εμπόριο» περιγράφει δραστηριότητα συνιστάμενη στην πώληση προϊόντων σε μικρές ποσότητες.
37. Όλοι οι παρεμβαίνοντες, καθώς και η προσφεύγουσα, δέχονται ότι αυτή καθ’ εαυτή η πώληση προϊόντων, ήτοι απλώς και μόνον η πράξη προσφοράς προϊόντων προς πώληση και η πώλησή τους, δεν μπορεί, σύμφωνα με την οδηγία, να θεωρηθεί ως υπηρεσία για την οποία μπορεί να ζητηθεί η καταχώριση σήματος. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η δραστηριότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο των διατάξεων της οδηγίας που αφορούν τα δικαιώματα που αποκτώνται χάριν της καταχωρίσεως σήματος προϊόντων. Ως εκ τούτου, από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας προκύπτει ότι το σήμα που έχει καταχωριστεί για ορισμένο προϊόν παρέχει το δικαίωμα πωλήσεως των καλυπτόμενων από το σήμα προϊόντων, διαθέσεώς τους στο εμπόριο και κατοχής τους προς τον σκοπό αυτό. Επομένως, δεδομένης της λογικής του δικαίου των σημάτων, όσον αφορά την πώληση προϊόντων, δεν λαμβάνεται υπόψη η πράξη της πωλήσεως, ως αφηρημένη ή ασώματη μονάδα, αλλά τα προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενό της. Με άλλα λόγια, δεδομένης της λογικής του συστήματος, ο «κεντρικός πυρήνας» της πράξεως της πωλήσεως, σύμφωνα με την έκφραση που χρησιμοποιεί η Αυστριακή Κυβέρνηση στις γραπτές της παρατηρήσεις, είναι το προϊόν που αποτελεί αντικείμενό της και όχι η πράξη της πωλήσεως ως παροχή υπηρεσίας.
38. Κατά την άποψή μου, η κατάσταση αυτή απορρέει λογικά από το γεγονός ότι η παροχή υπηρεσίας δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, οπότε το σήμα μπορεί να τεθεί μόνον επί των στοιχείων που εξυπηρετούν τη διανομή του, ενώ επί των προϊόντων, λόγω της ενσώματης φύσεώς τους, μπορεί να τεθεί σήμα που οι καταναλωτές θα αναγνωρίσουν ως συνδεόμενο άμεσα με το προϊόν που καλύπτει. Δεδομένου ότι αντικείμενο της πωλήσεως είναι ακριβώς η πώληση προϊόντων στους καταναλωτές και οι ιδιότητες καθώς και η τιμή του προϊόντος αποτελούν, σε γενικές γραμμές, τα κριτήρια που καθορίζουν την πράξη της πωλήσεως, ένας έμπορος λιανικής πωλήσεως μπορεί να διαφοροποιηθεί από τους ανταγωνιστές του με το σήμα των προϊόντων που διαθέτει προς πώληση. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και αν ο πωλητής δεν είναι ο παρασκευαστής των εν λόγω προϊόντων. Ως εκ τούτου, ένας διανομέας μπορεί να διακριθεί από τους ανταγωνιστές του πωλώντας προϊόντα με το σήμα του παρασκευαστή τους ή με το εμπορικό του σήμα το οποίο θα έχει καταχωρίσει για τα οικεία προϊόντα.
39. Εντούτοις, η επίδικη στην παρούσα διαδικασία έννοια «λιανικό εμπόριο» δεν καλύπτει μόνον την πώληση των προϊόντων αυτή καθ’ εαυτή αλλά έχει ευρύτερο περιεχόμενο. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, καλύπτει επίσης πράξεις όπως ο συνδυασμός των προϊόντων, η συγκέντρωση και η παρουσίασή τους, η ποιότητα της υποδοχής και οι συμβουλές που παρέχει το προσωπικό, η θέση του καταστήματος και η δυνατότητα προσβάσεως σ’ αυτό. Επομένως, πρόκειται για παροχές προοριζόμενες να ευνοήσουν την πώληση προϊόντων, οι οποίες παρέχονται στο πλαίσιο της διανομής τους. Το ερώτημα που ανακύπτει εν προκειμένω είναι, κατ’ επέκταση, αν αυτού του είδους οι παροχές, εφόσον εμπίπτουν στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, μπορούν, σύμφωνα με την οδηγία, να αποτελούν υπηρεσία για την οποία είναι δυνατή η καταχώριση σήματος.
40. Το Bundespatentgericht θεωρεί ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να αναζητηθεί στις επεξηγηματικές σημειώσεις της κλάσεως 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας. Όπως σημειώθηκε, η κλάση 35 συγκεντρώνει τις παροχές υπηρεσιών που αφορούν τη διαφήμιση, τη διαχείριση επιχειρήσεων, τη διοίκηση επιχειρήσεων και τις εργασίες γραφείου. Σύμφωνα με τις επεξηγηματικές σημειώσεις που τη συνοδεύουν, η κλάση αυτή καλύπτει, μεταξύ άλλων, «τη συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων (με εξαίρεση τη μεταφορά τους) για λογαριασμό τρίτων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά». Ωστόσο, δεν καλύπτει «τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων κύριο έργο των οποίων είναι η πώληση προϊόντων, δηλαδή των λεγόμενων εμπορικών επιχειρήσεων».
41. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι οι εν λόγω επεξηγηματικές σημειώσεις συνιστούν στοιχείο δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία της οδηγίας. Ασφαλώς, όπως επισημαίνει το Bundespatentgericht, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει υπογράψει τον Διακανονισμό της Νίκαιας (21). Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί η νομική του σημασία, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 2 του εν λόγω Διακανονισμού. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω Διακανονισμού προκύπτει ότι τα κράτη που τον έχουν συνυπογράψει δεσμεύτηκαν ότι οι αρμόδιες αρχές τους θα αναγράφουν στους επίσημους τίτλους και στις δημοσιεύσεις των καταχωρίσεων σημάτων τους αριθμούς των κλάσεων της ταξινόμησης στις οποίες ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα, και τούτο ως κύριο ή βοηθητικό σύστημα.
42. Επομένως, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, σκοπός του εν λόγω Διακανονισμού είναι να διευκολύνεται η καταχώριση των σημάτων (22). Ο Διακανονισμός αυτός παρέχει στους αιτούντες την καταχώριση σήματος τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ως σημείο αναφοράς ένα ενιαίο σύστημα ταξινόμησης. Διευκολύνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την προετοιμασία των αιτήσεων καταχωρίσεως από τους αιτούντες, εφόσον τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από συγκεκριμένο σήμα ταξινομούνται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες που έχουν υιοθετήσει το εν λόγω σύστημα ταξινόμησης. Ομοίως, το σύστημα αυτό παρουσιάζει επίσης για τις επιχειρήσεις και τα αρμόδια για τα σήματα εθνικά γραφεία το πλεονέκτημα ότι διευκολύνει τις έρευνες για προγενέστερα σήματα δυνάμενα να αντιταχθούν σε αίτηση καταχωρίσεως. Τέλος, χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού του τέλους καταχωρίσεως που εισπράττεται κατά την καταχώριση σήματος (23).
43. Επομένως, η ταξινόμηση αυτή, κύριος σκοπός της οποίας είναι η διευκόλυνση των πράξεων καταχωρίσεως και έρευνας, έχει ουσιαστικά πρακτική αξία. Κατά την άποψή μου, δεν έχει πραγματική νομική σημασία όσον αφορά το ζήτημα των ειδών παροχών υπηρεσιών για τα οποία μπορεί να καταχωριστεί ένα σήμα, όπως επιβεβαιώνει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Διακανονισμού της Νίκαιας, κατά το οποίο η εν λόγω ταξινόμηση, υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο εν λόγω Διακανονισμός, έχει τη σημασία που της αποδίδει κάθε χώρα της Ενώσεως και, κυρίως, δεν δεσμεύει τις χώρες που έχουν συνυπογράψει τον εν λόγω Διακανονισμό ούτε ως προς την εκτίμηση της έκτασης της προστασίας του σήματος ούτε ως προς την αναγνώριση των σημάτων για την παροχή υπηρεσιών.
44. Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι δεν μπορεί με βεβαιότητα να υποστηριχθεί ότι η απουσία από τον κατάλογο των τίτλων των κλάσεων και από τον αλφαβητικό κατάλογο των προϊόντων και των υπηρεσιών της ταξινόμησης της Νίκαιας τίτλου ή υπηρεσίας που να αντιστοιχεί ακριβώς στη δραστηριότητα την οποία αφορά αίτηση καταχωρίσεως σήματος μπορεί να δικαιολογήσει την απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως. Η πρακτική δυσκολία που παρουσιάζει η καταχώριση ενός τέτοιου σήματος δεν πρέπει να εξομοιωθεί με νομική αδυναμία. Για τους ίδιους λόγους, θεωρώ ότι οι επεξηγηματικές σημειώσεις των διαφόρων κλάσεων της εν λόγω ταξινόμησης δεν μπορούν βασίμως να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία της οδηγίας.
45. Επίσης, δεν έχω εντοπίσει στις λοιπές διεθνείς συμφωνίες που δεσμεύουν το σύνολο των κρατών μελών ή την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στοιχεία που να παρέχουν άμεση απάντηση στο ερώτημα αν οι παροχές που προσφέρονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων μπορούν, σύμφωνα με την οδηγία, να αποτελούν υπηρεσία για την οποία μπορεί να ζητηθεί η καταχώριση σήματος. Όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση των Παρισίων απλώς προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την προστασία των σημάτων για την παροχή υπηρεσιών, χωρίς ωστόσο να τους επιβάλλει την υποχρέωση να προβλέψουν την καταχώριση των σημάτων αυτών. Η συμφωνία ως προς τις πτυχές των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που άπτονται του εμπορίου, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα της συμφωνίας περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, της 15ης Απριλίου 1994, και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας, καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (24), σύμφωνα με το περιεχόμενο και τους σκοπούς της οποίας έκρινε το Δικαστήριο ότι έπρεπε να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, η κοινοτική νομοθεσία περί σημάτων (25), δεν περιέχει επίσης συγκεκριμένες διατάξεις επ’ αυτού.
46. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο επίδικο ερώτημα, θεωρώ, όπως και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι ως βάση του συλλογισμού πρέπει να χρησιμοποιηθεί η βασική λειτουργία του σήματος. Κατά πάγια νομολογία, η βασική λειτουργία του σήματος είναι να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας, αφού του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση. Το σήμα πρέπει να αποτελεί εγγύηση για τον καταναλωτή ότι όλα τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσδιορίζει παρασκευάστηκαν ή διατέθηκαν υπό τον έλεγχο μιας επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους (26).
47. Συνεπώς, στο μέτρο που ένα σήμα για την παροχή υπηρεσίας έχει ως αντικείμενο να παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να προσδιορίζουν την επιχείρηση που παρέχει την υπηρεσία αυτή, η καταχώρισή του συνεπάγεται ότι η υπηρεσία που προορίζεται να καλύψει μπορεί να προσδιοριστεί ως τοιαύτη μέσω κάποιου σήματος. Με άλλα λόγια, είναι σημαντικό να μπορούν οι καταναλωτές να αντιλαμβάνονται τη δραστηριότητα για την οποία ο αιτών ζητεί την καταχώριση σήματος ως παροχή υπηρεσίας. Η απαίτηση αυτή απορρέει από την ίδια τη λειτουργία του σήματος και από το επιστέγασμά της, την αρχή της ειδικότητας, βάσει της οποίας τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα πρέπει να μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς. Ένα σήμα δεν μπορεί να καταχωριστεί για μια υπηρεσία που, δεδομένου ότι οι καταναλωτές δεν την αντιλαμβάνονται ως υπηρεσία, καθιστά το πεδίο προστασίας απροσδιόριστο.
48. Όπως και το Bundespatentgericht, θεωρώ ότι οι παροχές που προσφέρονται στο πλαίσιο της πωλήσεως προϊόντων και στις οποίες οι καταναλωτές προσφεύγουν μόνο για ειδικές αγορές, αποτελούν όμως αντικείμενο χωριστής συμβάσεως σε σχέση με την πώληση, μπορούν να οριστούν ως υπηρεσίες και να καλυφθούν από σήμα που αφορά υπηρεσία. Σύμφωνα με τα παραδείγματα του αιτούντος δικαστηρίου, πρόκειται για περιπτώσεις χρηματοδοτήσεως προτεινόμενης από τον διανομέα για την απόκτηση ενός από τα προϊόντα αυτά ή για ασφαλιστική σύμβαση που τον καλύπτει ή και για σύμβαση επιδιορθώσεως ή συντηρήσεως του αγοραζόμενου προϊόντος. Οι παροχές αυτές, οι οποίες εμπίπτουν εξάλλου σε ειδικές κλάσεις της ταξινόμησης της Νίκαιας, ήτοι στις κλάσεις 36 και 37, πρέπει να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σήματος αφορώντος υπηρεσία.
49. Ο προσδιορισμός αυτός είναι ενδεχομένως λιγότερο προφανής όσον αφορά δραστηριότητες όπως οι αναφερόμενες από την προσφεύγουσα, ήτοι ο συνδυασμός των προϊόντων, η συγκέντρωση και η παρουσίασή τους, η ποιότητα της υποδοχής και οι συμβουλές που παρέχει το προσωπικό, η θέση του καταστήματος και η δυνατότητα προσβάσεως σ’ αυτό. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες, για τις εν λόγω παροχές δεν συνάπτεται χωριστή σύμβαση και δεν εκδίδεται χωριστό τιμολόγιο. Ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός τους ως υπηρεσιών που θα μπορούσαν να καλυφθούν από σήμα αφορών υπηρεσία είναι δυσχερέστερος. Πάντως, θεωρώ ότι δύσκολα μπορεί να αποκλειστεί κατά τρόπο συστηματικό η δυνατότητα προσδιορισμού τους ως υπηρεσιών χωριστών σε σχέση με την πώληση των εμπορευμάτων.
50. Όπως τόνισε η προσφεύγουσα, η διανομή προϊόντων γνώρισε τα τελευταία έτη σημαντική εξέλιξη, η οποία εκδηλώθηκε με τη σημαντική ανάπτυξη των χώρων πωλήσεως, με τον πολλαπλασιασμό των «υπεραγορών» και των «πολυκαταστημάτων» και των μέσων που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτό, με την εμφάνιση ηλεκτρονικών τρόπων επικοινωνίας και μεθόδων πωλήσεως, καθώς και με την ανάπτυξη, μεταξύ άλλων, του συστήματος εμπορικής προώθησης (μάρκετινγκ). Το χαρακτηριστικό της εξελίξεως αυτής που ασκεί, κατά την άποψή μου, επιρροή στην παρούσα υπόθεση αφορά το γεγονός ότι οι συνθήκες συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως αυτής καθ’ εαυτής μπορούν να αποτελέσουν, στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ του διανομέα και των καταναλωτών, μέσο προωθήσεως των πωλήσεων εξίσου σημαντικό με την ποιότητα και την τιμή των πωλούμενων προϊόντων. Παραδείγματος χάριν, στο πλαίσιο του «hard discount», όπως συνήθως αποκαλείται, ενδέχεται να προτείνονται προς πώληση προϊόντα μη φέροντα συγκεκριμένο σήμα (27). Εντούτοις, επιλέγονται ώστε να ανταποκρίνονται σε ορισμένα πρότυπα ποιότητας και να εμπίπτουν εντός ορισμένης ψαλίδας τιμών. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό ότι οι καταναλωτές ενδέχεται να παρακινηθούν να επιλέξουν εκ νέου ένα συγκεκριμένο κατάστημα για τις αγορές τους από την ποικιλία των προϊόντων που εντόπισαν και όχι από τη διάθεση προϊόντων συγκεκριμένου σήματος. Ομοίως, θεωρώ λυσιτελές το παράδειγμα ενός εμπόρου λιανικής πωλήσεως οίνου που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η επιλογή από τον εν λόγω έμπορο λιανικής πωλήσεως των οίνων που προσφέρει προς πώληση καθώς και οι συμβουλές που είναι σε θέση να παράσχει στην πελατεία του για την επιλογή των οίνων που θα συνοδεύσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένα μενού σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες του καταναλωτή μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να προσδιοριστούν από τον τελευταίο ως αυτόνομες υπηρεσίες.
51. Θεωρώ επίσης ότι η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται στην περίπτωση καταστήματος που, όπως εν προκειμένω, προτείνει προς πώληση είδη οικοδομικών εργασιών, μαστορέματος και κηπουρικής. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις της προσφεύγουσας, τα προϊόντα που προτείνει προέρχονται από εκατοντάδες διαφορετικούς παρασκευαστές. Μπορώ να φανταστώ ότι τα υλικά και τα εργαλεία μαστορέματος και κηπουρικής που προσφέρει προς πώληση αυτού του είδους ο διανομέας καλύπτονται από διαφορετικά σήματα και ότι ορισμένα από τα προϊόντα αυτά, τα οποία καλύπτονται από το ίδιο σήμα, μπορούν επίσης να πωλούνται και από άλλες αλυσίδες διανομής. Εντούτοις, μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι καταναλωτές θα επιλέξουν τον συγκεκριμένο διανομέα για να κάνουν τις αγορές τους, ιδίως διότι τους προτείνει αυτού του είδους τα προϊόντα ή διότι γνωρίζουν ότι θα βρουν διαθέσιμους πωλητές, ικανούς να τους δώσουν χρήσιμες συμβουλές για τα μαστορέματα που σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν και για να επιλέξουν τα κατάλληλα προς τούτο εργαλεία.
52. Στις διάφορες αυτές περιπτώσεις, θεωρώ ότι λόγω του οργανωμένου και σταθερού τους χαρακτήρα καθώς και της σημασίας που μπορούν να λάβουν ως μέσο προωθήσεως των πωλήσεων στις σχέσεις μεταξύ του διανομέα και των καταναλωτών, οι καταναλωτές μπορούν να προσδιορίσουν τις δραστηριότητες αυτές ως υπηρεσίες χωριστές από αυτή καθ’ εαυτή την πώληση των προϊόντων.
53. Επιπλέον, όπως το σύνολο των παρεμβαινόντων και το Bundespatentgericht, συμμερίζομαι την ανάλυση ότι οι παροχές αυτές, ακόμη και αν δεν τιμολογούνται χωριστά, μπορούν ωστόσο να θεωρηθούν ως παρεχόμενες έναντι αμοιβής, εφόσον πραγματοποιούνται για την προώθηση της πωλήσεως ορισμένων προϊόντων, και όχι αφιλοκερδώς, ο δε διανομέας αντισταθμίζει το κόστος τους με το περιθώριο κέρδους που πραγματοποιεί επί της πωλήσεως των προϊόντων αυτών. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 50 ΕΚ σχετικά με την έναντι αμοιβής παροχή των υπηρεσιών, στο οποίο δικαιολογημένα γίνεται αναφορά στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της να προωθήσει, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών.
54. Περαιτέρω, δεν μπορεί εξάλλου να αποκλειστεί ότι οι διανομείς ενδέχεται να έχουν συμφέρον για την καταχώριση τέτοιων σημάτων για την παροχή υπηρεσιών. Ασφαλώς, όπως ορθώς επισημαίνει η Γαλλική Κυβέρνηση, οι διανομείς διαθέτουν ήδη άλλα νομικά εργαλεία πέραν των σημάτων για την παροχή υπηρεσιών για να δεσμεύσουν την πελατεία τους, οπότε οι καταναλωτές που ικανοποιήθηκαν από την επιλογή των προϊόντων και τις υπηρεσίες που τους παρείχε το προσωπικό να μπορούν να τους διακρίνουν από τους ανταγωνιστές τους. Ως εκ τούτου, οι διανομείς τυγχάνουν της προστασίας της ταυτότητας υπό την οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους μέσω της προστασίας της εμπορικής τους επωνυμίας, η οποία, κατά το άρθρο 8 της Συμβάσεως των Παρισίων, πρέπει να εξασφαλίζεται από όλες τις χώρες που την έχουν υπογράψει (28). Τους παρέχεται επίσης η προβλεπόμενη από το εθνικό τους δίκαιο προστασία για την εταιρική τους επωνυμία, την οποία χρησιμοποιούν στις σχέσεις τους με τους τρίτους, και για το έμβλημα, χάρη στο οποίο οι καταναλωτές εντοπίζουν τον χώρο πωλήσεως των προϊόντων. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά, όπως άλλωστε και τα σήματα, δεν καλύπτουν ειδικώς τις εν λόγω υπηρεσίες.
55. Τέλος, θεωρώ επίσης χρήσιμο να σημειωθεί ότι μεγάλος αριθμός κρατών μελών δέχεται στο εξής, με διαφορετικές το καθένα απαιτήσεις, ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται σε σχέση με τη λιανική πώληση εμπορευμάτων μπορούν να καλύπτονται από σήμα (29). Την ίδια θέση υιοθέτησε κατ’ αρχήν και το ΓΕΕΑ, βάσει του κανονισμού που αφορά, ασφαλώς, το κοινοτικό σήμα και όχι τα εθνικά σήματα, αλλά του οποίου το σύστημα καταχωρίσεως και οι σκοποί για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς αντιστοιχούν σε αυτούς της οδηγίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ, με την απόφαση Giacomelli Sport (30), αποφάσισε ότι υπηρεσία παρεχόμενη στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων είναι δυνατό να συνιστά υπηρεσία για την οποία μπορούν να καταχωριστούν κοινοτικά σήματα (31). Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, ο πρόεδρος του ΓΕΕΑ, έπειτα από ορισμένες διαβουλεύσεις με τα αρμόδια για τα σήματα εθνικά γραφεία και με το OMPI, ανέφερε επίσης, με την ανακοίνωσή του υπ’ αριθ. 3/01, της 12ης Μαρτίου 2001, ότι, υπό τους όρους που διευκρίνισε και στους οποίους θα επανέλθω στο πλαίσιο της εξετάσεως του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, ένα κοινοτικό σήμα μπορεί να καταχωριστεί για τις υπηρεσίες που παρέχονται σε σχέση με τη λιανική πώληση εμπορευμάτων.
56. Επομένως, κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ότι υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, οι οποίες διακρίνονται από την πώληση αυτή καθ’ εαυτή και είναι προσδιορίσιμες, μπορούν, σύμφωνα με την οδηγία, να αποτελούν υπηρεσία για την οποία είναι δυνατή η καταχώριση σήματος για την παροχή υπηρεσίας.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
57. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το Bundespatentgericht ερωτά, κατ’ ουσίαν, σε ποιο βαθμό το περιεχόμενο των υπηρεσιών που παρέχει ένας έμπορος λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων πρέπει, σύμφωνα με την οδηγία, να προσδιορίζεται προκειμένου να εξασφαλίζεται ο προσδιορισμός του αντικειμένου της προστασίας του σήματος, όπως απαιτείται, αφενός, από τη λειτουργία του σήματος που ορίζει το άρθρο 2 της οδηγίας, η οποία συνίσταται στο να διακρίνονται τα προϊόντα και οι υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από αυτά άλλων επιχειρήσεων, και, αφετέρου, από την ανάγκη οριοθετήσεως του τομέα προστασίας ενός τέτοιου σήματος σε περίπτωση συγκρούσεως.
58. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το ερώτημα αυτό αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις καταχωρίσεως του σήματος και ότι, ως εκ τούτου, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Επιτροπή παραπέμπει, προς στήριξη της αναλύσεώς της, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, κατά την οποία τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να θέτουν τους όρους της διαδικασίας για την καταχώριση των σημάτων. Τονίζει επίσης τις διαφορετικές πρακτικές που υφίστανται στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τους όρους που επιβάλλουν τα αρμόδια για τα σήματα εθνικά γραφεία για την καταχώριση σημάτων υπηρεσιών στον τομέα του λιανικού εμπορίου. Ισχυρίζεται, τέλος, ότι, όσον αφορά το κοινοτικό σήμα, οι απαιτήσεις σχετικά με την περιγραφή του προϊόντος ή της υπηρεσίας για την οποία καταχωρίζεται ένα σήμα δεν περιλαμβάνονται στον κανονισμό 40/94, αλλά στον κανονισμό 2868/95 που εκδόθηκε για την εφαρμογή του.
59. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Ασφαλώς, οι διατάξεις της οδηγίας, όπως και του κανονισμού, δεν αναφέρουν σε ποιο βαθμό πρέπει να προσδιορίζονται τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τις οποίες μπορεί να καταχωριστεί ένα σήμα. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι αντικείμενο της οδηγίας δεν είναι η πλήρης εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τα σήματα και ότι τα κράτη μέλη επιφυλάσσονται του δικαιώματος να καθορίζουν τις διαδικασίες καταχωρίσεως των σημάτων.
60. Εντούτοις, αντικείμενο της οδηγίας, όπως αναφέρεται στην πρώτη και έβδομη αιτιολογική της σκέψη, είναι η εναρμόνιση των όρων αποκτήσεως δικαιωμάτων επί του σήματος. Κατά την άποψή μου, από την εξέταση του συστήματος της οδηγίας προκύπτει ότι το ζήτημα σε ποιο βαθμό πρέπει να προσδιορίζονται τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία υποβάλλεται αίτηση καταχωρίσεως, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο προσδιορισμός του αντικειμένου της προστασίας, ανήκει στις ουσιαστικές προϋποθέσεις της καταχωρίσεως αυτής.
61. Είναι γνωστό ότι το προβλεπόμενο από την οδηγία σύστημα προστασίας στηρίζεται στην καταχώριση. Η καταχώριση του σήματος του παρέχει τα προβλεπόμενα από την οδηγία δικαιώματα και καθιστά δυνατό τον καθορισμό του ακριβούς περιεχομένου των δικαιωμάτων αυτών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η οδηγία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί το προοριζόμενο να αποτελέσει σήμα σημείο. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Sieckmann, το Δικαστήριο διευκρίνισε τη σημασία της καταχωρίσεως σε δημόσιο μητρώο. Κατά το Δικαστήριο, η καταχώριση αυτή «έχει ως αντικείμενο να καθιστά [το σήμα] προσιτό [...] στις αρμόδιες αρχές και στο κοινό, και ειδικότερα στους επιχειρηματίες. Αφενός, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να γνωρίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τη φύση των σημείων που αποτελούν σήμα ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την προηγούμενη εξέταση των αιτήσεων καταχωρίσεως και με τη δημοσίευση, καθώς και με την τήρηση πρόσφορου και ακριβούς μητρώου σημάτων. Αφετέρου, οι επιχειρηματίες πρέπει να μπορούν να ενημερώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια για τις καταχωρίσεις που πραγματοποιούν ή τις αιτήσεις καταχωρίσεως που υποβάλλουν οι πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές τους και να λαμβάνουν κατά τον τρόπο αυτό τις προσήκουσες πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα τρίτων. Για να είναι σε θέση οι χρήστες του εν λόγω μητρώου να προσδιορίζουν, βάσει της καταχωρίσεως ενός σήματος, τον ακριβή χαρακτήρα του, η γραφική παράσταση του σήματος εντός του μητρώου πρέπει να είναι αφ’ εαυτής πλήρης, ευχερώς προσιτή και αντιληπτή» (32).
62. Οι επιταγές αυτές, σύμφωνα με τις οποίες το εν λόγω σημείο πρέπει να είναι γνωστό κατά τρόπο βέβαιο και ακριβή, προκειμένου να παρέχεται στις αρμόδιες αρχές η δυνατότητα να ασκούν τις υποχρεώσεις ελέγχου που υπέχουν, στον δε δικαιούχο του σήματος και στους λοιπούς επιχειρηματίες να γνωρίζουν ακριβώς το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που παρέχει η καταχώριση, ισχύουν και για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίζεται το σήμα.
63. Συγκεκριμένα, το σημείο, αφενός, και τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αυτό προσδιορίζει, αφετέρου, αποτελούν τις δύο άρρηκτα συνδεδεμένες συνιστώσες της καταχωρίσεως, βάσει των οποίων καθορίζονται τα δικαιώματα που παρέχει η καταχώριση σήματος. Στο πλαίσιο των συστημάτων της οδηγίας και του κανονισμού, η καταχώριση ενός σήματος ζητείται πάντοτε σε σχέση με ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες (33). Οι λόγοι απαραδέκτου που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας πρέπει να εκτιμώνται ιδίως σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες (34). Ομοίως, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση σήματος πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμάται αν η οικεία καταχώριση πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 της οδηγίας, λόγω ταυτότητας του σήματος ή επειδή ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο συγχύσεως με προγενέστερο σήμα. Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας, ένα σήμα δεν καταχωρίζεται ή, αν έχει καταχωρισθεί, είναι δυνατό να κηρυχθεί άκυρο «εάν είναι πανομοιότυπο με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα δηλώνεται ή είναι καταχωρισμένο είναι πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες προστατεύεται το προγενέστερο σήμα» (35). Σύμφωνα με την παράγραφο 1, στοιχείο β΄, του ίδιου άρθρου, η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως απορρέει από την αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομοιότητας των σημείων και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που τα εν λόγω σημεία προσδιορίζουν.
64. Παράλληλα, η γνώση των προϊόντων και των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα είναι επίσης αναγκαία για τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων που χορηγούνται με την καταχώριση του σήματος, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας. Τέλος, η μνεία των προϊόντων και των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα συμβάλλει ώστε να εφαρμόζονται οι λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητάς του και τα εθνικά γραφεία να μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας, να περιορίσουν το απαράδεκτο, την έκπτωση ή την ακυρότητα του σήματος μόνο στα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες ισχύουν οι λόγοι αυτοί.
65. Επομένως, οι επιταγές που επέβαλε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Sieckmann σχετικά με την αντίληψη του σημείου στερούνται πρακτικής αποτελεσματικότητας αν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται ή πραγματοποιήθηκε η καταχώριση σήματος δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια.
66. Η γνώση αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο καθότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, το σύστημα καταχωρίσεως των σημάτων, το οποίο συνιστά ουσιώδες στοιχείο της προστασίας τους, πρέπει να συμβάλλει, όσον αφορά τόσο το κοινοτικό δίκαιο όσο και τα διάφορα εθνικά δίκαια, στην ασφάλεια δικαίου και στη χρηστή διοίκηση (36). Σύμφωνα με τη λογική αυτή, κατά πάγια νομολογία, η εξέταση των απαριθμουμένων στην οδηγία λόγων απαραδέκτου πρέπει να είναι ενδελεχής και πλήρης, για να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη καταχώριση σημάτων (37). Επομένως, η διενέργεια ενδελεχούς και πλήρους εξετάσεως πριν από την καταχώριση, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου, απαιτεί επίσης την ακριβή γνώση των προϊόντων και των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
67. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι το ερώτημα σχετικά με τον βαθμό στον οποίο πρέπει να προσδιορίζεται το περιεχόμενο των υπηρεσιών που παρέχει ένας έμπορος λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων ανήκει στις προϋποθέσεις αποκτήσεως δικαιωμάτων επί του σήματος, τις οποίες η οδηγία επιδιώκει να εναρμονίσει. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει σε ποιο βαθμό πρέπει να προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτό.
68. Για το εν λόγω ζήτημα ισχύουν ποικίλες πρακτικές στα διάφορα εθνικά γραφεία και στο ΓΕΕΑ. Σε γενικές γραμμές, οι πρακτικές αυτές έχουν ως εξής (38). Όσον αφορά την περιγραφή των υπηρεσιών που καλύπτει το σήμα, ορισμένα εθνικά γραφεία δέχονται ότι αυτού του είδους οι υπηρεσίες καταχωρίζονται με την ονομασία «λιανικό εμπόριο» ή ως «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως». Άλλα γραφεία εξαρτούν την καταχώριση αυτή από ακριβέστερη περιγραφή των παρεχόμενων υπηρεσιών, η οποία παραπέμπει ενδεχομένως στη διατύπωση των επεξηγηματικών σημειώσεων της κλάσεως 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας, που αφορά τη «συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων (με εξαίρεση τη μεταφορά τους) για λογαριασμό τρίτων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά». Όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές, η πλειονότητα των γραφείων συνιστά ή ζητεί να προσδιορίζονται ή να ορίζεται ο κλάδος στον οποίο ανήκουν. Άλλα γραφεία δέχονται, επίσης, ότι για τη διευκρίνιση αυτή αρκεί η επισήμανση του τομέα της αγοράς στον οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές, για παράδειγμα σε φαρμακείο ή σε κατάστημα επίπλων.
69. Όσον αφορά το ΓΕΕΑ, με την προπαρατεθείσα απόφαση Giacomelli Sport, το δεύτερο τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι ο αιτών πρέπει να παρέχει εύληπτη περιγραφή της υπηρεσίας και να αναφέρει τον τομέα στο πλαίσιο του οποίου παρέχεται. Ανέφερε ως παράδειγμα την έκφραση «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως αθλητικών ειδών».
70. Με την προαναφερθείσα ανακοίνωση υπ’ αριθ. 3/01, ο πρόεδρος του ΓΕΕΑ υιοθέτησε ελαφρώς διαφορετική θέση. Κατά την άποψή του, οι υπηρεσίες που παρέχονται σε σχέση με τη λιανική πώληση εμπορευμάτων μπορούν να καλυφθούν από κοινοτικό σήμα για την παροχή υπηρεσίας και εμπίπτουν στην κλάση 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας. Ακολούθως, ανέφερε ότι η έκφραση «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως» είναι σαφής και γίνεται δεκτή από το ΓΕΕΑ, υπό την προϋπόθεση ότι έχει την έννοια της εκφράσεως των επεξηγηματικών σημειώσεων της κλάσεως 35. Όσον αφορά τον προσδιορισμό του τομέα δραστηριότητας στο πλαίσιο του οποίου παρέχονται οι υπηρεσίες, επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με τη θέση του δεύτερου τμήματος προσφυγών, η διευκρίνιση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικώς αναγκαία, καθότι μια διευκρίνιση αυτού του είδους δεν απαιτείται για τις υπηρεσίες που εμπίπτουν σε άλλες κλάσεις της ταξινόμησης της Νίκαιας, όπως η επιδιόρθωση, η συντήρηση ή η μεταφορά. Κατά την άποψή του, μια τέτοια διευκρίνιση είναι πάντως επιθυμητή. Προτείνει τις ακόλουθες διατυπώσεις: όσον αφορά τον τομέα δραστηριότητας, την έκφραση «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως προϊόντων διατροφής και ποτών»· όσον αφορά την ειδική φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, εκφράσεις όπως «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως εντός πολυκαταστήματος» ή «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως εντός υπεραγοράς» κ.λπ.
71. Προσωπικώς θεωρώ ότι, όσον αφορά την καταχώριση σήματος για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται, αφενός, το συγκεκριμένο περιεχόμενο των υπηρεσιών αυτών και, αφετέρου, τα προϊόντα ή τα είδη των προϊόντων για τα οποία παρέχονται. Η διττή αυτή απαίτηση δικαιολογείται, κατά την άποψή μου, έναντι του συστήματος και των σκοπών της οδηγίας, λόγω της ιδιαιτερότητας των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων.
72. Όπως αναφέρθηκε, η καταχώριση σήματος πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα να προσδιορίζεται με ακρίβεια το αντικείμενο της προστασίας που παρέχει το καταχωρισμένο σήμα στον δικαιούχο του (39). Η γνώση των δικαιωμάτων που παρέχει η καταχώριση προϋποθέτει, κατά συνέπεια, τον ακριβή προσδιορισμό των υπηρεσιών που καλύπτει το σήμα. Η περιγραφή των υπηρεσιών αυτών είναι επίσης αναγκαία ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να εκτιμούν, στο πλαίσιο ενδελεχούς και πλήρους ελέγχου, αν η καταχώριση του σήματος πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 της οδηγίας, για τον λόγο ότι είναι όμοιο ή μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο συγχύσεως με προγενέστερο σήμα, λόγω της ταυτότητας ή ομοιότητας των οικείων σημείων, καθώς και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτουν τα σημεία αυτά. Τέλος, είναι αναγκαία ώστε να μπορούν οι εν λόγω αρχές να εκτιμήσουν αν συντρέχουν λόγοι απαραδέκτου, εκπτώσεως ή ακυρότητας του σήματος και να περιορίσουν την έκταση του απαραδέκτου, της εκπτώσεως ή της ακυρότητας μόνο στα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες ισχύουν οι λόγοι αυτοί.
73. Προκειμένου να καθοριστούν οι συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από τις εν λόγω απαιτήσεις ως προς τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, φρονώ ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές διαφέρουν από τις λοιπές παρεχόμενες υπηρεσίες, όπως οι επιδιορθώσεις, η μεταφορά ή το καθάρισμα ρούχων. Συγκεκριμένα, κατά την παροχή αυτού του είδους υπηρεσιών, η εργασία που προσφέρει ο παρέχων τις υπηρεσίες αποτελεί το αντικείμενο της συμβάσεως που έχει συναφθεί με τον καταναλωτή. Επομένως, η μνεία μιας τέτοιας παροχής υπηρεσίας στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος περιγράφει μια δραστηριότητα σαφώς προσδιορίσιμη, τόσο από τις επιφορτισμένες με τον έλεγχο αρχές όσο και από τις επιχειρήσεις, καθότι παραπέμπει σε συγκεκριμένη δραστηριότητα την οποία ο καθένας μπορεί να αναπαραστήσει στο μυαλό του. Όπως όμως προανέφερα, οι επίδικες στην παρούσα διαφορά υπηρεσίες αποτελούν παροχές εκ μέρους διανομέων στο πλαίσιο της πωλήσεως των προϊόντων τους, με σκοπό την προώθηση ακριβώς της πωλήσεώς τους. Επομένως, οι εν λόγω παροχές δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Οι καταναλωτές τις χρησιμοποιούν μόνο στο πλαίσιο της αγοράς των εν λόγω προϊόντων και το κόστος τους περιλαμβάνεται στην τιμή τους. Επιπλέον έχω σημειώσει ότι, στο πλαίσιο του συστήματος των σημάτων, η πώληση αυτή καθ’ εαυτή δεν αποτελεί υπηρεσία για την οποία μπορεί να καταχωριστεί ένα σήμα. Ο διανομέας διακρίνεται από τους ανταγωνιστές του στον τομέα της δραστηριότητάς του μέσω του σήματος των προς πώληση προϊόντων, το οποίο ενδέχεται να είναι το σήμα του παρασκευαστή ή του παραγωγού ή το δικό του εμπορικό σήμα.
74. Επομένως, φρονώ ότι είναι σημαντικό οι υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων να περιγράφονται κατά τρόπο συγκεκριμένο και επαρκώς ακριβή, προκειμένου, αφενός, να προσδιορίζονται σαφώς και, αφετέρου, να εξασφαλίζεται ότι δεν περιορίζονται απλώς στη διανομή των εμπορευμάτων.
75. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι εκφράσεις όπως «λιανικό εμπόριο», την οποία χρησιμοποιεί η προσφεύγουσα στην αίτηση καταχωρίσεως, ή «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως» δεν είναι επαρκώς εύγλωττες για να περιγράψουν το περιεχόμενο των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ασφαλώς, καθιστούν σαφές ότι οι προσδιοριζόμενες υπηρεσίες δεν αντιστοιχούν σε παροχές εντελώς ανεξάρτητες από την πώληση εμπορευμάτων, όπως οι παρεχόμενες από πρακτορεία ταξιδίων, από στεγνοκαθαριστήρια ή από εστιατόρια που λειτουργούν εντός πολυκαταστήματος. Μπορούν επίσης, ενδεχομένως, να θεωρηθούν ως μη καλύπτουσες μεν παροχές συνδεόμενες με την πώληση προϊόντων, αλλά σαφώς προσδιορίσιμες, όπως η σύμβαση πιστώσεως για τη χρηματοδότηση ενός προϊόντος ή η ασφαλιστική σύμβαση, οι οποίες εμπίπτουν στις ειδικές κλάσεις υπηρεσιών της ταξινόμησης της Νίκαιας. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, από τις εκφράσεις αυτές δεν προκύπτει σαφώς το ποιες είναι οι συγκεκριμένες παροχές του διανομέα που δεν αντιστοιχούν στις προαναφερθείσες παροχές και που δεν συγχέονται με την πράξη της πωλήσεως αυτή καθ’ εαυτή.
76. Υπό το ίδιο πνεύμα κλίνω στο να θεωρήσω ότι ούτε η διατύπωση που περιέχεται στις επεξηγηματικές σημειώσεις της κλάσεως 35 της ταξινόμησης της Νίκαιας, ήτοι η συγκέντρωση διαφόρων προϊόντων, με εξαίρεση τη μεταφορά τους, για λογαριασμό τρίτων, προκειμένου οι καταναλωτές να μπορούν να δουν και να αγοράσουν σε άνετες συνθήκες τα προϊόντα αυτά, είναι αρκετά σαφής, στην περίπτωση διανομέα προϊόντων, ώστε να προσδιορίζονται όσες υπηρεσίες παρέχει ο εν λόγω διανομέας, οι οποίες δεν ισοδυναμούν με την απλή διάθεση των οικείων προϊόντων προς πώληση.
77. Φρονώ ότι είναι επίσης αναγκαίο να διευκρινίζεται το είδος των προϊόντων ή των υπηρεσιών τα οποία αφορούν οι εν λόγω υπηρεσίες. Ασφαλώς, όπως επισήμανε ο πρόεδρος του ΓΕΕΑ με την προαναφερθείσα ανακοίνωση υπ’ αριθ. 3/01, μια τέτοια διευκρίνιση δεν απαιτείται στο πλαίσιο της καταχωρίσεως κοινοτικών σημάτων για τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις λοιπές κλάσεις της ταξινόμησης της Νίκαιας, όπως η επιδιόρθωση, η συντήρηση ή η μεταφορά. Θεωρώ, πάντως, ότι το στοιχείο αυτό δεν είναι καθοριστικό και μπορεί να παρακαμφθεί, όσον αφορά την οικονομία και τους στόχους της κοινοτικής νομοθεσίας, λαμβανομένων υπόψη, και στην περίπτωση αυτή, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εν λόγω υπηρεσιών.
78. Συγκεκριμένα, προείπα ότι σκοπός των υπηρεσιών αυτών είναι η προώθηση της πωλήσεως ορισμένων προϊόντων. Σε αντίθεση με άλλες παροχές υπηρεσιών, δεν παρέχονται αυτόνομα. Παρέχονται μόνο στο πλαίσιο της πωλήσεως ορισμένων ειδικών προϊόντων. Ελλείψει οποιασδήποτε διευκρινίσεως όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα ή την κατηγορία στην οποία ανήκουν, το περιεχόμενο της προστασίας που παρέχει η καταχώριση του σήματος είναι σχεδόν απεριόριστο. Η καταχώριση ενός τέτοιου σήματος συνεπάγεται ότι ο αιτών αποκτά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σημείου αυτού στον τομέα των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως του είδους του προϊόντος. Φρονώ ότι μια τέτοια κατάσταση δεν συνάδει προς τον σκοπό της οδηγίας, ήτοι την προώθηση της ελεύθερης κυκλοφορίας προϊόντων και υπηρεσιών.
79. Είναι γνωστό ότι το δίκαιο των σημάτων έχει την ιδιομορφία να παρέχει σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση αποκλειστικά δικαιώματα επί σημείων που χρησιμεύουν για τη διάθεση προϊόντων ή υπηρεσιών στο εμπόριο, με σκοπό να προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών. Για να συμβιβαστούν τα συμφέροντα της προστασίας του σήματος και της ελεύθερης κυκλοφορίας, ο αιτών, στο πλαίσιο του συστήματος καταχωρίσεως του δικαίου των σημάτων, οφείλει, σε αντιστάθμισμα των αποκλειστικών δικαιωμάτων που ζητεί, να προσδιορίζει επακριβώς το σημείο καθώς και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες θα ισχύουν τα δικαιώματα αυτά. Η απαίτηση αυτή καθιστά δυνατή τόσο την προστασία του σήματος, καθότι προσδιορίζεται επακριβώς το αντικείμενο της προστασίας αυτής, όσο και της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και των εμπορευμάτων, καθότι τα εν λόγω αποκλειστικά δικαιώματα περιορίζονται στην καθαυτό λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στη διάκριση των προϊόντων και των υπηρεσιών του δικαιούχου. Στο μέτρο που οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται, λόγω της φύσεώς τους, μόνο στο πλαίσιο της πωλήσεως ορισμένων συγκεκριμένων προϊόντων, θεωρώ ότι η οικονομία και οι σκοποί της οδηγίας μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο αιτών οφείλει να προσδιορίζει τα προϊόντα τα οποία καλύπτουν οι οικείες υπηρεσίες.
80. Σε αντίθεση με την Επιτροπή, θεωρώ ότι η κατάσταση ενός αιτούντος την καταχώριση σήματος για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων δεν ταυτίζεται με αυτή μιας επιχειρήσεως που ζητεί την καταχώριση σήματος για παροχή υπηρεσίας όπως η διαφήμιση, χωρίς να προσδιορίζει το συγκεκριμένο είδος διαφήμισης, ή για ευρεία κλίμακα προϊόντων και υπηρεσιών. Στις περιπτώσεις αυτές, η έκταση της προστασίας που παρέχει η καταχώριση είναι πράγματι ευρύτατη. Εντούτοις, δεν είναι δεδομένο ούτε τεκμαίρεται ότι ο ενδιαφερόμενος θα χρησιμοποιήσει το σήμα του μόνο σε ειδικό τομέα των παρεχομένων υπηρεσιών ή για μέρος μόνον των προϊόντων που αναφέρονται στην αίτηση καταχωρίσεως. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 10 και 12 της οδηγίας, που αφορούν την έκπτωση του δικαιούχου του σήματος από τα δικαιώματά του σε περίπτωση μη ουσιαστικής χρήσεως για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί, προκειμένου να μπορεί το σημείο να διατεθεί εκ νέου για τον τομέα της δραστηριότητας ή για τα προϊόντα για τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκε. Θεωρώ πάντως ότι δεν θα ήταν πρόσφορη η εφαρμογή του συστήματος αυτού εφόσον, ευθύς εξ αρχής, είναι δεδομένο ότι οι υπηρεσίες δεν μπορούν να καλύπτουν παρά ορισμένα μόνον προϊόντα.
81. Η υποχρέωση περιγραφής των προϊόντων ή των ειδών προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων καλύπτεται, κατά την άποψή μου, είτε από την απαρίθμηση των προϊόντων αυτών είτε από τη μνεία του κλάδου της οικείας δραστηριότητας ή του είδους του καταστήματος εντός του οποίου προσφέρονται οι εν λόγω παροχές, εφόσον οι αναφορές αυτές παραπέμπουν ρητώς σε συγκεκριμένο είδος προϊόντων, όπως ο τομέας των αθλητικών ενδυμάτων ή ενός καταστήματος επίπλων. Αντιθέτως, η απλή αναφορά σε υπηρεσίες παρεχόμενες εντός «πολυκαταστήματος» ή «υπεραγοράς», η οποία είναι ενδεχομένως χρήσιμη για τον προσδιορισμό του πλαισίου εντός του οποίου παρέχονται οι εν λόγω υπηρεσίες, δεν φαίνεται επαρκής για τον προσδιορισμό των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι εν λόγω υπηρεσίες, λαμβανομένης υπόψη της ευρύτατης ποικιλίας των προϊόντων που πωλούνται σ’ αυτού του είδους τους χώρους πωλήσεως. Θεωρώ ότι η πιθανή δυσχέρεια, όταν πρόκειται για διανομή σε πολυκαταστήματα, απαρίθμησης των διαφόρων ειδών προϊόντων που προσφέρονται προς πώληση, λόγω του αριθμού τους, δεν αρκεί για να καταργηθεί η υποχρέωση περί ακρίβειας.
82. Επομένως, κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα ότι το περιεχόμενο των υπηρεσιών που παρέχει έμπορος λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, για τις οποίες μπορεί να καταχωριστεί σήμα για την παροχή υπηρεσίας, πρέπει, σύμφωνα με την οδηγία, να προσδιορίζεται κατά τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές σε τι συγκεκριμένα συνίστανται οι παροχές αυτές. Εκφράσεις όπως «λιανικό εμπόριο» ή «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως» δεν είναι επαρκώς εύγλωττες για να περιγράψουν το περιεχόμενο των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η καταχώριση σήματος για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων πρέπει επίσης να παρέχει τη δυνατότητα προσδιορισμού των προϊόντων ή του είδους των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
83. Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά τη διαλαμβανόμενη στα άρθρα 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας έννοια της ομοιότητας. Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, η αίτηση καταχωρίσεως σήματος απορρίπτεται, αν υφίσταται, λόγω της ταυτότητας ή ομοιότητάς του με προγενέστερο σήμα ή λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών που τα δύο σήματα προσδιορίζουν, κίνδυνος συγχύσεως του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα. Με παρόμοια διατύπωση, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, προβλέπει ότι ο δικαιούχος καταχωρισμένου σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημείο για το οποίο υφίσταται, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, κίνδυνος συγχύσεως του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης του σημείου με το σήμα.
84. Το Bundespatentgericht υπενθυμίζει κατ’ αρχάς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το βασικό κριτήριο για να εκτιμηθεί η ομοιότητα προϊόντων ή υπηρεσιών υπό την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων είναι αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, ο κύκλος των οικείων συναλλασσομένων θα μπορούσε να έχει τη γνώμη ότι αμφότερα τα προϊόντα ή αμφότερες oι υπηρεσίες τελούν υπό τον έλεγχο της ίδιας επιχειρήσεως. Αναφέρει, επίσης, ότι, μεταξύ των συναφών κριτηρίων προς εκτίμηση της ομοιότητας προϊόντων και υπηρεσιών, περιλαμβάνονται, ειδικώς, η φύση, ο προορισμός και η χρησιμοποίηση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών καθώς και ο ενδεχόμενος ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός τους χαρακτήρας.
85. Το Bundespatentgericht αναφέρει, ακολούθως, ότι πολλοί διανομείς προβαίνουν σε έλεγχο της ποιότητας των προϊόντων που διανέμουν. Από αυτό συνάγει ότι η εφαρμογή, όσον αφορά σήματα για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, αυτού του ευρύτατου ορισμού της ομοιότητας, βάσει του οποίου θεωρείται επαρκής ο ενιαίος έλεγχος της ποιότητας προϊόντων ή υπηρεσιών που συνδέονται λειτουργικά μεταξύ τους, ενδέχεται να έχει ως συνέπεια να αποκτά ο δικαιούχος ενός τέτοιου σήματος για την παροχή υπηρεσίας ανεξέλεγκτο πεδίο προστασίας.
86. Συνεπώς, λόγω της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών, ενδέχεται οι υπηρεσίες αυτές να θεωρηθούν ανάλογες, αφενός, με τις λοιπές υπηρεσίες που παρέχονται στο γενικό πλαίσιο της διανομής προϊόντων, όπως οι υπηρεσίες χρηματοδοτήσεως, ασφαλίσεως ή συντηρήσεως και, αφετέρου, με αυτά καθ’ εαυτά τα προϊόντα που διαθέτει προς πώληση ο διανομέας.
87. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, το Bundespatentgericht αναφέρει ότι, κατά τη γερμανική νομολογία, παρά τη διαφορετική τους φύση, προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών και oι οικείες υπηρεσίες μπορούν να θεωρηθούν παρόμοια, όταν επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασχολούνται κατά τρόπο αυτόνομο με την παρασκευή ή τη διάθεση στο εμπόριο προϊόντων ή οι παρασκευαστές των προϊόντων αυτών δραστηριοποιούνται επίσης στον αντίστοιχο τομέα παροχής υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτή η ομοιότητα μεταξύ της υπηρεσίας «εστίαση» και των «οινοπνευματωδών ποτών», διότι τα προϊόντα αυτά προσφέρονται εντός των επιχειρήσεων παρασκευής τους για άμεση κατανάλωση είτε σερβίρονται και εντός των εστιατορίων σε συνδυασμό με την παρεχόμενη υπηρεσία εστιάσεως, αλλά πωλούνται επίσης και «εκτός εστιατορίου».
88. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Bundespatentgericht, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, ερωτά το Δικαστήριο σε ποιο βαθμό πρέπει να οριοθετηθεί ο τομέας της ομοιότητας, υπό την έννοια των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας μεταξύ, αφενός, των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων και, αφετέρου, άλλων υπηρεσιών παρεχομένων στο πλαίσιο της διανομής προϊόντων ή αυτών καθ’ εαυτών των προϊόντων που διαθέτει προς πώληση ο έμπορος λιανικής.
89. Συμμερίζομαι την άποψη του Bundespatentgericht όσον αφορά το συμφέρον αποφυγής χορηγήσεως στον δικαιούχο σήματος καταχωρισμένου για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο του λιανικού εμπορίου εξαιρετικά ευρείας προστασίας, η οποία θα κάλυπτε παράλληλα τις λοιπές υπηρεσίες που μπορούν να παρασχεθούν στο πλαίσιο της διανομής και το σύνολο των προϊόντων που ο εν λόγω δικαιούχος προτείνει προς πώληση. Εκτιμώ, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι η αναγνώριση της δυνατότητας καταχωρίσεως τέτοιου είδους σημάτων δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια να μπορούν τα εν λόγω σήματα να αντικαθιστούν τα σήματα των προϊόντων ή να μειώνουν το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα τελευταία.
90. Συγκεκριμένα, αυτή η αμφισβήτηση του συστήματος του δικαίου των σημάτων δεν συνάδει με το γενικό συμφέρον. Ακόμη και αν, λόγω της εξελίξεως της διανομής, οι υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της πωλήσεως ορισμένων ειδών προϊόντων έχουν σήμερα σημαντικό, ή και καθοριστικό, χαρακτήρα για τους καταναλωτές, εντούτοις αντικείμενο κάθε πωλήσεως είναι η αγορά συγκεκριμένου προϊόντος. Θεωρώ χρήσιμο να υπομνήσω ότι η προστασία των σημάτων των προϊόντων έχει ως αποτέλεσμα την προστασία και την προώθηση της ποιότητάς τους. Παροτρύνει τους κατασκευαστές να διατηρούν την ποιότητα των προϊόντων τους και να επενδύουν για τη βελτίωσή τους, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα εξασφαλίσεως πιστής πελατείας χάρη στην αξία των καλυπτόμενων από το σήμα τους προϊόντων. Η ίδια ανάλυση ισχύει και για το εμπορικό σήμα που ένας διανομέας μπορεί να αποφασίσει να θέσει επί των προϊόντων που προτείνει προς πώληση. Χαρακτηρίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα εν λόγω προϊόντα, έχει συμφέρον το σήμα του να προσδιορίζει μόνον προϊόντα που αντιστοιχούν σε ορισμένα πρότυπα ποιότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το σήμα των προϊόντων συμβάλλει στην οικονομική πρόοδο. Επομένως, φρονώ ότι είναι σημαντικό, στο πλαίσιο του δικαίου των σημάτων, η προστασία του τρόπου πωλήσεως, μέσω της καταχωρίσεως σημάτων για τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, να μη θίγει την αξία των σημάτων που προσδιορίζουν αυτό καθ’ εαυτό το αντικείμενο της πωλήσεως.
91. Πάντως, πιστεύω ότι δεν είναι δυνατό να οριοθετηθεί εκ των προτέρων, μέσω προκαθορισμένων κριτηρίων, ο τομέας της ομοιότητας μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων και των λοιπών υπηρεσιών που μπορούν να παρασχεθούν στο πλαίσιο της εν γένει διανομής καθώς και των προϊόντων αυτών καθ’ εαυτών. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, αυτή η έννοια της ομοιότητας πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με την έννοια του κινδύνου συγχύσεως. Κατά τη νομολογία, παρόμοιος κίνδυνος υφίσταται όταν το κοινό ενδέχεται να εξαπατηθεί ως προς την προέλευση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, ήτοι όταν μπορεί να πιστεύσει ότι τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση, η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους.
92. Κατά τη νομολογία, αυτός ο κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, στην εκάστοτε περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των συναφών παραγόντων (40). Η εκτίμηση αυτή συνεπάγεται ορισμένη αλληλεξάρτηση μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη, ιδίως την ομοιότητα των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, ένας μικρός βαθμός ομοιότητας μεταξύ των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμιστεί με αυξημένο βαθμό ομοιότητας των σημάτων και αντιστρόφως. Ο κίνδυνος συγχύσεως αυξάνεται ανάλογα με την ένταση του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος. Για την αξιολόγηση αυτού του διακριτικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι εγγενείς ιδιότητες του σήματος, μεταξύ άλλων αν περιέχει περιγραφικά στοιχεία των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωριστεί, το μερίδιο της αγοράς που αναλογεί στο σήμα, η ένταση, η γεωγραφική έκταση και η διάρκεια της χρήσεως του σήματος αυτού, το μέγεθος των επενδύσεων στις οποίες έχει προβεί η επιχείρηση για την προώθησή του, το ποσοστό των ενδιαφερομένων κύκλων που αναγνωρίζει, χάρη στο σήμα, τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση, καθώς και οι δηλώσεις εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων ή άλλων επαγγελματικών ενώσεων (41). Ομοίως, για να εκτιμηθεί η ομοιότητα μεταξύ των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τη φύση τους, τον προορισμό τους, τη χρήση τους καθώς και τον ανταγωνιστικό ή συμπληρωματικό τους χαρακτήρα (42).
93. Τέλος, για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, είναι καθοριστική η σημασία του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνει τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες ο μέσος καταναλωτής (43).
94. Επομένως, από την εν λόγω νομολογία δεν συνάγεται ότι η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ των υπηρεσιών και των προϊόντων, η οποία συνδέεται στενά με την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως, αποτελεί πραγματικό ζήτημα που προκύπτει από την εξέταση του συνόλου των περιστάσεων της εκάστοτε υποθέσεως. Κατά συνέπεια, είναι δύσκολο να καθοριστεί εκ των προτέρων ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση ανάλογες με ορισμένα είδη άλλων υπηρεσιών παρεχομένων στο γενικό πλαίσιο της διανομής ή με τα προϊόντα για τα οποία παρέχονται. Το να αποκλειστεί εκ των προτέρων μια τέτοια ομοιότητα μπορεί να καταλήξει στην αμφισβήτηση, σε ορισμένες περιπτώσεις, της λειτουργίας του ίδιου του σήματος, η οποία συνίσταται στη διασφάλιση της προελεύσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσδιορίζει.
95. Ο πλέον σύμφωνος με το δίκαιο των σημάτων τρόπος περιορισμού του κινδύνου συγχύσεως και, κατ’ επέκταση, της εκτάσεως της προστασίας που παρέχεται με την καταχώριση σημάτων για τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων συνίσταται, κατά την άποψή μου, στον συγκεκριμένο και πλήρη ορισμό των ούτως παρεχομένων υπηρεσιών και των προϊόντων για τα οποία αυτές παρέχονται.
96. Αν παρασχεθούν οι διευκρινίσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν σε σχέση με τις υπηρεσίες που θα έχουν περιγραφεί, ως προς το περιεχόμενό τους και τον τομέα εντός του οποίου παρέχονται, στην εκάστοτε περίπτωση, αν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως των ενδιαφερόμενων καταναλωτών λόγω, αφενός, της ταυτότητας ή της ομοιότητας των επίδικων σημείων και, αφετέρου, της ομοιότητας των υπηρεσιών ή των προϊόντων που καλύπτονται από το σημείο του τρίτου και των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων από τον έμπορο λιανικής. Τέτοιος κίνδυνος συγχύσεως δεν υφίσταται παρά μόνον εφόσον, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως, οι οικείοι καταναλωτές ενδέχεται να πιστεύσουν ότι οι υπηρεσίες ή τα προϊόντα που προσδιορίζονται από το σήμα του τρίτου έχουν την ίδια προέλευση με τις υπηρεσίες που παρέχει ο έμπορος στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, ήτοι, κατά τη νομολογία που υπενθύμισε το Bundespatentgericht, ότι οι υπηρεσίες ή τα προϊόντα του εν λόγω τρίτου παρασχέθηκαν ή κατασκευάστηκαν υπό τον έλεγχο του εμπόρου λιανικής ο οποίος φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους.
97. Σε αντίθεση με το Bundespatentgericht, δεν πιστεύω ότι από το γεγονός ότι, κατά τους καταναλωτές, οι διανομείς οφείλουν να ασκούν κάποιον έλεγχο της ποιότητας των προϊόντων που πωλούν, ανεξαρτήτως του αν αυτά προσδιορίζονται από το εμπορικό σήμα του εν λόγω διανομέα ή από το σήμα του παραγωγού, τεκμαίρεται ότι, γενικώς, τα προϊόντα αυτά πρέπει να θεωρούνται ανάλογα με τις υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων. Τα προϊόντα αυτά είναι, εκ της φύσεώς τους, διαφορετικά από τις υπηρεσίες αυτές. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί η ομοιότητά τους. Ως εκ τούτου, βάσει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των υπηρεσιών αυτών και των επίδικων στην εκάστοτε περίπτωση προϊόντων μπορεί να εκτιμηθεί αν, λόγω της φύσεώς τους, του προορισμού τους, της χρήσεώς τους καθώς και του ανταγωνιστικού ή συμπληρωματικού τους χαρακτήρα, μπορούν να θεωρηθούν παρόμοια.
98. Επιπλέον, δεν πιστεύω εξάλλου ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να συναχθεί η ευρεία ερμηνεία των κριτηρίων αυτών. Όπως προαναφέρθηκε, η έννοια της ομοιότητας πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με την έννοια του κινδύνου συγχύσεως και, όπως προσφάτως υπενθύμισε το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου (44), δεν τεκμαίρεται κίνδυνος συγχύσεως. Κατά συνέπεια, η προστασία του δικαιούχου του σήματος απαιτεί να έχει αποδειχθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως για το οικείο κοινό (45).
99. Κατόπιν των προεκτεθέντων, κλίνω στο ότι η καταχώριση σημάτων για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, εφόσον η καταχώριση των σημάτων αυτών εξαρτάται από τη διευκρίνιση του περιεχομένου των υπηρεσιών αυτών και των προϊόντων για τα οποία παρέχονται, δεν πρέπει να συνεπάγεται την παροχή απεριόριστης προστασίας στους δικαιούχους των σημάτων αυτών. Συμμερίζομαι επ’ αυτού τη θέση που εξέφρασε ο διευθυντής του ΓΕΕΑ με την προαναφερθείσα ανακοίνωση υπ’ αριθ. 3/01, κατά την οποία ο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων και των προς πώληση προϊόντων, αν δεν αποκλείεται, είναι τουλάχιστον απίθανος, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, για παράδειγμα εφόσον τα αντίστοιχα σήματα είναι όμοια ή παρόμοια και έχουν καθιερωθεί στην αγορά (46).
100. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα ότι δεν απαιτείται η οριοθέτηση του τομέα της ομοιότητας υπό την έννοια των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων και των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται σε συνάρτηση με τη διανομή των προϊόντων ή με τα προϊόντα που διαθέτει στο εμπόριο ο οικείος έμπορος λιανικής.
IV – Πρόταση
101. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundespatentgericht (Γερμανία) ως εξής:
«1) Υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, που διακρίνονται από την πώληση αυτή καθ’ εαυτή και είναι προσδιορίσιμες, μπορούν, σύμφωνα με την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, να αποτελούν υπηρεσία για την οποία είναι δυνατή η καταχώριση σήματος για την παροχή υπηρεσίας.
2) Το περιεχόμενο των υπηρεσιών που παρέχει έμπορος στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων, για τις οποίες μπορεί να καταχωριστεί σήμα για την παροχή υπηρεσίας, πρέπει, σύμφωνα με την πρώτη οδηγία 89/104, να προσδιορίζεται κατά τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές σε τι ακριβώς συνίστανται οι παροχές αυτές. Εκφράσεις όπως «λιανικό εμπόριο» ή «υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως» δεν είναι επαρκώς εύγλωττες για να περιγράψουν το περιεχόμενο των ούτως παρεχόμενων υπηρεσιών. Η καταχώριση σήματος για υπηρεσίες παρεχόμενες στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων πρέπει επίσης να παρέχει τη δυνατότητα προσδιορισμού των προϊόντων ή του είδους των προϊόντων για τα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές.
3) Δεν είναι αναγκαία η οριοθέτηση του τομέα της ομοιότητας υπό την έννοια των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της πρώτης οδηγίας 89/104 μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της λιανικής πωλήσεως εμπορευμάτων και των λοιπών υπηρεσιών που παρέχονται σε συνάρτηση με τη διανομή των προϊόντων ή με τα προϊόντα που διαθέτει στο εμπόριο ο οικείος έμπορος λιανικής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-273/00, Sieckmann (Συλλογή 2002, σ. I‑11737) (όσον αφορά τα οσφρητικά σημεία), της 6ης Μαΐου 2003, C-104/01, Libertel (Συλλογή 2003, σ. I‑3793), της 24ης Ιουνίου 2004, C-49/02, Heidelberger Bauchemie (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή) (όσον αφορά ένα ή περισσότερα χρώματα χωρίς σχήμα ή περίγραμμα), και της 27ης Νοεμβρίου 2003, C-283/01, Shield Mark (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή) (όσον αφορά τα ηχητικά σημεία).
3 – Οδηγία της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1, στο εξής: οδηγία).
4 – Recueil des traités des Nations unies, τόμος 828, αριθ. 11851, σ. 305 έως 388 (στο εξής: Σύμβαση των Παρισίων).
5 – Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι όλα τα κράτη μέλη, πριν από τη διεύρυνση της 1ης Μαΐου 2004, είχαν υπογράψει τη Σύμβαση των Παρισίων (προπαρατεθείσα απόφαση Libertel, σκέψη 3). Τα δέκα νέα κράτη μέλη υπέγραψαν την εν λόγω Σύμβαση στις ακόλουθες ημερομηνίες: η Δημοκρατία της Ουγγαρίας την 1η Ιανουαρίου 1909, η Δημοκρατία της Πολωνίας στις 10 Νοεμβρίου 1919, η Δημοκρατία της Κύπρου στις 17 Ιανουαρίου 1966, η Δημοκρατία της Μάλτας στις 20 Οκτωβρίου 1967, η Δημοκρατία της Σλοβενίας στις 25 Ιουνίου 1991, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Δημοκρατία της Σλοβακίας την 1η Ιανουαρίου 1993, η Δημοκρατία της Λετονίας στις 7 Σεπτεμβρίου 1993, η Δημοκρατία της Λιθουανίας στις 22 Μαΐου 1994 και η Δημοκρατία της Εσθονίας στις 24 Αυγούστου 1994.
6 – Σημειωτέον επίσης ότι τα 25 κράτη μέλη έχουν υπογράψει τη συναφθείσα στη Γενεύη στις 27 Οκτωβρίου 1994 σύμβαση για το δίκαιο των σημάτων, το άρθρο 16 της οποίας προβλέπει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος καταχωρίζει τα σήματα υπηρεσιών και εφαρμόζει για τα σήματα αυτά τις διατάξεις της Συμβάσεως των Παρισίων για τα σήματα προϊόντων. Εντούτοις, όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, όλα τα κράτη μέλη δεν την είχαν ακόμη επικυρώσει. Η Γερμανία την επικύρωσε μόλις στις 16 Οκτωβρίου 2004. Την ίδια ημερομηνία δώδεκα άλλα κράτη μέλη κατέστησαν μέρη της συμβάσεως (η Δημοκρατία της Τσεχίας, το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Ιρλανδία, η Δημοκρατία της Κύπρου, η Δημοκρατία της Λετονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Σλοβακίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας).
7 – Στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας.
8 – Το άρθρο 19 της Συμβάσεως των Παρισίων έχει ως εξής: «Οίκοθεν νοείται ότι αι χώραι [στις οποίες εφαρμόζεται η εν λόγω Σύμβαση] επιφυλάσσονται του δικαιώματος να προβούν μεταξύ των εις ειδικάς συμφωνίας διά την προστασίαν της βιομηχανικής ιδιοκτησίας εφόσον αι συμφωνίαι αύται δεν αντίκεινται προς τας διατάξεις της παρούσης συμβάσεως.»
9 – Στο εξής: ταξινόμηση της Νίκαιας.
10 – Όπως προκύπτει από τον κατάλογο των κρατών που έχουν υπογράψει τον εν λόγω διακανονισμό, ο οποίος θεσπίστηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2004, που διατίθεται στην ιστοσελίδα της Organisation mondiale de la propriété intellectuelle (διεθνούς οργάνωσης για την πνευματική ιδιοκτησία, στο εξής: OMPI). Πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχονται στην ιστοσελίδα αυτή, αυτά τα δύο κράτη μέλη χρησιμοποιούν τον Διακανονισμό της Νίκαιας.
11 – Βλ. άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: κανονισμός 40/94), και τους κανόνες 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1).
12 – RecueildestraitésdesNationsunies, τόμος 828, αριθ. 11852, σ. 389.
13 – Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα προσχώρησε στο πρωτόκολλο για τον Διακανονισμό της Μαδρίτης από 1ης Οκτωβρίου 2004 [απόφαση 2003/793/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, με την οποία εγκρίθηκε η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο πρωτόκολλο για τον Διακανονισμό της Μαδρίτης για τη διεθνή καταχώριση των σημάτων, το οποίο θεσπίστηκε στη Μαδρίτη στις 27 Ιουνίου 1989 (ΕΕ L 296, σ. 20)].
14 – Βλ. πρώτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη.
15 – Βλ. πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
16 – Στο εξής: ΓΕΕΑ.
17 – BGBl. 1994 I, σ. 3082 (στο εξής: Markengesetz).
18 – Στο εξής: Praktiker.
19 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-363/99, Koninklijke KPN Nederland (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 80).
20 – Τούτο, απ’ όσο γνωρίζω, ισχύει και για τα 25 κράτη μέλη.
21 – Από τις 29 Ιανουαρίου 1962.
22 – Προπαρατεθείσα απόφαση Koninklijke KPN Nederland (σκέψη 111).
23 – Όσον αφορά το κοινοτικό σήμα, ο κανόνας 4 του κανονισμού 2868/95 προβλέπει ότι για κάθε αίτηση καταχωρίσεως καταβάλλεται ένα βασικό τέλος και ένα τέλος ανά κλάση, για κάθε κλάση πέραν των τριών στις οποίες ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες.
24 – Απόφαση σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προέκυψαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) (ΕΕ L 336, σ. 1) (στο εξής: συμφωνία ADPIC – TRIPs στην αγγλική).
25 – Αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1998, C-53/96, Hermès (Συλλογή 1998, σ. I-3603, σκέψη 28), προπαρατεθείσα Heidelberger Bauchemie (σκέψη 20), και της 16ης Νοεμβρίου 2004, C-245/02, Anheuser-Busch (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 42).
26 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-349/95, Loendersloot (Συλλογή 1997, σ. I-6227, σκέψεις 22 και 24), της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-39/97, Canon (Συλλογή 1998, σ. I-5507, σκέψη 28), της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-517/99, Merz & Krell (Συλλογή 2001, σ. I-6959, σκέψη 22), της 18ης Ιουνίου 2002, C-299/99, Philips (Συλλογή 2002, σ. I-5475, σκέψη 30), και την προπαρατεθείσα Libertel (σκέψη 62).
27 – Βλ. Kapferer, J.-N., Les marques – Capital de l’entreprise– Les chemins de la reconquête (Τα σήματα – Κεφάλαιο της επιχειρήσεως – Δρόμοι επανακτήσεως), Εκδόσεις Organisation, Παρίσι, 1995, σ. 29.
28 – Η προστασία της εμπορικής επωνυμίας επιβάλλεται, επίσης, στα κράτη μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου δυνάμει της Συμφωνίας ADPIC [βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Anheuser-Busch (σκέψη 91)].
29 – Με το κείμενό της «Marks for Retail Services – An Example for Harmonising Trade Mark Law» (Σήματα για τις υπηρεσίες λιανικού εμπορίου – Παράδειγμα εναρμονίσεως του δικαίου των εμπορικών σημάτων), InternationalreviewofIndustrialPropertyandCopyrightLaw, τόμος 34, αριθ. 5, 2003, σ. 503 έως 520, η Marianne Grabrucker εξετάζει την ακολουθούμενη στον τομέα αυτό πρακτική στις χώρες της Μπενελούξ, στη Δανία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Αυστρία, την Πορτογαλία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, τη Νορβηγία και την Ελβετία.
30 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1999, στην υπόθεση R 46/1998-2.
31 – Σημείο 22.
32 – Σκέψεις 49 έως 52.
33 – Προπαρατεθείσα απόφαση Koninklijke KPN Nederland (σκέψη 33).
34 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Merz & Krell (σκέψη 29) και Koninklijke KPN Nederland (σκέψεις 33 και 34).
35 – Η υπογράμμιση δική μου.
36 – Προπαρατεθείσα απόφαση Sieckmann (σκέψη 37).
37 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Libertel (σκέψη 59) και Koninklijke KPN Nederland (σκέψη 123). Βλ., όσον αφορά τον κανονισμό, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, C-64/02 P, ΓΕΕΑ κατά Erpo Möbelwerk (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45).
38 – Οι διαφορετικές αυτές πρακτικές περιγράφονται στο προαναφερθέν σημείωμα της Μ. Grabrucker.
39 – Προπαρατεθείσα απόφαση Sieckmann (σκέψη 48).
40 – Αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C-251/95, SABEL (Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 22), και προπαρατεθείσα Canon (σκέψη 16).
41 – Αποφάσεις της 4ης Μαΐου 1999, C-108/97 και C-109/97, Windsurfing Chiemsee (Συλλογή 1999, σ. I‑2779, σκέψη 51), και της 22ας Ιουνίου 1999, C-342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer (Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 23).
42 – Προπαρατεθείσα απόφαση Canon (σκέψη 23).
43 – Προπαρατεθείσα απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 25).
44 – Προπαρατεθείσα απόφαση Anheuser-Busch (σκέψη 63).
45 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000, C-425/98, Marca Mode (Συλλογή 2000, σ. I-4861, σκέψεις 33 και 34). Βλ., επίσης, υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-292/00, Davidoff (Συλλογή 2003, σ. I‑389, σκέψη 28), και της 20ής Μαρτίου 2003, C-291/00, LTJ Diffusion (Συλλογή 2003, σ. I-2799, σκέψεις 48 και 49).
46 – Ο πρόεδρος του ΓΕΕΑ, καταλήγοντας με την ανάλυση των κινδύνων συγχύσεως των σημάτων, ανέφερε τα εξής: «Συνεπώς, οι αιτούντες την καταχώριση σημάτων για τις υπηρεσίες λιανικής πωλήσεως (ή ανάλογες υπηρεσίες) δεν πρέπει να ελπίζουν να επιτύχουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, οποιαδήποτε προστασία κατά της χρήσεως ή της καταχωρίσεως σημάτων σχετικών με τα προϊόντα αυτά. Ναι μεν η προστασία αυτή είναι επίσης αναγκαία, είναι όμως προφανές ότι για την καταχώριση σημάτων για τα προϊόντα αυτά πρέπει επίσης να υποβάλλεται σχετική αίτηση.»
Full & Egal Universal Law Academy