ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 29ης Απριλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-422/02 P
Europe Chemi-Con (Deutschland) GmbH
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
1. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως αφορά την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων όπως διατυπώνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: βασικός κανονισμός) (2). Θέτει το ζήτημα κατά ποιον τρόπο εφαρμόζεται η αρχή αυτή όταν εισαγωγές ομοειδών προϊόντων καταγομένων από δύο διαφορετικές ομάδες χωρών αποτελούν συγχρόνως το αντικείμενο χωριστών ερευνών αντιντάμπινγκ: αρχικής έρευνας όσον αφορά τη μία ομάδα χωρών και επανεξετάσεως μέτρων των οποίων επίκειται η λήξη (3) όσον αφορά την άλλη ομάδα χωρών. Αν η αρχική έρευνα δεν καταλήξει στην επιβολή δασμών, σε ποιο μέτρο οι κοινοτικές αρχές οφείλουν να διακόψουν την επιβολή των δασμών που επανεξετάστηκαν όταν επέκειτο η λήξη τους; Ειδικότερα, σε ποιο μέτρο η υποχρέωση αυτή ισχύει αναδρομικά;
Η σχετική ρύθμιση αντιντάμπινγκ
2. Υπό τον βασικό κανονισμό –ο οποίος εκδόθηκε εν μέρει για να ευθυγραμμιστεί η πρακτική με τις νέες διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από τον «Κώδικα αντιντάμπινγκ» του 1994 ο οποίος καταρτίστηκε στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (4)– η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή στην οποία εκπροσωπούνται τα κράτη μέλη, προβαίνει σε έρευνες σχετικά με το ντάμπινγκ και δύναται να επιβάλλει προσωρινούς δασμούς, ενώ στο Συμβούλιο απόκειται να επιβάλλει οριστικούς δασμούς. Το άρθρο 5 προβλέπει την κίνηση, κατόπιν καταγγελίας από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, διαδικασίας έρευνας η οποία πρέπει να διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 6.
3. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζει: «Είναι δυνατόν να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί εφόσον […] έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα με το οποίο επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ντάμπινγκ και η εξ αυτού πρόκληση ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία και εφόσον το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει τη λήψη μέτρων για την αποτροπή της ζημίας […]». Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, οι προσωρινοί δασμοί πρέπει να εξασφαλίζονται με εγγύηση.
4. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4: «Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει επέμβαση […], το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ».
5. Το άρθρο 9, παράγραφος 5, ορίζει: «Ο δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται στο ύψος που αναλογεί σε κάθε περίπτωση χωρίς διάκριση στις εισαγωγές ενός προϊόντος από κάθε πηγή ως προς τις οποίες αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και προξενούν ζημία […]».
6. Η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 5, είναι σε μεγάλο βαθμό παρεμφερής με εκείνη του άρθρου 9.2 του Κώδικα αντιντάμπινγκ: «Όταν επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ σε σχέση με οποιοδήποτε προϊόν, ο δασμός αυτός εισπράττεται κάθε φορά μέχρι του προβλεπόμενου ποσού για όλες χωρίς διάκριση τις εισαγωγές του συγκεκριμένου προϊόντος, όποια και αν είναι η προέλευσή τους, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι εισαγωγές αυτές αποτελούν αντικείμενο ντάμπιγνκ και προκαλούν ζημία […]».
7. Η αναιρεσείουσα στην παρούσα υπόθεση θεωρεί ότι η τελευταία διάταξη αποτελεί με τη σειρά της έκφραση της ρήτρας του πλέον ευνοουμένου έθνους η οποία περιέχεται στο άρθρο Ι της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ του 1947), κατά το οποίο «κάθε πλεονέκτημα, εύνοια, προνόμιο ή ατέλεια που χορηγείται από συμβαλλόμενο μέρος σε προϊόν καταγωγής ή προορισμού οποιασδήποτε άλλης χώρας επεκτείνεται αμέσως και χωρίς καμία προϋπόθεση σε κάθε όμοιο προϊόν καταγωγής ή προορισμού όλων των άλλων συμβαλλομένων μερών. Η διάταξη αυτή αφορά τους τελωνειακούς δασμούς και τiς πάσης φύσεως επιβαρύνσεις που εισπράττονται κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή ή λόγω της εισαγωγής ή της εξαγωγής […]».
8. Το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού αφορά τη διάρκεια, την επανεξέταση και την επιστροφή των επιβληθέντων δασμών. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 11, παράγραφος 2, ορίζουν:
«Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των κοινοτικών παραγωγών, ενώ το μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η επανεξέταση.
Για να αρχίσει επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, πρέπει η σχετική αίτηση να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η λήξη ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας [...]».
9. Επίσης, οποτεδήποτε μετά τουλάχιστον ένα έτος από την επιβολή οριστικού δασμού, η Επιτροπή δύναται να προβεί σε ενδιάμεση επανεξέταση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, προκειμένου να καθορίσει αν είναι αναγκαία και επαρκής η διατήρηση του δασμού ή αν άλλαξαν σημαντικά οι σχετικές περιστάσεις.
10. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 5: «Οι συναφείς διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι σχετικές με τις διαδικασίες και τη διεξαγωγή των ερευνών, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις σχετικές προθεσμίες, εφαρμόζονται σε κάθε επανεξέταση η οποία διενεργείται δυνάμει των παραγράφων 2, 3 και 4 […]».
Οι σχετικές διαδικασίες αντιντάμπινγκ
11. Η παρούσα υπόθεση αφορά εισαγωγές προϊόντων τα οποία αποκαλούνται ηλεκτρολυτικοί πυκνωτές αλουμινίου μεγάλου μεγέθους (στο εξής: ΗΠΑΜΜ), μολονότι φαίνεται να γίνεται δεκτό ότι εδώ δεν ταιριάζει η λέξη «μεγάλο». Οι πυκνωτές είναι ηλεκτρονικά συστατικά που μπορούν να αποθηκεύσουν και μετά να ελευθερώσουν ηλεκτρική ενέργεια και χρησιμοποιούνται στα ηλεκτρικά κυκλώματα σχεδόν κάθε είδους ηλεκτρονικού εξοπλισμού στους υπολογιστές, στις τηλεπικοινωνίες, στον εξοπλισμό βιομηχανιών, σε οπλικά συστήματα, σε μηχανοκίνητα οχήματα και σε άλλα βιομηχανικά καταναλωτικά αγαθά. Οι σχετικοί ΗΠΑΜΜ χρησιμοποιούνται ιδίως σε κυκλώματα τροφοδοσίας διαρκών ηλεκτρονικών καταναλωτικών αγαθών όπως οι τηλεοράσεις, τα βίντεο και οι προσωπικοί υπολογιστές.
12. Από τις 4 Δεκεμβρίου 1992 επιβαλλόταν οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας (5). Κατά συνέπεια, ο δασμός αυτός επρόκειτο, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, να λήξει στις 4 Δεκεμβρίου 1997. Από τις 19 Ιουνίου 1994 οριστικός δασμός επιβαλλόταν και σε εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Κορέας και Ταϊβάν (6). Στη συνέχεια, στις 27 Νοεμβρίου 1997, η Επιτροπή ανήγγειλε την έναρξη έρευνας σχετικά με εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης (7).
13. Στις 3 Δεκεμβρίου 1997, την τελευταία ημέρα που βάσει του κανονισμού 3482/92 μπορούσε να εισπραχθεί δασμός επί εισαγωγών ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας, η Επιτροπή ανήγγειλε, αφενός, επανεξέταση, κατόπιν αιτήσεως κοινοτικών παραγωγών, των μέτρων των οποίων επέκειτο η λήξη και, αφετέρου, ενδιάμεση επανεξέταση κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της Επιτροπής (8). Έτσι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, ο δασμός έμεινε σε ισχύ εν αναμονή του αποτελέσματος της επανεξετάσεως των μέτρων των οποίων επέκειτο η λήξη. Ενδιάμεση επανεξέταση των μέτρων που ίσχυαν για εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Κορέας και Ταϊβάν αναγγέλθηκε στις 7 Απριλίου 1998 (9).
14. Από την έρευνά της σχετικά με τους ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης η Επιτροπή συνήγαγε ότι οι εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ προκαλούσαν ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και ότι η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ ήταν προς το συμφέρον της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, επέβαλε προσωρινό δασμό σε ορισμένες τέτοιες εισαγωγές για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τις 28 Αυγούστου 1998 (10). Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, ο δασμός αυτός δεν εισπράχθηκε, αλλά εξασφαλίστηκε με εγγύηση.
15. Η Επιτροπή πρότεινε τότε στο Συμβούλιο την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αυτές. Το Συμβούλιο δεν δέχθηκε την πρόταση αυτή εντός της προθεσμίας 15 μηνών που τάσσει το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, δεν επιβλήθηκαν οριστικά μέτρα στις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης και τα προσωρινά μέτρα έπαυσαν να ισχύουν στις 28 Φεβρουαρίου 1999. Επιπλέον, οι προσωρινοί δασμοί αντιντάμπινγκ οριστικά δεν εισπράχθηκαν για τις εισαγωγές αυτές.
16. Από τις επανεξετάσεις των μέτρων που ίσχυαν για εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας, Κορέας και Ταϊβάν η Επιτροπή κατέληξε ομοίως στο συμπέρασμα ότι εξακολουθούσε να προκαλείται ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και ότι ήταν προς το συμφέρον της Κοινότητας να ανανεωθούν τα μέτρα αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές αυτές. Ωστόσο, εφόσον δεν είχε επιβληθεί δασμός σε εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης, η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο να θέσει τέλος στα μέτρα που αφορούσαν εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας, Κορέας και Ταϊβάν. Το Συμβούλιο δέχθηκε την πρόταση αυτή με τον κανονισμό (ΕΚ) 173/2000 (στο εξής: επίμαχος κανονισμός) (11).
17. Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3, ο επίμαχος κανονισμός έχει αναδρομική ισχύ από τις 28 Φεβρουαρίου 1999, την ημερομηνία που έπαυσαν να ισχύουν οι προσωρινοί δασμοί για εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης.
18. Οι λόγοι για την κατάργηση των δασμών αντιντάμπινγκ και την αναδρομική ισχύ του επίμαχου κανονισμού εξηγούνται στα σημεία 132 έως 139 των αιτιολογικών του σκέψεων. Ειδικότερα, στα σημεία 133 έως 135 των αιτιολογικών σκέψεων εκτίθενται τα εξής:
«(133) Η νέα έρευνα όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ταϊλάνδη και οι δύο παρούσες επανεξετάσεις διεξήχθησαν παράλληλα. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, συνάγονται βασικά τα ίδια συμπεράσματα στις τρέχουσες επανεξετάσεις όπως και στη νέα διαδικασία όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ταϊλάνδη, για το ίδιο εν λόγω προϊόν. Αυτά τα συμπεράσματα απαιτούν καταρχήν την τροποποίηση των οριστικών μέτρων που έχουν επιβληθεί στις εισαγωγές από την Ιαπωνία, τη Δημοκρατία της Κορέας και την Ταϊβάν.
Ωστόσο, το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ επιβάλλονται χωρίς να εισάγονται διακρίσεις στις εισαγωγές προϊόντος από όλες τις πηγές που διαπιστώθηκε ότι ασκούν ντάμπινγκ και προκαλούν ζημία.
(134) Επομένως συνάγεται το συμπέρασμα ότι, επειδή δεν εφαρμόστηκαν μέτρα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Ταϊλάνδη, η επιβολή μέτρων στις εισαγωγές καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊβάν ως το αποτέλεσμα της παρούσας έρευνας, θα εισήγαγε διακρίσεις έναντι αυτών των τελευταίων τριών χωρών.
(135) Εξετάζοντας τα ανωτέρω, για να εξασφαλιστεί μία συναφής προσέγγιση και για να τηρηθεί η αρχή της μη διάκρισης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, είναι αναγκαίο να περατωθούν οι διαδικασίες όσον αφορά τις εισαγωγές ΗΠΑΜ καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊβάν, χωρίς την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ.»
19. Ένας Ιάπωνας εξαγωγέας είχε προβάλει ότι, για να αποφευχθούν δυσμενείς διακρίσεις, η ισχύς του δασμού επί των εισαγωγών ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας έπρεπε να λήξει αναδρομικώς στις 3 Δεκεμβρίου 1997, όταν άρχισε η επανεξέταση· όσο συνεχιζόταν η επανεξέταση, οι εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας εξακολουθούσαν να υπόκεινται σε δασμό, ενώ κανένας δασμός δεν εισπράχθηκε για τις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Ταϊλάνδης.
20. Ωστόσο, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι η κατάργηση των δασμών αντιντάμπινγκ πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ μόλις από τις 28 Φεβρουαρίου 1999 για τους λόγους που παρατίθενται στα σημεία 137 και 138 των αιτιολογικών σκέψεων:
«(137) […] μεταξύ του Δεκεμβρίου 1997 και της 28ης Φεβρουαρίου 1999 οι εισαγωγές καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Ταϊλάνδης υπόκεινταν σε έρευνα όπως και οι εισαγωγές καταγωγής Ιαπωνίας. Το ότι ίσχυαν μέτρα κατά της Ιαπωνίας και όχι κατά των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Ταϊλάνδης αυτήν την χρονική περίοδο, αντανακλά απλώς το γεγονός ότι η διαδικασία όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ταϊλάνδη βρισκόταν σε διαφορετικό στάδιο, εφόσον επρόκειτο για αρχική έρευνα, ενώ τα μέτρα που ίσχυαν για την Ιαπωνία, ήταν εκείνα που είχαν επιβληθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3482/92. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν εισήχθησαν διακρίσεις επειδή η κατάσταση κάθε διαδικασίας ήταν διαφορετική.
(138) Εν πάση περιπτώσει, γίνεται αποδεκτό το ότι, από τις 28 Φεβρουαρίου 1999 και μετέπειτα, λόγω των παρατηρήσεων που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 132 έως 135 ανωτέρω, οι εισαγωγές καταγωγής Ιαπωνίας πρέπει να τεθούν πάνω στην ίδια βάση με εκείνες καταγωγής ΗΠΑ και Ταϊλάνδης. Το ίδιο ισχύει για τη Δημοκρατία της Κορέας και την Ταϊβάν. Η έρευνα όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ταϊλάνδη περατώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1999, είτε με την επιβολή μέτρων είτε με την περάτωση της διαδικασίας. Η παρούσα έρευνα κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα με την έρευνα όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ταϊλάνδη και έτσι πρέπει να ισχύσει η ίδια απόφαση στην παρούσα διαδικασία.»
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
21. Η Europe Chemi-Con (Deutschland) GmbH είναι μια κατά 100 % θυγατρική της Nippon Chemi-Con Corporation, ενός Ιάπωνα κατασκευαστή ΗΠΑΜΜ, για τον οποίο ενεργεί ως αποκλειστικός διανομέας και εισαγωγέας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η Nippon Chemi-Con είναι ένας από τους εισαγωγείς που κατονομάζει ο κανονισμός 3482/92 και, όπως δεν φαίνεται να αμφισβητείται, είναι εκείνος που είχε προβάλει πριν από την έκδοση του επίμαχου κανονισμού ότι η ισχύς του δασμού για εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας έπρεπε να λήξει αναδρομικά στις 3 Δεκεμβρίου 1997.
22. Στις 14 Απριλίου 2000 η Europe Chemi-Con άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή για την ακύρωση «του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθ’ ό μέτρο δεν ορίζει στις 4 Δεκεμβρίου 1997 [(12)] την ημερομηνία ενάρξεως της αναδρομικής ισχύος του εν λόγω κανονισμού». Διατύπωσε δύο λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προέβαλε αντιστοίχως «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» των πραγματικών περιστατικών και «ανεπαρκή αιτιολογία».
23. Η προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2002 (13).
24. Το Πρωτοδικείο εξέτασε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως στις σκέψεις 48 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πρώτα, στη σκέψη 48 έκρινε:
«[…] η προσφεύγουσα καταγγέλλει, κατ’ ουσίαν, την ύπαρξη νομικής πλάνης κατά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μέσω του προσβαλλόμενου κανονισμού και όχι την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Συμβουλίου, το οποίο κακώς έκρινε ότι η δυσμενής διάκριση εμφανίστηκε μόλις στις 28 Φεβρουαρίου 1999 και δεν ανέτρεχε στις 4 Δεκεμβρίου 1997. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο όφειλε πρωτίστως να εφαρμόσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και διατυπώνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, αντί της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, η οποία εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.»
25. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 52, ότι, «για να μπορεί να προσαφθεί σε θεσμικό όργανο μια δυσμενής διάκριση, το εν λόγω όργανο πρέπει να έχει αντιμετωπίσει παρεμφερείς καταστάσεις κατά διαφορετικό τρόπο, επιφέροντας μειονέκτημα για ορισμένους επιχειρηματίες σε σχέση με άλλους, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται από την ύπαρξη αντικειμενικών και σημαντικών διαφορών» (14).
26. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο σημείωσε στις σκέψεις 53 έως 56 ότι η επανεξέταση σχετικά με τις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας και η αρχική έρευνα σχετικά με τις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης διέπονταν από διαφορετικές διατάξεις του βασικού κανονισμού, οι οποίες έχουν διαφορετικές συνέπειες σχετικά με την είσπραξη δασμών αντιντάμπινγκ. Η πρώτη διεπόταν από το άρθρο 11, παράγραφος 2, βάσει του οποίου ο δασμός αντιντάμπινγκ διατηρείται σε ισχύ εν αναμονή του αποτελέσματος της επανεξετάσεως, ενώ η δεύτερη ήταν μια αρχική έρευνα οπότε, αν η διαδικασία ολοκληρώνονταν χωρίς την επιβολή οριστικού δασμού, οριστικά δεν θα εισπράττονταν οι προσωρινοί δασμοί (15).
27. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 57 της αποφάσεώς του ότι, ακόμη και αν οι έρευνες ήσαν παρεμφερείς όσον αφορά το αντικείμενο και το αποτέλεσμά τους, η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εισαγωγών από την Ιαπωνία και των εισαγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ταϊλάνδη είχε νομοθετικό έρεισμα στον βασικό κανονισμό, οπότε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Συναφώς, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στην απόφαση Sermes (16).
28. Περαιτέρω, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να μην εφαρμόσει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 5, το οποίο αφορά μόνο την «επιβολή» δασμών αντιντάμπινγκ. Εν προκειμένω, μεταξύ της 4ης Δεκεμβρίου 1997 και της 28ης Φεβρουαρίου 1999 εξακολουθούσαν να εισπράττονται δασμοί βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, το οποίο «αποτελεί ειδικό κανόνα», ανεξαρτήτως της ενάρξεως της αρχικής έρευνας σχετικά με εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ταϊλάνδη (σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
29. Στις σκέψεις 65 έως 69, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβαλλόταν ανεπαρκής αιτιολογία.
Η αίτηση αναιρέσεως
30. Η Europe Chemi-Con υπέβαλε στις 22 Νοεμβρίου 2002 αίτηση αναιρέσεως με την οποία προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι όλοι αφορούν την απόρριψη του πρώτου λόγου ακυρώσεως και μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
i) στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε ότι ο λόγος ακυρώσεως που αρχικώς είχε περιγραφεί ως «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» των πραγματικών περιστατικών είναι ισχυρισμός περί κακής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και όχι ισχυρισμός περί κακής εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων·
ii) στη σκέψη 58 το Πρωτοδικείο κακώς συνήγαγε ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού αφορά μόνο την αρχική επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ και όχι τη διατήρησή τους σε ισχύ και ότι αποτελεί μη δεσμευτικό κανόνα δικαίου ο οποίος εφαρμόζεται κατά διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου· το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεν είναι απλώς έκφραση της κοινοτικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως αλλά ειδικός κανόνας ο οποίος πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του Κώδικα αντιντάμπινγκ, και επομένως υπό το φως του περιεχομένου στη ΓΣΔΕ κανόνα του πλέον ευνοουμένου έθνους· η ερμηνεία αυτή απαιτεί να έχει το άρθρο αυτό πλήρη εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις που εισπράττεται δασμός αντιντάμπινγκ, ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης νομικής βάσεως ή του σταδίου της διαδικασίας· τέλος, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δεν είναι lex specialis η οποία εξέρχεται του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 5·
iii) ακόμη και στην περίπτωση που τα πράγματα εξεταστούν υπό το φως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και όχι της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε, στη σκέψη 57 της αποφάσεώς του, ότι η αρχή αυτή δεν παραβιάστηκε λόγω του ότι οι δύο ομάδες των σχετικών δασμών είχαν διαφορετική νομική βάση· η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στο σημείο αυτό είναι διφορούμενη· εν πάση περιπτώσει, οι σχετικές καταστάσεις ήσαν όμοιες και η διαφορά όσον αφορά τη νομική βάση ουδόλως δύναται να συγκριθεί με εκείνη που υπήρχε στην υπόθεση Sermes.
31. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου και να γίνει δεκτή η προσφυγή της, άλλως να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, ζητεί να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα έξοδα τόσο της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου.
32. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η οποία πρωτοδίκως άσκησε παρέμβαση υπέρ του Συμβουλίου, κατέθεσαν υπομνήματα με τα οποία ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
33. Δεν ζητήθηκε να διεξαχθεί ούτε διεξήχθη προφορική διαδικασία.
Εκτίμηση
34. Στην πραγματικότητα, όπως παρατήρησαν τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή, οι τρεις λόγοι αναιρέσεως είναι συνυφασμένοι και επικαλύπτονται και μάλιστα θέτουν μόνον ένα κύριο ζήτημα, έστω και αν το ζήτημα αυτό έχει δύο πτυχές. Λαμβανομένης υπόψη της επικαλύψεως, θα εξετάσω τα επιχειρήματα με ελαφρώς διαφορετική σειρά από εκείνη με την οποία προβάλλονται στην αίτηση αναιρέσεως.
35. Πριν εξετάσω το κύριο ζήτημα, θα σταθώ για λίγο σε τρεις άλλες πτυχές.
Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων;
36. Πρώτα, όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η «ίση μεταχείριση» και η «απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων» είναι απλώς και μόνον δύο όψεις της ίδιας αρχής του κοινοτικού δικαίου, η οποία παγίως ορίζεται, στην πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου επ’ αυτού, ως απαγόρευση να επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε όμοιες καταστάσεις ή να επιφυλάσσεται ίδια μεταχείριση σε διαφορετικές καταστάσεις, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία προς τούτο.
37. Εκείνο που φαίνεται να υποστηρίζει εδώ η Europe Chemi-Con είναι ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να ερμηνεύσει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως υπό την έννοια ότι αφορά όχι τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, όπως και να αποκληθεί η αρχή αυτή, αλλά τη συγκεκριμένη απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων στις διαδικασίες αντιντάμπινγκ, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού και δύναται να συνδεθεί με συγκεκριμένες επιταγές όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της.
38. Ωστόσο, είναι σαφές ότι το Πρωτοδικείο όντως έλαβε υπόψη στην εκτίμησή του τόσο το άρθρο 9, παράγραφος 5, όσο και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Κατά συνέπεια, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση της Europe Chemi-Con σχετικά με τον χαρακτηρισμό του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Το ζήτημα είναι αν, όπως η Europe Chemi-Con διατείνεται με τους λοιπούς ισχυρισμούς της, το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι δεν παραβιάστηκε ούτε η πιο πάνω διάταξη ούτε η πιο πάνω αρχή. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δεσμευτικός χαρακτήρας του άρθρου 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού
39. Μετά, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Europe Chemi-Con ισχυρίζεται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού είναι δεσμευτική διάταξη και το Συμβούλιο, αντιθέτως προς αυτό που φαίνεται να είπε το Πρωτοδικείο, δεν έχει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή της.
40. Ωστόσο, στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν υπάρχει τίποτα που να δείχνει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεν είναι δεσμευτική διάταξη. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν η μία από τις καταστάσεις διέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, και η άλλη όχι. Και εδώ το ζήτημα είναι αν η ερμηνεία αυτή είναι ορθή.
Διφορούμενη αιτιολογία
41. Τρίτον, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Europe Chemi-Con ισχυρίζεται ότι από τον συνδυασμό των σκέψεων 52 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι σαφές αν το Πρωτοδικείο έκρινε α) ότι οι δύο σχετικές καταστάσεις δεν είναι όμοιες, οπότε δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ή β) ότι είναι όμοιες, αλλά η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται λόγω σημαντικών αντικειμενικών διαφορών.
42. Όπως ομολογεί η αναιρεσείουσα, και η μία και η άλλη ερμηνεία οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή στο συμπέρασμα ότι, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, δεν παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία δεν μπορεί να θεωρηθεί απρόσφορη.
Το κύριο ζήτημα
43. Η αιτίαση της Europe Chemi-Con κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι στην ουσία ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα όταν έκρινε ότι, στις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, το Συμβούλιο ορθώς όρισε ότι η κατάργηση των δασμών αντιντάμπινγκ επί των ΗΠΑΜΜ από την Ιαπωνία θα ισχύει από τις 28 Φεβρουαρίου 1999 και δεν ήταν υποχρεωμένο να ορίσει ότι η κατάργηση αυτή θα ισχύει από τις 4 Δεκεμβρίου 1997.
44. Αφενός, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η κρίση αυτή δεν συνάδει με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού· αφετέρου, δεν συνάδει με την ισχύουσα στο κοινοτικό δίκαιο γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (ή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων).
45. Το άρθρο 9, παράγραφος 5, αποτελεί χωρίς αμφιβολία έκφραση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και δεν έχει τίποτα που να έχει ως σκοπό να περιορίσει την αρχή αυτή ή να παρεκκλίνει από αυτήν. Ωστόσο, ένα από τα κύρια σημεία της επιχειρηματολογίας της Europe Chemi-Con είναι ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, υπερακοντίζει τη γενική αυτή αρχή. Έτσι, η εν λόγω διάταξη θα διαδραματίσει δικό της ρόλο στην παρούσα υπόθεση αν προκύψει ότι δεν παραβιάστηκε η γενική αρχή αλλά ότι η διάταξη αυτή θέτει περαιτέρω απαιτήσεις οι οποίες δεν τηρήθηκαν.
46. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω ολόκληρο το ζήτημα υπό το φως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αλλά και με γνώμονα, όπου χρειάζεται, την έκφραση της αρχής αυτής στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού.
47. Το πλαίσιο που προεκτέθηκε στα σημεία 12 έως 20 των προτάσεών μου δεν αμφισβητείται.
48. Στις σκέψεις 54 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο σημείωσε ότι η αρχική έρευνα (Ηνωμένες Πολιτείες και Ταϊλάνδη) διεπόταν από το άρθρο 5 του βασικού κανονισμού, οπότε δεν εισπράττονται –προσωρινοί ή οριστικοί– δασμοί αν η διαδικασία περατωθεί στο στάδιο αυτό, ενώ η επανεξέταση (μεταξύ άλλων, Ιαπωνία) διεπόταν από το άρθρο 11, παράγραφος 2, κατά το οποίο οι δασμοί διατηρούνται σε ισχύ εν αναμονή του αποτελέσματος της επανεξετάσεως.
49. Στη σκέψη 57, κατά της οποίας η Europe Chemi-Con βάλλει με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, «καίτοι οι έρευνες διεξήχθησαν ταυτοχρόνως επί παρεμφερών προϊόντων καταγωγής διαφορετικών χωρών για την ίδια περίοδο έρευνας, και έστω και αν συνήχθησαν εξ αυτών παρεμφερή συμπεράσματα όσον αφορά το ντάμπινγκ, τη ζημία και το κοινοτικό συμφέρον, η […] διαφορετική μεταχείριση […] έχει νομοθετικό έρεισμα στον βασικό κανονισμό και δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως». Προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στις σκέψεις 45 έως 48 της αποφάσεως Sermes (17).
50. Η υπόθεση Sermes ήταν μια υπόθεση όπου δασμός αντιντάμπινγκ είχε επιβληθεί σε ορισμένα προϊόντα προελεύσεως, μεταξύ άλλων, της τότε Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Κατά το Πρωτόκολλο περί του εσωτερικού γερμανικού εμπορίου και των συναφών προβλημάτων, το οποίο είχε προσαρτηθεί στη Συνθήκη ΕΟΚ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απαλλασσόταν από την υποχρέωση να εφαρμόζει στο εσωτερικό γερμανικό εμπόριο τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου· η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, μολονότι δεν ήταν μέλος της Κοινότητας, δεν ήταν χώρα μη μέλος για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, δεν έπρεπε να επιβάλλεται δασμός για τις εισαγωγές από την πρώτη στη δεύτερη. Η Sermes, η οποία εισήγε τα ίδια προϊόντα στη Γαλλία όπου υπέκειντο σε δασμό, προέβαλε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η διαφορετική μεταχείριση, την οποία προβάλλει η Sermes, έχει νομοθετικό έρεισμα στο Πρωτόκολλο αυτό, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης, και δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ως διάκριση».
51. Η Europe Chemi-Con τονίζει τη μεγάλη ομοιότητα των δύο ερευνών στην παρούσα υπόθεση, όπως αναγνωρίζεται τόσο στον επίμαχο κανονισμό όσο και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ισχυρίζεται ότι η συλλογιστική της αποφάσεως Sermes –η μοναδική υπόθεση όπου η ύπαρξη διαφορετικής νομικής βάσεως θεωρήθηκε επαρκής αντικειμενική δικαιολογία για να παρακαμφθεί η απαίτηση της ίσης μεταχειρίσεως– στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το σχετικό Πρωτόκολλο αποτελούσε μέρος του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου και υπερίσχυε του τότε βασικού κανονισμού· η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να μεταφερθεί στην παρούσα υπόθεση, όπου πρόκειται για κανόνες ίσης τυπικής ισχύος.
52. Από την άλλη πλευρά, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι το κρίσιμο στοιχείο στην υπόθεση Sermes ήταν η ύπαρξη διαφορετικής νομικής βάσεως και ότι δεν είχε σημασία η θέση των διαφόρων νομικών βάσεων στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου. Εν προκειμένω, η σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ερευνών συνίσταται στη διαφορετική νομική βάση, στο διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας και στο γεγονός ότι στη μία περίπτωση είχε ήδη επιβληθεί και εισπραχθεί δασμός ενώ στην άλλη όχι.
53. Δύσκολα μπορώ να συμφωνήσω με την ερμηνεία της αποφάσεως Sermes από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η οποία, όπως προκύπτει, είναι και η ερμηνεία της αποφάσεως εκείνης από το Πρωτοδικείο.
54. Πρώτον, η διατύπωση την οποία χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση Sermes αφήνει σαφώς να νοηθεί ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε νομική βάση η οποία πέραν του ότι είναι διαφορετική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συνθήκης.
55. Δεύτερον, το Δικαστήριο ουδέποτε έχει παραπέμψει στην απόφαση εκείνη ως νομολογιακό στήριγμα της απόψεως ότι, όταν δύο καταστάσεις διέπονται από διαφορετικές νομικές διατάξεις, τότε οπωσδήποτε είναι αντικειμενικά διαφορετικές, οπότε δύναται να μη ληφθεί υπόψη η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως· επίσης, το Δικαστήριο ουδέποτε έχει δεχθεί κάτι τέτοιο, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να υπερισχύσει ο τύπος της ουσίας.
56. Πράγματι, αν η άποψη αυτή γινόταν δεκτή χωρίς κανένα περιορισμό, θα επιτρεπόταν στον κοινοτικό νομοθέτη να θεσπίσει διαφορετικές διατάξεις για να ρυθμίσει καταστάσεις που διαφοροποιήθηκαν αυθαίρετα, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου από το Δικαστήριο βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Τα πράγματα δεν μπορεί να έχουν έτσι.
57. Αντιθέτως, όταν δύο καταστάσεις τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως βάσει διαφορετικών κοινοτικών διατάξεων, το Δικαστήριο πρέπει να μπορεί να εξακριβώσει αν οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των καταστάσεων δικαιολογούν την εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων. Το γεγονός ότι έχουν εφαρμογή διαφορετικές διατάξεις έχει να κάνει με την ίδια τη μεταχείριση και όχι με την αντικειμενική κατάσταση η οποία μπορεί είτε να απαιτεί ίση μεταχείριση είτε να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση.
58. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην υπόθεση Sermes, η σχέση μεταξύ της τότε Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ήταν, για σαφείς ιστορικοπολιτικούς λόγους, αντικειμενικά διαφορετική από τη σχέση μεταξύ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των λοιπών κρατών μελών της Κοινότητας.
59. Ούτε είναι αρκετό, όπως ισχυρίζονται το Συμβούλιο και η Επιτροπή, απλώς να λεχθεί ότι οι δύο έρευνες βρίσκονταν σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Διαφορετικά στάδια μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ μπορούν παρά ταύτα να έχουν επαρκή αριθμό κοινών σημαντικών στοιχείων για να μπορέσει να εφαρμοστεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όταν αποφασίζεται αν πρέπει να εισπραχθούν δασμοί.
60. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε αν ήταν αντικειμενικά διαφορετικές η αρχική έρευνα κατά το άρθρο 5 του βασικού κανονισμού και η επανεξέταση που διεπόταν από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, αλλά στηρίχθηκε μόνο στην ύπαρξη διαφορετικής νομικής βάσεως για να συναγάγει ότι δεν μπορούσε να παραβιαστεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
61. Εδώ είναι που θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό και η απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως.
62. Κατόπιν του συμπεράσματος αυτού, μπορεί να παρέλκει να εξεταστεί και αν το Πρωτοδικείο εσφαλμένως ερμήνευσε ή εφάρμοσε το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, όπως προβάλλεται με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Ωστόσο, μπορούν να διατυπωθούν οι ακόλουθες σύντομες παρατηρήσεις.
63. Στη σκέψη 58 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να αποστεί της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού. Η τελευταία διάταξη αφορά μόνον την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ. Όμως, εν προκειμένω, οι δασμοί αντιντάμπινγκ που η προσφεύγουσα όφειλε να καταβάλει κατά την περίοδο από 4 Δεκεμβρίου 1997 έως 28 Φεβρουαρίου 1999 επεβλήθησαν με τον κανονισμό 3482/92 και εξακολούθησαν να εισπράττονται βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, που αποτελεί ειδικό κανόνα. Έτσι, ανεξάρτητα από την κίνηση της διαδικασίας της αρχικής έρευνας επί των εισαγωγών προελεύσεως Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης, η προσφεύγουσα όφειλε να εξακολουθήσει να καταβάλλει δασμούς αντιντάμπινγκ βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού».
64. Η Europe Chemi-Con αμφισβητεί τις κρίσεις ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, «αφορά μόνον την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ» και ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, «αποτελεί ειδικό κανόνα» –με συνέπεια να μην ισχύει εδώ η περιεχόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 5, απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων.
65. Εν προκειμένω, οι διάδικοι αφιέρωσαν μέρος της επιχειρηματολογίας τους στη διάκριση μεταξύ επιβολής και εισπράξεως δασμών. Ωστόσο, νομίζω ότι οποιαδήποτε διάσταση των απόψεών τους είναι περισσότερο φαινομενική και λιγότερο πραγματική. Η αναιρεσείουσα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή στην πραγματικότητα συμφωνούν ότι –όποια και αν είναι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 9.2 του Κώδικα αντιντάμπινγκ (18)– το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά την αρχική απόφαση επιβολής δασμών αλλά και όταν αποφασίζεται να διατηρηθούν οι δασμοί αυτοί (με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η είσπραξή τους) βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2. Πράγματι, όπως δείχνουν τα σημεία 135 και 138 των αιτιολογικών σκέψεων του επίμαχου κανονισμού, η άποψη αυτή ενυπάρχει στην απόφαση να περατωθεί αναδρομικά από τις 28 Φεβρουαρίου 1999 η διαδικασία σχετικά με εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας. Επίσης, ούτε στο όλο πνεύμα ούτε στη διατύπωση του βασικού κανονισμού μπορώ να βρω κάτι που να υποδεικνύει μια διαφορετική ερμηνεία –η οποία εν πάση περιπτώσει δεν θα στοιχούσε με μια διάταξη που σχεδιάστηκε να αποτελέσει έκφραση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
66. Δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο με ποιον ακριβώς τρόπο το Πρωτοδικείο ερμήνευσε τον βασικό κανονισμό στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά, αν θέλησε να πει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεν έχει εφαρμογή για τη διατήρηση των δασμών κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, τότε νομίζω ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη.
Το ακυρωτικό αίτημα
67. Αν αναιρεθεί η απόφαση κατά της οποίας έχει υποβληθεί αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο δύναται, κατά το άρθρο 61 του Οργανισμού του, να εκδώσει το ίδιο οριστική απόφαση επί της προσφυγής, εφόσον η υπόθεση είναι ώριμη να εκδικασθεί. Εν προκειμένω, υπήρξε επαρκής συζήτηση.
68. Δεν αμφισβητείται ότι ήταν ενδεδειγμένο να έχει αναδρομική ισχύ ο επίμαχος κανονισμός. Το μόνο που μένει να κριθεί είναι από ποια ημερομηνία έπρεπε να ισχύσει αναδρομικά.
69. Με τον επίμαχο κανονισμό αποφασίστηκε ότι η ημερομηνία αυτή πρέπει να είναι η 28η Φεβρουαρίου 1999, στην ουσία για τον λόγο ότι μετά την ημερομηνία αυτή δεν επιβλήθηκαν δασμοί αντιντάμπινγκ σε εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης, οπότε δεν μπορούσε να επιβληθεί δασμός σε εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας.
70. Δεν βρίσκω πειστική την αιτιολογία αυτή, την οποία εν προκειμένω επανέλαβαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
71. Η εν λόγω ημερομηνία δεν σηματοδοτεί την αρχή μιας περιόδου μη επιβολής δασμών σε εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης. Αντιθέτως, ως η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία το Συμβούλιο μπορούσε να επιβάλει οριστικούς δασμούς για τα προϊόντα αυτά, είχε διττή σημασία: δεν επιβλήθηκαν για το μέλλον οριστικοί δασμοί και δεν εισπράχθηκαν οι προσωρινοί δασμοί του παρελθόντος.
72. Έτσι, η κατάσταση των εισαγωγών ΗΠΑΜΜ καταγωγής των χωρών αυτών στην πραγματικότητα ουδόλως μεταβλήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1999. Τόσο πριν όσο και μετά από την ημερομηνία αυτή, δεν επιβλήθηκαν δασμοί. Η κατάσταση δεν άλλαξε ούτε όσον αφορά τις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας. Τόσο πριν όσο και μετά από την ημερομηνία αυτή, εξακολουθούσαν να επιβάλλονται δασμοί σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, ενώ συνεχιζόταν η επανεξέταση, και το συμπέρασμα ότι μπορούσαν να ανανεωθούν φαίνεται να συνήχθη αργότερα (19).
73. Εφόσον ο καθορισμός της κατάλληλης ημερομηνίας για την έναρξη της ισχύος του επίμαχου κανονισμού εξαρτόταν από την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδεδειγμένη μια ημερομηνία κατά την οποία στην πραγματικότητα δεν άλλαξε καμία από τις καταστάσεις που έπρεπε να συγκριθούν.
74. Αντιθέτως, η ημερομηνία της 4ης Δεκεμβρίου 1997, την οποία επικαλέστηκε η Europe Chemi-Con, είναι κατάλληλη υπό το φως της αρχής αυτής. Την ημερομηνία εκείνη, όντως άλλαξε η κατάσταση όσον αφορά τις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας. Οι οριστικοί δασμοί που είχαν επιβληθεί δεν εισπράττονταν πια βάσει των αρχικών διαπιστώσεων σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και το κοινοτικό συμφέρον, αλλά βάσει μιας διατάξεως η οποία σιωπηρώς δέχεται ότι οι παράγοντες αυτοί εξακολουθούν να ισχύουν εν αναμονή του αποτελέσματος της επανεξετάσεως μέτρων των οποίων επίκειται η λήξη.
75. Επιπλέον, όμοια παραδοχή αποτελεί το υπόβαθρο των προσωρινών δασμών που επιβλήθηκαν τότε σε εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης. Και στις δύο περιπτώσεις, από τις 4 Δεκεμβρίου 1997 και μετά είχε αρχίσει και συνεχιζόταν έρευνα. Και οι δύο έρευνες οδήγησαν την Επιτροπή στην ουσία στο ίδιο συμπέρασμα σχετικά με ομοειδή προϊόντα. Είναι λογικό οι δύο καταστάσεις να τύχουν της ίδιας μεταχειρίσεως όσον αφορά την επιβολή δασμών και, εφόσον ουδέποτε κατά την περίοδο αυτή εισπράχθηκαν δασμοί για εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών και Ταϊλάνδης, είναι λογικό να μην εισπραχθούν δασμοί για εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας.
76. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο κανονισμός πρέπει να ισχύσει από τις 4 Δεκεμβρίου 1997.
77. Ωστόσο, η πιο πάνω διεύρυνση της αναδρομικής ισχύος δύναται να αφορά μόνο την αναιρεσείουσα. Στο πλαίσιο μιας κρίσεως επί του παραδεκτού της προσφυγής, κρίσεως η οποία διατυπώθηκε στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και δεν αμφισβητήθηκε, το Πρωτοδικείο σημείωσε ότι η Europe Chemi-Con ζητεί την ακύρωση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 3 του επιμάχου κανονισμού «στο μέτρο που η εν λόγω διάταξη αφορά την προσφεύγουσα». Πάντως, στην απόφαση Nachi Europe (20), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι, «οσάκις κανονισμός περί θεσπίσεως δασμού αντιντάμπινγκ επιβάλλει διαφορετικούς δασμούς σε σειρά εταιριών, αφορούν ατομικά μια εταιρία μόνον εκείνες οι διατάξεις που της επιβάλλουν ειδικό δασμό αντιντάμπινγκ και καθορίζουν το σχετικό ποσό, και όχι εκείνες που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ σε άλλες εταιρίες, οπότε η προσφυγή της εταιρίας αυτής είναι παραδεκτή μόνο στο μέτρο που ζητεί την ακύρωση εκείνων των διατάξεων του κανονισμού που την αφορούν αποκλειστικώς».
78. Κατά συνέπεια, η απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση δύναται να αφορά τον επίμαχο κανονισμό μόνο κατά το μέρος που αυτός θίγει τις από τη Europe Chemi-Con εισαγωγές ΗΠΑΜΜ που κατασκευάστηκαν στην Ιαπωνία από τη μητρική της εταιρία Nippon Chemi-Con.
Συμπέρασμα
79. Κατόπιν των ανωτέρω είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-89/00 κατά το μέρος που απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως·
2) να ακυρώσει το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 173/2000 του Συμβουλίου κατά το μέρος που αφορά ΗΠΑΜΜ που εισήχθησαν από τη Europe Chemi-Con και κατασκευάστηκαν στην Ιαπωνία από τη Nippon Chemi-Con, στο μέτρο που δεν ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός ισχύει από τις 4 Δεκεμβρίου 1997·
3) να καταδικάσει το Συμβούλιο στα έξοδα τόσο της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου, εξαιρουμένων των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής η οποία, έχοντας ασκήσει παρέμβαση, πρέπει να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός της 22ας Δεκεμβρίου 1995 (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1).
3 – Στην αγγλική γλώσσα η επανεξέταση αυτή αποκαλείται, πιο ευφάνταστα, και «sunset review» («επανεξέταση αρξαμένης της δύσεως»).
4 – Πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) – Παράρτημα 1 – Παράρτημα 1A – Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΠΟΕ-ΓΣΔΕ 1994) (ΕΕ 1994, L 336, σ. 103)· βλ. τα σημεία 3 έως 5 των αιτιολογικών σκέψεων του βασικού κανονισμού.
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3482/92 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1992, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών στην Κοινότητα ορισμένων ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας και την οριστική είσπραξη προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ (ΕΕ L 353, σ. 1).
6 – Κανονισμός (ΕΚ) 1384/94 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1994, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ΗΠΑΜΜ καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊβάν (ΕΕ L 152, σ. 1).
7 – ΕΕ C 363, σ. 2.
8 – ΕΕ C 365, σ. 5.
9 – ΕΕ C 107,σ. 4.
10 – Κανονισμός (ΕΚ) 1845/98 της Επιτροπής, της 27ης Αυγούστου 1998, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Ταϊλάνδης (ΕΕ L 240, σ. 4).
11 – Κανονισμός της 24ης Ιανουαρίου 2000 για την περάτωση των διαδικασιών αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων ΗΠΑΜΜ καταγωγής Ιαπωνίας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊβάν (ΕΕ L 22, σ. 1).
12 – Η ελαφρά διαφοροποίηση του αιτήματος αυτού σε σχέση με τον παλαιότερο ισχυρισμό της Nippon Chemi-Con ότι η αναδρομική ισχύς πρέπει να αρχίσει από τις 3 Δεκεμβρίου μπορεί να οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι εκείνο που νοούνταν ήταν «από τα μεσάνυχτα της 3ης Δεκεμβρίου». Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι αυτό που προβάλλεται στην παρούσα διαδικασία είναι η αναδρομικότητα από τις 4 Δεκεμβρίου 1997, την πρώτη ημέρα που εισπράχθηκαν δασμοί σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού και όχι σύμφωνα με τον κανονισμό 3482/92.
13 – T-89/00, Europe Chemi-Con (Deutschland) (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-3651).
14 – Εδώ, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-390/98, Banks (Συλλογή 2001, σ. I-6117, σκέψη 35).
15 – Όταν δεν επιβάλλονται οριστικοί δασμοί, νομίζω ότι είναι κοινοτική πρακτική να μην εισπράττονται οι προσωρινοί δασμοί, μολονότι δεν φαίνεται να υπάρχει νομοθετική επιταγή για αυτό.
16 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-323/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3027, σκέψεις 45 έως 48).
17 – Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 15.
18 – Το Συμβούλιο προσκόμισε μια έκθεση της ειδικής ομάδας της ΓΣΔΕ της 4ης Ιουλίου 1995 (ADP/137 EC – Επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ σε βαμβακερά νήματα προελεύσεως Βραζιλίας) η οποία αφήνει να νοηθεί (ιδίως στα σημεία 557 και 558) ότι το άρθρο 9.2 (για την ακρίβεια, η πανομοιότυπη διάταξη που ίσχυε προηγουμένως, δηλαδή το άρθρο 8.2 του Κώδικα αντιντάμπινγκ του 1979) έχει εφαρμογή μόνο κατά το στάδιο της εισπράξεως και όχι στις αποφάσεις επιβολής δασμών.
19 – Βλ. το ενημερωτικό έγγραφο της 21ης Μαΐου 1999 που προσκομίστηκε ως παράρτημα IX του δικογράφου της προσφυγής.
20 – Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-239/99 (Συλλογή 2001, σ. Ι-1197, σκέψη 22).
Full & Egal Universal Law Academy