ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 2ας Ιουνίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-441/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους – Ελεύθερη κυκλοφορία – Οδηγία 64/221/ΕΟΚ – Απέλαση αλλοδαπών πολιτών ΕΕ – Λήψη υπόψη των προσωπικών συνθηκών – Δημόσια τάξη – Ειδική πρόληψη – Θεμελιώδη δικαιώματα – Προστασία της οικογενειακής ζωής – Άμεση εκτέλεση σε επείγουσες περιπτώσεις»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο (παραπομπή)
III – Τα περιστατικά, η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και η ένδικη διαδικασία
IV – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Α – Σημασία της διοικητικής πρακτικής για την εκτίμηση των νομοθετικών διατάξεων
Β – Η σημασία μεμονωμένων περιπτώσεων για την εκτίμηση της διοικητικής πρακτικής
V – Πρώτο αίτημα της προσφυγής: ο χαρακτήρας της απομακρύνσεως
Α – Η μομφή της πλημμελούς μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2. Νομική εκτίμηση
Β – Η αιτίαση της πλημμελούς εφαρμογής
1. Το περιεχόμενο της αιτιάσεως
2. Επί της μομφής ότι η διοικητική πρακτική δεν ανταποκρίνεται προς τους όρους του κοινοτικού δικαίου
VI – Δεύτερο αίτημα της προσφυγής: Όροι για τους περιορισμούς της ελευθερίας
A – Η μομφή της πλημμελούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2. Νομική εκτίμηση
α) Κατ’ αρχήν ασάφεια ως προς τη ρύθμιση περί αδειών διαμονής περιορισμένης διάρκειας (άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του AufenthG/EWG)
β) Ασάφεια σε συνάρτηση με τη ρύθμιση περί αδειών διαμονής αόριστης διάρκειας (άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του AufenthG/EWG)
Β – Η μομφή της πλημμελούς εφαρμογής
1. Επί του παραδεκτού
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
2. Επί του βασίμου
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
VII – Τρίτο αίτημα της προσφυγής: Ανεπιτρέπτως λαμβάνονται υπόψη θεωρήσεις γενικής προλήψεως
Α – Η μομφή της πλημμελούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
1. Επί του παραδεκτού
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
2. Επί του βασίμου
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
β) Νομική εκτίμηση
Β – Η μομφή της πλημμελούς εφαρμογής
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2. Νομική εκτίμηση
VIII – Τέταρτο αίτημα της προσφυγής: το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής
Α – Έλλειψη σταθμίσεως των συμφερόντων
Β – Πλημμελής στάθμιση των συμφερόντων
Γ – Συμπέρασμα
IX – Πέμπτο αίτημα της προσφυγής: Εντολή άμεσης εκτελέσεως
Α – Ισχυρισμοί των διαδίκων
Β – Νομική εκτίμηση
1. Το περιεχόμενο της αποφάσεως C‑482/01 και C‑493/01
2. Έλλειψη εξετάσεως του επείγοντος χαρακτήρα μιας περιπτώσεως
X – Δικαστικά έξοδα
XI – Πρόταση
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
(Νομικό πλαίσιο)
Α – Κοινοτικό δίκαιο
1. Οδηγία 64/221/ΕΟΚ
2. Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68
3. Οδηγία 73/148/ΕΟΚ
4. Οδηγία 90/364/ΕΟΚ
Β – Εθνικό δίκαιο
1. Ausländergesetz [νόμος περί αλλοδαπών]
3. Άρθρο 80, παράγραφος 2, του Verwaltungsgerichtsordnung [κώδικα διοικητικής δικονομίας]
I – Εισαγωγή
1. Στην εν προκειμένω διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι, κατά την άποψή της, ούτε η από απόψεως νομοθεσίας κατάσταση στη Γερμανία, ως προς την απέλαση αλλοδαπών πολιτών ΕΕ, ανταποκρίνεται με την αναγκαία σαφήνεια προς τους κοινοτικούς κανόνες ούτε η στηριζόμενη σ’ αυτή τη νομοθεσία διοικητική πρακτική.
2. Η Επιτροπή προβάλλει ειδικότερα παράβαση των ακόλουθων διατάξεων: των άρθρων 18 ΕΚ και 39 ΕΚ, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών (2), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας (3), της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών (4), και της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (5).
II – Νομικό πλαίσιο (παραπομπή)
3. Οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και του γερμανικού δικαίου παρατίθενται στο παράρτημα.
III – Τα περιστατικά, η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και η ένδικη διαδικασία
4. Κατόπιν αναφορών και καταγγελιών, που περιήλθαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Επιτροπή και αφορούσαν την απέλαση διαφόρων Ιταλών υπηκόων από αρχές της Βάδης-Βυρτεμβέργης, η Επιτροπή διεξήγαγε έρευνες το 1998.
5. Όταν η Επιτροπή κατέληξε στο ότι ορισμένες γερμανικές διατάξεις και διοικητικές πρακτικές στη νομοθεσία περί αλλοδαπών δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο, απέστειλε στις 8 Ιουλίου 1998 έγγραφο οχλήσεως στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση.
6. Η απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως της 25ης Μαρτίου 1999 δεν μπόρεσε, κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, να αποδυναμώσει την υπόνοια παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, απηύθυνε στη Γερμανική Κυβέρνηση, στις 24 Ιουλίου 2000, αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία εξέθεσε τις παραβάσεις και με την οποία κάλεσε τη Γερμανία να λάβει, εντός δύο μηνών, τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου οι προβαλλόμενες αιτιάσεις να καταστούν άνευ αντικειμένου.
7. Η Επιτροπή εξακολουθούσε, και μετά την απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως στις 26 Σεπτεμβρίου 2000, να θεωρεί ότι η Γερμανία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, με δικόγραφο της 4ης Δεκεμβρίου 2002, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Δεκεμβρίου 2002, άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
8. Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1. Να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
α) παραλείποντας να καταστήσει αρκούντως σαφές με τη νομοθεσία της ότι δεν επιτρέπεται διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως να στηρίζονται σε εξουσιοδοτικό έρεισμα που επιβάλλει υποχρεωτικώς ή κατά κανόνα υποχρεωτικώς, συνεπεία τελεσίδικης ποινικής καταδίκης, την απέλαση και στηρίζοντας την έκδοση διαταγών απελάσεως πολιτών της Ενώσεως σ’ αυτό το ασαφές εξουσιοδοτικό έρεισμα,
β) μη μεταφέροντας με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του Αufenthaltsgesetz/EWG [νόμου περί διαμονής κοινοτικών υπηκόων] στο εσωτερικό δίκαιο με την απαιτούμενη σαφήνεια τους προκύπτοντες από το κοινοτικό δίκαιο όρους για τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ή στηρίζοντας την έκδοση διαταγών απελάσεως πολιτών της Ενώσεως σ’ αυτό το ασαφές εξουσιοδοτικό έρεισμα,
γ) παραλείποντας να καταστήσει αρκούντως σαφές με τη νομοθεσία της ότι δεν επιτρέπεται διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως να στηρίζονται σε εξουσιοδοτικό έρεισμα που επιδιώκει σκοπούς γενικής προλήψεως και αιτιολογώντας διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι άλλων αλλοδαπών,
δ) εκδίδοντας διαταγές απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως με τις οποίες δεν διασφαλίζεται η ενδεδειγμένη σχέση μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, αφενός, και της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως, αφετέρου,
ε) διατάσσοντας την άμεση εκτέλεση διαταγών απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως μολονότι δεν επρόκειτο για επείγουσες περιπτώσεις,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 18 και 39 της Συνθήκης ΕΚ, από το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής ως γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, καθώς και από τα άρθρα 3 και 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη μετακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, από τα άρθρα 1, 4, 5, 8 και 10 της οδηγίας 73/148/ΕΟΚ, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών, και από τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 90/364/EOK, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής.
2. Να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
IV – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
9. Στην εν προκειμένω διαδικασία ανακύπτουν, μεταξύ άλλων, δύο βασικά νομικά ζητήματα ως προς τη νομική σημασία μιας συγκεκριμένης διοικητικής πρακτικής, τα οποία πρέπει να εξετασθούν κατά προτεραιότητα.
Α – Σημασία της διοικητικής πρακτικής για την εκτίμηση των νομοθετικών διατάξεων
10. Η εν προκειμένω διαδικασία αφορά, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν η πρακτική της διοικήσεως έχει επίσης σημασία για την ερμηνεία των εθνικών νομοθετικών διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται η πρακτική αυτή. Ειδικότερα, πρόκειται για το αν από την πρακτική της διοικήσεως μπορεί να συναχθεί η ασάφεια και, επομένως, ο παράνομος χαρακτήρας των εθνικών νομοθετικών διατάξεων.
11. Εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί ως βάση η θεμελιώδης απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας (6). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τη σημασία που έχουν εθνικές νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις, λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας τους από τα εθνικά δικαστήρια (7).
12. Συναφώς, το Δικαστήριο έθεσε το ακόλουθο κριτήριο:
«32. Συναφώς, δικαστικές αποφάσεις μεμονωμένες ή αποτελούσες ισχνή μειοψηφία στο πλαίσιο μιας νομολογίας ακολουθούσας άλλη κατεύθυνση, ή ακόμα μια ερμηνεία ανατραπείσα από το ανώτατο εθνικό δικαστήριο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση ερμηνείας που ακολουθείται από σημαντικό μέρος της νομολογίας και δεν έχει ανατραπεί –ή, ενδεχομένως, και έχει επικυρωθεί– από το εν λόγω ανώτατο δικαστήριο.»
13. Επίσης, με τη σκέψη 33 της αποφάσεως σ’ αυτήν την υπόθεση, το Δικαστήριο απέδωσε σημασία σε «ερμηνείες εκ μέρους των δικαστηρίων». Από αυτό συνάγεται ότι η ύπαρξη διοικητικής πρακτικής δεν αρκεί αφ’ εαυτής. Αυτό δεν αναιρείται από τα εκτιθέμενα στη σκέψη 41, όπου το Δικαστήριο αναφέρεται επίσης στην εκ μέρους της διοικήσεως ερμηνεία και εφαρμογή, διότι, στην ίδια σκέψη, το Δικαστήριο επισημαίνει συγχρόνως την ερμηνεία και εφαρμογή από «σημαντικό μέρος των δικαστηρίων», συμπεριλαμβανομένου του αρμόδιου ανώτατου δικαστηρίου.
14. Στην εν προκειμένω διαδικασία, αντιθέτως, κατέστη φανερό ότι τα δικαστήρια, ιδίως τα διοικητικά, κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν τη διοικητική πρακτική.
15. Επομένως, μια διοικητική πρακτική, όπως η εν προκειμένω, η οποία αφορά σχεδόν αποκλειστικώς αποφάσεις ληφθείσες από Regierungspräsidium [τοπική διοικητική αρχή μέσης βαθμίδας], των οποίων δεν αμφισβητείται η σχετικής μόνον αξίας σημασία, δεν μπορεί αφ’ εαυτής και μόνο να αποτελέσει κριτήριο για το πώς πρέπει να ερμηνεύεται μια νομοθετική ή διοικητική διάταξη.
16. Βεβαίως, αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι μια διοικητική πρακτική μπορεί επίσης αφ’ εαυτής να συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
Β – Η σημασία μεμονωμένων περιπτώσεων για την εκτίμηση της διοικητικής πρακτικής
17. Στο δικόγραφο της προσφυγής της η Επιτροπή τονίζει ότι αναφέρεται σε μεμονωμένες περιπτώσεις μόνον ως παράδειγμα και χάριν σκιαγραφήσεως δειγμάτων αποφάσεων και διοικητικών πρακτικών. Επομένως, η Επιτροπή δεν επιθυμεί την καταδίκη του καθού κράτους μέλους ως προς κάθε μία από τις μεμονωμένες αυτές περιπτώσεις.
18. Δεδομένου όμως ότι η Επιτροπή προβάλλει τον από απόψεως παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου παράνομο χαρακτήρα της διοικητικής πρακτικής καθεαυτήν, οι περιπτώσεις αυτές έχουν εντούτοις σημασία. Συνεπώς, περιττεύει η εξέταση του ζητήματος από ποιο σημείο υφίσταται διοικητική πρακτική που μπορεί να ελεγχθεί ως συνιστώσα παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Ομοίως δεν χρειάζεται να ερευνηθεί αν υπήρξε συστηματική παράβαση ορισμένων διατάξεων του παραγώγου δικαίου (8).
19. Πράγματι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σε διάφορους τομείς, ακόμη και μια μοναδική περίπτωση της διοικητικής πρακτικής μπορεί να συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Αυτό ισχύει, παραδείγματος χάριν, για το δίκαιο της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (9), το δίκαιο του περιβάλλοντος (10) και –χαρακτηριστικά για την υπό κρίση περίπτωση– για το δικαίωμα διαμονής κατά τις εν προκειμένω σχετικές οδηγίες (11).
V – Πρώτο αίτημα της προσφυγής: ο χαρακτήρας της απομακρύνσεως
20. Με το πρώτο αίτημα της προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το άρθρο 47 του νόμου περί αλλοδαπών (Ausländergesetz, στο εξής: AuslG) είναι ασαφές ως προς τον υποχρεωτικό χαρακτήρα ή τον κατά κανόνα υποχρεωτικό χαρακτήρα της απελάσεως, καθώς και ότι η γερμανική διοίκηση στήριξε αποφάσεις περί απελάσεως πολιτών της Ενώσεως σ’ αυτό το ασαφές εξουσιοδοτικό έρεισμα.
Α – Η μομφή της πλημμελούς μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
21. Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι διατάξεις του άρθρου 47 του AuslG τελούν σε άκρα και μη δυνάμενη να αρθεί αντίφαση προς τους όρους του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 64/221, διότι το άρθρο 47 του AuslG προβλέπει την υποχρεωτική ή την κατά κανόνα υποχρεωτική απέλαση, όταν ο αλλοδαπός έχει καταδικασθεί συνεπεία μιας από τις αναφερόμενες σ’ αυτή τη διάταξη αξιόποινες πράξεις. Η αρχή οφείλει να απελάσει τον αλλοδαπό και ουδόλως έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει άλλως.
22. Η παρεμβαίνουσα υπέρ της Επιτροπής Ιταλική Κυβέρνηση εκθέτει, συμφωνούσα ως προς αυτό το σημείο, ότι η γερμανική νομοθεσία περί αλλοδαπών δεν συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, διότι επιτάσσει την αυτόματη απέλαση ενός πολίτη άλλου κράτους μέλους αποκλειστικώς και μόνο λόγω μιας ποινικής καταδίκης.
23. Η Γερμανική Κυβέρνηση, αντιθέτως, εκθέτει ότι κατά το γερμανικό δίκαιο υποχρεωτική απέλαση πολιτών της Ενώσεως μπορεί να επέλθει μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, καθοριστικής σημασίας για την απέλαση πολιτών της Ενώσεως είναι όχι μόνον η ρύθμιση του άρθρου 47 του AuslG, αλλά και τα άρθρα 12 του Gesetz über Einreise und Aufenthalt von Staatsangehörigen der Mitgliedstaaten der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft [νόμου περί εισόδου και διαμονής υπηκόων των κρατών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας] (στο εξής: AufenthG/EWG) και 4 της Freizügigkeitsverordnung/EG [κανονιστικής αποφάσεως περί ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών υπηκόων].
24. Η προνομιούχος θέση των πολιτών της Ενώσεως έναντι υπηκόων άλλων τρίτων κρατών καθίσταται αντιληπτή από το γεγονός ότι η Γερμανία, παράλληλα με ένα γενικό νόμο περί αλλοδαπών, έχει θεσπίσει έναν ειδικό νόμο, τον AufenthG/EWG, καθώς και την κανονιστική απόφαση Freizügigkeitsverordnung/EG μόνο για πολίτες της Ενώσεως. Η θέσπιση ενός γενικού νόμου, το περιεχόμενο του οποίου σε ειδικούς τομείς συμπληρώνεται με έναν ειδικό νόμο, αποτελεί συνήθη νομοτεχνική μέθοδο. Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του AuslG διευκρινίζεται ρητώς η υπεροχή των ρυθμίσεων του AufenthG/EWG έναντι των ρυθμίσεων του AuslG. Αυτό σημαίνει ότι η έννομη συνέπεια της υποχρεωτικής απελάσεως ή της κατά κανόνα απελάσεως επέρχεται έναντι πολιτών της Ενώσεως, μόνον όταν πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις του άρθρου 12 του AufenthG/ EWG.
2. Νομική εκτίμηση
25. Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη το Δικαστήριο (12), απόφαση για ισόβια απέλαση που διατάσσεται αυτομάτως συνεπεία ποινικής καταδίκης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε η ατομική συμπεριφορά του δράστη της παραβάσεως ούτε ο εντεύθεν κίνδυνος για τη δημόσια τάξη, δεν συνάδει προς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε προς το άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ και το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 (13).
26. Κατά το σκεπτικό του Δικαστηρίου, η αιτιολόγηση ενός μέτρου απελάσεως ως εμποδίου στη χρήση των ελευθεριών των πολιτών της Ενώσεως για λόγους δημοσίας τάξεως μπορεί να γίνει δεκτή μόνον όταν, εκτός της διαταράξεως της κοινωνικής τάξεως που συνεπάγεται κάθε παράβαση νόμου, υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή, θίγουσα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (14). Επομένως, η ύπαρξη ποινικής καταδίκης μπορεί να δικαιολογήσει την απέλαση μόνον αν από τις περιστάσεις που οδήγησαν στην καταδίκη αυτή προκύπτει απόφαση ύπαρξη ατομικής συμπεριφοράς που συνιστά ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως (15).
27. Επομένως, νομοθεσία που προβλέπει, χωρίς εξέταση των ατομικών περιστάσεων του υπό απέλαση, την υποχρεωτική ή την κατά κανόνα απέλαση αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο.
28. Στην υπόθεση Ορφανόπουλος, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, το ερώτημα αν το άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ και το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τις εθνικές αρχές να απελαύνουν υπηκόους άλλων κρατών μελών που καταδικάστηκαν, λόγω εκ προθέσεως παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκων διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών χωρίς αναστολή ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή χωρίς αναστολή.
29. Το Δικαστήριο έχει πει ότι η απέλαση βάσει εθνικής ρυθμίσεως που προβλέπει την απέλαση υπηκόων άλλων κρατών μελών, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε ορισμένες ποινές για συγκεκριμένα εγκλήματα, διατάσσεται αυτομάτως, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε η ατομική συμπεριφορά του δράστη της παραβάσεως ούτε ο εντεύθεν κίνδυνος για τη δημόσια τάξη (16).
30. Πάντως, στις υποθέσεις Ορφανόπουλος και Oliveri, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν το άρθρο 47 του AuslG συνάδει προς το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν έχει ακόμη διασαφηνισθεί οριστικώς. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια αν οι κανόνες του γερμανικού δικαίου σημαίνουν ότι υφίσταται ένας τέτοιου είδους αυτοματισμός.
31. Το άρθρο 47 του AuslG προβλέπει, για τελεσίδικες καταδίκες συνεπεία ορισμένων αξιόποινων πράξεων που τελέστηκαν από πρόθεση, την υποχρεωτική απέλαση (παράγραφος 1), συνεπεία δε άλλων αξιόποινων πράξεων που τελέστηκαν από πρόθεση (παράγραφος 2, σημείο 1) την κατά κανόνα απέλαση. Στις διατάξεις αυτές υπόκεινται επίσης πολίτες της Ενώσεως δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του AuslG, κατά το οποίο αλλοδαπός είναι όποιος δεν είναι Γερμανός.
32. Επομένως, το άρθρο 47 του AuslG επιτάσσει με την παράγραφο 1 την υποχρεωτική απέλαση σε κάθε περίπτωση τελεσίδικης ποινικής καταδίκης και δεν αφήνει κανένα πεδίο εκτιμήσεως ατομικών περιστάσεων. Τελικά, το ίδιο ισχύει για την κατά κανόνα απέλαση, την οποία επιτάσσει το άρθρο 47, παράγραφος 2, του AuslG. Εδώ, ναι μεν υφίσταται ευχέρεια εκτιμήσεως, πλην όμως διαφορετική έννομη συνέπεια μπορεί να προκύψει μόνο συνεπεία περιστάσεων που θα καθιστούσαν άλλως δυσανάλογη την κατά κανόνα απέλαση, πράγμα που βεβαίως μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις με ασυνήθη εξέλιξη. Όμως, ουδόλως προβλέπεται ότι πρέπει κανονικά να λαμβάνεται υπόψη η ατομική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου.
33. Επομένως, το άρθρο 47, παράγραφος 1, και –επίσης– παράγραφος 2, σημείο 1, του AuslG επιτάσσουν την αυτόματη απέλαση. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές, θεωρούμενες μεμονωμένως, δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο.
34. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γερμανός νομοθέτης προέβη με τον AufenthG/EWG σε ειδικές ρυθμίσεις για την απέλαση πολιτών της Ενώσεως. Το άρθρο 12, παράγραφος 3, του AufenthG/EWG ορίζει ότι λήψη μέτρων επιτρέπεται μόνον όταν η ατομική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου δίνει αφορμή προς τούτο. Το άρθρο 12, παράγραφος 4, του ίδιου νόμου θέτει ρητώς τον κανόνα ότι το γεγονός και μόνον ποινικής καταδίκης δεν αρκεί για τη δικαιολόγηση περιοριστικών του δικαιώματος διαμονής μέτρων ή αποφάσεων. Επομένως, το άρθρο 12 λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας.
35. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του AuslG ρυθμίζει τη μεταξύ των δύο αυτών νόμων σχέση κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο AuslG έχει εφαρμογή μόνον όταν το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και ο AufenthG/ EWG δεν περιέχουν αποκλίνουσες διατάξεις.
36. Επομένως, το βασικό ζήτημα είναι αν αυτή η οικονομία των εφαρμοστέων νόμων, δηλαδή η εφαρμογή του AuslG σε πολίτες της Ενώσεως ως lex generalis και του AufenthG/EWG ως lex specialis, ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας 64/221.
37. Κατά τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η επιλογή του τύπου και των μέσων απόκειται στο κράτος μέλος, η δε οδηγία είναι δεσμευτική μόνον ως προς το αποτέλεσμά της (17). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να παρέχεται στο κράτος μέλος η δυνατότητα να εντάσσει την προς υλοποίηση ρύθμιση στο νομικό του σύστημα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να μην περιέχει εντός του εν λόγω συστήματος ξένα σώματα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, στο κράτος μέλος απόκειται επίσης να ρυθμίζει τη σχέση της ενδεχομένως παράλληλης εφαρμογής νόμων και να επιλύει τα σχετικά με αυτή ζητήματα κατά πλέον σύμφωνο προς την έννομη τάξη του τρόπο, συγχρόνως όμως και κατά ορθή μεταφορά του κοινοτικού δικαίου στο εσωτερικό του δίκαιο.
38. Ο Γερμανός νομοθέτης μετέφερε την οδηγία 64/221 στο εσωτερικό δίκαιο με τον AufenthG/EWG και, επομένως, θέσπισε τις ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν σε αντιστοιχία προς το κοινοτικό δίκαιο τη διαμονή πολιτών της Ενώσεως στο ομοσπονδιακό έδαφος.
39. Τις ειδικές αυτές διατάξεις περιέλαβε σε έναν αυτοτελή νόμο και διαμόρφωσε τη σχέση του προς τον AuslG, ο οποίος έχει εφαρμογή σε όλους τους αλλοδαπούς, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο πρώτος να υπερισχύει του δεύτερου.
40. Η εφαρμογή ενός νόμου ως lex specialis σημαίνει ότι αυτός, εντός των ορίων του πεδίου του εφαρμογής, εκτοπίζει τον γενικότερο νόμο ως προς την εφαρμογή του. Σ’ αυτή την έκταση, εφαρμοστέος τελικά από ουσιαστικής απόψεως είναι αποκλειστικώς ο ειδικότερος νόμος.
41. Συνεπώς, οι πολίτες της Ενώσεως υπάγονται κατ’ αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του AuslG. Ουσιαστικού δικαίου ρύθμιση, όμως, επέρχεται αποκλειστικώς βάσει του AufenthG/EWG, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του. Επομένως, καθόσον πρόκειται για πολίτες της Ενώσεως, οι οποίοι βάσει του κοινοτικού δικαίου απολαύουν ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια των άρθρων 18 ΕΚ και 39 ΕΚ, παρέχεται σ’ αυτούς η κατά απελάσεως προστασία του AufenthG/EWG, αυτό δε μάλιστα όπως προβλέπεται στην οδηγία 64/221.
42. Τέλος, η αρχή της κατισχύσεως του ειδικότερου νόμου αποτελεί αρχή κοινή στις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών και, επομένως, δεν δημιουργεί αβεβαιότητες ως προς το ζήτημα του εφαρμοστέου νόμου. Αυτό έχει επίσης αναγνωρισθεί ρητώς από το Δικαστήριο ως προς την αρχή της υπεροχής του νεώτερου νόμου έναντι του παλαιότερου (18).
43. Επομένως, πρέπει τελικώς να γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω το άρθρο 47 του AuslG δεν είναι ασαφές και, κατά συνέπεια, ούτε αντιφάσκει προς τους κοινοτικούς κανόνες του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 64/221.
44. Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου αιτήματος της προσφυγής είναι αβάσιμο.
Β – Η αιτίαση της πλημμελούς εφαρμογής
1. Το περιεχόμενο της αιτιάσεως
45. Η Επιτροπή βάλλει κατά μιας διοικητικής πρακτικής, η οποία φέρεται να στηρίζεται στον, όπως περιγράφεται στην προσφυγή της, αυτόματο χαρακτήρα της απελάσεως. Επομένως, τίθεται εκ προοιμίου το ζήτημα του τι νοεί εν προκειμένω η Επιτροπή ως διοικητική πρακτική.
46. Στο σημείο 15 το δικογράφου της προσφυγής, η Επιτροπή προβάλλει ότι αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής δεν είναι η εξέταση επί μέρους ζητημάτων σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Επομένως, μεμονωμένες περιπτώσεις αναφέρονται μόνον ως παράδειγμα και χάριν σκιαγραφήσεως. Η μνεία μεμονωμένων περιπτώσεων δεν αποκλείει ότι και άλλες ακόμη περιπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν ως παραδείγματα για την εκάστοτε προβαλλόμενη νομική παράβαση.
47. Από αυτό συνάγεται ότι υπό την έννοια της διοικητικής πρακτικής η Επιτροπή αντιλαμβάνεται μια πληθώρα ατομικών αποφάσεων.
2. Επί της μομφής ότι η διοικητική πρακτική δεν ανταποκρίνεται προς τους όρους του κοινοτικού δικαίου
48. Κατά την Επιτροπή, οι γερμανικές αρχές, σε όλες τις αναφερθείσες περιπτώσεις, στήριξαν τις διαταγές απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως στο νομικό έρεισμα του άρθρου 47 του AuslG και, κατά συνέπεια, εξέθεσαν σε πολυάριθμα εντάλματα προς αιτιολόγηση της διοικητικής αποφάσεως ότι πρόκειται για δεσμευτική απόφαση που δεν τελεί υπό τη διακριτική ευχέρεια των αρχών.
49. Η Γερμανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι στην περίπτωση απελάσεως πολιτών της Ενώσεως εφαρμόζονται κάθε φορά όλες οι σχετικές διατάξεις σε συνδυασμό μεταξύ τους και, επομένως, χρήση του άρθρου 47 του AuslG γίνεται μόνον εντός του πλαισίου του άρθρου 12 του AufenthG/EWG. Εξάλλου, αναφέρεται στα όσα εκθέτει σε σχέση με τις Verwaltungsvorschriften zum AuslG [διοικητικές οδηγίες που αφορούν τον AuslG] (εφεξής: AuslG-VwV) και κατά τις οποίες απόφαση απελάσεως κατά τον AuslG υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 12 του AufenthG/EWG (AuslG-VwV αριθ. 45.0.5.1 και αριθ. 47.0.2.1).
50. Η Επιτροπή διατύπωσε αιτιάσεις μόνο για ένα μικρό αριθμό διαταγών απελάσεως. Αυτό πρέπει να οφείλεται στο ότι κατ’ αρχήν δεν ήταν κάτι το απλό για την Επιτροπή να εξετάζει με δική της πρωτοβουλία κάθε μία περίπτωση, πολλώ δε μάλλον να προσδιορίσει ως προς την όλη διοικητική πρακτική το κατά πόσον σε όλες τις αποφάσεις των αρχών τηρήθηκαν τα κριτήρια του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, αυτό στο οποίο προ πάντων μπορεί να στηρίζεται είναι ότι θα έρχονται σε γνώση της μεμονωμένες περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει προδήλως παράβαση. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έλαβε τις πληροφορίες ως επί το πλείστον από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους, οπότε και η εκτίμησή της στηρίζεται ουσιαστικώς σ’ αυτές τις πληροφορίες για τις εν λόγω αποφάσεις.
51. Σ’ αυτή την αλληλουχία, ανακύπτει το ερώτημα ποιος φέρει στην εν προκειμένω διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους το βάρος της εκθέσεως και αποδείξεως ορισμένων συγκεκριμένων περιστατικών.
52. Όπως επιβάλλεται υποχρεωτικώς από το κοινοτικό δίκαιο και επιβεβαιώνεται παγίως από τη νομολογία (19), το βάρος αποδείξεως για τη διαπίστωση παραβάσεως φέρει η Επιτροπή, δηλαδή η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει ότι το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
53. Εντούτοις, με μια σειρά αποφάσεων, προ πάντων στον τομέα της γεωργίας, προσδιορίσθηκαν περιπτώσεις ελαφρύνσεως του βάρους αποδείξεως υπέρ της Επιτροπής (20). Η ελάφρυνση αυτή του βάρους αποδείξεως της Επιτροπής οφείλεται στο ότι το κράτος μέλος είναι καλύτερα σε θέση να συγκεντρώσει και να ελέγξει ορισμένα στοιχεία, οπότε αυτό οφείλει να αποδείξει λεπτομερώς και πλήρως την ορθότητά τους και κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενδεχομένως, να καταδείξει ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής είναι εσφαλμένοι.
54. Αβέβαιο είναι αν αυτό μπορεί να γενικευθεί όσον αφορά την κατανομή του βάρους αποδείξεως. Κατ’ αρχήν, μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι το κράτος μέλος θα έχει πάντοτε τη δυνατότητα να είναι καλύτερα από την Επιτροπή πληροφορημένο και, επομένως, θα πλεονεκτεί έναντι αυτής από απόψεως γνώσεως των πραγμάτων. Πρόθεση όμως, με αυτό και μόνον, δικαιολογήσεως μιας γενικής αντιστροφής του βάρους αποδείξεως αντιφάσκει προς τις γενικές δικονομικές αρχές.
55. Αντιστροφή του βάρους αποδείξεως μπορεί να γίνει δεκτή, όταν από τον ίδιο τον κανόνα του κοινοτικού δικαίου προκύπτει υποχρέωση εκθέσεως περιστατικών εκ μέρους του κράτους μέλους, διότι σε τέτοιες περιπτώσεις το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τεκμηριωμένα στοιχεία και ενδεχομένως να τα προσκομίζει. Στην περίπτωση όμως απελάσεως, που συνιστά περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, παρά των σοβαρών συνεπειών της.
56. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν χρειάζεται να εκθέτει με κάθε λεπτομέρεια την ύπαρξη παραβάσεως. Αντιθέτως, ακόμη και δειγματοληπτικώς συλλεγόμενα στοιχεία μπορούν να αρκούν για να αποδεικνύεται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
57. Από τους μη αμφισβητηθέντες ισχυρισμούς της Επιτροπής, που αναφέρονται επίσης σε αποφάσεις που εξαφανίσθηκαν στο πλαίσιο ασκήσεως ενδίκου μέσου ή που για άλλους λόγους δεν εκτελέσθηκαν, καθίσταται εν πάση περιπτώσει σαφές ότι μια σειρά διοικητικών αποφάσεων εκδόθηκαν με το σκεπτικό ότι η αποφασίζουσα αρχή δεν έχει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας και δεσμεύεται από το άρθρο 47 του AuslG (21).
58. Επιπροσθέτως, οι αποφάσεις αυτές δεν προέρχονται από λίγες μόνον αρχές εντός μιας περιορισμένης περιοχής περιφερειακού χαρακτήρα, αλλά εκτείνονται σε ολόκληρο το ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης (22). Επί πλέον, πολυάριθμες απελάσεις επιβεβαιώθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ενστάσεων με αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των ενστάσεων από ιεραρχικώς ανώτερο Regierungspräsidium.
59. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι και μία μόνο αποδεδειγμένως συνιστώσα παραβίαση του κοινοτικού δικαίου διοικητική απόφαση μπορεί να αρκεί για να θεμελιώνεται παράβαση κράτους μέλους (23).
60. Μια τέτοια συνιστώσα παραβίαση του κοινοτικού δικαίου διαταγή απελάσεως εκ μέρους της γερμανικής διοικήσεως υφίσταται εν προκειμένω στην περίπτωση της αποφάσεως του Regierungspräsidium Freiburg της 23ης Μαρτίου 2000.
61. Με την πράξη αυτή, η αρμόδια για τους αλλοδαπούς αρχή απελαύνει από το ομοσπονδιακό έδαφος έναν πολίτη της Ενώσεως βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2, σημείο 1, του AuslG. Προς αιτιολόγηση, εκθέτει ότι υποχρεούται να προβεί στην απέλαση βάσει αυτής της διατάξεως, χωρίς να διαθέτει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας. Δεν υφίσταται ούτε παρεκκλίνουσα από τον κανόνα ασυνήθης περίπτωση εξαιρέσεως ούτε ο αλλοδαπός απολαύει αυξημένης προστασίας κατά απελάσεως σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 3, του AuslG. Εν προκειμένω, δεν ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις του διοικητικού δικαίου, στις οποίες αναφέρθηκε η Γερμανική Κυβέρνηση.
62. Επομένως, η αρμόδια για τους αλλοδαπούς αρχή, τουλάχιστον σ’ αυτή μόνο την περίπτωση, στήριξε την απέλαση πολίτη της Ενώσεως σε εξουσιοδοτικό έρεισμα με το οποίο δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι ειδικές διατάξεις για τη διαμονή πολιτών της Ενώσεως κατά την έννοια της οδηγίας 64/221. Διέταξε την απέλαση βάσει του άρθρου 47 του AuslG αποκλειστικώς λόγω μιας ποινικής καταδίκης, δηλαδή δεν εφάρμοσε ούτε το άρθρο 12, παράγραφος 4, του AufenthG/EWG, που ακριβώς απαγορεύει κάτι τέτοιο, ούτε το άρθρο 12, παράγραφος 3, του AufenthG/EWG, κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη η ατομική συμπεριφορά του πολίτη της Ενώσεως.
63. Μολονότι εδώ εξετάσθηκε ως παράδειγμα μία μόνο περίπτωση, όπου προέκυψε ότι υφίσταται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, αρκεί αυτό για να διαπιστωθεί ότι η διοίκηση εφάρμοσε εσφαλμένως τους νόμους, πολλώ μάλλον καθόσον σε μια σειρά περιπτώσεων ενήργησε με τον ίδιο τρόπο.
64. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου αιτήματος της προσφυγής είναι βάσιμο.
VI – Δεύτερο αίτημα της προσφυγής: Όροι για τους περιορισμούς της ελευθερίας
65. Με το δεύτερο αίτημα της προσφυγής, η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι, ως προς τους όρους περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας για λόγους δημοσίας τάξεως, η διάταξη του άρθρου 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG δεν είναι επαρκώς σαφής και ότι οι γερμανικές διοικητικές αρχές στήριξαν διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως σ’ αυτό το ασαφές εξουσιοδοτικό έρεισμα.
A – Η μομφή της πλημμελούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
66. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο 12 του AufenthG/EWG δεν συνιστά επαρκώς σαφή μεταφορά του παραγώγου δικαίου στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι, η διαφοροποίηση μεταξύ της απελάσεως στην περίπτωση άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας («μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξεως») και της απελάσεως στην περίπτωση άδειας διαμονής περιορισμένης διάρκειας («για λόγους δημοσίας τάξεως, ασφάλειας ή υγείας») δημιουργεί την εντύπωση ότι στην περίπτωση αδειών διαμονής περιορισμένης διάρκειας θα αρκούσαν «απλοί» λόγοι δημόσιας ασφάλειας και τάξεως. Αυτό όμως αποκλίνει ουσιωδώς από τους όρους που θέτει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ όσον αφορά τη δημόσια τάξη.
67. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει αντιθέτως ότι με την περιεχόμενη στον AufenthG/EWG παραπομπή στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ καθίσταται επαρκώς σαφές ότι οι σχετικές έννοιες πρέπει να ερμηνεύονται σε αντιστοιχία προς την ερμηνεία της Συνθήκης ΕΚ από το Δικαστήριο και, επομένως, δεν δημιουργείται καμία αβεβαιότητα δικαίου.
2. Νομική εκτίμηση
α) Κατ’ αρχήν ασάφεια ως προς τη ρύθμιση περί αδειών διαμονής περιορισμένης διάρκειας (άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του AufenthG/EWG)
68. Μολονότι η αιτίαση της Επιτροπής αφορά κατ’ ουσίαν παράβαση του άρθρου 39 ΕΚ, καθίσταται σαφές ότι πρέπει να εξετασθεί και η περίπτωση παραβάσεως των ρυθμίσεων της οδηγίας 64/221, πολλώ μάλλον καθόσον με τις ρυθμίσεις αυτές συγκεκριμενοποιούνται οι όροι για τους περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της ελεύθερης εγκαταστάσεως. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 προβλέπει ότι απομάκρυνση από την επικράτεια επιτρέπεται μόνο για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας.
69. Ακριβώς αυτή τη διατύπωση περιέχει κατ’ ουσίαν και ο γερμανικός AufenthG/EWG. Τίθεται όμως το ερώτημα αν η απόδοση απλώς του περιεχομένου της κοινοτικής ρυθμίσεως συνεπάγεται ασάφεια, δηλαδή ότι οι κατά την οδηγία όροι για την απομάκρυνση από την επικράτεια αλλοδαπών πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια από τη γερμανική περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο νομοθεσία.
70. Οι διατάξεις μιας οδηγίας πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή με αναμφισβήτητη δεσμευτική ισχύ, με την απαιτούμενη ιδιαιτερότητα, ακρίβεια και σαφήνεια προκειμένου να πληρούται η επιταγή της νομικής ασφάλειας (24).
71. Αφενός, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας δεν απαιτεί, κατ’ ανάγκην, την κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων αυτής σε ρητή και ειδική νομική διάταξη, αλλά μπορεί να γίνει και σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό διασφαλίζει πράγματι, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας (25).
72. Αφετέρου, η αρχή της νομικής ασφάλειας επιβάλλει την κατάλληλη δημοσιότητα για τα θεσπιζόμενα κατ’ εφαρμογή μιας κοινοτικής ρυθμίσεως εθνικά μέτρα, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατό στα υποκείμενα δικαίου, τα οποία αφορούν τέτοια μέτρα, να μπορούν να γνωρίζουν την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους στον διεπόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συγκεκριμένο τομέα (26).
73. Επομένως, η κατά λέξη απόδοση των διατάξεων οδηγίας δεν πληροί κατ’ αρχήν τους όρους μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Εδώ, όμως, πρόκειται απλώς και μόνο για το αν οι χρησιμοποιούμενες στον AufenthG/EWG έννοιες καθιστούν φανερό το κοινοτικού δικαίου περιεχόμενό τους, αν δηλαδή το κατά την οδηγία πεδίο προστασίας και αυτό της εθνικής διατάξεως συμπίπτουν.
74. Στο άρθρο 12 του AufenthG/EWG, αμέσως μετά τις έννοιες «δημοσίας τάξεως, ασφάλειας ή υγείας» περιέχεται η παραπομπή στο άρθρο 48, παράγραφος 3, και στο άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η αναφορά σ’ αυτούς τους κανόνες καθιστά σαφές ότι πρέπει να εφαρμόζεται το καθοριστικό για τις θεμελιώδεις ελευθερίες κριτήριο του κοινοτικού δικαίου, το οποίο εξάλλου συγκεκριμενοποιείται μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου (27).
75. Στη συνέχεια, εντούτοις, τίθεται το ερώτημα αν η απλώς και μόνο παραπομπή σε κανόνες του πρωτογενούς δικαίου είναι επαρκής για να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Δικαστήριο. Συναφώς, η μεταφορά διατάξεως οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο προϋποθέτει ότι η εθνική διάταξη πρέπει να είναι αφ’ εαυτής κατανοητή και τόσο σαφής και συγκεκριμένη, ώστε να μη θίγεται η ασφάλεια δικαίου. Όταν, επομένως, η διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί μόνο στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένης της περαιτέρω διαπλάσεώς του από το Δικαστήριο, βλάπτεται η επιβαλλόμενη σαφήνεια του δικαίου.
76. Τέλος, ούτε αυτός που υπόκειται στον οικείο κανόνα μπορεί από το κείμενο του άρθρου 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG να συναγάγει υπό ποιους περιορισμούς τελεί το πραγματικό στοιχείο του κριτηρίου των λόγων της δημοσίας τάξεως, ασφάλειας και υγείας βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, καθόσον αναφορά γίνεται αποκλειστικά και μόνο σε κανόνες του πρωτογενούς δικαίου.
77. Η ασάφεια του άρθρου 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG επιτείνεται από το γεγονός ότι σε περιπτώσεις του άρθρου 12, παράγραφος, 1, δεύτερη περίοδος, του AufenthG/EWG δεν χρειάζεται να υφίσταται σοβαρός λόγος για να δικαιολογηθεί η απέλαση. Αυτό όμως αντιφάσκει σαφώς προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η αιτιολόγηση ενός μέτρου απελάσεως ως εμποδίου στη χρήση των ελευθεριών των πολιτών της Ενώσεως για λόγους δημοσίας τάξεως μπορεί να γίνει δεκτή μόνον όταν, εκτός της διαταράξεως της κοινωνικής τάξεως που συνεπάγεται κάθε παράβαση νόμου, υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή, θίγουσα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (28).
78. Βεβαίως, κατά τη διοικητική οδηγία 47.0.2.1, η απέλαση επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση επαρκώς σοβαρής διακινδυνεύσεως, η οποία θίγει ένα βασικό συμφέρον της κοινωνίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να καταστήσει επαρκώς σαφή αυτή την ίδια τη συνιστώσα μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο διάταξη. Πράγματι, στην περίπτωση διοικητικών οδηγιών πρόκειται για εσωτερικούς της διοικήσεως νομικούς κανόνες, οι οποίοι κατ’ αρχήν δεν παράγουν αποτελέσματα προς τα έξω και δεν γνωστοποιούνται στον ιδιώτη. Επομένως, αυτός δεν έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί μέσω διοικητικών οδηγιών το περιεχόμενο και την έκταση των δικαιωμάτων του. Εξάλλου, στη διοικητική οδηγία 47.0.2.1 εκτίθεται ότι η απέλαση επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής, η οποία θίγει ένα βασικό συμφέρον της κοινωνίας. Επί πλέον, δεν υπάρχει συναφώς καμία διαφοροποίηση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 12 του AufenthG/EWG.
79. Όμως, ούτε η διοικητική οδηγία 45.0.5.1 συμβάλλει στη σαφήνεια. Πράγματι, σ’ αυτήν εκτίθεται ότι απέλαση επιτρέπεται μόνο για λόγους δημοσίας τάξεως, ασφάλειας και υγείας. Εν προκειμένω, όμως, αναφορά γίνεται γενικώς στο άρθρο 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG, και πάλι άνευ διαφοροποιήσεως μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου.
80. Συνάγεται, επομένως, ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του AufenthG/EWG δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει το Δικαστήριο για τη μεταφορά οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο.
β) Ασάφεια σε συνάρτηση με τη ρύθμιση περί αδειών διαμονής αόριστης διάρκειας (άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του AufenthG/EWG)
81. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του AufenthG/EWG προβλέπει ρητώς ως προς τις άδειες διαμονής αόριστης διάρκειας ότι απέλαση επιτρέπεται να διαταχθεί μόνο για σοβαρούς λόγους δημοσίας ασφάλειας ή τάξεως.
82. Κατά συνέπεια, από το γράμμα της διατάξεως προκύπτει απερίφραστα ότι δεν αρκεί για την απέλαση οποιαδήποτε παράβαση της έννομης τάξεως, αλλά οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται πρέπει να την υπερβαίνουν σε βαρύτητα.
83. Επομένως, το άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του AufenthG/EWG συνιστά σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο μεταφορά του άρθρου 3 της οδηγίας 64/221, όπως αυτό ερμηνεύεται παγίως από το Δικαστήριο (29).
Β – Η μομφή της πλημμελούς εφαρμογής
1. Επί του παραδεκτού
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
84. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι αυτό το αίτημα της προσφυγής συνιστά σημαντική διεύρυνση σε σχέση με τη μομφή που διατυπώνεται με την αιτιολογημένη γνώμη. Στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή επέκρινε μόνο τον τρόπο της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, όπως αυτή πραγματοποιήθηκε από τον γερμανό νομοθέτη με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG. Εντούτοις, υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ του ότι η Επιτροπή βάλλει απλώς και μόνον αφηρημένα κατά μιας νομοθετικής πράξεως μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο ως συνιστώσας παράβαση κράτους μέλους και του ότι με το δικόγραφο της προσφυγής διατυπώνει την πρόσθετη μομφή ότι υφίσταται διοικητική πρακτική, κατά την οποία εκδόθηκαν αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο ατομικές αποφάσεις βάσει της δεκτικής παρερμηνειών ρυθμίσεως του άρθρου 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG.
85. Η Επιτροπή, αντιθέτως, προβάλλει ότι δεν επανέλαβε στην προσφυγή τα αιτήματα, λαμβάνοντάς τα κατά λέξη από το πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, αλλά τα διευκρίνισε. Τα αιτήματα αυτά, οπωσδήποτε, όπως διευκρινίσθηκαν, δεν υπερβαίνουν τις αιτιάσεις που διατυπώνονται με το έγγραφο οχλήσεως και την αιτιολογημένη γνώμη. Εξάλλου, η πλημμελής πρακτική αποτελεί το βασικό σημείο των μομφών και, επομένως, αναγνωρίσιμο μέρος της αιτιάσεως, η οποία προκύπτει ήδη από την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία.
β) Νομική εκτίμηση
86. Στην περίπτωση προσφυγής λόγω παραβάσεως, σκοπός της προβλεπόμενης από το άρθρο 226 ΕΚ πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας είναι να παράσχει στο οικείο κράτος μέλος τη δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (30).
87. Συναφώς, το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση που η Συνθήκη θέλησε όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η δίκη που ενδεχομένως θα κινηθεί θα έχει ως αντικείμενο μια διαφορά που έχει καθοριστεί με σαφήνεια (31).
88. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να στηρίζονται στις ίδιες αιτιάσεις με εκείνες του εγγράφου οχλήσεως με το οποίο κινείται η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία. Ωστόσο, η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να σημαίνει ότι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει απόλυτη σύμπτωση μεταξύ της διατυπώσεως των αιτιάσεων στο έγγραφο οχλήσεως, του διατακτικού της αιτιολογημένης γνώμης και των αιτημάτων της προσφυγής, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευρύνθηκε ούτε μεταβλήθηκε, αλλ’ αντιθέτως απλώς περιορίστηκε (32).
89. Η κατά της Γερμανίας μομφή ότι στήριξε απελάσεις πολιτών της Ενώσεως στο άρθρο 12 του AufenthG/EWG δεν έχει καμία λεκτική αντιστοιχία προς τις μομφές που περιέχονται στην αιτιολογημένη γνώμη. Στο σημείο vi αυτής περιέχεται ρητώς μόνο η μη σαφής μεταφορά του κοινοτικού δικαίου στο εσωτερικό δίκαιο.
90. Πρέπει πάντως να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή διατυπώνει ρητώς στο σημείο iv της αιτιολογημένης γνώμης την αιτίαση ότι οι γερμανικές αρχές εξέδωσαν αποφάσεις απελάσεως πολιτών της Ενώσεως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν αποδείχθηκε ύπαρξη πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής για ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
91. Τίθεται το ερώτημα αν η αιτίαση αυτή, αν και λεκτικώς όχι πανομοιότυπη, αντιστοιχεί εντούτοις, τουλάχιστον κατά το περιεχόμενο, στο δεύτερο αίτημα της προσφυγής, καθόσον αυτό αφορά πλημμελείς ενέργειες της διοικήσεως.
92. Το δεύτερο αίτημα της προσφυγής αφορά τη μομφή ότι η γερμανική διοίκηση στήριξε αποφάσεις στο όχι με επαρκή σαφήνεια μεταφερθέν στο εσωτερικό δίκαιο εξουσιοδοτικό έρεισμα του άρθρου 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG. Από τους ισχυρισμούς της καθίσταται σαφές ότι η Επιτροπή εννοεί ότι το προς προστασία αγαθό της δημοσίας τάξεως και ασφάλειας δεν έχει διατυπωθεί στο άρθρο 12, παράγραφος 1, του AufenthG/EWG σε αντιστοιχία προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
93. Κατά τη νομολογία αυτή, το προς προστασία αγαθό της δημόσιας τάξεως δεν θίγεται από οποιαδήποτε παράβαση νόμου, αλλά πρέπει να υφίσταται πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή, θίγουσα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (33).
94. Στο σημείο iv της αιτιολογημένης γνώμης περιέχεται η ίδια μομφή. Τελικώς δεν διαφέρει το αν επικρίνεται το ότι η διοίκηση στήριξε μια απόφαση σε εξουσιοδοτικό έρεισμα που δεν προϋποθέτει ρητώς πραγματική και επαρκώς σοβαρή απειλή για ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας ή το ότι δεν απέδειξε αυτή τη σοβαρή απειλή. Πράγματι, και στη μία και στην άλλη περίπτωση περιεχόμενο της μομφής είναι ότι η διοίκηση δεν εξέτασε μια τέτοια σοβαρή απειλή.
95. Επιπροσθέτως, από το επιγραφόμενο ως «Απειλή για τη δημοσία τάξη» χωρίο της αιτιολογημένης γνώμης προκύπτει σαφώς ότι, εκτός από τη μομφή της μη επαρκώς σαφούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, επικρίνεται οπωσδήποτε και η διοικητική πρακτική.
96. Πράγματι, κατά την εξέταση του ζητήματος αν το αντικείμενο της προσφυγής είναι το ίδιο με αυτό της αιτιολογημένης γνώμης, αποφασιστικής σημασίας δεν είναι μόνο η διατύπωση των σημείων στο τελικό συμπέρασμα, αλλά αντιθέτως τα εκτιθέμενα προηγουμένως επί των επί μέρους σημείων (34).
97. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, στις σελίδες 7 έως 9 της αιτιολογημένης γνώμης, επικρίνει την εφαρμογή του άρθρου 12 του AufenthG/EWG από τη διοίκηση, καθόσον α) η έννοια της δημοσίας τάξεως κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του AufenthG/EWG ερμηνεύεται εσφαλμένως, καθόσον β) στις διαταγές απελάσεως δεν εκτίθενται συγκεκριμένα και ακριβή στοιχεία πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να μπορεί να θεμελιωθεί σοβαρότατη, πραγματική και ενεστώσα απειλή για τη δημοσία τάξη από τη στάση του ενδιαφερομένου, καθόσον γ) δεν μπορεί πλέον να ληφθεί ενδεχομένως υπόψη καμία μεταβολή των δεδομένων μετά την τελευταία απόφαση των αρχών.
98. Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου (35), το δεύτερο σκέλος του δεύτερου αιτήματος της προσφυγής αντιστοιχεί κατά περιεχόμενο προς το σημείο iv της αιτιολογημένης γνώμης και, επομένως, αποτέλεσε αντικείμενο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας.
99. Κατά συνέπεια, παραδεκτώς προβάλλεται αυτό το σκέλος του αιτήματος της προσφυγής.
2. Επί του βασίμου
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
100. Η Επιτροπή επικρίνει το γεγονός ότι σε πολυάριθμες αποφάσεις εμφαίνεται μια απολύτως εσφαλμένη ερμηνεία του όρου της «δημοσίας τάξεως» κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του AufenthG/EWG και αναφέρεται συναφώς σε 17 αποφάσεις.
101. Προβάλλει ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι αρχές, απλώς με την εκάστοτε παράβαση του ποινικού νόμου, θεώρησαν ότι προδήλως ή άνευ ετέρου συνέτρεχαν λόγοι δημοσίας τάξεως. Τα επί μέρους κριτήρια «πραγματική», «σοβαρή» και «ενεστώσα» της νομολογίας κατά την απόφαση Bouchereau (36) ούτε μνημονεύονται ούτε ουσιαστικώς επαληθεύονται. Εν μέρει, μάλιστα, γίνεται ρητώς δεκτό ότι δεν χρειάζεται να εξετασθούν σοβαροί λόγοι δημοσίας τάξεως, διότι αυτοί πρέπει να υφίστανται μόνο στην περίπτωση του άρθρου 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του AufenthG/EWG, δηλαδή μόνο στην περίπτωση αλλοδαπών με άδεια διαμονής ΕΚ αόριστης διάρκειας. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται σε επτά αποφάσεις.
102. Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρινίζει και πάλιν ότι αναφέρεται σε επί μέρους περιπτώσεις μόνο χάριν παραδείγματος. Κατ’ αυτήν, τα παρατεθέντα παραδείγματα καθιστούν αναμφιβόλως σαφές ότι εδώ δεν πρόκειται για εσφαλμένες αποφάσεις που αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά ότι αυτού του είδους αποφάσεις επανέρχονται συνεχώς και, επομένως, παρουσιάζουν χαρακτήρα γενικού φαινομένου, με συνέπεια (αν και με διαφορετική ένταση σε περιφερειακό επίπεδο) αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο διοικητικές πρακτικές.
103. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι οι διοικητικές αρχές εφαρμόζουν ορθώς το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό καταφαίνεται, παραδείγματος χάριν, από δύο παρατεθείσες από την ίδια την Επιτροπή περιπτώσεις, όπου η αρμόδια για τους αλλοδαπούς αρχή είχε απολύτως γνώση των αυστηρών προϋποθέσεων του κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, και στις δύο διαταγές απελάσεως εκτίθενται πανομοιότυπα τα εξής: «Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά την οποία στην περίπτωση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας λόγω ποινικής καταδίκης προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη επαρκώς σοβαρής απειλής για ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας, απαιτείται πιθανολόγηση, εκτιμώμενη με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας και επομένως με βάση την έκταση της βλάβης, ότι ο οικείος αλλοδαπός και μελλοντικώς θα απειλήσει τη δημόσια ασφάλεια ή θα διαταράξει τη δημόσια τάξη.»
β) Νομική εκτίμηση
104. Στην Επιτροπή, ως προσφεύγουσα στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, εναπόκειται να εκθέσει και να αποδείξει τα ένδικα περιστατικά. Στην υπό κρίση περίπτωση, στην οποία αντικείμενο αιτιάσεως είναι η αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο εφαρμογή του άρθρου 12 του AufenthG/EWG από τη γερμανική διοίκηση, τα περιστατικά αυτά συνίστανται επομένως στις σχετικές διοικητικές αποφάσεις. Η Επιτροπή δεν το έπραξε αυτό· παρέμεινε άνευ αποδείξεων. Ούτε προσκόμισε καμία από τις σχετικές αποφάσεις ούτε επέδειξε αποσπάσματά τους, αλλά τόσο με το δικόγραφο προσφυγής όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη και το έγγραφο οχλήσεως περιορίσθηκε στην παρουσίαση καταλόγων.
105. Ο ισχυρισμός ότι θέλει να αναφερθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις μόνο χάριν παραδείγματος και ότι, αντιθέτως, με την προσφυγή βάλλει κατά της διοικητικής πρακτικής στο σύνολό της δεν δικαιολογεί διαφορετικό συμπέρασμα. Όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω (37), η Επιτροπή εννοεί με την αιτίαση της αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο διοικητικής πρακτικής ένα μεγάλο αριθμό μεμονωμένων περιπτώσεων. Η διαπίστωση όμως της αντιθέσεως προς το κοινοτικό δίκαιο αυτής της διοικητικής πρακτικής χρήζει της εξετάσεως τουλάχιστον μιας διοικητικής πράξεως ως προς την αποδεδειγμένως αντίθεσή της προς το κοινοτικό δίκαιο (38). Δεδομένου όμως ότι οι διοικητικές αποφάσεις δεν έχουν προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι δυνατή μια τέτοια εκτίμηση.
106. Κατά συνέπεια, αυτό το σκέλος του δεύτερου αιτήματος της προσφυγής πρέπει, σύμφωνα με τους κανόνες για το βάρος αποδείξεως, να απορριφθεί ως αβάσιμο.
VII – Τρίτο αίτημα της προσφυγής: Ανεπιτρέπτως λαμβάνονται υπόψη θεωρήσεις γενικής προλήψεως
107. Με το τρίτο αίτημα της προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, του AuslG συνιστά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 64/221, διότι το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, του AuslG προβλέπει υποχρεωτική ή κατά κανόνα απέλαση στην περίπτωση τελεσίδικης ποινικής καταδίκης, η οποία δεν επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ατομική συμπεριφορά και, επομένως, επιδιώκει σκοπούς γενικής προλήψεως. Επί πλέον, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι, βάσει της γερμανικής διοικητικής πρακτικής, διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως αιτιολογήθηκαν με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα έναντι άλλων αλλοδαπών.
Α – Η μομφή της πλημμελούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
1. Επί του παραδεκτού
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
108. Η Γερμανική Κυβέρνηση έχει την άποψη ότι αυτό το σκέλος του τρίτου αιτήματος της προσφυγής είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι η μομφή αυτή δεν είχε περιληφθεί στην αιτιολογημένη γνώμη. Προστέθηκε μόλις κατά την αναδιατύπωση του παλαιού σημείου vii στο τρίτο αίτημα της προσφυγής.
109. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι ήδη με το έγγραφο οχλήσεως είχε προβάλει ότι στο νομικό έρεισμα του άρθρου 47, παράγραφοι 1 και 2, του AuslG διακρίνονται σκοποί γενικής προλήψεως και ως εκ τούτου αποφάσεις που στηρίζονται σ’ αυτό εμφανίζουν κατ’ ανάγκη ένα ανεπίτρεπτο στοιχείο γενικής προλήψεως και, για αυτόν τον λόγο, αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο. Η νομική αυτή αιτίαση διατηρήθηκε στην αιτιολογημένη γνώμη. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται ειδικότερα στην τρίτη παράγραφο της σελίδας 11 της αιτιολογημένης γνώμης.
β) Νομική εκτίμηση
110. Στο επιγραφόμενο ως «Αποτροπή» μέρος της αιτιολογημένης γνώμης περιέχεται η μομφή ότι με το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, του AuslG επιδιώκονται σκοποί γενικής προλήψεως. Κατά συνέπεια, καθίσταται επαρκώς σαφές ότι, εκτός από τη διοικητική πρακτική, η αιτίαση αφορά και τη μεταφορά του κοινοτικού δικαίου στο εσωτερικό δίκαιο.
111. Τελικώς, το πρώτο σκέλος του τρίτου αιτήματος της προσφυγής, κατά το οποίο η νομοθεσία δεν καθιστά επαρκώς σαφές ότι διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως δεν επιτρέπεται να στηρίζονται σε εξουσιοδοτικό έρεισμα με το οποίο επιδιώκονται σκοποί γενικής προλήψεως, είναι από απόψεως περιεχομένου η ίδια μομφή με αυτή που διατυπώνεται στο σημείο iii της αιτιολογημένης γνώμης. Κατά τη διατύπωση αυτού του σημείου, δεν καθίσταται επαρκώς σαφές στη νομοθεσία ότι διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως δεν επιτρέπεται να στηρίζονται σε εξουσιοδοτικό έρεισμα, το οποίο επιβάλλει την υποχρεωτικώς ή κατά κανόνα υποχρεωτικώς απέλαση λόγω τελεσίδικης ποινικής καταδίκης.
112. Πράγματι, νομικό έρεισμα, το οποίο καθιστά δυνατή την απέλαση λόγω τελεσίδικης ποινικής καταδίκης, χωρίς να εξετάζονται άλλες πτυχές, ειδικότερα δε η ατομική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, επιδιώκει πρωτίστως σκοπούς γενικής προλήψεως. Εκτιμήσεις ειδικής προλήψεως απαιτούν εξουσιοδοτικό έρεισμα που παρέχει ευχέρεια να λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
113. Κατά συνέπεια, το αίτημα αυτό της προσφυγής περιείχετο ήδη στην αιτιολογημένη γνώμη και, επομένως, προβάλλεται παραδεκτώς.
2. Επί του βασίμου
α) Ισχυρισμοί των διαδίκων
114. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, του AuslG επιδιώκει σκοπούς γενικής προλήψεως, διότι με την απέλαση σκοπείται η αποτροπή άλλων αλλοδαπών από τη διάπραξη του ίδιου ή παρόμοιου είδους αξιόποινων πράξεων. Εντούτοις, αυτό αντιβαίνει προς το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 64/221.
115. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι απέλαση δικαιολογείται μόνον όταν «η ατομική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου ενέχει συγκεκριμένο κίνδυνο νέων σοβαρών διαταράξεων της δημοσίας τάξεως» (39). Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η κατά κανόνα απέλαση, η οποία διατάσσεται συνεπεία ποινικής καταδίκης για ορισμένη αξιόποινη πράξη προς τον σκοπό της γενικής προλήψεως, δεν συνάδει προς τις αρχές που ισχύουν στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους (40).
116. Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι κατά το ως έχει γερμανικό δίκαιο είναι σαφές και ανεπίδεκτο παρερμηνειών ότι απέλαση πολιτών της Ενώσεως λόγω σκοπών γενικής προλήψεως δεν επιτρέπεται. Συγκεκριμένα, το άρθρο 12 του AufenthG/EWG απαγορεύει να λαμβάνονται υπόψη σκοποί γενικής προλήψεως σε σχέση με πολίτες της Ενώσεως.
β) Νομική εκτίμηση
117. Ως προς τη νομική εκτίμηση του πρώτου σκέλους του τρίτου αιτήματος της προσφυγής, μπορώ βασικά να αναφερθώ στα όσα εκτέθηκαν για το πρώτο σκέλος του πρώτου αιτήματος της προσφυγής. Πράγματι, καθόσον εδώ πρόκειται για την αιτίαση ότι στη γερμανική έννομη τάξη λαμβάνονται υπόψη σκοποί γενικής προλήψεως, υφίσταται παραλληλία με την αιτίαση ότι κατά το ως έχει γερμανικό δίκαιο προβλέπεται ένας αυτοματισμός στη ρύθμιση της απελάσεως πολιτών της Ενώσεως από το ομοσπονδιακό έδαφος.
118. Πράγματι, όταν κατά το ως έχει γερμανικό δίκαιο προβλέπεται υποχρεωτικώς ή κατά κανόνα απέλαση, εφόσον μια καταδίκη έχει καταστεί τελεσίδικη, προκειμένου συγχρόνως κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποτρέπεται γενικώς η διάπραξη αξιόποινων πράξεων, δεν υφίσταται κανένα περιθώριο για να λαμβάνεται υπόψη η ατομική συμπεριφορά του ιδιώτη και υπερισχύουν εκτιμήσεις γενικής προλήψεως.
119. Εν προκειμένω, επομένως, πρέπει να παραπέμψω στα ανωτέρω εκτιθέμενα και εξακολουθεί να ισχύει το συμπέρασμα ότι το γερμανικό δίκαιο, καθόσον λειτουργεί ως εξουσιοδοτικό έρεισμα απελάσεως πολιτών της Ενώσεως για λόγους δημόσιας ασφάλειας και τάξεως, απαγορεύει με το άρθρο 12 του AufenthG/EWG εκτιμήσεις γενικής προλήψεως.
120. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του τρίτου αιτήματος της προσφυγής είναι αβάσιμο.
Β – Η μομφή της πλημμελούς εφαρμογής
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
121. Η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι οι γερμανικές αρχές εξέθεσαν απερίφραστα σε μια σειρά αποφάσεων ότι η απέλαση ανταποκρίνεται σε, μεταξύ άλλων, εκτιμήσεις γενικής προλήψεως. Συναφώς, παραθέτει χάριν παραδείγματος έντεκα αποφάσεις. Εκθέτει ότι ο σκοπός της απελάσεως ήταν να προειδοποιηθούν άλλοι αλλοδαποί και να συμπεριφερθούν νομοταγώς. Ενίοτε, μάλιστα, η αιτιολόγηση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα αποτελέσματα της γενικής προλήψεως. Συναφώς, αναφέρεται σε επτά αποφάσεις, παραθέτοντας αποσπασματικώς το περιεχόμενό τους.
122. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι οι διοικητικές οδηγίες ορίζουν ότι δεν επιτρέπονται διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως για σκοπούς γενικής προλήψεως. Δεν μπορεί να επικριθεί το ότι οι αρμόδιες για τους αλλοδαπούς αρχές, εκτός από λόγους ειδικής προλήψεως που ευσταθούν αυτοτελώς, ανέφεραν επίσης και λόγους γενικής προλήψεως, εκθέτοντας συναφώς ότι πρόκειται για πρόσθετη επισήμανση υπό την έννοια προειδοποιήσεως.
2. Νομική εκτίμηση
123. Η εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας για λόγους δημοσίας τάξεως πρέπει να ερμηνεύεται στενά, καθόσον από τις ατομικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως καταφαίνεται ότι υφίσταται ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως (41).
124. Το Δικαστήριο συνήγαγε συναφώς ότι το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την απέλαση υπηκόου κράτους μέλους η οποία στηρίχθηκε σε λόγους γενικής προλήψεως, ήτοι αποφασίστηκε με σκοπό την αποτροπή άλλων αλλοδαπών (42), ιδίως όταν το μέτρο αυτό διατάχθηκε αυτομάτως κατόπιν ποινικής καταδίκης, χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε η ατομική συμπεριφορά του δράστη της παραβάσεως ούτε ο εντεύθεν κίνδυνος για τη δημόσια τάξη (43).
125. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εν λόγω πρακτική με το ότι γερμανικές διοικητικές οδηγίες δεν επιτρέπουν να στηρίζεται μια αιτιολογία σε εκτιμήσεις γενικής προλήψεως. Πράγματι, αφενός, δεν πρόκειται για το νομικό έρεισμα, αλλά για το ότι διάφορες διαταγές απελάσεως στηρίχθηκαν σε εκτιμήσεις γενικής προλήψεως, και, αφετέρου, η απαγόρευση αιτιολογήσεως απελάσεων με εκτιμήσεις γενικής προλήψεως προκύπτει ευθέως από το δεσμευτικό και για τη διοίκηση πρωτογενές δίκαιο.
126. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι στην αιτιολογία διάφορων αποφάσεων αναφέρονται εκτιμήσεις γενικής προλήψεως. Συναφώς, όμως, τονίζει ότι η γενική πρόληψη αναφέρθηκε απλώς και μόνο «προσθέτως», ενώ η απέλαση ήταν ήδη αφ’ εαυτής δικαιολογημένη λόγω των ατομικών συνθηκών του υπό απέλαση.
127. Η αιτιολογία αποφάσεως μιας αρχής έναντι ενός ιδιώτη συνιστά απεικόνιση αυτού που η αρχή θεωρεί ότι έχει σημασία για την έκδοση της αποφάσεώς της. Όταν η αρχή περιλαμβάνει στην αιτιολογία της εκτιμήσεις γενικής προλήψεως, καθιστά φανερό ότι τέτοιου είδους θεωρήσεις επίσης την ώθησαν να εκδώσει την απόφαση με αυτή τη μορφή και με αυτό το περιεχόμενο.
128. Η αιτιολόγηση διοικητικών πράξεων χρησιμεύει επίσης για την προστασία του ιδιώτη, διότι αυτός θα μπορεί να αμυνθεί κατά των επιχειρημάτων που διατυπώνονται σ’ αυτή. Αν η αιτιολόγηση περιέχει στοιχεία γενικής προλήψεως, αυτό θα μπορούσε να περιορίσει την προστασία του ιδιώτη, καθόσον δεν του παρέχει καμία ευχέρεια αποδυναμώσεως αυτών των μομφών, διότι στην περίπτωση της γενικής προλήψεως ο λόγος που την υπαγορεύει δεν ανάγεται στο πρόσωπό του, αλλά σε γενικές, αποκομμένες από αυτόν, αιτίες.
129. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι αρκεί για την ύπαρξη παραβάσεως το ότι η αιτιολογία περιέχει στοιχεία γενικής προλήψεως, διότι τότε, τουλάχιστον από την άποψη του ιδιώτη, η γενική πρόληψη έχει παρεισφρήσει στην αιτιολόγηση και οπωσδήποτε δεν καθίσταται σαφές ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 ορίζει ότι αποκλειστικώς η ατομική συμπεριφορά και, επομένως, μόνον εκτιμήσεις ειδικής προλήψεως μπορούν να έχουν καθοριστική σημασία.
130. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του τρίτου αιτήματος της προσφυγής είναι βάσιμο.
VIII – Τέταρτο αίτημα της προσφυγής: το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής
131. Με το τέταρτο αίτημα της προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι γερμανικές αρχές εξέδωσαν διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως, με τις οποίες δεν διαφυλάσσεται η ενδεδειγμένη σχέση μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος του σεβασμού της οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, αφενός, και της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως, αφετέρου. Συναφώς, η Επιτροπή προβάλλει κατ’ ουσίαν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας η οποία πρέπει να τηρείται κατά την επιτασσόμενη σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ στάθμιση.
132. Η ΕΣΔΑ συγκαταλέγεται στα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ, όπως επιβεβαιώνεται με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προστατεύονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξεως. Η ΕΣΔΑ περιλαμβάνει θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιώματα του ανθρώπου, τα οποία πρέπει να είναι σεβαστά και από τα κράτη μέλη στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (44).
133. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη, όταν λαμβάνουν μέτρα δημοσίας τάξεως, οφείλουν να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μέτρα αυτά να είναι κατάλληλα για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που επιδιώκεται και να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (45).
134. Συναφώς, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να εξετάζουν το ζήτημα της απειλής για τη δημόσια τάξη σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση, έχοντας υπόψη την ιδιαίτερη νομική κατάσταση των προσώπων που υπόκεινται στο κοινοτικό δίκαιο και την αποφασιστική σημασία της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας (46).
135. Εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί ως βάση η αντίστοιχη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. Ουσιαστικώς, πρόκειται για το ζήτημα ποια συμφέροντα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να σταθμισθούν μεταξύ τους, προκειμένου να εκτιμηθεί η αναγκαιότητα επεμβάσεως στο θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής.
136. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται, παραδείγματος χάριν, το είδος και η βαρύτητα του διαπραχθέντος εγκλήματος, η διάρκεια της διαμονής και η ένταξη στη χώρα της απελάσεως, η ιθαγένεια του ενδιαφερομένου, η οικογενειακή κατάσταση, καθώς και ενδεχόμενες δυσχέρειες του ενδιαφερομένου και των μελών της οικογενείας του στη χώρα καταγωγής του (47).
137. Με βάση το αίτημα της προσφυγής της Επιτροπής, η γερμανική διοικητική πρακτική πρέπει να εξετασθεί υπό διττό πρίσμα, ήτοι, αφενός, ως προς την έλλειψη σταθμίσεως των συμφερόντων και, αφετέρου, ως προς την πλημμελή στάθμιση των συμφερόντων.
Α – Έλλειψη σταθμίσεως των συμφερόντων
138. Η Επιτροπή διατυπώνει την αιτίαση ότι σε πολυάριθμες περιπτώσεις οι αρμόδιες για τους αλλοδαπούς αρχές ούτε καν ασχολήθηκαν με το ζήτημα της αναλογικότητας ή έλαβαν ως δεδομένο ότι η αυτόματη απέλαση δεν επιτρέπει έλεγχο της αναλογικότητας.
139. Επομένως, σ’ αυτή την αλληλουχία, δεν χρειάζεται να εξετασθεί το ζήτημα αν μια απέλαση ήταν πράγματι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
140. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, σε σχέση ακριβώς με την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 47 του AuslG, η μομφή επικαλύπτεται κατ’ ουσίαν με το περιεχόμενο της προβληθείσας στο πλαίσιο του πρώτου αιτήματος της προσφυγής αιτιάσεως περί παραβάσεως συνιστάμενης στην πλημμελή εφαρμογή. Πράγματι, από τη φύση των πραγμάτων, όταν η αρχή λαμβάνει ως δεδομένο ότι η απέλαση είναι δεσμευτική, ο έλεγχος της αναλογικότητας, ακόμη κι αν ενδεχομένως προβλέπεται κατ’ αρχήν από το εθνικό δίκαιο, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε όλη του την πληρότητα.
141. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι σε διάφορες αποφάσεις εκτίθεται ρητώς ότι δεν πραγματοποιήθηκε έλεγχος αναλογικότητας ή ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Επισημαίνει απλώς ότι εσφαλμένες αποφάσεις διορθώθηκαν δικαστικώς ή κατ’ άλλο τρόπο.
142. Πάντως, οι γερμανικές διοικητικές αρχές θεώρησαν σε μία περίπτωση ότι η περί απελάσεως απόφαση προβλέπεται δεσμευτικώς και διέταξαν την απέλαση. Αυτό διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου αιτήματος της προσφυγής όσον αφορά την απόφαση του Regierungspräsidium Freiburg της 23ης Μαρτίου 2000. Επί πλέον, η Επιτροπή παρέθεσε πολυάριθμες περιπτώσεις αυτού του είδους, οι οποίες κρίθηκαν με παρόμοιο τρόπο.
143. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται τελικώς η διαπίστωση ότι οι αρμόδιες για τους αλλοδαπούς γερμανικές αρχές διέταξαν απελάσεις κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον δεν έλεγξαν κατά την εφαρμογή του άρθρου 47 του AuslG την αναλογικότητα της αποφάσεως και, επομένως, δεν έλαβαν υπόψη τη σημασία του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
Β – Πλημμελής στάθμιση των συμφερόντων
144. Η Επιτροπή προβάλλει περαιτέρω την αιτίαση ότι οι αποφάσεις είναι αντίθετες προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι οι αρχές δεν εκτίμησαν προσηκόντως τη σημασία του θεμελιώδους δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Υποστηρίζει ότι η παράβαση συνίσταται ακριβώς στην εσφαλμένη στάθμιση της μεμονωμένης περιπτώσεως. Παραδέχεται επομένως ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα υπεισήλθαν στις εκτιμήσεις, πλην όμως επικρίνει τον βαθμό στον οποίον ελήφθησαν υπόψη. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε σαφή διαφοροποίηση των περιπτώσεων που αναφέρονται στο σημείο A. Πράγματι, η Επιτροπή παραθέτει εδώ και περιπτώσεις στις οποίες οι αρχές θεώρησαν ότι ήταν αναγκασμένες να παραιτηθούν από τον έλεγχο της αναλογικότητας.
145. Όσον αφορά τη στάθμιση των συμφερόντων, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (48) τα κράτη, κατά την εφαρμογή της μεταναστευτικής τους πολιτικής, διαθέτουν κατ’ αρχήν ευρεία διακριτική ευχέρεια στον βαθμό που δεν θίγονται ασυμμέτρως από αυτήν τα αντλούμενα από την ΕΣΔΑ δικαιώματα (49).
146. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι προσβολή των διασφαλιζόμενων από το κοινοτικό δίκαιο θεμελιωδών δικαιωμάτων υφίσταται μόνον όταν από τις περιστάσεις προκύπτει σαφώς ότι δεν ελήφθησαν ορθώς υπόψη οι θεμελιώδεις αξίες της ΕΣΔΑ και, επομένως, τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου. Αυτό, λόγου χάριν, θα συνέβαινε, αν η αρχή, π.χ., δεν διατύπωνε τις απόψεις της επί των συγκεκριμένων οικογενειακών σχέσεων, μολονότι είναι πρόδηλο ότι αυτό ακριβώς θα μπορούσε στη δεδομένη περίπτωση να έχει σημασία. Δεν αρκεί τότε η διαπίστωση απλώς ότι δεν υφίστανται αντίθετοι οικογενειακοί λόγοι.
147. Είναι γεγονός ότι δύσκολα μπορεί να συναχθεί από τα στοιχεία που παρέχει η Επιτροπή αν πράγματι στις επί μέρους αποφάσεις οι οικογενειακοί λόγοι δεν ελήφθησαν υπόψη. Η Επιτροπή περιορίζεται μάλλον να αναφέρει διάφορα ενδεικτικά στοιχεία, τα οποία, κατά τη γνώμη της, δεν συνεκτιμήθηκαν σε σχέση με την παραβατική συμπεριφορά του υπό απέλαση. Παρά ταύτα, όμως, ο ισχυρισμός της Επιτροπής καθίσταται τελικώς αντιληπτός από τη σύγκριση με διάφορες, απαριθμούμενες σε άλλα σημεία της προσφυγής, περιπτώσεις, καθώς και από το περιεχόμενο της αιτιολογημένης γνώμης και του εγγράφου οχλήσεως.
148. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αντικρούει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ως προς το ότι στις αιτιολογίες διάφορων διαταγών απελάσεως δεν διευκρινίσθηκε πλήρως το οικογενειακό πλαίσιο. Επιπροσθέτως, τονίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, αντίθετες προς την αρχή της αναλογικότητας διαταγές απελάσεως εξαφανίσθηκαν από τα δικαστήρια.
149. Αυτό όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν αρκεί για να αποδυναμωθεί η υπόνοια ότι εντός της διοικήσεως δεν συνεκτιμήθηκαν επαρκώς, κατά ένα όχι ασήμαντο μέρος, βασικά στοιχεία οικογενειακής φύσεως. Πράγματι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, σημασία έχει όχι το αν η απέλαση ήταν όντως σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά το ότι οι εκτιμήσεις που έχουν ως συνέπεια την απέλαση εκτίθενται δεόντως στην αιτιολογία.
150. Πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω αν στην περίπτωση της απελάσεως κοινοτικών πολιτών πρέπει, στο πλαίσιο της σχετικής σταθμίσεως, να λαμβάνεται επίσης υπόψη το αν ο ενδιαφερόμενος έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα διαμονής.
151. Πράγματι, ενώ η ΕΣΔΑ (50) δεν προβλέπει η ίδια κανένα δικαίωμα διαμονής, το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει μια σειρά συνδετικών στοιχείων για το δικαίωμα διαμονής. Κατά της ενισχυμένης προστασίας προσώπων που έχουν δικαίωμα διαμονής, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η ΕΣΔΑ δεν επιτρέπει διαφορετικά επίπεδα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό, όπως διατυπώνεται, δεν αληθεύει. Αντιθέτως, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπορεί μάλιστα να συναχθεί ότι η απέλαση ορισμένων κατηγοριών προσώπων, όπως για παράδειγμα μεταναστών δεύτερης γενιάς ή προσώπων με άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας (51), υπόκειται σε ιδιαιτέρως αυστηρά κριτήρια.
Γ – Συμπέρασμα
152. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται τελικώς η διαπίστωση ότι η Γερμανία, εκδίδοντας διαταγές απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως με τις οποίες δεν διασφαλίζεται η ενδεδειγμένη σχέση μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, αφενός, και της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
153. Κατά συνέπεια, το τέταρτο αίτημα της προσφυγής είναι βάσιμο.
IX – Πέμπτο αίτημα της προσφυγής: Εντολή άμεσης εκτελέσεως
154. Με το πέμπτο αίτημα της προσφυγής, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι γερμανικές αρχές, εντελλόμενες την άμεση εκτέλεση διαταγών απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως μολονότι δεν επρόκειτο για επείγουσες περιπτώσεις, παρέβησαν το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221.
Α – Ισχυρισμοί των διαδίκων
155. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η γερμανική διοικητική πρακτική δέχεται συνήθως –σχεδόν συστηματικώς– και χωρίς επαρκή αιτιολόγηση ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η άμεση εκτέλεση της απελάσεως. Συναφώς, πρόκειται ιδίως για το απαιτούμενο κατά το άρθρο 80, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, σημείο 4, του Verwaltungsgerichtsordnung [κώδικα διοικητικής δικονομίας] δημόσιο συμφέρον για την άμεση εκτέλεση των αποφάσεων, το οποίο υπερισχύει του ιδιωτικού συμφέροντος για την αναστολή των αποτελεσμάτων τους στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκων μέσων.
156. Η Γερμανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι σε πολλές περιπτώσεις απελάσεως πολιτών της Ενώσεως διατάσσεται επίσης η άμεση εκτέλεση. Αμφισβητεί όμως ότι η άμεση εκτέλεση διατάσσεται συστηματικώς χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Αντιθέτως, η άμεση εκτέλεση είναι πάντοτε το αποτέλεσμα μιας εκάστοτε αυτοτελούς εξετάσεως των ειδικών της προϋποθέσεων.
Β – Νομική εκτίμηση
157. Όσον αφορά το πέμπτο αίτημα της προσφυγής, πρέπει κατ’ αρχάς να ληφθεί υπόψη και η μετά την έναρξη εκκρεμοδικίας της υπό κρίση υποθέσεως νομολογία του Δικαστηρίου.
1. Το περιεχόμενο της αποφάσεως C‑482/01 και C‑493/01
158. Στη διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C‑482/01 και C‑493/01 (52), ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφανθεί, μεταξύ άλλων, επί του ερωτήματος αν το άρθρο 9 της οδηγίας 64/221 αντίκειται σε εθνική ρύθμιση, η οποία δεν προβλέπει διαδικασία ενστάσεως, κατά την οποία διενεργείται επίσης εξέταση της σκοπιμότητας, κατά αποφάσεως ενός Regierungspräsidium περί απελάσεως, όταν δεν έχει ιδρυθεί αρχή ανεξάρτητη από την εν λόγω διοικητική αρχή.
159. Στην εν λόγω διαδικασία, επρόκειτο για μια εθνική διάταξη η οποία ορίζει ότι δεν διενεργείται προδικασία, στο πλαίσιο της οποίας εξετάζεται από την αμέσως ανώτερη αρχή η νομιμότητα και η σκοπιμότητα μιας διοικητικής πράξεως, όταν τη διοικητική πράξη εκδίδει ένα Regierungspräsidium (βλ. το άρθρο 6a του baden-württembergisches Ausführungsgesetz zur Verwaltungsgerichtsordnung [νόμος της Βάδης-Βυρτεμβέργης περί εφαρμογής του κώδικα διοικητικής δικονομίας]).
160. Το Δικαστήριο απάντησε, αποφαινόμενο ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 απαγορεύει εθνική ρύθμιση, η οποία δεν προβλέπει ούτε διαδικασία ενστάσεως ούτε προσφυγής, κατά την οποία διενεργείται επίσης εξέταση της σκοπιμότητας, κατά αποφάσεως διοικητικής αρχής περί απελάσεως υπηκόου άλλου κράτους μέλους, όταν δεν έχει ιδρυθεί αρχή ανεξάρτητη από την εν λόγω διοικητική αρχή.
161. Σε σχέση με τα ανωτέρω, η αιτίαση της Επιτροπής επικεντρώνεται εφεξής στην επίκριση ότι η διοίκηση διατάσσει κανονικά την απέλαση, χωρίς να πρόκειται για επείγουσες περιπτώσεις.
2. Έλλειψη εξετάσεως του επείγοντος χαρακτήρα μιας περιπτώσεως
162. Πρέπει να θεωρηθεί ότι η Γερμανική Κυβέρνηση έχει δίκιο ως προς το ότι για την απέλαση τίθενται κατ’ αρχήν πολύ αυστηροί όροι, οπότε δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή η διαφορά μεταξύ αυτών των όρων και εκείνων που τίθενται για την άμεση εκτέλεση.
163. Από τη σύγκριση όμως του άρθρου 7 με το άρθρο 9 της οδηγίας 64/221 γίνεται φανερό ότι, πέραν των προϋποθέσεων για τη διαταγή απελάσεως, ισχύουν ιδιαίτεροι όροι για τη σύντμηση του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο είναι ακόμη δυνατή η παραμονή στο έδαφος του κράτους.
164. Αυτό σημαίνει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 9 της οδηγίας 64/221 προϋπόθεση του επείγοντος δεν μπορεί να αφορά την κατ’ αρχήν απειλή κατά της δημοσίας τάξεως, αλλά αντιθέτως, ανεξάρτητα από αυτή, πρέπει να αφορά το ότι δεν είναι πλέον δυνατή η αναμονή, μέχρις ότου διανυθεί πλήρως η συνήθης οδός παροχής δικαστικής προστασίας.
165. Με τη διαταγή της άμεσης εκτελέσεως περιορίζονται υπέρ της δημοσίας τάξεως τα δικαιώματα ακροάσεως του ιδιώτη. Πράγματι, λόγω του ότι η ένσταση δεν έχει το κατ’ αρχήν προβλεπόμενο ανασταλτικό αποτέλεσμα, περιορίζεται η αποτελεσματικότητα των αμυντικών μέσων και η προθεσμία άμυνας. Επομένως, κατά την εξέταση της αναλογικότητας στο πλαίσιο της διαταγής άμεσης εκτελέσεως, πρέπει, πέραν των αφορώντων την απειλή κατά της δημοσίας τάξεως όρων για την απέλαση, να λαμβάνεται υπόψη το θεμελιώδες δικαίωμα της ακροάσεως, το οποίο διασφαλίζεται στο κοινοτικό δίκαιο μέσω του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Η διοικητική αρχή οφείλει, προκειμένου να θεωρήσει μια περίπτωση ως επείγουσα, να σταθμίσει στη συγκεκριμένη κατάσταση αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα, πριν λάβει απόφαση για τη διαταγή της άμεσης εκτελέσεως.
166. Αυτό δεν το έπραξε το Landratsamt Göppingen [γραφείο περιφερειακού επιτρόπου του Göppingen] στην απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, με την οποία προβαίνει στην ακόλουθη αιτιολόγηση: «Η άμεση εκτέλεση αυτής της αποφάσεως έπρεπε να διαταχθεί χάριν του υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Προκειμένου να αποφευχθεί η διάπραξη άλλων αξιόποινων πράξεων μετά από ενδεχόμενη απόλυση, απαιτείται να εγκαταλείψετε το ομοσπονδιακό έδαφος ακόμη και πριν από την περάτωση ενδεχόμενης διοικητικής διαδικασίας κατ’ αντιδικία.»
167. Η Επιτροπή, επί πλέον, ανέφερε πολυάριθμες περιπτώσεις, στις οποίες οι αρμόδιες για τους αλλοδαπούς αρχές αιτιολόγησαν με παρόμοιο τρόπο την άμεση εκτέλεση.
168. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει πράγματι ότι στη Γερμανία η διαταγή της άμεσης εκτελέσεως πρέπει κατ’ αρχήν να εξετάζεται χωριστά. Εντούτοις, δεν αμφισβητεί το ότι, όπως προβάλλει η Επιτροπή, σε διάφορες περιπτώσεις χρησίμευσαν ως βάση για την αιτιολόγηση της διαταγής άμεσης εκτελέσεως οι ίδιες εκτιμήσεις, δηλαδή η απειλή κατά της δημοσίας τάξεως.
169. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γερμανία, λόγω του ότι δόθηκαν εντολές άμεσης εκτελέσεως διαταγών απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως, χωρίς να εξετασθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του επείγοντος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
170. Κατά συνέπεια, το πέμπτο αίτημα της προσφυγής είναι βάσιμο.
X – Δικαστικά έξοδα
171. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το Δικαστήριο μπορεί εντούτοις να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
172. Δεδομένου ότι η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκαν μερικώς, πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Η παρεμβαίνουσα Ιταλική Δημοκρατία φέρει, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα δικαστικά της έξοδα.
XI – Πρόταση
173. Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας,
– στηρίζοντας διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως στο εξουσιοδοτικό έρεισμα του άρθρου 47, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, του AuslG, που επιβάλλει υποχρεωτικώς ή κατά κανόνα υποχρεωτικώς, συνεπεία τελεσίδικης ποινικής καταδίκης, την απέλαση,
– μη μεταφέροντας με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του Αufenthaltsgesetz/EWG στο εσωτερικό δίκαιο με την απαιτούμενη σαφήνεια τους προκύπτοντες από το κοινοτικό δίκαιο όρους σε σχέση με άδειες διαμονής περιορισμένης διάρκειας, καθώς και αιτιολογώντας τις διαταγές απελάσεως πολιτών της Ενώσεως με σκοπούς γενικής προλήψεως,
– εκδίδοντας διαταγές απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως με τις οποίες δεν διασφαλίζεται η ενδεδειγμένη σχέση μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, αφενός, και της τηρήσεως της δημοσίας τάξεως, αφετέρου,
– διατάσσοντας την άμεση εκτέλεση διαταγών απελάσεως κατά πολιτών της Ενώσεως, χωρίς να εξετάσει αν υφίστατο όντως επείγουσα περίπτωση,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 18 και 39 της Συνθήκης ΕΚ, από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ως θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, καθώς και από τα άρθρα 3 και 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη μετακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας.
2. Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3. Η Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ιταλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
(Νομικό πλαίσιο)
Α – Κοινοτικό δίκαιο
1. Οδηγία 64/221/ΕΟΚ
«Άρθρο 3
1. Τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν.
2. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν δύνανται καθ’ εαυτές να αιτιολογήσουν τη λήψη παρόμοιων μέτρων.
[…]»
«Άρθρο 9
1. Αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως του κατόχου αδείας διαμονής από την επικράτεια λαμβάνεται από τη διοικητική αρχή –εκτός επειγουσών περιπτώσεων– μόνο κατόπιν γνώμης αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής, ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλλει τα μέσα υπερασπίσεώς του και να δύναται να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Η αρχή αυτή πρέπει να είναι άλλη από εκείνη που έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει την απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή την απόφαση περί απομακρύνσεως.
2. Οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκδόσεως της πρώτης αδείας διαμονής, καθώς και οι αποφάσεις περί απομακρύνσεως προ της εκδόσεως της εν λόγω αδείας υποβάλλονται προς εξέταση, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην αρχή εκείνη, η προηγουμένη γνώμη της οποίας προβλέπεται από την παράγραφο 1. Ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται τότε να αναλάβει αυτοπροσώπως την υπεράσπισή του, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του κράτους αντιτίθενται στην υπεράσπιση αυτή.»
2. Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68
«Άρθρο 1
1. Κάθε υπήκοος κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής του, έχει το δικαίωμα να αναλαμβάνει μισθωτή δραστηριότητα και να την ασκεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, συμφώνως προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ρυθμίζουν την απασχόληση των ημεδαπών εργαζομένων του κράτους αυτού.
2. Απολαύει ιδίως στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους του ιδίου, όπως και οι υπήκοοι του κράτους αυτού, δικαιώματος προτεραιότητας στις διαθέσιμες θέσεις εργασίας.»
3. Οδηγία 73/148/ΕΟΚ
«Άρθρο 1
1. Τα κράτη μέλη καταργούν, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, τους περιορισμούς στη διακίνηση και στη διαμονή:
α) των υπηκόων ενός κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένοι ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να ασκήσουν μη μισθωτή δραστηριότητα, ή επιθυμούν να παράσχουν υπηρεσίες στο κράτος αυτό·
β) των υπηκόων των κρατών μελών που επιθυμούν να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος ως αποδέκτες παροχής υπηρεσιών·
γ) του συζύγου και των κάτω των 21 έτους τέκνων των εν λόγω υπηκόων, ανεξαρτήτως ιθαγενείας·
δ) των ανιόντων και των κατιόντων των εν λόγω υπηκόων και των συζύγων τους, οι οποίοι συντηρούνται από αυτούς, ανεξαρτήτως ιθαγενείας.
2. Τα κράτη μέλη ευνοούν την είσοδο οποιουδήποτε άλλου μέλους της οικογενείας των υπηκόων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, περιπτώσεις α) και β), ή των συζύγων τους, το οποίο στην χώρα προελεύσεως συντηρείται από αυτούς ή ζει μαζί τους υπό την αυτή στέγη.»
«Άρθρο 4
1. Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που εγκαθίστανται στην επικράτειά του, προκειμένου να ασκήσουν εκεί μη μισθωτή δραστηριότητα, εφ’ όσον οι περιορισμοί, στους οποίους υπόκειται η δραστηριότητα αυτή έχουν καταργηθεί δυνάμει της Συνθήκης.
Το δικαίωμα διαμονής βεβαιώνεται με έγγραφο, το οποίο καλείται “άδεια διαμονής υπηκόου κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων”. Το εν λόγω έγγραφο έχει διάρκεια ισχύος τουλάχιστον πέντε ετών από της ημερομηνίας εκδόσεώς του και ανανεώνεται αυτόματα.
Διακοπές διαμονής που δεν υπερβαίνουν τους έξι συνεχείς μήνες, καθώς και απουσίες λόγω εκπληρώσεως στρατιωτικών υποχρεώσεων, δεν θίγουν την ισχύ της αδείας διαμονής.
Η εν ισχύι άδεια διαμονής δεν δύναται να αφαιρεθεί από τους υπηκόους που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, περίπτωση α), εκ μόνης της αιτίας ότι δεν ασκούν πλέον τη δραστηριότητα λόγω προσωρινής ανικανότητας προς εργασία ένεκα ασθενείας ή ατυχήματος.
Οι υπήκοοι κράτους μέλους που δεν αναφέρονται μεν στο πρώτο εδάφιο, γίνονται όμως δεκτοί να ασκήσουν δραστηριότητα στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους αυτού, λαμβάνουν τίτλο διαμονής, η διάρκεια του οποίου είναι τουλάχιστον ίση με εκείνη της αδείας που χορηγήθηκε προς άσκηση της εν λόγω δραστηριότητος.
Οι υπήκοοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και στους οποίους εφαρμόζονται, συνεπεία αλλαγής δραστηριότητος, οι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, διατηρούν την άδεια διαμονής τους μέχρι την λήξη της ισχύος της.
2. Για τους παρέχοντες υπηρεσίες και τους αποδέκτες αυτών το δικαίωμα διαμονής αντιστοιχεί στη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών.
Αν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τους τρεις μήνες, το κράτος μέλος, στο οποίο πραγματοποιείται η παροχή, εκδίδει τίτλο διαμονής προς πιστοποίηση του ανωτέρω δικαιώματος.
Αν η διάρκεια αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, το δελτίο ταυτότητος ή το διαβατήριο, με το οποίο ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στην επικράτεια, καλύπτει τη διαμονή του. Το κράτος μέλος δύναται να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να δηλώσει την παρουσία του στην επικράτεια.
3. Σε μέλος της οικογενείας που δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους χορηγείται έγγραφο διαμονής της ίδιας ισχύος με αυτό που χορηγείται στον υπήκοο από τον οποίον εξαρτάται.»
«Άρθρο 5
Το δικαίωμα διαμονής εκτείνεται σ’ ολόκληρη την επικράτεια του κράτους μέλους.»
«Άρθρο 8
Τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της παρούσης οδηγίας μόνο για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας.»
«Άρθρο 10
1. Η οδηγία του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1964 περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητος στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών, εξακολουθεί να ισχύει μέχρις ότου τα κράτη μέλη εκτελέσουν την παρούσα οδηγία.
2. Τα έγγραφα διαμονής που εκδίδονται σύμφωνα με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 οδηγία και που είναι εν ισχύι κατά τον χρόνο εκτελέσεως της παρούσης οδηγίας διατηρούν την ισχύ τους μέχρι την προσεχή λήξη τους.»
4. Οδηγία 90/364/ΕΟΚ
«Άρθρο 1
1. Τα κράτη μέλη παρέχουν το δικαίωμα διαμονής στους υπηκόους των κρατών μελών που δεν έχουν αυτό το δικαίωμα βάσει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους, όπως καθορίζονται στην παράγραφο 2, υπό τον όρο ότι διαθέτουν οι ίδιοι και τα μέλη της οικογενείας τους υγειονομική ασφάλιση που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους υποδοχής.
Οι αναφερόμενοι στο πρώτο εδάφιο πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς όταν υπερβαίνουν το επίπεδο των πόρων μέχρι του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να χορηγεί κοινωνική αρωγή στους δικούς του υπηκόους, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική κατάσταση του αιτούντος και, ενδεχομένως, των προσώπων που γίνονται δεκτά κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2.
Εάν το δεύτερο εδάφιο δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, οι πόροι του αιτούντος θεωρούνται επαρκείς εφόσον υπερβαίνουν το ύψος της ελάχιστης σύνταξης κοινωνικής ασφαλίσεως που καταβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής.
2. Δικαίωμα να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με τον κάτοχο του δικαιώματος διαμονής, και δη ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους, έχουν τα ακόλουθα πρόσωπα:
α) ο/η σύζυγός του και οι συντηρούμενοι από αυτόν/αυτήν κατιόντες τους·
β) οι ανιόντες του κατόχου του δικαιώματος διαμονής και του/της συζύγου του οι οποίοι συντηρούνται από αυτόν/αυτήν.»
«Άρθρο 2
1. Το δικαίωμα διαμονής διαπιστώνεται με την έκδοση εγγράφου το οποίο καλείται “κάρτα διαμονής υπηκόου κράτους μέλους της ΕΟΚ”, του οποίου η ισχύς μπορεί να περιορίζεται σε πέντε έτη, με δυνατότητα ανανέωσης. Πάντως, τα κράτη μέλη, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, μπορούν να απαιτούν την εκ νέου θεώρηση της κάρτας μετά τα δύο πρώτα έτη διαμονής. Εάν μέλος της οικογένειας δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους, του χορηγείται έγγραφο διαμονής της αυτής ισχύος με το έγγραφο το χορηγούμενο στον υπήκοο ο οποίος το συντηρεί.
Για την έκδοση της κάρτας ή του εγγράφου διαμονής, το κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον αιτούντα μόνον την προσκόμιση δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι καθώς και την απόδειξη ότι ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1.
2. Τα άρθρα 2 και 3, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 9 της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, για τα πρόσωπα τα οποία καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
Ο/η σύζυγος και τα συντηρούμενα τέκνα ενός υπηκόου κράτους μέλους κατόχου του δικαιώματος διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους έχουν το δικαίωμα να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο του εδάφους του εν λόγω κράτους, ακόμα και εάν δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας παρά μόνον για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Στην περίπτωση δε αυτή εφαρμόζεται η οδηγία 64/221/ΕΟΚ.
3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το υφιστάμενο έννομο καθεστώς σχετικά με την απόκτηση δευτερευουσών κατοικιών.»
Β – Εθνικό δίκαιο
1. Ausländergesetz [νόμος περί αλλοδαπών]
«Άρθρο 45 – Απέλαση
(1) Ο αλλοδαπός μπορεί να απελαθεί όταν η παραμονή του θίγει τη δημόσια ασφάλεια και τάξη ή άλλα σημαντικά συμφέροντα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας·
(2) Κατά τη λήψη της αποφάσεως περί απελάσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
1. η διάρκεια της νόμιμης διαμονής και οι άξιοι προστασίας προσωπικοί, οικονομικοί και άλλοι δεσμοί του αλλοδαπού στο ομοσπονδιακό έδαφος,
2. οι συνέπειες της απελάσεως για τα μέλη της οικογενείας του αλλοδαπού, τα οποία διαμένουν νομίμως στο ομοσπονδιακό έδαφος και ζουν με αυτόν υπό καθεστώς οικογενειακής συμβιώσεως και […]»
«Άρθρο 46 – Επί μέρους λόγοι απελάσεως
Κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, μπορεί ιδίως να απελαθεί, όποιος
[…]
2. υπέπεσε σε μια όχι μόνο μεμονωμένη ή ήσσονος σημασίας παράβαση νομικών διατάξεων ή δικαστικών ή διοικητικών αποφάσεων ή διατάξεων, ή διέπραξε αξιόποινη πράξη εκτός του ομοσπονδιακού εδάφους, η οποία θεωρείται στο ομοσπονδιακό έδαφος ως αξιόποινη πράξη από πρόθεση,
3. παραβαίνει μια περί πορνείας νομική διάταξη ή διάταξη των αρχών,
4. κάνει χρήση ηρωίνης, κοκαΐνης ή παρόμοιας ναρκωτικής ουσίας και δεν προτίθεται να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα απεξαρτήσεως ή το αποφεύγει, […]»
«Άρθρο 47 – Απέλαση λόγω ιδιαίτερης επικινδυνότητας
(1) Ο αλλοδαπός απελαύνεται
1. οσάκις, αφού διαπράξει ένα ή περισσότερα ποινικά αδικήματα εκ προθέσεως, καταδικάζεται τελεσιδίκως σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τριών ετών ή σε ειδική για ανήλικους εγκληματίες ποινή, ή οσάκις καταδικάζεται τελεσιδίκως λόγω διαπράξεως ποινικών αδικημάτων εκ προθέσεως σε πλείονες ποινές της κατηγορίας αυτής για συνολικό διάστημα τουλάχιστον τριών ετών στη διάρκεια περιόδου πέντε ετών ή οσάκις έχει διαταχθεί εγκλεισμός σε σωφρονιστικό κατάστημα με την τελευταία τελεσίδικη καταδίκη, ή
2. οσάκις καταδικάστηκε τελεσιδίκως σε τουλάχιστον δύο ετών ειδική για ανήλικους εγκληματίες ποινή ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή χωρίς αναστολή λόγω διαπράξεως αξιόποινης πράξης εκ προθέσεως κατά την έννοια του νόμου περί ναρκωτικών, για διατάραξη της δημόσιας τάξης υπό τις συνθήκες του άρθρου 125a, δεύτερη περίοδος, του ποινικού κώδικα ή για διατάραξη της δημόσιας τάξης κατά την έννοια του άρθρου 125 του ποινικού κώδικα διαπραχθείσα στο πλαίσιο απαγορευμένης δημόσιας συγκεντρώσεως ή πορείας.
(2) Ο αλλοδαπός απελαύνεται κατά κανόνα
1. οσάκις καταδικάστηκε τελεσιδίκως σε ειδική για ανήλικους εγκληματίες ποινή τουλάχιστον δύο ετών ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή χωρίς αναστολή λόγω διαπράξεως μιας ή περισσοτέρων αξιοποίνων πράξεων εκ προθέσεως,
2. οσάκις κατά παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών καλλιεργεί, παράγει, εισάγει, διαμετακομίζει ή εξάγει, πωλεί, παραχωρεί σε τρίτους ή θέτει σε κυκλοφορία καθ’ οιονδήποτε τρόπο κάποιο ναρκωτικό, το εμπορεύεται, παρακινεί σε μια από τις προαναφερθείσες πράξεις ή καθίσταται συνεργός σε τέτοια πράξη,
3. οσάκις στο πλαίσιο απαγορευμένης ή διαλυθείσας δημόσιας συγκεντρώσεως ή απαγορευμένης ή διαλυθείσας πορείας συμμετέχει ως αυτουργός ή συνεργός σε πράξεις βίας κατά ανθρώπων ή αντικειμένων, οι οποίες διαπράττονται από κοινού από μια ομάδα ανθρώπων κατά τρόπο που συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη,
[…]
(3) Κατά κανόνα, ο αλλοδαπός που απολαύει αυξημένης προστασίας κατά απελάσεως δυνάμει του άρθρου 48, παράγραφος 1, απελαύνεται κατά κανόνα στις περιπτώσεις της παραγράφου 1. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2, η απέλασή του αποφασίζεται βάσει εκτιμήσεως κατά διακριτική ευχέρεια. Η απέλαση εφήβου, που έχει μεγαλώσει στο ομοσπονδιακό έδαφος και είναι κάτοχος άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας ή τίτλου διαμονής, αποφασίζεται στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2, βάσει εκτιμήσεως κατά διακριτική ευχέρεια. Οι παράγραφοι 1 και 2, σημείο 1, δεν έχουν εφαρμογή σε ανηλίκους.»
«Άρθρο 48 – Ιδιαίτερη προστασία κατά απελάσεως
(1) Ο αλλοδαπός ο οποίος
1. είναι κάτοχος τίτλου διαμονής,
2. είναι κάτοχος αδείας διαμονής απεριόριστης διάρκειας και γεννήθηκε στο ομοσπονδιακό έδαφος ή εισήλθε σ’ αυτό ως ανήλικος,
3. είναι κάτοχος άδειας διαμονής απεριόριστης διάρκειας και διάγει έγγαμος ή σε ελεύθερη σχέση με αλλοδαπό κατά την έννοια των σημείων 1 και 2 ανωτέρω,
4. ζει υπό καθεστώς οικογενειακής συμβιώσεως με Γερμανό υπήκοο,
5. έχει αναγνωρισθεί ως δικαιούμενος ασύλου, απολαύει στο ομοσπονδιακό έδαφος της νομικής καταστάσεως αλλοδαπού ή έχει στην κατοχή του ταξιδιωτικό έγγραφο, εκδοθέν από αρχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας σύμφωνα με την Abkommen über die Rechtsstellung für Flüchtlinge [Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων], της 28ης Ιουλίου 1951 (BGBI. 1953 11, σ. 559),
6. έχει στην κατοχή του έγκριση διαμονής, χορηγηθείσα κατά το άρθρο 32a,
μπορεί να απελαθεί μόνο για σοβαρούς λόγους συνδεόμενους με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Τέτοιοι λόγοι συντρέχουν κατά κανόνα στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 47, παράγραφος 1.
(2) Ο ανήλικος αλλοδαπός, του οποίου οι γονείς ή ο γονέας που έχει αποκλειστικά την επίβλεψή του κατοικούν νομίμως στο ομοσπονδιακό έδαφος, δεν απελαύνεται, εκτός αν έχει καταδικασθεί τελεσιδίκως λόγω κατ’ επανάληψη τελέσεως από πρόθεση μη ήσσονος σημασίας αξιόποινων πράξεων, σοβαρών αξιόποινων πράξεων ή μια ιδιαιτέρως σοβαρής αξιόποινης πράξεως. Ο έφηβος, που έχει μεγαλώσει στο ομοσπονδιακό έδαφος και ζει με τους γονείς του υπό καθεστώς οικογενειακής συμβιώσεως, απελαύνεται μόνο βάσει του άρθρου 47, παράγραφοι 1 και 2, σημείο 1, και παράγραφος 3».
2. Gesetz über Einreise und Aufenthalt von Staatsangehörigen der Mitgliedstaaten der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft [νόμος περί εισόδου και διαμονής υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας]
«Άρθρο 12 – Περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας
(1) Καθόσον ο παρόν νόμος επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία και δεν προβλέπει περιοριστικά μέτρα στις προηγούμενες διατάξεις του, η απαγόρευση της εισόδου, τα μέτρα που περιορίζουν τη χορήγηση άδειας διαμονής ΕΚ ή την παράταση της ισχύος της, όπως προβλέπονται στα άρθρα 3, παράγραφος 5, 12, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, και 14 του Ausländergesetz, καθώς και η απέλαση ή η απομάκρυνση των προσώπων που απαριθμούνται στο άρθρο 1 επιτρέπονται μόνο για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (άρθρο 48, παράγραφος 3, άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας). Οι αλλοδαποί στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής ΕΚ απεριόριστης διάρκειας μπορούν να απελαύνονται μόνον για σοβαρούς λόγους συνδεόμενους με τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη.
(2) Οι αποφάσεις ή τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πρέπει να λαμβάνονται για οικονομικούς σκοπούς.
(3) Οι αποφάσεις ή τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να λαμβάνονται μόνον όταν ο αλλοδαπός δικαιολογεί τη λήψη τους λόγω της προσωπικής του συμπεριφοράς. Αυτό δεν ισχύει αναφορικά με τις αποφάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
(4) Η ύπαρξη ποινικής καταδίκης δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη δικαιολόγηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 αποφάσεων και μέτρων.
[…]
(7) Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται άρνηση χορηγήσεως ή παρατάσεως της άδειας διαμονής ΕΚ, διατάσσεται η απέλαση ή επαπειλείται η βιαία απομάκρυνση, πρέπει να αναφέρεται η προθεσμία εντός της οποίας ο αλλοδαπός οφείλει να εγκαταλείψει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής αυτού του νόμου. Πλην επειγουσών περιπτώσεων, η προθεσμία πρέπει, εφόσον δεν έχει ακόμη χορηγηθεί άδεια διαμονής ΕΚ, να είναι τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών, αν δε έχει ήδη χορηγηθεί άδεια διαμονής ΕΚ τουλάχιστον ενός μήνα.
[…]»
3. Άρθρο 80, παράγραφος 2, του Verwaltungsgerichtsordnung [κώδικα διοικητικής δικονομίας]
«(2) Το ανασταλτικό αποτέλεσμα παύει μόνο
[…]
4. στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άμεση εκτέλεση διατάσσεται ιδίως χάριν του δημοσίου συμφέροντος ή υπέρτερου συμφέροντος εμπλεκομένου προσώπου από την αρχή η οποία εξέδωσε τη διοικητική πράξη ή οφείλει να αποφασίσει επί της ενστάσεως.
Τα ομόσπονδα κράτη μπορούν επίσης να ορίζουν ότι ένδικα βοηθήματα δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα, καθόσον αυτά στρέφονται κατά μέτρων που λαμβάνονται από τα ομόσπονδα κράτη στο πλαίσιο της διοικητικής εκτελέσεως βάσει του ομοσπονδιακού δικαίου.
(3) Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2, σημείο 4, το ιδιαίτερο συμφέρον για την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξεως πρέπει να αιτιολογείται γραπτώς. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αιτιολογία, όταν η αρχή, σε περίπτωση κινδύνου από την καθυστέρηση, ιδίως απειλής δυσμενών συνεπειών για τη ζωή, την υγεία ή την περιουσία, λαμβάνει προληπτικώς χάριν του δημοσίου συμφέροντος ένα, όπως χαρακτηρίζεται, μέτρο επείγουσας ανάγκης.»
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
2 – Οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16).
3 – Κανονισμός (EOK) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
4 – Οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144).
5 – Οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ L 180, σ. 26).
6 – Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C‑129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-14637).
7 – Σκέψη 30 επ.
8 – Βλ., συναφώς, την πρόσφατη απόφαση της 26ης Απριλίου 2005, C‑494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2005, σ. I‑3331).
9 – Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, C‑20/01 και C‑28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑3609).
10 – Απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, C‑45/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I‑2509).
11 – Απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑157/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑2911).
12 – Αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1999, C‑348/96, Calfa (Συλλογή 1999, σ. I‑11, σκέψη 27), της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C‑340/97, Nazli (Συλλογή 2000, σ. I‑957, σκέψη 40), και της 29ης Απριλίου 2004, C‑482/01 και C‑493/01, Ορφανόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑5257, σκέψη 68).
13 – Απόφαση C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψεις 70 και 71.
14 – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή τόμος 1977, σ. 617, σκέψη 35), και απόφαση C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 66.
15 – Βλ. την απόφαση C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 67.
16 – Απόφαση C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 69 επ.
17 – Αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑40/02, Scherndl (Συλλογή 2003, σ. I‑12647, σκέψη 43), και της 23ης Νοεμβρίου 1977, 38/77, Enka (Συλλογή τόμος 1977, σ. 713, συνοπτική μετάφραση [Slg. 1977, σ. 2203, σκέψη 11]).
18 – Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, C‑145/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑2235, σκέψη 38).
19 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1991, C‑249/88, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I‑1275, σκέψη 6), της 9ης Φεβρουαρίου 1994, C‑119/92, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. I‑393, σκέψη 37), και της 23ης Οκτωβρίου 1997, C‑160/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1997, σ. I‑5851, σκέψη 17).
20 – Βλ. τις αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2001, C‑278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑1501, σκέψεις 39 έως 41), της 19ης Ιουνίου 2003, C‑329/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑6103, σκέψη 68), και της 4ης Μαρτίου 2004, C‑344/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑2081, σκέψη 58).
21 – Βλ. το δικόγραφο της προσφυγής, σ. 18.
22 – Βλ. την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C‑365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I‑7773, σκέψη 69).
23 – Απόφαση C‑157/03 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11).
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C‑80/92, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1994, σ. I‑1019, σκέψη 20), της 26ης Οκτωβρίου 1995, C‑151/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1995, σ. I‑3685, σκέψη 18), της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑415/01, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2003, σ. I‑2081, σκέψη 21), και της 20ής Νοεμβρίου 2003, C‑296/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑13909, σκέψη 54).
25 – Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑58/02, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2004, σ. I‑621, σκέψη 26), και της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑217/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1999, σ. I‑5087, σκέψη 31).
26 – Αποφάσεις C‑415/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 24), σκέψη 21, και της 20ής Ιουνίου 2002, C‑313/99, Mulligan κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑5719, σκέψη 51 επ.).
27 – Βλ. την υποσημείωση 14.
28 – Απόφαση 30/77 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψη 35.
29 – Αποφάσεις 30/77 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψη 35, και C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 66.
30 – Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψη 13), της 20ής Μαρτίου 1997, C‑96/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I‑1653, σκέψη 22), της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑305, σκέψη 10), και της 24ης Ιουνίου 2004, C‑350/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. I‑6213, σκέψη 18).
31 – Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑1/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I‑9989, σκέψη 53), της 20ής Ιουνίου 2002, C‑287/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2002, σ. I‑5811, σκέψη 17), και C‑350/02 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 30), σκέψη 19.
32 – Αποφάσεις C‑365/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 25, και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I‑5449, σκέψη 56).
33 – Απόφαση 30/77 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψη 35.
34 – Απόφαση C‑365/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 36 επ.
35 – Αποφάσεις C‑365/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22), σκέψη 25, και C‑191/95 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 32), σκέψη 56.
36 – Απόφαση 30/77 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψη 35.
37 – Βλ. συναφώς τα εκτιθέμενα στο σημείο IV. B.
38 – Απόφαση C‑145/99 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 18), σκέψη 56.
39 – Απόφαση C‑340/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 61.
40 – Απόφαση C‑340/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 63.
41 – Απόφαση C‑348/96 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψεις 22 έως 24.
42 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1975, 67/74, Bonsignore (Συλλογή τόμος 1975, σ. 111, σκέψη 7).
43 – Απόφαση C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 68. Βλ. τις αποφάσεις C‑348/96 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 27, και C‑340/97 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 59.
44 – Ως προς το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής, βλ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑60/00, Carpenter (Συλλογή 2002, σ. I‑6279, σκέψη 41).
45 – Αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2002, C‑100/01, Olazabal (Συλλογή 2002, σ. I‑10981, σκέψη 43), και C‑60/00 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 44), σκέψη 42.
46 – Απόφαση 30/77 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14), σκέψη 29.
47 – Από την πρόσφατη νομολογία βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Mokrani κατά Γαλλίας της 15ης Ιουλίου 2003, αριθ. 52206/99, § 30, και Boultif κατά Ελβετίας της 2ας Αυγούστου 2001, Recueil des arrêts et décisions, 2001‑IX, §§ 39, 41 και 46.
48 – Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση Adam κατά Γερμανίας της 4ης Οκτωβρίου 2001, αριθ. 43359/98, όπου δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
49 – Προτάσεις του γενικού εισαγελέα Geelhoed της 25ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C‑275/02, Ayaz (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. I‑8765 σημείο 84).
50 – Βλ. απλώς ΕΔΔΑ, αποφάσεις Radovanovic κατά Αυστρίας της 22ας Απριλίου 2004, αριθ. 42703/98, § 30, και Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 28ης Μαΐου 1985, σειρά A αριθ. 94, § 68.
51 – ΕΔΔΑ, απόφαση Radovanovic κατά Αυστρίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 50), § 36.
52 – Απόφαση C‑482/01 και C‑493/01 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12), σκέψη 101 επ.
Full & Egal Universal Law Academy