ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 10ης Ιουνίου 2004 (1)
Υπόθεση C-457/02
Antonio Niselli
(αίτηση του Tribunale penale di Terni για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 75/442/EΟΚ – Έννοια του αποβλήτου – Παλιοσίδερα – Εθνικός ορισμός που αποκλείει τα κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως από την έννοια του αποβλήτου, όταν υποβάλλονται σε μια διαδικασία παραγωγής – Απ’ ευθείας εφαρμογή οδηγιών στο πλαίσιο ποινικής δίκης – Αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου»
I – Εισαγωγή
1. Ενώπιον του Tribunale penale di Terni εκκρεμεί μια ποινική δίκη στην οποία προσάπτεται στον κατηγορούμενο Antonio Niselli ότι υπέχει ευθύνη για τη μεταφορά παλιοσίδερων με μη επιτρεπόμενο για τη μεταφορά αποβλήτων όχημα. Με την παρούσα διάταξη περί παραπομπής, το Tribunale ερωτά το Δικαστήριο για την ερμηνεία της οδηγίας 75/442/EΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (2) (στο εξής: οδηγία 75/442), προκειμένου να κρίνει αν οι περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο ιταλικές ρυθμίσεις, οι οποίες ορίζουν λεπτομερέστερα την έννοια του αποβλήτου, συνάδουν προς την οδηγία.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο των περιστατικών, τα παλιοσίδερα θα έπρεπε, κατά την αντίληψη του αιτούντος δικαστηρίου, να χαρακτηρισθούν ως απόβλητα. Όμως, μεταγενεστέρως θεσπισθείσες διατάξεις εξαιρούν από την έννοια του αποβλήτου υλικά όπως τα παλιοσίδερα που αναχρησιμοποιούνται στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως. Στην περίπτωση κατά την οποία η εξαίρεση αυτή θα αντέβαινε προς την οδηγία 75/442, πρέπει να διευκρινισθεί ποιες συνέπειες έχει η διαπίστωση αυτή στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
3. Στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, υποπαράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 το απόβλητο ορίζεται ως ακολούθως:
«κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει».
4. Στο παράρτημα I της οδηγίας αναφέρονται στην κατηγορία Q 14 «Προϊόντα που δεν μπορούν να χρησιμεύσουν στον κάτοχό τους». Περαιτέρω, το παράρτημα περιλαμβάνει δύο κατηγορίες μη κατονομαζομένων προϊόντων, ήτοι την κατηγορία Q 1 «Κατάλοιπα παραγωγής ή κατανάλωσης που δεν διευκρινίζονται παρακάτω», καθώς και την κατηγορία Q 16 «Κάθε ουσία, ύλη ή προϊόν τα οποία δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες κατηγορίες».
5. Κατά τα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 75/442, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες διαθέσεως αποβλήτων κατά το παράρτημα ΙΙ Α της οδηγίας ή ανακυκλώσεως κατά το παράρτημα ΙΙ Β πρέπει να διαθέτει άδεια. Εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που ασχολούνται επαγγελματικά με τη συλλογή ή τη μεταφορά αποβλήτων υπέχουν κατά το άρθρο 12 της οδηγίας υποχρέωση αναγγελίας.
Β – Εθνικό δίκαιο
6. Με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Decreto Legislativo 22 της 5ης Φεβρουαρίου 1997 (3) (στο εξής: Decreto Legislativo 22/97) περιελήφθη στο ιταλικό δίκαιο η έννοια του αποβλήτου της οδηγίας 75/442. Τα παραρτήματα A, B και C του Decreto Legislativo 22/97 αντιστοιχούν προς τα παραρτήματα I, II A και II B της οδηγίας 75/442.
7. Το άρθρο 51 του Decreto Legislativo 22/97 καθιστά αξιόποινη την παράβαση των ρυθμιζομένων με τα άρθρα 27 έως 33 υποχρεώσεων αδείας, αναγγελίας ή κοινοποιήσεως.
8. Με το άρθρο 14 του Decreto Legge 138 της 8ης Ιουλίου 2002 (4) (στο εξής: Decreto Legge 138/02), που κατέστη ο νόμος 178 της 8ης Αυγούστου 2002 (5), ο ιταλός νομοθέτης εισήγαγε μια «αυθεντική ερμηνεία» της έννοιας του αποβλήτου. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«1. Οι όροι: “απορρίπτει”, “προτίθεται” ή “υποχρεούται να απορρίψει” του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο a, του [Decreto Legislativo 22/97], όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα […], ερμηνεύονται ως εξής:
a) “απορρίπτει” κάθε συμπεριφορά κατά την οποία κατ’ άμεσο ή έμμεσο τρόπο μια ουσία, ένα αντικείμενο ή ένα προϊόν κατευθύνονται ή υπόκεινται στη δραστηριότητα εξαλείψεως ή ανακτήσεως, σύμφωνα με τα παραρτήματα B και C του [Decreto Legislativo 22/97]·
b) “προτίθεται”: η βούληση προορισμού των ουσιών, αντικειμένων ή προϊόντων σε δραστηριότητες εξαλείψεως και ανακτήσεως, σύμφωνα με τα παραρτήματα B και C του [Decreto Legislativo 22/97]·
c) “υποχρεούται να απορρίψει”: η υποχρέωση να υποβάλλεται ένα αντικείμενο, μια ουσία ή ένα προϊόν στις δραστηριότητες ανακτήσεως ή εξαλείψεως, που προβλέπει διάταξη νόμου ή πράξη δημοσίων αρχών ή επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του αντικειμένου, της ουσίας ή του προϊόντος ή από το γεγονός ότι αυτά περιλαμβάνονται στον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων του παραρτήματος D του [Decreto Legislativo 22/97].
2. Τα στοιχεία b και c της παραγράφου 1, δεν έχουν εφαρμογή στα προϊόντα, ουσίες ή αντικείμενα που είναι κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
a) μπορούν να ή όντως είναι και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, χωρίς να υποστούν καμιά προηγούμενη επεξεργασία και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον·
b) μπορούν να ή όντως είναι και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, αφού υποστούν προηγούμενη επεξεργασία χωρίς να επιβάλλεται καμιά πράξη ανακτήσεως μεταξύ αυτών που απαριθμούνται στο παράρτημα C του [Decreto Legislativo 22/97].»
III – Περιστατικά και προδικαστικά ερωτήματα
9. Οι καραμπινιέροι κατέσχον στις 18 Ιουλίου 2000 στο Terni ένα ημιρυμουλκούμενο φορτηγό που ανήκει στην ILFER SpA, διότι δεν πληρούνταν ορισμένες επιβαλλόμενες από το Decreto Legislativo 22/97 διατυπώσεις. Ο υπεύθυνος για τη μεταφορά νόμιμος εκπρόσωπος της ILFER ήταν ο Antonio Niselli.
10. Το φορτηγό μετέφερε περίπου 10 m3 παλιοσίδερα, όπως τμήματα μηχανικών εξοπλισμών, λαμαρίνες, μορφοσίδηρο εν μέρει βερνικωμένο, μεταλλικά σύρματα εν μέρει βερνικωμένα, μέρη γραναζιών με λάδια και γράσο, μικρά μεταλλικά κομμάτια, σκεπάσματα φρεατίων από χυτοσίδηρο, μέρη σωλήνων με προστατευτική θήκη, κενές μεταλλικές φιάλες, ζάντες, σχάρες από λαμαρίνα, σίδηρο για οπλισμένο σκυρόδεμα. Τα υλικά προέρχονται από την καταστροφή μηχανικών εξοπλισμών, αυτοκινήτων ή από τη συλλογή καταστραφέντων αντικειμένων.
11. Κατά του Niselli απαγγέλθηκε κατηγορία ενώπιον του Tribunale penale di Terni, διότι κατέστη ποινικώς υπεύθυνος κατά το άρθρο 51, παράγραφοι 4 και 1, στοιχείο a (σε συνδυασμό με το άρθρο 28) του Decreto Legislativo 22/97. Το Tribunale υπέβαλε στο Δικαστήριο με διάταξη της 18ης Δεκεμβρίου 2002 τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1. Είναι δυνατόν η έννοια του αποβλήτου να εξαρτάται κατά τρόπο περιοριστικό από την εξής προϋπόθεση: δηλαδή ότι οι όροι “απορρίπτει”, “προτίθεται να απορρίψει” ή “υποχρεούται να απορρίψει” του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του Decreto Legislativo 22/97, να ερμηνεύονται ως εξής:
α) “απορρίπτει”: κάθε συμπεριφορά κατά την οποία κατ’ άμεσο ή έμμεσο τρόπο μια ουσία, ένα αντικείμενο ή ένα προϊόν κατευθύνονται ή υπόκεινται στη δραστηριότητα εξαλείψεως ή ανακτήσεως, σύμφωνα με τα παραρτήματα B και C του Decreto Legislativo 22/97·
β) “προτίθεται”: η βούληση προορισμού των ουσιών, αντικειμένων ή προϊόντων σε δραστηριότητες εξαλείψεως και ανακτήσεως, σύμφωνα με τα παραρτήματα B και C του Decreto Legislativo 22/97·
γ) “υποχρεούται να απορρίψει”: η υποχρέωση να υποβάλλεται ένα αντικείμενο, μια ουσία ή ένα προϊόν στις δραστηριότητες ανακτήσεως ή εξαλείψεως, που προβλέπει η διάταξη νόμου ή πράξη δημοσίων αρχών ή επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του αντικειμένου, της ουσίας ή του προϊόντος ή από το γεγονός ότι αυτά περιλαμβάνονται στον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων του παραρτήματος D του Decreto Legislativo 22/97;
2. Είναι δυνατό, κατά τρόπο περιοριστικό, η έννοια του αποβλήτου να μη έχει εφαρμογή σε προϊόντα ή ουσίες ή αντικείμενα που είναι κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) μπορούν να ή όντως είναι και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, χωρίς να υποστούν καμιά προηγούμενη επεξεργασία και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον·
β) μπορούν να ή όντως είναι και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, αφού υποστούν προηγούμενη επεξεργασία χωρίς να επιβάλλεται καμιά πράξη ανακτήσεως μεταξύ αυτών που απαριθμούνται στο παράρτημα C του Decreto Legislativo 22/97 που ισχύει στην Ιταλία (το οποίο μετέφερε κατά λέξη στο εσωτερικό δίκαιο το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ);»
12. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο νομοθέτης επιδίωξε με τη θέσπιση της επίμαχης διατάξεως να εξαιρεθούν τα παλιοσίδερα από τον ορισμό του αποβλήτου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου, η διάταξη αυτή συνιστά μια αντίδραση στην υπερβολικά στενή ερμηνεία της έννοιας από ορισμένες εισαγγελικές αρχές, οι ενέργειες των οποίων θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ικανότητα λειτουργίας της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και άλλων κλάδων της οικονομίας.
13. Αν η κατά το Decreto Legge 138/02 ερμηνεία της έννοιας του αποβλήτου ισχύει πράγματι για τα παλιοσίδερα, ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί αμέσως. Το Tribunale αμφισβητεί εντούτοις το ότι η εκ μέρους του Ιταλού νομοθέτη ερμηνεία του αποβλήτου με το άρθρο 14 του Decreto Legge 138/02 συνάδει προς την οδηγία 75/442. Οι αμφιβολίες αυτές οφείλονται κυρίως και στο ότι η Επιτροπή κίνησε λόγω της διατάξεως αυτής τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
14. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κατέθεσαν παρατηρήσεις ο κατηγορούμενος, οι Κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Αυστρίας, καθώς και η Επιτροπή. Οι ισχυρισμοί των μετεχόντων της διαδικασίας συνοψίζονται –καθόσον είναι αναγκαίο– στο πλαίσιο της νομικής εκτιμήσεως.
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Επί του παραδεκτού της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως
15. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η προδικαστική παραπομπή είναι απαράδεκτη, διότι τα υποβαλλόμενα ερωτήματα είναι αλυσιτελή για την υπόθεση της κύριας δίκης. Κατά την Επιτροπή, η αίτηση είναι όντως παραδεκτή. Με τις γραπτές όμως παρατηρήσεις της επισημαίνει ότι η απάντηση στα ερωτήματα δεν έχει καμία χρησιμότητα για την απόφαση του εθνικού δικαστηρίου.
16. Αναφέρεται συναφώς στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία γίνεται δεκτό «ότι μια οδηγία δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή και ανεξαρτήτως του εσωτερικού νόμου κράτους μέλους που έχει θεσπιστεί για την εφαρμογή της, να έχει ως αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται ή να επιτείνεται η ποινική ευθύνη αυτών που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεών της» (6).
17. Η επίμαχη ρύθμιση αποκλείει το αξιόποινο της πράξεως του κατηγορουμένου. Ακόμη κι αν το Δικαστήριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι μια αντίστοιχη ρύθμιση δεν συνάδει προς την οδηγία 75/442, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να την εφαρμόσει. Διαφορετικά, το αξιόποινο θα στηριζόταν σε απ’ ευθείας εφαρμογή της οδηγίας.
18. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εντούτοις, η Επιτροπή υποστήριξε την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να μην εφαρμόσει τη μεταγενέστερη, ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο, εθνική ρύθμιση, αν αυτή αντιβαίνει προς την οδηγία 75/442.
19. Κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (7).
20. Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Διευκρίνισε όμως ότι είναι δυνατόν να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (8).
21. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει καμία από αυτές τις περιπτώσεις. Τα ερωτήματα έχουν σχέση με το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης και δεν αφορούν ένα υποθετικό πρόβλημα. Πράγματι, ουδόλως είναι σαφές ποιες συνέπειες προκύπτουν από μια ενδεχομένως αντίθεση του άρθρου 14 του Decreto Legge 138/02 προς την οδηγία 75/442 για την απόφαση επί της υποθέσεως της κύριας δίκης.
22. Κατά τον χρόνο των περιστατικών, η σχετική εθνική ρύθμιση ήταν το Decreto Legislativo 22/97. Κατά τη ρύθμιση αυτή, τα παλιοσίδερα έπρεπε, όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, να χαρακτηρισθούν ως απόβλητα, οπότε ο Niselli θα μπορούσε να έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη. Μόνο βάσει του μετά τα περιστατικά επελθόντος περιορισμού της εννοίας του αποβλήτου με το άρθρο 14 του Decreto Legge 138/02 δεν υφίσταται ενδεχομένως πλέον καμία περίπτωση αξιοποίνου.
23. Η συγκυρία αυτή δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να εξομοιωθεί με τον –αποκλειόμενο– μέσω ακριβώς μιας οδηγίας ορισμό της αξιόποινης πράξεως. Πράγματι, η αναφορά στην οδηγία συνεπάγεται εν προκειμένω μόνον ότι παραμένει ανεφάρμοστη μια αίρουσα το αξιόποινο διάταξη, με τη συνέπεια ότι ενεργοποιείται και πάλι το αξιόποινο που υφίσταται βάσει των γενικών εθνικών διατάξεων.
24. Εξάλλου, πρέπει να διευκρινισθεί το προκαταρκτικό ζήτημα κατά πόσον ο ευνοϊκός για τον κατηγορούμενο μεταγενέστερος νόμος μπορεί καν να έχει εφαρμογή. Με τη μέχρι τούδε νομολογία του, το Δικαστήριο έχει βεβαίως χαρακτηρίσει το ζήτημα αυτό ως ζήτημα εθνικού δικαίου το οποίο πρέπει να κρίνει το εθνικό δικαστήριο (9). Είναι όμως επίσης νοητό η αρχή της εφαρμογής του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο μεταγενέστερου ποινικού νόμου να θεωρηθεί ως αρχή του κοινοτικού δικαίου (10). Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διευκρινισθεί αν η αρχή αυτή μπορεί απεριορίστως να διεκδικεί την εφαρμογή της και όταν ο ευνοϊκότερος ποινικός νόμος αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο (11).
25. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει μέχρι τούδε, σε παρόμοιες συγκυρίες, θεωρήσει παραδεκτές τις προδικαστικές παραπομπές. Συγκεκριμένα, στην παρατιθέμενη από την Επιτροπή διάταξη Caterino (12), αναφέρθηκε στη νομολογία κατά την οποία η απ’ ευθείας εφαρμογή της οδηγίας δεν μπορεί να συνεπάγεται τη θεμελίωση του αξιοποίνου, χωρίς να δώσει απάντηση στο καθαυτό προδικαστικό ερώτημα περί της ερμηνείας της οδηγίας για τα απόβλητα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε μέσω διατάξεως (στηριζόμενο στο άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας), διότι η απάντηση μπορούσε να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία και όχι, αντιθέτως, διότι η παραπομπή θα ήταν καθαρώς υποθετικής φύσεως και επομένως απαράδεκτη (13). Στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-74/95 και C-129/95 (14), το Δικαστήριο περιορίσθηκε να παραπέμψει στην παρατεθείσα νομολογία και στη συνέχεια απάντησε στα προδικαστικά ερωτήματα.
26. Διαφορετική ήταν η κατάσταση στις υποθέσεις Arcaro (15) και Kolpinghuis Nijmegen (16). Εκεί, δεν ετίθετο ζήτημα παραδεκτού των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ακριβώς λόγω του ότι ρητώς είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο ερωτήματα για τα αποτελέσματα των οδηγιών στο πλαίσιο της ποινικής δίκης.
27. Για τους ανωτέρω λόγους, η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβάλλεται παραδεκτώς. Προκειμένου να δοθεί επωφελής απάντηση στο δικαστήριο, συμπληρωματικώς προς την ερμηνεία της οδηγίας 75/442 θα εξετασθεί και το αν και κατά πόσον μπορεί αυτή να ληφθεί υπόψη σε μια ποινική δίκη υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης.
Β – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
28. Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 75/442 απαγορεύει εθνική ρύθμιση που συγκεκριμενοποιεί την έννοια του αποβλήτου και ορίζει ότι ο κάτοχος μιας ουσίας ή ενός αντικειμένου την/το απορρίπτει, προτίθεται να την/το απορρίψει ή υποχρεούται να την/το απορρίψει μόνον όταν η ουσία ή το αντικείμενο υποβάλλεται σε εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως που αναφέρεται στα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας και στις ομοίας διατυπώσεως εθνικές διατάξεις ή όταν υφίσταται αντίστοιχη βούληση ή αντίστοιχη υποχρέωση.
29. Πριν από την απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει κατ’ αρχάς να υπενθυμισθεί ότι η οδηγία 75/442, κατά την τρίτη της αιτιολογική σκέψη, σκοπό έχει την προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων. Κατά το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ, η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται ιδίως στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης. Από αυτό συνήγαγε το Δικαστήριο ότι η έννοια του αποβλήτου δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενώς (17).
30. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/442, θεωρείται απόβλητο κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει. Το παράρτημα αυτό όπως και ο Ευρωπαϊκός Κατάλογος Αποβλήτων (18) διευκρινίζουν περαιτέρω τον ορισμό αυτόν, παραθέτοντας καταλόγους ουσιών και αντικειμένων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως απόβλητα. Κατά την εκτίμηση, εντούτοις, του Δικαστηρίου, έχουν ενδεικτικό μόνο χαρακτήρα (19).
31. Καθοριστική σημασία έχει το αν ο κάτοχος απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να προβεί σε απόρριψη ενός πράγματος. Κατά την απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ., αυτό πρέπει να εξετάζεται έναντι του συνόλου των σχετικών περιστάσεων. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός της οδηγίας και να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μη θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής (20).
32. Βεβαίως, μπορεί να υφίσταται ανάγκη περαιτέρω συγκεκριμενοποιήσεως αυτών των πολύ ασαφών εννοιών και επομένως σαφέστερης οριοθετήσεως της έννοιας του αποβλήτου. Εντούτοις δεν επιτρέπεται εν προκειμένω να αγνοείται ο σκοπός της οδηγίας 75/442 που συνίσταται στην πραγματοποίηση της προσεγγίσεως των εθνικών διατάξεων για τη διαχείριση των αποβλήτων (21) και στη θεμελίωση του δικαίου των αποβλήτων σε μια κοινή για όλη την Κοινότητα ορολογία (22). Επομένως, εθνικές διατάξεις δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να ορίζουν λεπτομερέστερα το πραγματικό στοιχείο της απορρίψεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται απόκλιση της εθνικής έννοιας του αποβλήτου από την κατά το κοινοτικό δίκαιο έννοια και να τίθεται έτσι υπό αμφισβήτηση η αποτελεσματικότητα της οδηγίας και του άρθρου 175 ΕΚ (23).
33. Κατά τις επίμαχες ιταλικές ρυθμίσεις, συντρέχουν πάντοτε οι περιπτώσεις του «απορρίπτει» ή «προτίθεται» ή «υποχρεούται να απορρίψει» μόνον όταν μια ουσία, ένα αντικείμενο ή ένα προϊόν εισάγεται ή υποβάλλεται άμεσα ή έμμεσα σε εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως κατά την έννοια των παραρτημάτων B και C του Decreto Legislativo 22/97, τα οποία αντιστοιχούν προς τα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας 75/442, ή όταν υφίσταται αντίστοιχη βούληση ή υποχρέωση.
34. Το Δικαστήριο, αντιθέτως, έκρινε ότι η πραγματοποίηση μιας από τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα II A ή II B της οδηγίας 75/442 δεν επιτρέπει αφεαυτής τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ή ενός αντικειμένου ως αποβλήτου (24). Το θεσπισθέν με την οδηγία 75/442 σύστημα παρακολουθήσεως και διαχειρίσεως σκοπεί να καλύψει κάθε αντικείμενο και ουσία που απορρίπτει ο ιδιοκτήτης, ακόμη και αν έχουν εμπορική αξία και συλλέγονται για εμπορικούς σκοπούς προς ανακύκλωση, ανάκτηση ή αναχρησιμοποίηση (25).
35. Εφόσον ο εθνικός ορισμός, κατ’ αντίθεση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, έχει ως συνέπεια τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ως αποβλήτου μόνον όταν ο κάτοχος την υποβάλλει σε μια εργασία αξιοποιήσεως ή διαθέσεως, περιορίζει ανεπιτρέπτως την έννοια του αποβλήτου. Βεβαίως, η Ιταλική Κυβέρνηση ορθώς επισημαίνει ότι οι αναφερόμενες στα παραρτήματα της οδηγίας εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως καλύπτουν πολλές δυνατότητες της επεξεργασίας αποβλήτων. Αφενός, οι απαριθμήσεις αυτές δεν είναι αποκλειστικές. Αφετέρου, δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση αναχρησιμοποιήσεως αποβλήτων χωρίς προηγούμενη πραγματοποίηση εργασίας αξιοποιήσεως.
36. Από άλλη άποψη, ο εθνικός ορισμός της απορρίψεως είναι υπερβολικά ευρύς και παρεκκλίνει εν προκειμένω από την αντίστοιχη έννοια της οδηγίας 75/442. Βεβαίως, το γεγονός ότι μια ουσία υποβάλλεται σε μια από τις εργασίες που αναφέρονται στα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας 75/442 μπορεί να αποτελεί ένδειξη για το ότι πρόκειται για μέθοδο απορρίψεως και, επομένως, ότι η ουσία αποτελεί απόβλητο. Το γεγονός ότι στα παραρτήματα αυτά περιγράφονται εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως για απόβλητα δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι κάθε ουσία που υφίσταται επεξεργασία πρέπει να θεωρείται απόβλητο (26). Σε πολλές από τις εργασίες που αναφέρονται στα παραρτήματα μπορούν πράγματι να υποβάλλονται ουσίες που δεν είναι απόβλητα. Συγκεκριμένα, σχεδόν κάθε αντικείμενο ή στερεά ουσία μπορεί να εναποτίθεται στο έδαφος (κατηγορία D 1 του παραρτήματος II A). Ως καύσιμο (κατηγορία R 1 του παραρτήματος II B) χρησιμοποιείται προ πάντων κάρβουνο, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, χωρίς αυτές οι πρώτες ύλες να καθίστανται ως εκ τούτου απόβλητα.
37. Αν ληφθεί ως βάση ότι τα κράτη μέλη, κατά το άρθρο 176 ΕΚ, δεν εμποδίζονται να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα υψηλότερου επιπέδου προστασίας απ’ ό,τι κατά την οδηγία 75/442, θα ήταν επιτρεπτή μια αντιστοίχως ευρεία αντίληψη περί του αποβλήτου στο εθνικό δίκαιο. Αυτό προσκρούει πάντως στο ότι κατά την οδηγία θα πρέπει να αποκλείεται επίσης κάθε στρέβλωση του ανταγωνισμού από την εφαρμογή διαφορετικών επιπέδων προστασίας (27).
38. Με την απόφαση Fornasar κ.λπ. (28), στην οποία αναφέρεται η Ιταλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο θεώρησε βεβαίως ότι υπό ορισμένες συνθήκες τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν μέτρα υψηλότερου του κατά την οδηγία 91/689, για τα επικίνδυνα απόβλητα (29), κοινοτικού επιπέδου προστασίας. Επομένως, μπορούν να χαρακτηρίζουν ως επικίνδυνα απόβλητα και άλλες ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στον αντίστοιχο κοινοτικό κατάλογο. Η νομολογία αυτή εντούτοις δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, διότι η οδηγία 91/689 περιέχει ρητώς μια αντιστοίχως ανοικτή ρήτρα και θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τις ουσίες που τα κράτη μέλη επιθυμούν να περιλάβουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πέραν των αναφερομένων στον κοινοτικό κατάλογο.
39. Το αιτούν δικαστήριο και οι μετέχοντες της διαδικασίας παραθέτουν εξάλλου την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ., κατά την οποία, «ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα ως προς την επιλογή των μεθόδων αποδείξεως των διαφόρων στοιχείων που ορίζουν οι οδηγίες τις οποίες μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο, καθόσον τούτο δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου […]. Θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 130 Ρ της Συνθήκης [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 174 ΕΚ] και της οδηγίας [75/442] η χρησιμοποίηση από τον εθνικό νομοθέτη αποδεικτικών μέσων όπως τα νόμιμα τεκμήρια, τα οποία θα είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και τη μη κάλυψη υλών, ουσιών ή προϊόντων που ανταποκρίνονται στον ορισμό του “αποβλήτου” υπό την έννοια της οδηγίας» (30).
40. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει την άποψη ότι οι περιεχόμενοι στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του Decreto Legge 138/02 ορισμοί συνιστούν επιτρεπτούς κανόνες περί αποδείξεως υπ’ αυτή την έννοια.
41. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να τύχει αποδοχής. Οι εν λόγω διατάξεις δεν ρυθμίζουν τα του τρόπου αποδείξεως ότι υφίστανται τα πραγματικά στοιχεία «απορρίπτει», «προτίθεται να απορρίψει» ή «υποχρεούται να απορρίψει», όπως ορθώς τονίζει το αιτούν δικαστήριο. Αντιθέτως, πρόκειται για λεπτομερέστερους ορισμούς των αντίστοιχων νομικών εννοιών. Ακόμη κι αν οι διατάξεις αυτές συνιστούσαν κανόνες περί αποδείξεως, θα περιόριζαν ανεπιτρέπτως το περιεχόμενο των αντίστοιχων εννοιών του κοινοτικού δικαίου, όπως ήδη διαπιστώθηκε.
42. Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 75/442 απαγορεύει εθνική ρύθμιση που συγκεκριμενοποιεί την έννοια του αποβλήτου και ορίζει ότι ο κάτοχος μιας ουσίας ή αντικειμένου την/το απορρίπτει, προτίθεται να την/το απορρίψει ή υποχρεούται να την/το απορρίψει μόνον όταν η ουσία ή το αντικείμενο υποβάλλεται σε μια εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως που αναφέρεται στα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας και στις ομοίας διατυπώσεως εθνικές διατάξεις ή όταν υφίσταται αντίστοιχη βούληση ή αντίστοιχη υποχρέωση.
Γ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
43. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία 75/442 απαγορεύει εθνική ρύθμιση που συγκεκριμενοποιεί την έννοια του αποβλήτου και κατά την οποία κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως δεν συνιστούν απόβλητα
– όταν μπορούν να είναι, ή όντως είναι, και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, χωρίς να υποστούν καμιά προηγούμενη επεξεργασία και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον, ή
– μπορούν να είναι, ή όντως είναι, και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, αφού υποστούν προηγούμενη επεξεργασία, χωρίς να επιβάλλεται καμιά πράξη ανακτήσεως κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας και των ομοίας διατυπώσεως εθνικών διατάξεων.
44. Όπως προεκτέθηκε, καθοριστικής σημασίας για τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ως αποβλήτου είναι το αν ο κάτοχός της την απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να την απορρίψει. Αυτό πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με το σύνολο των σχετικών περιστάσεων. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός της οδηγίας και να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μη θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής (31).
45. Οι μέθοδοι επεξεργασίας ή ο τρόπος χρήσεως ενός αντικειμένου ή μιας ουσίας δεν είναι καθοριστικοί (32). Επίσης, το γεγονός ότι το υλικό μπορεί, από οικονομική άποψη, να αναχρησιμοποιηθεί ή ότι η αξιοποίηση επιτελείται χωρίς βλάβη του περιβάλλοντος δεν επηρεάζει την ιδιότητά του ως αποβλήτου (33).
46. Το Δικαστήριο αντιθέτως θεωρεί ως σημαντικό στοιχείο που αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη αποβλήτου το ότι πρόκειται για υπόλειμμα παραγωγής, δηλαδή προϊόν το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν επιδιώκεται να παραχθεί με συγκεκριμένο σκοπό (34). Μόνον υπό ορισμένες όλως συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούν ουσίες που προκύπτουν κατά την παραγωγή να θεωρηθούν ως υποπροϊόντα που δεν είναι απόβλητα, δηλαδή όταν η αναχρησιμοποίησή τους είναι «βέβαιη, χωρίς προηγούμενη μεταποίηση και στο πλαίσιο της συνέχειας της διαδικασίας παραγωγής» (35). Το γεγονός ότι μετά από ένα κύκλο καταναλώσεως ή χρησιμοποιήσεως δεν υφίσταται πλέον ως προς ένα αντικείμενο ή μια ουσία καμία χρησιμοποίηση για τον αρχικό σκοπό αποτελεί ομοίως ισχυρή ένδειξη για το ότι ο κάτοχός του θέλει να το απορρίψει.
47. Η επίμαχη ρύθμιση βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση προς τις αποφάνσεις αυτές. Ισχύει για τα κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως, τα οποία εκ πρώτης όψεως πρέπει πράγματι να θεωρούνται απόβλητα. Δεν παρέχει καμία ευχέρεια να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις, αλλά λαμβάνει κατ’ ουσίαν ως βάση τη χρησιμοποίηση του υλικού (με ή χωρίς προηγούμενη επεξεργασία) σε ένα κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως, μολονότι αυτό, κατά τη νομολογία, δεν παρέχει καμία ένδειξη για την ιδιότητα του αποβλήτου. Αποκλείει μάλιστα τα κατάλοιπα παραγωγής και καταναλώσεως από τον ορισμό του αποβλήτου, τα οποία πριν από την αναχρησιμοποίησή τους πρέπει να υποβληθούν ακόμη σε «προηγούμενη επεξεργασία» (που όμως δεν πρέπει να συνιστά ανάκτηση).
48. Όπως σαφώς εκθέτει η Επιτροπή, εξαιρούνται από τον ορισμό, βάσει της επίμαχης ρυθμίσεως, πολυάριθμες ουσίες οι οποίες θα πρέπει αναμφιβόλως κατά τον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων (36) να χαρακτηρίζονται ως απόβλητα. Η Επιτροπή αναφέρει χάριν παραδείγματος: μεταλλικές συσκευασίες (κώδικας 15 01 04), μέταλλα από οχήματα στο τέλος της ζωής τους (16 01 17 και 16 01 18), απόβλητα μεταλλικών δομικών κατασκευών και κατεδαφίσεων (17 09), απόβλητα συσκευασιών από χαρτί (15 01 01), χαρτί και χαρτόνι από τη μηχανική κατεργασία αποβλήτων (19 12 01) και ως αστικά απόβλητα χωριστά συλλεγέντα παλιόχαρτα (20 01 01). Ακόμη κι αν η μνεία στον κατάλογο αποβλήτων δεν έχει τελικώς από νομική άποψη καθοριστική σημασία για τον χαρακτηρισμό, χρησιμεύει εντούτοις ως ένδειξη.
49. Εν προκειμένω, πρέπει επίσης να αναφερθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Mayer Parry Recycling (37). Η υπόθεση αυτή αφορούσε το ζήτημα πότε μεταλλικά απορρίμματα συσκευασιών χάνουν την ιδιότητα του αποβλήτου. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η κατεργασία των μεταλλικών απορριμμάτων μέσω τεμαχισμού και διαχωρισμού δεν θίγει την ιδιότητα του αποβλήτου. Μόνο με την τήξη στην υψικάμινο για την παραγωγή ράβδων, ελασμάτων ή ρόλων χάλυβα προκύπτει από το απόβλητο νέο προϊόν.
50. Κατά τη ρύθμιση του άρθρου 14 του Decreto Legge 138/02, το υλικό, που αναμφιβόλως το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως απόβλητο στην απόφαση Mayer Parry Recycling, εξαιρείται από τον ορισμό του αποβλήτου (38). Οι χρησιμοποιηθείσες μεταλλικές συσκευασίες αποτελούν πράγματι κατάλοιπο παραγωγής το οποίο, κατόπιν προηγούμενης επεξεργασίας (τεμαχισμού και διαχωρισμού), εισέρχεται σε μια παρόμοια διαδικασία παραγωγής (τήξη στην υψικάμινο). Αυτό και μόνον το παράδειγμα δείχνει ότι από την επίμαχη ιταλική ρύθμιση επέρχονται ουσιαστικώς αποτελέσματα που δεν συνάδουν προς τις περί αποβλήτων διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
51. Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 75/442 απαγορεύει εθνική ρύθμιση που συγκεκριμενοποιεί την έννοια του αποβλήτου και κατά την οποία κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως δεν συνιστούν απόβλητα
– όταν μπορούν να είναι, ή όντως είναι, και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, χωρίς να υποστούν καμιά προηγούμενη επεξεργασία και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον·
– μπορούν να είναι, ή όντως είναι, και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, αφού υποστούν προηγούμενη επεξεργασία χωρίς να επιβάλλεται καμιά πράξη ανακτήσεως κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας και των ομοίας διατυπώσεως εθνικών διατάξεων.
Δ – Επί των επιπτώσεων της μέσω των εθνικών διατάξεων παραβάσεως της οδηγίας 75/442 στην εκκρεμή ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ποινική δίκη
52. Προκειμένου να δοθεί επωφελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο για την έκδοση αποφάσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να ερευνηθεί ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της προτεινόμενης εδώ ερμηνείας της οδηγίας 75/442 σε μια ποινική δίκη.
53. Στη νομολογία έχει διευκρινισθεί ότι μια οδηγία δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή και ανεξαρτήτως του εσωτερικού νόμου κράτους μέλους που έχει θεσπιστεί για την εφαρμογή της, να έχει ως αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται ή να επιτείνεται η ποινική ευθύνη αυτών που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεών της (39).
54. Αφενός, η διαπίστωση αυτή προκύπτει από την αρχή της νομιμότητας προβλέψεως των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege) (40), που περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές στις οποίες στηρίζονται οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, και η οποία επίσης, με το άρθρο 7 της Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το άρθρο 49, παράγραφος 1, πρώτη φράση, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (41), έχει καθιερωθεί (42). Βάσει αυτής της αρχής, η οποία επίσης απαγορεύει τη διασταλτική ερμηνεία ποινικών διατάξεων σε βάρος του κατηγορουμένου, τίθενται στενά όρια στη σύμφωνη προς οδηγία ερμηνεία στο πλαίσιο ποινικής δίκης (43).
55. Αφετέρου, το Δικαστήριο στήριξε τον κανόνα κατά τον οποίο οδηγίες δεν μπορούν να τυγχάνουν άμεσα επικλήσεως για τη στοιχειοθέτηση ή την επίταση της ποινικής ευθύνης στο ότι η οδηγία δεν μπορεί αφεαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις για τον ιδιώτη (44).
56. Ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer αμφισβήτησε πρόσφατα, στην υπόθεση Pfeiffer κ.λπ., την αρχή ότι μια οδηγία δεν επιτρέπεται να δημιουργεί υποχρεώσεις για τον ιδιώτη στην περίπτωση της απ’ ευθείας εφαρμογής της στη σχέση μεταξύ δύο ιδιωτών (45). Πάντως, ο ίδιος επισήμανε ότι στο πλαίσιο ποινικής δίκης, στην οποία ο ιδιώτης βρίσκεται αντιμέτωπος με το κράτος, ισχύουν άλλα κριτήρια (46). Επομένως, εξακολουθεί τελικώς να ισχύει ότι το άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας, τουλάχιστον στο πλαίσιο ποινικής δίκης, δεν μπορεί να συνεπάγεται την επιβολή υποχρεώσεων σε ιδιώτη.
57. Κανένας από τους λόγους, εντούτοις, που παρέθεσε το Δικαστήριο για τον περιορισμό της απ’ ευθείας εφαρμογής οδηγιών στο πλαίσιο ποινικών δικών δεν έχει σχέση με την παρούσα περίπτωση.
58. Πρώτον, δεν θίγεται η αρχή της νομιμότητας προβλέψεως των ποινών, διότι η απ’ ευθείας εφαρμογή της οδηγίας 75/442 στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν θα είχε ως αποτέλεσμα τη στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης αποκλειστικώς από την οδηγία και ανεξαρτήτως εσωτερικών κανόνων δικαίου που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή της (47). Αν παραμείνει ανεφάρμοστο το εκδοθέν μετά τα περιστατικά Decreto Legge 138/02, το αξιόποινο θα στηρίζεται στο εθνικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών, δηλαδή στην και πάλι εφαρμοστέα γενική διάταξη για τη μεταφορά της οδηγίας 75/442 στο εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 6 του Decreto Legislativo 22/97). Η οδηγία θα είχε απλώς και μόνον ως αποτέλεσμα το ανεφάρμοστο μιας θεσπισθείσας μετά τα περιστατικά αίρουσας το αξιόποινο διατάξεως.
59. Με την απόφαση Tombesi (48), υπόβαθρο της οποίας αποτελούσε μια τελείως παρόμοια εθνική νομική κατάσταση, το Δικαστήριο εξέθεσε αντιστοίχως τα εξής:
«Περαιτέρω, από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο τελέσεώς τους, οι πράξεις που αποτελούν το αντικείμενο των υποθέσεων της κύριας δίκης μπορούσαν να κολασθούν δυνάμει του εθνικού δικαίου και ότι τα νομοθετικά διατάγματα που τις έθεσαν εκτός εφαρμογής των κυρώσεων του ΠΔ 915/82 τέθηκαν σε ισχύ μεταγενέστερα. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν τίθεται ζήτημα περί των συνεπειών που θα μπορούσαν να απορρεύσουν από την αρχή της νομιμότητας επιβολής ποινών για την εφαρμογή του κανονισμού 259/93.»
60. Δεύτερον, δεν απαιτείται καμία σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία που θα μπορούσε να θίξει την απαγόρευση της διασταλτικής ερμηνείας σε βάρος του κατηγορουμένου. Για τη στοιχειοθέτηση του αξιοποίνου σημασία θα είχε αποκλειστικώς –σε περίπτωση μη εφαρμογής του Decreto Legge 138/02– το Decreto Legislativo 22/97, το οποίο περιέχει τον ίδιο με την οδηγία 75/442 ορισμό του αποβλήτου και επομένως δεν χρειάζεται να ερμηνευθεί διασταλτικώς προκειμένου να ανταποκρίνεται προς τους επιβαλλόμενους στόχους της οδηγίας.
61. Τέλος, η οδηγία 75/442 δεν δημιουργεί στην παρούσα συγκυρία καμία υποχρέωση για τον ιδιώτη. Το ζήτημα ποιες υποχρεώσεις υπέχει ο ιδιώτης πρέπει να κρίνεται σύμφωνα με τη νομική κατάσταση που υφίστατο κατά τον χρόνο των οικείων πράξεων, διότι υποχρεώσεις μπορούν να επιβάλλονται μόνο σε σχέση με μελλοντική συμπεριφορά. Υποχρεώσεις δεν μπορεί να δημιουργούνται αναδρομικώς. Όταν έγινε η επίδικη μεταφορά παλιοσίδερων, οι τηρητέες ρυθμίσεις και οι ουσιώδεις ορισμοί περιελαμβάνοντο εντούτοις αποκλειστικώς στο Decreto Legislativo 22/97, χωρίς να ήταν αναγκαία η άμεση αναγωγή στην οδηγία.
62. Η περίπτωση θα μπορούσε να κριθεί διαφορετικά, αν τα περιστατικά είχαν συμβεί μετά την έκδοση του Decreto Legge 138/02. Οι διατάξεις του επέφεραν, μεταξύ άλλων, περιορισμό των υποχρεώσεων που υφίσταντο σε σχέση με τη μεταχείριση καταλοίπων παραγωγής και καταναλώσεως. Αν παρέμενε ανεφάρμοστο το Decreto Legge 138/02 κατά το χρονικό αυτό διάστημα, θα μπορούσε πιθανώς να λεχθεί ότι η απ’ ευθείας εφαρμογή της οδηγίας δημιουργούσε υποχρεώσεις.
63. Στην παρούσα περίπτωση, εντούτοις, η απ’ ευθείας εφαρμογή της οδηγίας θα μπορούσε να εμποδίζεται από την αρχή ότι πρέπει να εφαρμόζεται ο ηπιότερος ποινικός νόμος, όταν αυτός αντικαθιστά τον ποινικό νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών.
64. Η επιταγή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου, η οποία αναγνωρίζεται στις έννομες τάξεις των περισσοτέρων κρατών μελών της Κοινότητας (όχι όμως στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο) περιελήφθη επίσης στο άρθρο 49, παράγραφος 1, τρίτη φράση, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, εισήλθε στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο που αφορά διοικητικές κυρώσεις λόγω παρατυπιών σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας (49).
65. Με την απόφαση Allain (50), το Δικαστήριο αναγνώρισε εμμέσως την αρχή αυτή, κρίνοντας ότι μια συμπεριφορά, η οποία αρχικώς συνιστούσε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και ως εκ τούτου ήταν αξιόποινη κατά το εθνικό δίκαιο, μπορεί κατ’ εφαρμογήν εθνικών διαδικαστικών αρχών (ιδίως της αρχής της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου) να αξιολογήθηκε εκ νέου, όταν έχει μεταβληθεί μεταγενεστέρως η πραγματική και νομική κατάσταση.
66. Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αρχή αυτή πρέπει να θεωρείται όχι μόνον ως καθαρώς εθνική, αλλά και ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, την οποία το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά την ερμηνεία του θεσπισθέντος για την εφαρμογή της οδηγίας 75/442 εθνικού δικαίου (51).
67. Ακόμη κι αν το ίδιο το Decreto Legge 138/02 δεν έχει χαρακτήρα ποινικής διατάξεως, συνεπάγεται εντούτοις για τον κατηγορούμενο ευνοϊκότερη ερμηνεία της έννοιας του αποβλήτου και επομένως και των ρυθμιζομένων με το Decreto Legislativo 22/97 στοιχείων του αξιοποίνου, τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη αποβλήτου.
68. Θα μπορούσε εντούτοις να αποκλεισθεί η αναδρομική εφαρμογή του Decreto Legge 138/02 ως «ηπιότερου ποινικού νόμου» στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έκδοσή του, καθόσον αντιβαίνει προς την οδηγία 75/442.
69. Ο λόγος της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου έγκειται στην εκτίμηση ότι ένας κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να καταδικάζεται λόγω συμπεριφοράς η οποία κατά την (τροποποιηθείσα) άποψη του νομοθέτη κατά τον χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως έπαυσε να είναι πλέον αξιόποινη. Επομένως, οι μεταβληθείσες νομοθετικές αξιολογήσεις πρέπει να αποβαίνουν προς όφελος του κατηγορουμένου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται η συνοχή της έννομης τάξεως. Επί πλέον, με την αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου νόμου λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι παρέλκουν οι ποινικοί σκοποί της γενικής και ειδικής προλήψεως, όταν η επίμαχη συμπεριφορά δεν επαπειλείται πλέον με την επιβολή ποινής.
70. Αυτό δείχνει ότι τελικώς η εν λόγω αρχή στηρίζεται σε εκτιμήσεις επιεικείας, οι οποίες δεν βρίσκονται στο ίδιο υψηλό επίπεδο όπως για παράδειγμα οι λόγοι ισχύος της αρχής της νομιμότητας προβλέψεως των ποινών (η αρχή του κράτους δικαίου και η αρχή της ασφάλειας δικαίου). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλές εθνικές έννομες τάξεις επιτρέπουν επίσης εξαιρέσεις από την αρχή, για παράδειγμα όταν το αξιόποινο στηρίζεται σε εκ των προτέρων περιορισμένης χρονικής ισχύος νόμο.
71. Εντούτοις, σε περιπτώσεις που συνδέονται με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το αν οι εκτιμήσεις του εθνικού νομοθέτη στις οποίες στηρίζεται ο μεταγενέστερος ηπιότερος ποινικός νόμος βρίσκονται σε αντίθεση προς τις αξιολογήσεις του κοινοτικού νομοθέτη που ρυθμίζουν τον οικείο τομέα. Συνοπτικώς, μπορεί να λεχθεί ότι ένας εκ των υστέρων θεσπισθείς νόμος δεν συνιστά καν εφαρμοστέο ηπιότερο ποινικό νόμο.
72. Δεν διαφαίνεται κανένας λόγος για τον οποίο η τροποποιηθείσα άποψη του εθνικού νομοθέτη, η οποία βρίσκεται σε αντίθεση προς τους δεσμευτικούς στόχους του κοινοτικού δικαίου που εξακολουθούν να ισχύουν απαράλλακτα, θα πρέπει να αποβαίνει εκ των υστέρων προς όφελος του ιδιώτη (52). Η συνοχή της έννομης τάξεως επιτάσσει όλως αντιθέτως την τήρηση του υπέρτερου εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, δεν παύουν επίσης να υφίστανται οι ποινικοί σκοποί της γενικής και ειδικής προλήψεως, όταν για μια συμπεριφορά θα εξακολουθεί, ως εκ του κοινοτικού δικαίου, να επαπειλείται η επιβολή ποινής.
73. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Allain (53) δεν εμποδίζουν την υποστηριζόμενη εδώ άποψη. Σε αντίθεση προς την παρούσα περίπτωση, το πραγματικό και το κοινοτικό νομικό πλαίσιο είχε μεταβληθεί μεταγενεστέρως προς όφελος του κατηγορουμένου. Η συγκυρία αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με το γεγονός ότι θεσπίζεται μεταγενεστέρως σε εθνικό επίπεδο μια ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο, αλλά αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, ρύθμιση.
74. Όπως η αρχή της νομιμότητας προβλέψεως των ποινών έτσι, επομένως, και η επιταγή της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου δεν εμποδίζει την απ’ ευθείας εφαρμογή της οδηγίας 75/442 στην υπόθεση της κύριας δίκης. Επίσης, η λήψη υπόψη της οδηγίας δεν συνεπάγεται τη δημιουργία υποχρεώσεων, αλλ’ απλώς έχει εμμέσως δυσμενείς συνέπειες για τον κατηγορούμενο. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει το εθνικό δικαστήριο από το απορρέον από τα άρθρα 249, παράγραφος 3, ΕΚ και 10 EΚ καθήκον να υλοποιήσει τα αποτελέσματα της οδηγίας 75/442 (54).
75. Επομένως, επιβάλλεται τελικώς η διαπίστωση ότι το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται να υλοποιήσει τα αποτελέσματα της οδηγίας 75/442, αφήνοντας ανεφάρμοστο έναν ηπιότερο ποινικό νόμο που ψηφίστηκε μετά τα πραγματικά περιστατικά, αν ο νόμος αυτός δεν συμβιβάζεται προς την οδηγία.
V – Πρόταση
76. Βάσει της ανωτέρω αναλύσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Tribunale penale di Terni ως ακολούθως:
«1) Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, απαγορεύει εθνική ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία στο πλαίσιο του ορισμού του αποβλήτου συντρέχει περίπτωση προσώπου που “απορρίπτει”, “προτίθεται” ή “υποχρεούται να απορρίψει” μόνον όταν μια ουσία, ένα αντικείμενο ή ένα προϊόν υποβάλλεται σε διαδικασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως που αναφέρεται στα παραρτήματα II A και II B της οδηγίας και στις ομοίας διατυπώσεως εθνικές διατάξεις ή όταν υφίσταται αντίστοιχη βούληση ή αντίστοιχη υποχρέωση.
2) Η οδηγία 75/442 απαγορεύει εθνική ρύθμιση που συγκεκριμενοποιεί την έννοια του αποβλήτου και κατά την οποία κατάλοιπα παραγωγής ή καταναλώσεως δεν συνιστούν απόβλητα
– όταν μπορούν να είναι, ή όντως είναι, και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, χωρίς να υποστούν καμιά προηγούμενη επεξεργασία και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον, ή
– μπορούν να είναι, ή όντως είναι, και αντικειμενικά αναχρησιμοποιήσιμα στον ίδιο κύκλο παραγωγής ή καταναλώσεως ή σε ανάλογο ή διαφορετικό κύκλο, αφού υποστούν προηγούμενη επεξεργασία, χωρίς να επιβάλλεται καμιά πράξη ανακτήσεως κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας και των ομοίας διατυπώσεως εθνικών διατάξεων.
3) Το δικαστήριο κράτους μέλους υποχρεούται να υλοποιήσει τα αποτελέσματα της οδηγίας 75/442, αφήνοντας ανεφάρμοστο έναν ηπιότερο ποινικό νόμο που ψηφίστηκε μετά τα πραγματικά περιστατικά, αν ο νόμος αυτός δεν συμβιβάζεται προς την οδηγία.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Οδηγία 75/442/EΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 78, σ. 32), και απόφαση 96/350/EΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996, για την προσαρμογή των παραρτημάτων ΙΙ Α και ΙΙ Β της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα απόβλητα (ΕΕ L 135, σ. 32).
3 – GURI αριθ. 38 της 15ης Φεβρουαρίου 1997 (τακτικό συμπλήρωμα 33).
4 – GURI αριθ. 158 της 8ης Ιουλίου 2002.
5 – GURI αριθ. 187 της 10ης Αυγούστου 2002.
6 – Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro (Συλλογή 1996, σ. I-4705, σκέψη 37).
7 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59).
8 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 39).
9 – Βλ. την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-341/94, Allain (Συλλογή 1996, σ. I-4631, σκέψη 12), και τη διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2004, C-235/02, Saetti και Frediani (Συλλογή 2004, σ. Ι-1005, σκέψη 26), όπου το Δικαστήριο παραπέμπει στο εν προκειμένω, πάντως, όχι τελείως σαφές περιεχόμενο της αποφάσεως Tombesi (απόφαση της 25ης Ιουνίου 1997, C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-3561, σκέψεις 42 και 43).
10 – Βλ., συναφώς, κατωτέρω τα σημεία 64 και 66.
11 – Βλ., συναφώς, κατωτέρω το σημείο 67.
12 – Διάταξη της 29ης Μαΐου 2001, C-311/99 (αδημοσίευτη).
13 – Βλ. επίσης τη διάταξη Saetti και Frediani (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
14 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-74/95 και C-129/95, Χ (Συλλογή 1996, σ. I-6609).
15 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
16 – Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969).
17 – Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000, C-418/97 και C-419/97, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-4475, σκέψη 38 επ.), και της 18ης Απριλίου 2002, Palin Granit και Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus, C-9/00 (Συλλογή 2002, σ. I-3533, σκέψη 23), καθώς και τις προτάσεις μου της 29ης Ιανουαρίου 2004 στην υπόθεση C-1/03, Van de Walle (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. Ι-7616, σημείο 25).
18 – Απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 226, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με την απόφαση 2001/573/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2001, για την τροποποίηση της απόφασης 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής όσον αφορά τον κατάλογο αποβλήτων (ΕΕ L 203, σ. 18).
19 – Βλ. την απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σημείο 22) καθώς και τις προτάσεις στην υπόθεση Van der Walle κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σημείο 26).
20 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 73, και απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 24).
21 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/442.
22 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/156, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442 (παρατεθείσας στην υποσημείωση 2).
23 – Βλ. την απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 42).
24 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 82) και απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 27).
25 – Απόφαση Tombesi (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 52) και απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 17, σκέψη 29).
26 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 49). Βλ. και την απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 27).
27 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/442.
28 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2000, C-318/98 (Συλλογή 2000, σ. I-4785, σκέψεις 46 επ.).
29 – Οδηγία 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), ως έχει κατά την οδηγία 94/31/EΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28).
30 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 41 και 42).
31 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 31.
32 – Απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 64).
33 – Αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1990, C-206/88 και C-207/88, Vessoso και Zanetti (Συλλογή 1990, σ. I-1461, σκέψη 9), και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 31).
34 – Απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 32) και απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 83 έως 87).
35 – Απόφαση Palin Granit (παρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 36). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχτηκε εσχάτως ότι ορισμένα υποπροϊόντα διυλίσεως πετρελαίου (οπτάνθρακας πετρελαίου) που παρήχθησαν με συγκεκριμένο σκοπό να χρησιμεύσουν ως καύσιμη ύλη δεν μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να χαρακτηρισθούν απόβλητα (διάταξη Saetti και Frediani, παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 42 επ.).
36 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 18.
37 – Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-444/00 (Συλλογή 2003, σ. I-6163).
38 – Το ότι ο ορισμός της ανακυκλώσεως, ο οποίος είχε επίσης σημασία εν προκειμένω, περιέχεται στην οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10), δεν αποκλείει την εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου για τον ορισμό του αποβλήτου. Πράγματι, η οδηγία 94/62 παραπέμπει για τον ορισμό του αποβλήτου στην οδηγία 75/442.
39 – Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salò κατά X (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψη 20, απόφαση Arcaro (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 36), και απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C- 60/02, Χ (Συλλογή 2004, σ. Ι-651, σκέψη 61).
40 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 18ης Ιουνίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95, Χ (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Συλλογή 1996, σ. I-6612, σημείο 43). Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 24ης Οκτωβρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C‑224/95, Tombesi κ.λπ. (παρατεθείσες στην υποσημείωση 9, Συλλογή 1997, σ. I-3564, σημείο 37).
41 – ΕΕ 2000, C 364, σ. 1.
42 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Χ (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 25) με παραπομπή στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 25ης Μαΐου 1993, Κοκκινάκης, σειρά Α, αριθ. 260-Α, παράγραφος 52, και της 22ας Νοεμβρίου 1995, S. W. κατά Ηνωμένου Βασιλείου και C. R. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σειρά Α, αριθ. 335-Β, παράγραφος 35, και 335-C, παράγραφος 33. Βλ. επίσης την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, Kirk, 63/83 (Συλλογή 1984, σ. 2689, σκέψη 22).
43 – Βλ., συναφώς, ιδίως, την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Χ (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 24 και 25), επίσης δε τις αποφάσεις Kolpinghuis Nijmegen (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 13) και Arcaro (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 42).
44 – Απόφαση Pretore di Salς (παρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 19) και Arcaro (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 36) με αναφορά αντιστοίχως στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48). Βλ. ωσαύτως την απόφαση Tombesi (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 42) και την απόφαση C-74/95 και C-129/95 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 23).
45 – Προτάσεις της 6ης Μαΐου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-397/01 έως C-403/01 (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. Ι-8835). Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι ετίθετο επομένως το βασικό ζήτημα του άμεσου αποτελέσματος οδηγιών μεταξύ ιδιωτών, παρέπεμψε την υπόθεση στο τμήμα μείζονος συνθέσεως και αποφάσισε την εκ νέου διεξαγωγή της προφορικής διαδικασίας. Στις δεύτερες προτάσεις του της 27ης Απριλίου 2004, ο γενικός εισαγγελέας επιβεβαίωσε την άποψή του.
46 – Σημείο 38 των (δεύτερων) προτάσεων της 27ης Απριλίου 2004 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-397/01 έως C-403/01 (Pfeiffer κ.λπ.).
47 – Βλ., συναφώς, τις παραπομπές στην υποσημείωση 39.
48 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 23. Βλ. ωσαύτως τη διάταξη Saetti και Frediani (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 26).
49 – Βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).
50 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
51 – Το ζήτημα αν πρόκειται για αρχή του κοινοτικού δικαίου τέθηκε ήδη από τον γενικό εισαγγελέα Fennely με τις προτάσεις του της 7ης Μαρτίου 1996 στην υπόθεση C-341/94, Allain (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, Συλλογή 1996, σ. 4633, σημείο 43), έμεινε όμως τελικώς αναπάντητο.
52 – Διαφορετική είναι η κατάσταση, όταν ο ποινικός νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών ήταν ο ηπιότερος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει κατ’ εφαρμογήν της αρχής της νομιμότητας προβλέψεως των ποινών να εφαρμόζεται αυτός ο νόμος, έστω κι αν αντιβαίνει προς οδηγία (βλ. την απόφαση C-60/02, παρατεθείσα στην υποσημείωση 39, σκέψη 63).
53 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
54 – Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-201/02, Delena Wells (Συλλογή 2004, σ. Ι-723, σκέψη 57), και οι προτάσεις μου της 29ης Ιανουαρίου 2004 στην υπόθεση C-127/02, Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenzee κ.λπ. (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. Ι-7405, σημεία 146 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy