ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-460/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 96/67/ΕΚ σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας – Μη ορθή μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη – Μερική παραίτηση»
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιδιώκει να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας (2) (στο εξής: οδηγία).
2. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε πολλές διατάξεις της οδηγίας, αφενός, ως εκ του ότι παρέλειψε να ορίσει:
– τη μέγιστη διάρκεια επτά ετών για την επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας,
και, αφετέρου, ως εκ του ότι εξέδωσε μεταξύ άλλων δύο εθνικές διατάξεις αντικείμενες προς την οδηγία:
– κοινωνικό μέτρο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 18 της οδηγίας
– μεταβατικές διατάξεις μη επιτρεπόμενες από την οδηγία.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3. Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, στόχος αυτής είναι το άνοιγμα της αγοράς των υπηρεσιών εδάφους σε όλα τα ευρισκόμενα στην επικράτεια κράτους μέλους αεροδρόμια (3), ώστε να καταστεί εφικτή η μείωση του κόστους λειτουργίας των αεροπορικών εταιριών και η βελτίωση της προσφερόμενης στους χρήστες ποιότητας. Η εν λόγω ελεύθερη πρόσβαση πρόκειται να πραγματοποιηθεί σταδιακά (4).
4. Στο πλαίσιο του ανοίγματος της προσβάσεως της αγοράς υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, τηρώντας τον στόχο της οδηγίας, να προβλέπουν μέτρα διασφαλίσεως τηρήσεως των επιτακτικών αναγκών ασφαλείας, των επιταγών της προστασίας του περιβάλλοντος και της επαρκούς κοινωνικής προστασίας (5).
5. Κατά την έννοια της οδηγίας (6), νοούνται ως:
«[…]
δ) “χρήστης αερολιμένα”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεταφέρει αεροπορικώς επιβάτες, ταχυδρομείο ή/και φορτίο από ή προς τον συγκεκριμένο αερολιμένα,
ε) “υπηρεσίες εδάφους”: οι περιγραφόμενες στο παράρτημα υπηρεσίες που παρέχονται σε χρήστες εντός του αερολιμένα,
στ) “εξυπηρέτηση δι’ ιδίων μέσων”: μορφή παροχής υπηρεσιών εδάφους όπου ο χρήστης παρέχει απευθείας εις εαυτόν μία ή περισσότερες κατηγορίες υπηρεσιών εδάφους χωρίς να συνάπτει με τρίτον καμία σύμβαση, υπό οποιαδήποτε ονομασία, για την παροχή αυτών. Κατά την έννοια του παρόντος ορισμού, οι χρήστες δεν λογίζονται έναντι αλλήλων ως τρίτοι:
– εφόσον ο ένας κατέχει πλειοψηφική συμμετοχή στον άλλον ή
– ένας και ο αυτός φορέας κατέχει πλειοψηφική συμμετοχή σε όλους.
ζ) “παρέχων υπηρεσίες εδάφους”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει σε τρίτους μία ή περισσότερες κατηγορίες υπηρεσιών εδάφους.»
6. Εντούτοις, το εν λόγω άνοιγμα της προσβάσεως της αγοράς των αεροπορικών υπηρεσιών δεν είναι απόλυτο· πράγματι, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν παρεκκλίσεις, περιορίζοντας το αριθμό των παρεχόντων υπηρεσίες ή επιφυλάσσοντας υπέρ δεδομένου παρέχοντα υπηρεσίες ορισμένες υπηρεσίες εδάφους (7). Έτσι, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι επιφυλάσσουν ή περιορίζουν σε τουλάχιστον δύο τον αριθμό των παρεχόντων υπηρεσίες εδάφους ή των χρηστών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, σύμφωνα προς τα άρθρα 6, παράγραφος 2, και 7, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η οδηγία επιτρέπει την εφαρμογή του εν λόγω περιορισμού αποκλειστικά στις υπηρεσίες εδάφους που αφορούν «αποσκευές», «εργασίες στον διάδρομο», «εφοδιασμό σε καύσιμα και έλαια» και «διακίνηση φορτίου και ταχυδρομείου».
7. Το άρθρο 9 της οδηγίας προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να παρεκκλίνουν από το άνοιγμα της προσβάσεως στην αγορά υπηρεσιών εδάφους των αερολιμένων οσάκις συγκεκριμένοι επιτακτικοί λόγοι, ιδίως λόγοι δυναμικότητας, δεν επιτρέπουν το άνοιγμα της ενθαρρυνόμενης από την οδηγία αγοράς. Η παρέκκλιση μπορεί να προβλέπει τον περιορισμό ή την επιφύλαξη του αριθμού των παρεχόντων υπηρεσίες εδάφους ή χρηστών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, και μάλιστα την απαγόρευση της εξυπηρετήσεως δι’ ιδίων μέσων. Οι ανωτέρω παρεκκλίσεις υπόκεινται σε διαδικασία κοινοποιήσεως προς την Επιτροπή.
8. Το άρθρο 11 της οδηγίας προβλέπει ειδική διαδικασία, στηριζόμενη σε αντικειμενικά κριτήρια επιλογής των παρεχόντων υπηρεσίες στους οποίους επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες εδάφους οσάκις ο αριθμός τους περιορίζεται κατόπιν αποφάσεως κράτους μέλους, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις. Οι παρέχοντες υπηρεσίες επιλέγονται για μέγιστη διάρκεια επτά ετών, σύμφωνα με την οδηγία.
9. Η οδηγία προσφέρει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εξαρτούν τη δραστηριότητα παρέχοντα υπηρεσίες ή χρήστη που εξυπηρετείται δι’ ιδίων μέσων από τη χορήγηση εγκρίσεως εκ μέρους δημόσιας αρχής ανεξάρτητης από τον οργανισμό διαχειρίσεως του αερολιμένα (8).
10. Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 18 της οδηγίας προβλέπει ότι:
«Υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και έχοντας υπόψη τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και του περιβάλλοντος.»
Β – Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
11. Στην Ιταλία, η μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη χώρησε με το νομοθετικό διάταγμα 18, της 13ης Ιανουαρίου 1999, περί «εφαρμογής της οδηγίας» (9) (στο εξής: ΝΔ 18/99).
12. Ο Ente nazionale per l’aviazone civile (εθνικός οργανισμός πολιτικής αεροπορίας, στο εξής: ENAC), εθνική δημόσια αρχή, είναι επιφορτισμένος με την ορθή εφαρμογή των επιταγών του ΝΔ 18/99.
13. Η Ιταλική Δημοκρατία αποφάσισε να κάνει χρήση του απορρέοντος από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περιορισμού του αριθμού των παρεχόντων υπηρεσίες, εφαρμόζοντας επί της επιλογής των παρεχόντων υπηρεσίες την ειδική διαδικασία του άρθρου 11 της εν λόγω οδηγίας (10). Το ΝΔ 18/99 προβλέπει επίσης τις προϋποθέσεις εγκρίσεως των παρεχόντων υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες.
14. Το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 αφορά ειδικότερα την κοινωνική προστασία και προβλέπει:
«1. Διά της εγγυήσεως της ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους των αεροδρομίων, πρέπει να διασφαλίζεται, κατά τη διάρκεια των 30 μηνών που ακολουθούν την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος διατάγματος, η διατήρηση των επιπέδων απασχολήσεως και συνεχείας των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού του προηγούμενου διαχειριστή.
2. Πλην της περιπτώσεως μεταβιβάσεως κλάδου επιχειρήσεως, οποιαδήποτε μεταβίβαση δραστηριοτήτων αφορώσα μία ή περισσότερες κατηγορίες υπηρεσιών εδάφους στα αεροδρόμια, όπως οι αναφερόμενες στα παραρτήματα Α και Β, συνεπάγεται την επαναπρόσληψη του προσωπικού, όπως αυτό ορίζεται από τους ενδιαφερομένους σε συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, από τον προηγούμενο παρέχοντα υπηρεσίες στον διάδοχό του, κατ’ αναλογία της κυκλοφορίας ή των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει ο τελευταίος.»
15. Τέλος, το άρθρο 20 του ΝΔ 18/99 περιλαμβάνει την ακόλουθη μεταβατική διάταξη:
«Οι ισχύουσες στις 19 Νοεμβρίου 1998 συμβατικές καταστάσεις του προσωπικού των υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες, προβλέπουσες πλείονα οργανωτικά και συμβατικά καθεστώτα, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι τη λήξη των αντιστοίχων συμβάσεων, χωρίς δυνατότητα παρατάσεως και εν πάση περιπτώσει για μία περίοδο μη υπερβαίνουσα τα έξι έτη.»
II – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16. Η Επιτροπή προέβη σε επαλήθευση των συναφών διατάξεων του ΝΔ 18/99 που μεταφέρει την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη, κατόπιν της από 29 Μαρτίου 1999 εμπεριστατωμένης ενστάσεως της Associazione per i diritti degli utenti e consumatori (ενώσεως για τα δικαιώματα των χρηστών και καταναλωτών). Αφού διαπίστωσε την ύπαρξη πολλών παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή απέστειλε στις 3 Μαΐου 2000 προς την Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως.
17. Κρίνοντας ότι η δοθείσα από την εν λόγω κυβέρνηση απάντηση δεν είναι ικανοποιητική, η Επιτροπή της απηύθυνε με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη. Η Ιταλική Κυβέρνηση απηύθυνε προς την Επιτροπή, μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της, πλείονα διαβήματα. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκαν συσκέψεις μεταξύ εκπροσώπων των αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής και εμπειρογνωμόνων του ιταλικού Υπουργείου Μεταφορών, κατά τη διάρκεια των οποίων η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλε προτάσεις τροποποιήσεων των διατάξεων του ΝΔ 18/99.
18. Έτσι, στο από 10 Μαΐου 2002 έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας αναφερόταν ότι οι ιταλικές αρχές επιφυλάσσονταν να κοινοποιήσουν τις μεταγενέστερες επί του θέματος εξελίξεις και έκαναν λόγο για τη θέλησή τους να θέσουν τέρμα στις υφιστάμενες παραβιάσεις. Ακολούθως, επειδή δεν ενημερώθηκε επί των μεταγενεστέρων εξελίξεων, η Επιτροπή άσκησε, με βάση το άρθρο 226 EΚ, την παρούσα προσφυγή στις 19 Δεκεμβρίου 2002.
III – Η προσφυγή
19. Με το δικόγραφό της, η Επιτροπή διατυπώνει τρεις αιτιάσεις κατά του κράτους μέλους. Ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία:
– δεν μετέφερε με το ΝΔ 18/99 τη μέγιστη χρονική διάρκεια των επτά ετών για την επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες, όπως προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας.
– θέσπισε με το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 κοινωνικό μέτρο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 18 της οδηγίας, και
– προέβλεψε με το άρθρο 20 του ΝΔ 18/99 μεταβατικές διατάξεις μη επιτρεπόμενες από την οδηγία.
20. Με έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 2004, η Ιταλική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι ο νόμος 306, της 31ης Οκτωβρίου 2003, περί τροποποιήσεως του ΝΔ 18/99, προσέθεσε τελικά τη ρητή αναφορά στη μέγιστη χρονική διάρκεια των επτά ετών για την επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες.
21. Με έγγραφο που κατέθεσε στις 24 Μαρτίου 2004 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή αποφάσισε να παραιτηθεί μερικώς από την προσφυγή της ως προς την πρώτη αιτίαση (11). Η Ιταλική Κυβέρνηση συνήνεσε, με έγγραφο της 22ας Απριλίου 2004, επί της μερικής αυτής παραιτήσεως.
22. Έτσι, προτίθεμαι να εξετάσω καταρχάς τη δεύτερη αιτίαση, ακολούθως δε την τρίτη αιτίαση της Επιτροπής.
Α – Επί της αντλούμενης από την παρουσία κοινωνικού μέτρου ασυμβίβαστου προς την οδηγία αιτιάσεως
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
23. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι εισήγαγε το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99, το οποίο είναι ασυμβίβαστο προς την οδηγία και ειδικότερα προς το άρθρο 18 αυτής. Το άρθρο 14 επιβάλλει στους παρέχοντες υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες την υποχρέωση να διασφαλίζουν τη επαναπρόσληψη του προσωπικού του προηγούμενου παρέχοντα υπηρεσίες, και τούτο κατ’ αναλογία προς τη σπουδαιότητα των αναλαμβανομένων εκ νέου δραστηριοτήτων.
24. Η εν λόγω υποχρέωση βαίνει πέραν των όσων επιτρέπει το άρθρο 18 της οδηγίας αλλά ακόμη και όσων προβλέπει η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (12). Το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 προβλέπει συστηματικώς την υποχρέωση μετακινήσεως του προσωπικού σε περίπτωση μεταβιβάσεως δραστηριοτήτων, ήτοι σε όλες τις περιπτώσεις και όχι μόνον σε όσες επιβάλλει η οδηγία περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων.
25. Κατά την Επιτροπή, στο πλαίσιο του στόχου της ανοίξεως της προσβάσεως της αγοράς των υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες, η εν λόγω υποχρέωση ευνοεί τις ήδη εγκατεστημένες επιχειρήσεις οι οποίες δεν οφείλουν να επαναπροσλάβουν τους απασχολουμένους άλλης επιχειρήσεως. Πράγματι, οι παρέχοντες υπηρεσίες που επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στην αγορά δεν δύνανται να επιλέγουν το προσωπικό τους, δεδομένου ότι οφείλουν να επαναπροσλαμβάνουν το προσωπικό του προηγούμενου παρέχοντα υπηρεσίες. Η κατάσταση αυτή είναι απότοκος, κατά την άποψη της Επιτροπής, περιορισμού της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών για οποιοδήποτε νέο ανταγωνιστή.
26. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, τα μέτρα κοινωνικής προστασίας που εμπεριέχει το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 δεν παρεμποδίζουν τον σκοπό της οδηγίας και στην πραγματικότητα αποτελούν τη συγκεκριμένη έκφραση της αρμοδιότητας που απονέμει το άρθρο 18 της οδηγίας στα κράτη μέλη. Επιπλέον, το εν λόγω άρθρο εντάσσεται στο πλαίσιο της προοδευτικότητας που εγκαινιάζει η οδηγία.
27. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, επιβάλλεται η αναδιάταξη του άρθρου 14 στο πλαίσιο του ΝΔ 18/99, η θέσπιση του οποίου λαμβάνει χώρα επί καταστάσεως όπου, αφενός, η χώρα δοκιμάζεται από εξαιρετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας και, αφετέρου, οι δραστηριότητες στους αερολιμένες χαρακτηρίζονται από παγιωμένες προ πολλού συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Έτσι, κατά τις ιταλικές αρχές, απαιτούνταν η προοδευτική επίτευξη αλλαγής, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής παρουσίας συνδικαλιστικών οργανώσεων, δυναμένης να προκαλέσει τυχόν ανατροπές. Η Ιταλική Κυβέρνηση επιδίωξε στο πλαίσιο αυτό να ακολουθήσει μετριοπαθή γραμμή προβλέποντας μεταβατικό μέτρο για τα δικαιώματα των εργαζομένων οι οποίοι, διαφορετικά, δεν θα μπορούσαν πλέον να τυγχάνουν προστασίας από την ιταλική έννομη τάξη (13).
28. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η όγδοη και η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη καθώς και το άρθρο 18 της οδηγίας αναγνωρίζουν υπέρ των κρατών μελών τη δυνατότητα να προβλέπουν επιπρόσθετες εγγυήσεις πέραν των ήδη προβλεπομένων από το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων (14). Οι εθνικές διατάξεις μεταφοράς πρέπει να εξισορροπούν κατ’ ανάγκη μεταξύ των δύο θεμελιωδών επιταγών της απελευθερώσεως της αγοράς υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες και της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Πράγματι, οι ιταλικές αρχές αμφισβητούν τη στάση της Επιτροπής η οποία θα έδιδε το προβάδισμα στον στόχο της απελευθερώσεως.
29. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι, με έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της 31ης Οκτωβρίου 2001 (15), οι ιταλικές αρχές μελετούσαν την αντικατάσταση του άρθρου 14 του ΝΔ 18/99 από καθοριστέα συγκεκριμένα υποχρέωση, στόχος της οποίας θα ήταν κάθε νέος επιχειρηματίας επιδιώκων να αναλάβει υπηρεσίες εδάφους στους αερολιμένες να προτιμά επί ορισμένο χρόνο τους εργαζομένους της απερχόμενης επιχειρήσεως που παραμένουν άνεργοι (16).
2. Εκτίμηση
30. Προκειμένου να εκτιμηθεί η δεύτερη αιτίαση, επιβάλλεται η εξέταση του περιεχομένου του άρθρου 18 της οδηγίας. Ακολούθως, πρέπει να προσδιοριστεί το προς ερμηνεία περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως. Πρέπει η κανονιστική δράση των κρατών μελών να αντιμετωπιστεί ως εξαρτώμενη από την υλοποίηση των στόχων της οδηγίας, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή; Ή, αντιθέτως, η οδηγία πρέπει να ερμηνευτεί, σύμφωνα με τη στάση της Ιταλικής Κυβερνήσεως, ως παρέχουσα στα κράτη μέλη περιθώριο κανονιστικής αυτονομίας όσον αφορά την κοινωνική προστασία στο πλαίσιο της εφαρμογής της;
31. Φρονώ, όπως η Επιτροπή, ότι τα εν λόγω μέτρα δεν πρέπει να θέτουν υπό αμφισβήτηση τους στόχους και την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Σύμφωνα με τις επιλεγείσες από το Δικαστήριο ερμηνευτικές μεθόδους (17), προτίθεμαι να εξετάσω το γράμμα του άρθρου 18 αυτής, καθώς και την οικονομία και τους στόχους της οδηγίας, προκειμένου να προσδιορίσω το περιεχόμενο της επίδικης διατάξεως.
32. Η διάταξη του άρθρου 18 προβλέπει, ως γνωστόν, ότι, «[υ]πό την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και έχοντας υπόψη τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων […]». Η ανωτέρω διάταξη πρέπει να αναγιγνώσκεται σε συνδυασμό με την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα να διασφαλίζουν επαρκή κοινωνική προστασία στο προσωπικό των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες εδάφους».
33. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατυπώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν μέτρα κοινωνικής προστασίας στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας. Πλην όμως, το γράμμα των εν λόγω διατάξεων δεν απονέμει στα κράτη μέλη απεριόριστη κανονιστική αρμοδιότητα σε θέματα κοινωνικής προστασίας. Πράγματι, η σχετική αρμοδιότητα πλαισιώνεται από τρεις προϋποθέσεις. Καταρχάς, το κράτος μέλος, ασκώντας την ανωτέρω αρμοδιότητα, οφείλει να μη θίξει την εφαρμογή του συνόλου της οδηγίας. Ακολούθως, οφείλει να τηρεί τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Τέλος, τα λαμβανόμενα στο πλαίσιο της ανωτέρω αρμοδιότητας μέτρα πρέπει να είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της προστασίας του δικαίου των εργαζομένων.
34. Βάσει της πρώτης προϋποθέσεως, η υλοποίηση της κανονιστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών δεν μπορεί να παρεμποδίζει την πραγματοποίηση των στόχων της οδηγίας, όπως πρόκειται να εξετάσω κατωτέρω. Η δεύτερη προϋπόθεση, περιλαμβανόμενη στη διάταξη του άρθρου 18 της οδηγίας, αναπέμπει στην υποχρέωση τηρήσεως των λοιπών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οσάκις τα κράτη μέλη αποφασίζουν να λάβουν κοινωνικά μέτρα. Έτσι τα κράτη μέλη δεν πρέπει να παραβιάζουν την οδηγία περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων στο πλαίσιο της εφαρμογής των αποφασιζομένων από τα ίδια κοινωνικών μέτρων. Τέλος, η ανωτέρω διάταξη απαιτεί το εθνικό μέτρο να είναι αναλογικό.
35. Η συστηματική ερμηνεία της διατάξεως περί της κοινωνικής προστασίας παρέχει τη δυνατότητα να υπογραμμιστεί η θέση που κατέχει το άρθρο 18 στη δομή της οδηγίας. Πράγματι, διαπιστώνω ότι το άρθρο 18 αποτελεί ένα από τα τελευταία άρθρα αυτής (18). Η οδηγία προβλέπει πρώτον το πεδίο εφαρμογής της προσβάσεως στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους, η σημασία των περιλαμβανομένων στην οδηγία εννοιών και το σύνολο των διατάξεων της οδηγίας περιλαμβάνει τους κοινοτικούς κανόνες που τυγχάνουν εφαρμογής εκ μέρους των κρατών μελών στο πλαίσιο του ανοίγματος της προσβάσεως στην αγορά υπηρεσιών εδάφους. Οι διατάξεις αυτές είναι πολλαπλές και αφορούν τόσο την επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες, την έγκριση και τις παρεκκλίσεις, όσο και τους αφορώντες την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις κανόνες.
36. Η πρόβλεψη της μέριμνας περί κοινωνικής προστασίας εμφαίνεται μόλις μετά το σύνολο των περί προσβάσεως στην αγορά υπηρεσιών εδάφους διατάξεων και την επιτακτική ανάγκη του σεβασμού της ασφαλείας εκ μέρους των κρατών μελών (19).
37. Στην αλληλουχία αυτή, η απορρέουσα από το άρθρο 18 ανάγνωση, σε σχέση με την οικονομία της οδηγίας, είναι μονοσήμαντη. Επιβάλλεται η ανάγνωση της διατάξεως αυτής ως μέριμνα, ασφαλώς πραγματική, αλλά αποκλειστικά συμπληρωματική προς την εφαρμογή του συνόλου της οδηγίας. Κατά την άποψή μου, η ανάλυση αυτή συνάδει προς τους στόχους του ως άνω κειμένου.
38. Ο σκοπός της οδηγίας, όπως υπενθυμίζει ορθώς η Επιτροπή και εξαγγέλλεται με τις αιτιολογικές σκέψεις της πράξεως, είναι διττός. Πρόκειται για την προοδευτική πραγματοποίηση, αφενός, της ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά και, αφετέρου, της καθιερώσεως αποτελεσματικού και θεμιτού ανταγωνισμού στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους (20). Διαπιστώνω επίσης ότι το σύνολο των διατάξεων αφορά τις λεπτομέρειες της προσβάσεως στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους. Οι λόγοι κοινωνικής προστασίας είναι επομένως συμπληρωματικοί. Εντούτοις, δεν πρόκειται, όπως υποστηρίζει εσφαλμένα η Ιταλική Δημοκρατία, για την πρόταξη των λόγων απελευθερώσεως έναντι της προστασίας των εργαζομένων στο πλαίσιο της οδηγίας. Κατ’ εμέ, ο σκοπός της οδηγίας δεν αφορά παρά την αγορά των υπηρεσιών εδάφους. Οι διατάξεις της οδηγίας προβλέπονται προκειμένου να διασφαλίζουν το άνοιγμά τους.
39. Ο σκοπός αυτός της οδηγίας δεν πρέπει να διακυβευθεί, κατά την άποψή μου, μέσω της θεσπίσεως εκ μέρους των κρατών μελών κοινωνικών μέτρων με βάση το άρθρο 18. Εκτιμώ ότι το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 διακυβεύει την πραγματοποίηση του στόχου της οδηγίας.
40. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις των ιταλικών αρχών, η ιταλική διάταξη δεν παρεμποδίζει την απελευθέρωση του τομέα της παροχής υπηρεσιών εδάφους· τείνει απλώς στην πραγματοποίηση της προοδευτικής μεταβάσεως από το παλαιό στο νέο σύστημα, χωρίς να ανακύπτουν δραματικές ρήξεις των σχέσεων απασχολήσεως. Η Ιταλική Δημοκρατία αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι η επίδικη νομοθεσία είναι ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό επί της αγοράς των αερολιμενικών υπηρεσιών υπέρ των ήδη εγκατεστημένων επιχειρήσεων εις βάρος των εν δυνάμει ανταγωνιστών. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτήν, η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού δεν μπορεί να αποτελεί πρόσχημα ώστε οι εν λόγω επιχειρηματίες να απαλλάσσονται από επιτακτικές ανάγκες που επιβάλλονται διά της κοινωνικής νομοθεσίας στον επίδικο τομέα δραστηριοτήτων (21).
41. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 προβλέπει, επί προσωρινής βάσεως (22), ότι, προκειμένου να επιτευχθεί η διατήρηση των επιπέδων απασχολήσεως και η συνέχεια των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού και του προηγούμενου διαχειριστή, «πλην της περιπτώσεως μεταβιβάσεως κλάδου επιχειρήσεως, οποιαδήποτε μεταβίβαση δραστηριοτήτων αφορώσα μία ή περισσότερες κατηγορίες υπηρεσιών εδάφους στα αεροδρόμια, όπως οι αναφερόμενες στα παραρτήματα Α και Β, συνεπάγεται τη επαναπρόσληψη του προσωπικού, όπως αυτό ορίζεται από τους ενδιαφερομένους σε συμφωνία με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων, από τον προηγούμενο παρέχοντα υπηρεσίες στον διάδοχό του, κατ’ αναλογία της κυκλοφορίας ή των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνει ο τελευταίος». Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν κοινωνική προστασία συμπληρωματική εκείνης που απορρέει από την οδηγία περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων. Η οικεία συμπληρωματική κοινωνική προστασία μπορεί να θεμελιώνεται στο άρθρο 18 της οδηγίας υπό την προϋπόθεση τηρήσεως των προϋποθέσεων που προανέφερα.
42. Η επίδικη εθνική νομοθετική διάταξη επιβάλλει, ως συμπληρωματική κοινωνική προστασία, στην πράξη επί οποιουδήποτε ανταγωνιστή την υποχρέωση να επαναπροσλαμβάνει το προσωπικό του προηγουμένως παρέχοντα υπηρεσίες αναλογικώς προς το τμήμα της κυκλοφορίας και των αναλαμβανομένων δραστηριοτήτων. Όπως και η Επιτροπή, εκτιμώ ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το άνοιγμα της αγοράς των υπηρεσιών εδάφους και να έχει ως επίπτωση την τρώση της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας. Αποστολή της οδηγίας είναι το άνοιγμα στον ανταγωνισμό μιας αγοράς η οποία λειτουργούσε στο παρελθόν ως μονοπώλιο. Η απόφαση αυτή, η οποία πρέπει να υλοποιηθεί ανά στάδια, είναι ιδιαίτερη απόφαση υπό την έννοια ότι πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα σε νέες επιχειρήσεις να αναλαμβάνουν δραστηριότητες που ασκούσε μέχρι τότε μία μόνο μονάδα. Το σταδιακό αυτό άνοιγμα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, της ορθολογικής χρήσεως των υποδομών των αεροδρομίων και της μειώσεως του κόστους τους.
43. Το ιταλικό μέτρο έχει ως συνέπεια, κατά την άποψή μου, όπως υποστηρίζει επίσης και η Επιτροπή, την αποθάρρυνση των νέων εν δυνάμει ανταγωνιστών έναντι των ήδη εγκατεστημένων επιχειρήσεων. Πράγματι, οι ενδιαφερόμενες από την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους επιχειρήσεις προσκρούουν στην απαγόρευση της δυνατότητας να επιλέξουν το προσωπικό τους. Στο πλαίσιο των επιδίκων δραστηριοτήτων, δηλαδή δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών, το στοιχείο της επιλογής του προσωπικού είναι καθοριστικής σημασίας εφόσον εκείνο που είναι επιφορτισμένο με την παροχή των υπηρεσιών είναι το προσωπικό. Περιορίζοντας την επιλογή και την οργανωτική ελευθερία σε επίπεδο προσωπικού των νέων επιχειρήσεων που επιθυμούν να εισδύσουν στη νέα ανταγωνιστική αγορά, η ιταλική διάταξη θεσπίζει απαιτήσεις έχουσες βαρείες συνέπειες για τις επιχειρήσεις αυτές. Οι συγκεκριμένες απαιτήσεις έχουν ως αποτέλεσμα να μην ευνοούν τις νέες αυτές επιχειρήσεις υπέρ της ήδη εγκατεστημένης επιχειρήσεως. Έτσι, το μέτρο αυτό έχει πράγματι ως συνέπεια τον περιορισμό του περιθωρίου ελιγμών των νέων ανταγωνιστών, εφόσον ένα τόσο σημαντικό στοιχείο όσο η οργάνωση του προσωπικού της τής επιβάλλεται με εθνικό μέτρο.
44. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ορθώς ότι το ιταλικό μέτρο βαίνει πέρα των μέτρων που μπορούν να εκληφθούν ως αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας.
45. Πράγματι, το μέτρο αυτό προβλέπει τη συστηματική επαναπρόσληψη του προσωπικού από τον νέο παρέχοντα υπηρεσίες, ασφαλώς κατ’ αναλογία προς την αναλαμβανόμενη δραστηριότητα, αλλά κατά τρόπο ανεπιφύλακτο. Κατ’ εμέ, παρόμοιες διατάξεις είναι δυσανάλογες. Υπό την έννοια αυτή, είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση ότι η Ιταλική Κυβέρνηση είχε προτείνει, στο πλαίσιο της πρώτης κινήσεως της προσφυγής διαδικασίας, την αντικατάσταση της διατάξεως του άρθρου 14 του ΝΔ 18/99 διά της θεσπίσεως «υποχρεώσεως του αφικνουμένου επιχειρηματία, ο οποίος έχει την πρόθεση να προσλάβει προσωπικό, να προτιμήσει επί ορισμένο χρόνο τους εργαζομένους της προηγούμενης επιχειρήσεως που παραμένουν άνεργοι» (23). Η εναλλακτική αυτή λύση έναντι των ισχυουσών σήμερα διατάξεων του άρθρου 4 του ΝΔ 18/99 θα παρείχε μεγαλύτερη ευλυγισία στις νέες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.
46. Όλως ενδεικτικώς, όπως υπενθύμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εκτιμώ ότι είναι επίσης εφικτό να μελετάται ως εναλλακτική λύση εθνικό μέτρο, το οποίο, αντί να επιβάλλει την αναπρόσληψη των εργαζομένων στη νέα επιχείρηση, θα κατένειμε τον φόρτο και την μέριμνα που συνδέονται με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων του προηγουμένου παρέχοντα υπηρεσίες μεταξύ αυτού και του νέου παρέχοντα υπηρεσίες. Έτσι, η νέα επιχείρηση, από κοινού με την επιχείρηση η οποία ανέλαβε τις δραστηριότητες και ενδεχομένως με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την επαγγελματική ανακατάταξη ή την αποζημίωση ορισμένων εργαζομένων. Το μέτρο αυτό θα ενείχε το πλεονέκτημα ότι δεν αποθαρρύνει, διά της κοινωνικής επιβαρύνσεως που επιβάλλει, τις νέες επιχειρήσεις που θα είχαν την πρόθεση να εισδύσουν στη νέα, ανοικτή στον ανταγωνισμό, αγορά.
47. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτή η αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από την ύπαρξη, στην ιταλική πράξη μεταφοράς στην ιταλική έννομη τάξη, κοινωνικού μέτρου, ασυμβίβαστου προς την οδηγία.
Β – Επί της αντλούμενης από τη θέσπιση μεταβατικών διατάξεων, μη επιτρεπομένων από την οδηγία, αιτιάσεως
48. Με το δικόγραφό της, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι διατάξεις του άρθρου 20 του ΝΔ 18/99 παραβιάζουν την οδηγία ως εκ του ότι επιτρέπουν στις διαθέτουσες «διαφορετικά οργανωτικά συστήματα» επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται στον τομέα της εξυπηρετήσεως δι’ ιδίων μέσων παράλληλα με επιλεγμένους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι ιταλικές αρχές κάνουν λόγο για τον προσωρινό και περιθωριακό χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων καθώς και για την πρόθεσή τους να καταργήσουν το οικείο άρθρο.
49. Η οδηγία ορίζει σαφώς τις κατηγορίες επιχειρηματιών που παρέχουν υπηρεσίες εδάφους και δύνανται να χαρακτηριστούν ως παρέχοντες υπηρεσίες εδάφους και επιχειρηματιών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων. Οι μονάδες που δεν πληρούν τα τιθέμενα με την οδηγία κριτήρια δεν μπορούν να δραστηριοποιούνται παρά ως παρέχοντες υπηρεσίες σε τρίτους. Πράγματι, η οδηγία δεν προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν μεταβατικά μέτρα για τις διαθέτουσες «διαφορετικό οργανωτικό σύστημα» επιχειρήσεις. Θεσπίζοντας παρόμοια μεταβατικά μέτρα, το ΝΔ 18/99 εισήγαγε διατάξεις αντικείμενες προς το γράμμα της οδηγίας.
50. Επομένως, το άρθρο 20 του ΝΔ 18/99 είναι ασυμβίβαστο προς την οδηγία. Κατόπιν αυτού, είναι όντως βάσιμη η αιτίαση της Επιτροπής η οποία αντλείται από το εν λόγω άρθρο.
IV – Πρόταση
51. Υπό το φως των προηγουμένων παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί:
«1) Θεσπίζοντας, με το άρθρο 14 του νομοθετικού διατάγματος 18, της 13ης Ιανουαρίου 1999, ασυμβίβαστο κοινωνικό μέτρο, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 18 της οδηγίας 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας.
2) Προβλέποντας, στο άρθρο 20 του νομοθετικού διατάγματος 18 της 13ης Ιανουαρίου 1999, μη επιτρεπόμενες διατάξεις μεταβατικού χαρακτήρα, η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την εν λόγω οδηγία.
3) Η Ιταλική Δημοκρατία καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 272, σ. 36. Βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, αυτής, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία το αργότερο ένα έτος μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
3 – Άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας.
4 – Δέκατη αιτιολογική σκέψη.
5 – Ενδέκατη, εικοστή δεύτερη και εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
6 – Άρθρο 2.
7 – Βλ. άρθρα 6 και 9 της οδηγίας.
8 – Άρθρο 14 της οδηγίας, το οποίο απαιτεί τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη κριτήρια για τη λήψη της εν λόγω εγκρίσεως να τηρούν ορισμένες αρχές όπως η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, η τήρηση του επιδιωκόμενου στόχου και η διασφάλιση της προσβάσεως στην αγορά ή της ασκήσεως της εξυπηρετήσεως δι’ ιδίων μέσων, όπως προβλέπει η οδηγία.
9 – GURI αριθ. 28, της 4ης Φεβρουαρίου 1999 (τακτικό συμπλήρωμα).
10 – Άρθρα 4, παράγραφος 2, και 11, παράγραφος 1, του ΝΔ 18/99.
11 – Η μερική παραίτηση της Επιτροπής έλαβε χώρα προ της συνεδριάσεως της 25ης Μαρτίου 2004, κατά τη διάρκεια της οποίας η ίδια την υπενθύμισε. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η παραίτηση, κατά μείζονα δε λόγο η μερική παραίτηση, μπορεί να χωρήσει κατά τη διάρκεια της έγγραφής διαδικασίας ή μεταγενέστερα. Βλ., ιδίως, απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, C-331/94, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1996, σ. I-2675, σκέψεις 5 και 6).
12 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001 (ΕΕ L 82, σ. 16, στο εξής: οδηγία περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων). Πράγματι, τα προβλεπόμενα με το άρθρο 14 του ΝΔ 18/99 μέτρα δεν θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν παρά μόνο στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων. Εν προκειμένω, υπογραμμίζει η Επιτροπή, τα ιταλικά μέτρα τυγχάνουν εφαρμογής επί κάθε καταστάσεως μεταβιβάσεως δραστηριοτήτων, ήτοι εντός πολύ ευρύτερου πεδίου από εκείνο το οποίο εμπίπτει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτής, η υλοποίηση της μεταβιβάσεως οριοθετείται αυστηρώς. Έτσι, το απλό γεγονός ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι ανάλογες δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι συντρέχει μεταβίβαση οικονομικής μονάδας. Η απλή ομοιότητα δραστηριοτήτων δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι συντρέχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και ότι πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
13 – Σημείο 3.2 του υπομνήματος αντικρούσεως που περιλαμβάνεται επίσης και στο υπ’ αριθ. 8679 έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας, της 18ης Ιουλίου 2000, το οποίο επαναλαμβάνει η Επιτροπή με το δικόγραφό της, σημείο 34.
14 – Σημείο 3.4 του υπομνήματος αντικρούσεως.
15 – Αριθ. 13444.
16 – Πρόθεση η οποία παραμένει προς στιγμήν άνευ αποτελέσματος όπως επισημαίνει η Επιτροπή στο σημείο 45 του δικογράφου της προσφυγής της.
17 – Βλ. ειδικότερα, αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-128/94, Hönig (Συλλογή 1995, σ. I‑3389, σκέψη 9), της 23ης Μαρτίου 2000, C-208/98, Berliner Kindl Brauerei (Συλλογή 2000, σ. I-1741), της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-372/98, Cooke (Συλλογή 2000, σ. I-8683), και της 29ης Απριλίου 2004, C-341/01, Plato Plastik (Συλλογή 2004, σ. Ι-4883).
18 – Ομοίως, η εικοστή δεύτερη και εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη, οι οποίες παραπέμπουν και στη δυνατότητα προβλέψεως κοινωνικής προστασίας εκ μέρους των κρατών μελών στο πλαίσιο της οδηγίας, καταλέγονται μεταξύ των τελευταίων αιτιολογικών σκέψεων.
19 – Διαπιστώνω επίσης ότι πρόκειται για άρθρο τύπο που εμφαίνεται σε άλλες κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις ως επιπρόσθετη μέριμνα με αποδέκτες τα κράτη μέλη. Βλ., επί παραδείγματι, υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 15 της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά λιμενικών υπηρεσιών [COM(2001) 35 τελικό, ΕΕ C 154, σ. 290].
20 – Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προβλέπει ότι ο διπλός αυτός σκοπός έχει ως θετικές συνέπειες τη μείωση του κόστους εκμεταλλεύσεως των αεροπορικών εταιριών και τη βελτίωση της προσφερόμενης στους χρήστες ποιότητας. Ο διπλός αυτός στόχος επετεύχθη στην πράξη, όπως πιστοποιεί μελέτη πραγματοποιηθείσα από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας, , στο σημείο 1.2.
21 – Σελίδα 7 του υπομνήματος αντικρούσεως και απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-172/99, Liikenne (Συλλογή 2001, σ. I‑745, σκέψη 22).
22 – Το άρθρο 14, παράγραφος 1, περιορίζει τη διαχρονική εφαρμογή του στους 30 πρώτους μήνες που έπονται της ενάρξεως ισχύος του ΝΔ 18/99.
23 – Σημείο 45 του δικογράφου της προσφυγής.
Full & Egal Universal Law Academy