ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 10ης Ιουνίου 2004 (1)
Υπόθεση C-467/02
Inan Cetinkaya
κατά
Land Baden-Württemberg
[αίτηση του Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Πεδίο εφαρμογής – Τέκνο που γεννήθηκε και διαμένει αδιαλείπτως στο κράτος μέλος υποδοχής – Δικαίωμα διαμονής του τέκνου Τούρκου εργαζομένου μετά την ενηλικίωσή του – Καταδίκη σε ποινή φυλακίσεως – Προϋποθέσεις εκδόσεως αποφάσεως περί απομακρύνσεως από την επικράτεια – Άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 – Συνεκτίμηση από τον εθνικό δικαστή της θετικής εξελίξεως του ενδιαφερομένου μετά την έκδοση της αποφάσεως περί απελάσεως»
1. Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο προσφυγής την οποία άσκησε ο υιός Τούρκου εργαζομένου, ο οποίος γεννήθηκε στη Γερμανία και έκτοτε ζει στο κράτος αυτό, κατά της εις βάρος του αποφάσεως περί απελάσεως που εξέδωσαν οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους κατόπιν της καταδίκης του σε σωφρονιστικές ποινές ανηλίκου, μεταξύ άλλων, για παράνομη εμπορία ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως (2), την οποία εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (3).
2. Το Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία) θέτει διάφορα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 1/80, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα απορρέοντα από την εν λόγω απόφαση δικαιώματα μπορούν να απολεσθούν κατόπιν καταδίκης σε ποινή φυλακίσεως και το ζήτημα κατά πόσον το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως περί απελάσεως μπορεί να λάβει υπόψη τη θετική εξέλιξη του ενδιαφερομένου μετά την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως.
I – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Η Συμφωνία Συνδέσεως αποσκοπεί στην προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας, προκειμένου να διασφαλισθεί η ταχύτερη ανάπτυξη της οικονομίας του εν λόγω κράτους και η ανύψωση του επιπέδου των συνθηκών εργασίας και διαβιώσεως του τουρκικού λαού (4). Σύμφωνα με το προοίμιο της εν λόγω Συμφωνίας, η ενίσχυση αυτή των προσπαθειών του τουρκικού λαού για βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου θα διευκολύνει τη μεταγενέστερη προσχώρηση της Τουρκίας στην Κοινότητα.
4. Προκειμένου να επιτευχθούν οι ανωτέρω στόχοι, η Συμφωνία Συνδέσεως προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη σταδιακή υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (5). Σύμφωνα με το άρθρο 12 της εν λόγω Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν «να εμπνέονται από τα άρθρα 48 [(6)], 49 [(7)] και 50 [(8)] της Συνθήκης ΕΚ περί ιδρύσεως της Κοινότητας», προκειμένου να επιτύχουν τη σταδιακή υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων πρέπει να υλοποιηθεί μεταξύ της λήξεως του δωδεκάτου και του εικοστού δευτέρου έτους από την έναρξη της ισχύος της Συμφωνίας Συνδέσεως, σύμφωνα με τις θεσπιζόμενες από το Συμβούλιο Συνδέσεως διαδικασίες (9).
5. Κατόπιν τούτου, το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε, κατ’ αρχάς, την απόφαση 2/76, της 20ής Δεκεμβρίου 1976, η οποία αποτελούσε το πρώτο βήμα προς την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και η οποία αναγνώριζε στους μεν εργαζομένους το δικαίωμα προοδευτικώς διευρυνόμενης προσβάσεως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, στα δε τέκνα τους το δικαίωμα προσβάσεως στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως που παρέχονταν στο οικείο κράτος μέλος (10).
6. Εν συνεχεία, το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε την απόφαση 1/80 η οποία, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, αποσκοπεί στη βελτίωση, στον κοινωνικό τομέα, της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων και των μελών της οικογενείας τους σε σχέση με το καθεστώς που θέσπιζε η απόφαση 2/76. Τα άρθρα 6 και 7 της εν λόγω αποφάσεως περιλαμβάνουν τις διατάξεις που πρέπει να εφαρμόζονται στους Τούρκους εργαζομένους και στα μέλη της οικογενείας τους αντιστοίχως.
7. Το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 ορίζει ότι:
«1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί ελεύθερης προσβάσεως των μελών της οικογενείας του στην απασχόληση, ο Τούρκος εργαζόμενος που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους:
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος στο κράτος αυτό, δικαιούται ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, αν εξακολουθεί να κατέχει θέση εργασίας·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη, και υπό τη επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούται, εντός αυτού του κράτους μέλους, να αποδεχθεί, κατ’ επιλογή του, άλλη προσφορά εργασίας, στο ίδιο επάγγελμα, που του γίνεται υπό συνήθεις συνθήκες από άλλο εργοδότη και έχει καταγραφεί από τις υπηρεσίες απασχολήσεως του οικείου κράτους μέλους·
– εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός αυτού του κράτους μέλους.
2. Οι ετήσιες άδειες και οι απουσίες λόγω μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή ασθενείας μικρής διαρκείας εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως. Οι δεόντως διαπιστωμένες από τις αρμόδιες αρχές περίοδοι ακούσιας ανεργίας και οι απουσίες λόγω ασθενείας μακράς διαρκείας, χωρίς να εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως, δεν θίγουν τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί βάσει της προηγούμενης περιόδου απασχολήσεως.
[…]»
8. Το άρθρο 7 της αποφάσεως 1/80 ορίζει τα εξής:
«Τα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του:
– εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί τρία τουλάχιστον έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, δικαιούνται να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας και
– εφόσον διαμένουν νομίμως στο κράτος αυτό επί πέντε τουλάχιστον έτη, έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα.
Τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάρτιση εντός της χώρας υποδοχής μπορούν, ανεξαρτήτως της διαρκείας διαμονής τους στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά εργασίας εντός αυτού, υπό τον όρο ότι ο ένας από τους γονείς έχει ασκήσει νόμιμη εργασία επί τρία τουλάχιστον έτη εντός του εν λόγω κράτους μέλους.»
9. Το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 καθορίζει τους περιορισμούς που μπορούν να επιβληθούν στην άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων. Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι:
«Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που υπαγορεύονται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.»
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
10. Ο I. Cetinkaya είναι Τούρκος υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε στη Γερμανία το 1979 και έκτοτε ζει στο εν λόγω κράτος μέλος. Τον Ιούλιο του 1995 ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και έλαβε απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Από το 1996 έως το 1999 απασχολήθηκε σε διάφορους εργοδότες για σύντομες περιόδους. Στις 9 Μαρτίου 1995, έλαβε άδεια διαμονής στη Γερμανία για απεριόριστο χρόνο. Οι γονείς του και οι αδελφές του ζουν επίσης στη Γερμανία, όπου ο πατέρας του εργάσθηκε μέχρι την ηλικία συνταξιοδοτήσεώς του.
11. Από το 1996 έως το 2000, ο Ι. Cetinkaya καταδικάστηκε σε πέντε περιπτώσεις, τις τέσσερις εξ αυτών σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκου. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2000, καταδικάστηκε για τελευταία φορά σε τριετή «σωφρονιστική ποινή ανηλίκου» για παράνομη εμπορία ναρκωτικών ουσιών.
12. Ο Ι. Cetinkaya εξέτισε την ποινή του από τις 7 Ιανουαρίου 2000 έως τις 22 Ιανουαρίου 2001, οπότε αφέθηκε ελεύθερος προκειμένου να ακολουθήσει θεραπεία αποτοξινώσεως, την οποία ολοκλήρωσε επιτυχώς το καλοκαίρι του 2002. Από τον Αύγουστο του 2002 και εντεύθεν, συνεχίζει τις σπουδές του και εργάζεται με μειωμένο ωράριο. Με απόφασή του, στις 20 Αυγούστου 2002, το Amtsgericht Schwäbisch Hall (Γερμανία) διέταξε την αναστολή της εκτελέσεως του υπολοίπου της ποινής του.
13. Στις 3 Νοεμβρίου 2000, το Regierungspräsidium Stuttgart (γερμανική διοικητική αρχή αρμόδια για ζητήματα απελάσεως) εξέδωσε εις βάρος του Ι. Cetinkaya απόφαση περί άμεσης απελάσεως από τη γερμανική επικράτεια. Η εν λόγω διοικητική αρχή έκρινε ότι η απέλαση ήταν αναγκαία διότι συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι δημοσίας ασφαλείας και τάξεως που δικαιολογούσαν την εφαρμογή νομίμου τεκμηρίου υπέρ της λήψεως του εν λόγω μέτρου. Συνεπώς, η απέλαση ήταν αναγκαία για λόγους τόσο ειδικής όσο και γενικής προλήψεως. Επιπλέον, ο Ι. Cetinkaya δεν μπορούσε να απολαύει του δικαιώματος διαμονής που απορρέει από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, διότι, λόγω της φυλακίσεώς του και της υποβολής του σε θεραπεία αποτοξινώσεως, δεν ήταν πλέον στη διάθεση της νόμιμης αγοράς εργασίας. Στις 8 Δεκεμβρίου 2000, ο Ι. Cetinkaya άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2002, το Regierungspräsidium Stuttgart τροποποίησε την προηγούμενη απόφασή του της 3ης Νοεμβρίου 2000, υπό την έννοια ότι έταξε στον Ι. Cetinkaya προθεσμία μέχρι τις 4 Οκτωβρίου 2002 για να εγκαταλείψει εκουσίως τη γερμανική επικράτεια. Ο ενδιαφερόμενος άσκησε νέα προσφυγή κατά της τροποποιήσεως αυτής. Το Verwaltungsgericht ένωσε τις δύο προσφυγές που άσκησε ο Ι. Cetinkaya.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
14. Με την απόφασή του περί παραπομπής, το Verwaltungsgericht εξηγεί ότι, αν ο Ι. Cetinkaya δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 1/80, η προσφυγή του κατά της αποφάσεως της 3ης Νοεμβρίου 2000, όπως τροποποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2002, πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί των αλλοδαπών. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι από την πάγια νομολογία του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) προκύπτει ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η θετική εξέλιξη του ενδιαφερομένου μετά την έκδοση της αποφάσεως περί απελάσεώς του, στις 3 Νοεμβρίου 2000. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει την πραγματική και νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου κατά την κρίσιμη αυτή ημερομηνία. Αφετέρου, μπορεί να γίνει δεκτό ότι, μολονότι ο ενδιαφερόμενος γεννήθηκε στη Γερμανία και οι γονείς και τα αδέλφια του ζουν επίσης στο εν λόγω κράτος, η απέλασή του δεν συνιστά μέτρο δυσανάλογο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος γνωρίζει επαρκώς την τουρκική γλώσσα, είναι ενήλικος, άγαμος και άτεκνος και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με τα ναρκωτικά.
15. Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, αν ο Ι. Cetinkaya εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 1/80 και αν το άρθρο 14 της εν λόγω αποφάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η πραγματική και νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου πρέπει να εκτιμάται κατά τον χρόνο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η προσφυγή του πρέπει κατά πάσα πιθανότητα να γίνει δεκτή. Πράγματι, μετά την απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 2000, χορηγήθηκε στον Ι. Cetinkaya αναστολή της εκτελέσεως του υπολοίπου της ποινής του, γεγονός από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν συνιστά πλέον ενεστώσα και συγκεκριμένη απειλή κατά κάποιου σημαντικού κοινοτικού συμφέροντος.
16. Το Verwaltungsgericht Stuttgart, αντιθέτως προς την απόφαση της αρμόδιας διοικητικής αρχής, τείνει προς την άποψη ότι ο Ι. Cetinkaya όντως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 1/80 και ότι η θετική εξέλιξή του θα έπρεπε να μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις επίμαχες εν προκειμένω διατάξεις της αποφάσεως 1/80. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτει το γεννημένο στη Γερμανία τέκνο Τούρκου εργαζομένου, ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, στην περίπτωση που από της γεννήσεώς του –και εν πάση περιπτώσει μέχρι την ενηλικίωσή του– η διαμονή στη Γερμανία του επιτρεπόταν (αρχικώς) μόνο για λόγους διατηρήσεως της οικογενειακής ενότητας ή στην περίπτωση που δεν απώλεσε το δικαίωμά του διαμονής μόνο για το λόγο ότι είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση κατοχής αδείας διαμονής;
2) Μπορεί να περιοριστεί, μόνον υπό τους όρους του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80, το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας και χορηγήσεως αδείας για περαιτέρω διαμονή, το οποίο έχει το μέλος της οικογενείας βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της εν λόγω αποφάσεως;
3) Έχει ως συνέπεια η καταδίκη σε τριετή σωφρονιστική ποινή ανηλίκου την οριστική έξοδο από την αγορά εργασίας και, ως εκ τούτου, την απώλεια των δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχουν συγκεκριμένες δυνατότητες εκτίσεως μέρους μόνον της ποινής, από την άλλη πλευρά όμως, ο ενδιαφερόμενος ή η ενδιαφερόμενη θα πρέπει μετά την προσωρινή αποφυλάκισή τους να υποβληθούν αμέσως σε πρόγραμμα απεξαρτήσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν θα είναι στη διάθεση της αγοράς εργασίας;
4) Έχει ως συνέπεια η λόγω καταδίκης σε πρόσκαιρη (μη ανασταλείσα υπό όρον) στερητική της ελευθερίας ποινή απώλεια της θέσεως εργασίας ή αδυναμία αναζητήσεως εργασίας, σε περίπτωση ανεργίας κατά το χρονικό αυτό διάστημα, την περιέλευση του ενδιαφερομένου σε κατάσταση εκούσιας ανεργίας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, η οποία δεν εμποδίζει την απώλεια των δικαιωμάτων του που απορρέουν από τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80;
5) Ισχύουν τα ανωτέρω και στην περίπτωση που προσδοκάται η εντός συντόμου και ευλόγου χρόνου αποφυλάκιση του ενδιαφερομένου, ο οποίος εντούτοις θα πρέπει να υποβληθεί, κατ’ αρχάς, σε θεραπεία αποτοξινώσεως και θα μπορεί να αναλάβει εργασία μόνο μετά την ολοκλήρωση ενός πιο ειδικού κύκλου σπουδών;
6) Πρέπει το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη, ακόμη και στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, μια ευνοϊκή μεταβολή της καταστάσεως του ενδιαφερομένου ή της ενδιαφερομένης, η οποία επήλθε μετά την τελευταία απόφαση των διοικητικών αρχών και η οποία καθιστά ανεπίτρεπτη πλέον την εφαρμογή του περιορισμού του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80;»
IV – Εκτίμηση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
17. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν ο Ι. Cetinkaya εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο το ερώτημα αυτό διότι στην προκειμένη περίπτωση, αντιθέτως προς ό,τι προβλέπει η εν λόγω διάταξη, δεν έχει επιτραπεί, κατά κυριολεξία, στον ενδιαφερόμενο να έλθει να ζήσει μαζί με τους γονείς του στη Γερμανία, δεδομένου ότι γεννήθηκε στο κράτος αυτό. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το γεννηθέν στο κράτος μέλος υποδοχής ενήλικο τέκνο Τούρκου εργαζομένου, ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
18. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει, κατ’ αρχάς, να υπομνησθεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 παράγει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών, οπότε οι Τούρκοι υπήκοοι που πληρούν τις διαλαμβανόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις μπορούν να επικαλούνται απευθείας ενώπιον του εθνικού δικαστή τα δικαιώματα που τους παρέχει η διάταξη αυτή (11). Επομένως, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το εν λόγω άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, αναγνωρίζει σε όλα τα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου, ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, στα οποία έχει επιτραπεί να ζήσουν μαζί του, το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε εργασία της επιλογής τους, υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας προτεραιότητας, εφόσον διαμένουν νομίμως στο εν λόγω κράτος μέλος τουλάχιστον από τριετίας και το ίδιο δικαίωμα άνευ της ανωτέρω επιφυλάξεως, εφόσον διαμένουν νομίμως στο εν λόγω κράτος μέλος τουλάχιστον από πενταετίας. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος της ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία που καθιερώνει η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την αναγνώριση συνακόλουθου δικαιώματος διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος (12).
19. Επομένως, το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία και το δικαίωμα διαμονής, τα οποία παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου, εξαρτώνται από τέσσερις προϋποθέσεις: πρώτον, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι μέλος της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου· δεύτερον, ο Τούρκος εργαζόμενος πρέπει να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής· τρίτον, πρέπει να έχει επιτραπεί στο μέλος της οικογενείας να έλθει να ζήσει μαζί με τον εργαζόμενο και, τέταρτον, πρέπει να διαμένει νομίμως στο εν λόγω κράτος μέλος τουλάχιστον από τριετίας. Σκοπεύω να εξετάσω καθεμία από τις προϋποθέσεις αυτές χωριστά, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
20. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου αποτελεί μέλος της οικογενείας του κατά την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ergat, έκρινε ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου διατηρεί την ιδιότητά του αυτή κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως και μετά την ενηλικίωσή του, ακόμη και αν διαβιοί στο κράτος μέλος υποδοχής ανεξαρτήτως από τους γονείς του (13). Συνεπώς, ο Ι. Cetinkaya, υπό την ιδιότητά του ως τέκνο Τούρκου εργαζομένου, αποτελεί σαφώς μέλος της οικογενείας κατά την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
21. Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι ο Ι. Cetinkaya πληροί τη δεύτερη εκ των απαιτούμενων προϋποθέσεων, ήτοι ότι είναι τέκνο Τούρκου εργαζομένου «ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας». Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο πατέρας του Ι. Cetinkaya, εφόσον επικαλέσθηκε τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα πριν την έκδοση της αποφάσεως περί απελάσεως, δεν ήταν πλέον ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας στις 3 Νοεμβρίου 2000. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο υιός του ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 κατά τον κρίσιμο χρόνο της εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι διαλαμβανόμενες στην εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις είναι αυστηρότερες από εκείνες που θέτει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, το οποίο αφορά τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάρτιση στο κράτος μέλος υποδοχής. Η λύση που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 19ης Νοεμβρίου 1998 στην υπόθεση Akman (14), με την οποία έκρινε ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου που έχει περατώσει την επαγγελματική του εκπαίδευση στο κράτος υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, ακόμη και αν ο εργαζόμενος γονέας, από τον οποίο ο ενδιαφερόμενος αντλεί τα δικαιώματά του, έχει εγκαταλείψει οριστικώς την αγορά εργασίας του κράτους αυτού, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω διατάξεως. Εντεύθεν προκύπτει ότι ο Τούρκος εργαζόμενος πρέπει να εξακολουθεί να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τον χρόνο που τα μέλη της οικογενείας του επιθυμούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα που τους παρέχει το εν λόγω άρθρο 7, πρώτο εδάφιο.
22. Δεν συμμερίζομαι την ανωτέρω ανάλυση. Είναι αληθές ότι η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, έκφραση «ενταγμένου στην αγορά εργασίας» αφορά ενεστώσα κατάσταση, όπως προκύπτει από τη χρήση της μετοχής ενεστώτα «appartenant» στη γαλλική απόδοση της αποφάσεως. Οι περισσότερες από τις γλωσσικές αποδόσεις στις οποίες υφίσταται η απόφαση 1/80 ακολουθούν την ίδια διατύπωση (15). Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος πρέπει να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας, την οποία ερμήνευσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του Akman, είναι διατυπωμένη σε ιστορικό χρόνο (16). Εντούτοις, από τη διατύπωση της επίμαχης προϋποθέσεως του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεν προκύπτει σαφώς ότι τα δικαιώματα που η εν λόγω διάταξη παρέχει στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου εξαρτώνται από την εκ μέρους του άσκηση έμμισθης δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής ούτε ότι τα δικαιώματα αυτά παύουν να υφίστανται από τη στιγμή που ο εν λόγω εργαζόμενος εγκαταλείπει οριστικώς την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής. Επιπλέον, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, προκειμένου να ερμηνευθεί μια διάταξη της αποφάσεως 1/80, πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνον το γράμμα της επίμαχης διατάξεως, αλλά επίσης το πνεύμα και ο σκοπός της αποφάσεως αυτής (17). Φρονώ ότι η προκριθείσα από τη Γερμανική Κυβέρνηση ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως αντιβαίνει στην οικονομία και στον σκοπό της, όπως έχουν καθορισθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
23. Πράγματι, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Kadiman, επισήμανε ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 εξυπηρετεί δύο σκοπούς. Πρώτον, η διάταξη αυτή αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εργασίας και της διαμονής του Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών του εντός του κράτους αυτού (18). Το Δικαστήριο τόνισε ότι υπό αυτό το πρίσμα η εν λόγω διάταξη προβλέπει, σε πρώτη φάση, τη δυνατότητα να επιτραπεί στα μέλη της οικογενείας του Τούρκου εργαζομένου να έλθουν να διαβιώσουν μαζί του στο πλαίσιο της οικογενειακής συνενώσεως (19). Το Δικαστήριο έκρινε ότι από το πνεύμα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι το μέλος της οικογενείας οφείλει, κατ’ αρχήν, να συζήσει καθ’ όλη την αρχική τριετία μαζί με τον Τούρκο εργαζόμενο σε κοινή κατοικία (20). Δεύτερον, η εν λόγω διάταξη, προκειμένου να προωθήσει ακόμη περισσότερο την ενσωμάτωση του Τούρκου εργαζομένου στο κράτος υποδοχής, αποσκοπεί στην ενίσχυση της θέσεως των μελών της οικογενείας του, αναγνωρίζοντάς τους, σε δεύτερη φάση, το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους αυτού (21). Κατόπιν τούτου, τα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου μπορούν να απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία, κατ’ αρχάς, μετά από τρία έτη νόμιμης διαμονής στο κράτος υποδοχής, υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους υπηκόους άλλων κρατών μελών προτεραιότητας και, εν συνεχεία, μετά πέντε έτη νόμιμης διαμονής, άνευ της επιφυλάξεως αυτής. Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την αναγνώριση συνακόλουθου δικαιώματος διαμονής στο κράτος υποδοχής.
24. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ergat, διευκρίνισε το περιεχόμενο των παρεχομένων στα μέλη της οικογενείας δικαιωμάτων (22). Το Δικαστήριο τόνισε ότι από τη στιγμή που ο Τούρκος υπήκοος τον οποίο αφορά το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, αποκτά, κατόπιν πενταετούς νόμιμης διαμονής, το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, σύμφωνα με τη δεύτερη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως, όχι μόνον αντλεί ατομικό δικαίωμα εργασίας απευθείας από την απόφαση 1/80, λόγω του άμεσου αποτελέσματος που παράγουν οι διατάξεις της εντός των κρατών μελών, αλλά, επιπλέον, η πρακτική αποτελεσματικότητα αυτού του δικαιώματός του προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη συνακόλουθου δικαιώματος διαμονής, το οποίο στηρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο και δεν εξαρτάται από το αν εξακολουθούν να υφίστανται οι προϋποθέσεις κτήσεως των εν λόγω δικαιωμάτων (23). Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο σκοπός της αποφάσεως 1/80 δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν οι επιβαλλόμενοι από κράτος μέλος περιορισμοί μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν από τα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου τα δικαιώματα που τους παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως, και μάλιστα κατά το χρονικό σημείο στο οποίο έχουν τη δυνατότητα, χάρη στην ελεύθερη πρόσβαση σε εργασία της επιλογής τους, να ενταχθούν μονίμως στο κράτος μέλος υποδοχής (24). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ορθότητα της ανωτέρω συλλογιστικής παραπέμποντας στην προαναφερθείσα απόφασή του Akman, με την οποία έκρινε ότι, από τη στιγμή που το τέκνο Τούρκου εργαζομένου έχει περατώσει τις σπουδές του και αποκτά το παρεχόμενο απευθείας από την απόφαση 1/80 δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής και, συνεπώς, δικαιούται να λάβει άδεια διαμονής προς τον σκοπό αυτό, δεν είναι απαραίτητο ο γονέας του τέκνου αυτού να εξακολουθεί να διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου ή να διαμένει στο έδαφος του εν λόγω κράτους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η λογική συνέπεια της ανωτέρω συλλογιστικής είναι ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν όρους ως προς τη διαμονή μέλους της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου μετά την πάροδο της εν λόγω τριετίας (25) και, κατά μείζονα λόγο, μετά την πάροδο πέντε ετών νόμιμης διαμονής, εφόσον, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, δεν μπορεί να αντιταχθεί πλέον στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα προτεραιότητας των εργαζομένων των άλλων κρατών μελών.
25. Φρονώ ότι από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας και το δικαίωμα διαμονής, τα οποία παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση τους και να προωθήσει την ενσωμάτωσή τους στο κράτος υποδοχής, πρέπει να αναγνωρισθούν ως ανεξάρτητα από την κατάσταση του Τούρκου εργαζομένου εκ του οποίου αρχικώς απορρέουν. Εφόσον το μέλος της οικογενείας πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά αυτά, ακόμη και αν ο ίδιος ο Τούρκος εργαζόμενος, από τον οποίον το εν λόγω μέλος αντλεί τα δικαιώματά του, δεν είναι πλέον ενταγμένος στην αγορά εργασίας του κράτους αυτού. Ελλείψει της δυνατότητας αυτής, τα μέλη της οικογενείας δεν είναι δυνατό να ενταχθούν πραγματικά στο κράτος υποδοχής, εφόσον το δικαίωμά τους ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία έχει αβέβαιο και προσωρινό χαρακτήρα, στο μέτρο που εξαρτάται ανά πάσα στιγμή από την έξοδο του Τούρκου εργαζομένου από την αγορά εργασίας. Έτσι, ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως έχει ως συνέπεια ότι το τέκνο Τούρκου εργαζομένου το οποίο, όπως ο Ι. Cetinkaya, άρχισε να εργάζεται στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απολέσει, εν συνεχεία, το δικαίωμά του ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία κατά το χρονικό σημείο που ο πατέρας του προβάλλει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Εκτιμώ ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Φρονώ ότι, λαμβανομένου υπόψη του πνεύματος και του σκοπού του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, η προϋπόθεση ότι ο Τούρκος εργαζόμενος πρέπει να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους υποδοχής πρέπει να εφαρμόζεται μόνον κατά την περίοδο της τριετίας, στη διάρκεια της οποίας το μέλος της οικογενείας του οφείλει να διαμένει αδιαλείπτως μαζί του και πριν τη λήξη της οποίας το εν λόγω μέλος δεν έχει ακόμη αποκτήσει τα δικαιώματα που του παρέχει απευθείας το άρθρο αυτό. Η επέκταση της εφαρμογής της εν λόγω προϋποθέσεως πέραν αυτού του χρονικού σημείου θίγει κατ’ ανάγκη το περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων. Συνεπώς, καταλήγω ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δεν επιβάλλει την υποχρέωση να εξακολουθεί ο Τούρκος εργαζόμενος να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τον χρόνο που το μέλος της οικογενείας του, κατόπιν τριετούς νόμιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος, επιθυμεί να επικαλεστεί το ατομικό του δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας και υποβάλλει αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής.
26. Φρονώ ότι ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος, όπως Ι. Cetinkaya, γεννήθηκε στη Γερμανία και έκτοτε ζει στο κράτος αυτό, όπου ο πατέρας του άσκησε κατά το παρελθόν έμμισθη δραστηριότητα για περισσότερο από τρία έτη, πρέπει να θεωρείται ως τέκνο Τούρκου εργαζομένου ενταγμένου στη νόμιμη αγορά εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, ακόμη και αν ο πατέρας του έχει επικαλεστεί τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα κατά τον χρόνο εκδόσεως της εις βάρος του αποφάσεως περί απελάσεως, στις 3 Νοεμβρίου 2000.
27. Θα προχωρήσω, τώρα, στην εξέταση της τρίτης προϋποθέσεως, σύμφωνα με την οποία πρέπει να έχει επιτραπεί στο μέλος της οικογενείας να έλθει να συμβιώσει με τον Τούρκο εργαζόμενο στο κράτος υποδοχής. Όπως το αιτούν δικαστήριο και το σύνολο των παρεμβαινόντων στη διαδικασία, φρονώ ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 τα γεννηθέντα στο κράτος μέλος υποδοχής μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου. Αφενός, από το γράμμα του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, ουδέν επιχείρημα προκύπτει υπέρ της απόψεως ότι η εν λόγω προϋπόθεση μπορεί να αντιταχθεί στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου τα οποία έχουν γεννηθεί στο έδαφος του επίμαχου κράτους μέλους και στα οποία, εξ ορισμού, ουδέποτε χρειάσθηκε «να επιτραπεί να έλθουν να ζήσουν μαζί του». Αφετέρου, αυτή η άκρως περιοριστική ερμηνεία της επίμαχης προϋποθέσεως δεν είναι σύμφωνη ούτε προς το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 ούτε, κυρίως, προς τον σκοπό που επιδιώκει η διάταξη αυτή.
28. Πράγματι, από το περιεχόμενο των άρθρων 6 και 7 της αποφάσεως 1/80 προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να ρυθμίζουν την είσοδο στην επικράτειά τους τόσο των Τούρκων υπηκόων όσο και των μελών της οικογενείας τους (26). Κατόπιν τούτου, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 παρέχει στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου που έχουν διαμείνει επί ορισμένο χρονικό διάστημα στο κράτος μέλος υποδοχής το δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας, χωρίς εντούτοις να επηρεάζει την αρμοδιότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να έλθουν να συμβιώσουν με τον Τούρκο εργαζόμενο που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του (27). Η κύρωση που επιβάλλεται για τη μη τήρηση της κανονιστικής ρυθμίσεως του κράτους μέλους υποδοχής συνίσταται, κατά πάγια νομολογία, στο ότι το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία δεν παρέχεται στον ενδιαφερόμενο αν το δικαίωμα διαμονής του στο εν λόγω κράτος μέλος έχει αποκτηθεί υπό συνθήκες εξαπατήσεως (28).
29. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προϋπόθεση ότι πρέπει «να έχει επιτραπεί» στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου «να ζήσουν μαζί του» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 τα πρόσωπα που εισέρχονται στο κράτος μέλος υποδοχής κατά παράβαση της νομοθεσίας του. Συνεπώς, η εν λόγω προϋπόθεση μπορεί να αντιταχθεί μόνο στα πρόσωπα εκείνα που δεν διέμεναν κατά το παρελθόν στο κράτος μέλος όπου ευρίσκεται ο Τούρκος εργαζόμενος και που οφείλουν να λάβουν από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους άδεια προκειμένου να εισέλθουν σε αυτό για να ζήσουν μαζί του. Κατά συνέπεια, η εν λόγω προϋπόθεση δεν μπορεί να προβληθεί κατά μέλους της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου, το οποίο ουδέποτε χρειάσθηκε να λάβει άδεια εισόδου στο επίμαχο κράτος, δεδομένου ότι γεννήθηκε στο έδαφος του κράτους αυτού.
30. Επομένως, ο αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 των μελών της οικογενείας και, ιδίως, των τέκνων Τούρκου εργαζομένου που έχουν γεννηθεί στο κράτος μέλος υποδοχής αντιβαίνει προδήλως στον σκοπό της εν λόγω αποφάσεως. Πράγματι, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, αποσκοπεί στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για την οικογενειακή συνένωση στο κράτος μέλος υποδοχής. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το άρθρο αυτό αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εργασίας και της διαμονής του Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του οικείου κράτους μέλους, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών του εντός του κράτους αυτού (29). Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τον σκοπό αυτό της επίμαχης διατάξεως, έκρινε, με την προαναφερθείσα απόφασή του Kadiman, ότι τα μέλη της οικογενείας του Τούρκου εργαζομένου πρέπει να διαμένουν αδιαλείπτως μαζί του κατά την τριετή περίοδο που προβλέπει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο. Συνεπώς, όπως επισημαίνει και το αιτούν δικαστήριο (30), θα ήταν «παράλογος και ασυμβίβαστος» προς τον σκοπό αυτό ο αποκλεισμός από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως των μελών της οικογενείας, ιδίως των τέκνων, που έχουν γεννηθεί στο έδαφος του κράτους υποδοχής, εφόσον η γέννησή τους στο εν λόγω κράτος συντελεί ακριβώς στην επίτευξη του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω διάταξη.
31. Επομένως, το γεγονός ότι ο Ι. Cetinkaya γεννήθηκε στη Γερμανία και δεν του χορηγήθηκε επισήμως άδεια να έλθει να συμβιώσει με τον πατέρα του στο κράτος αυτό δεν συνεπάγεται τον αποκλεισμό του από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80.
32. Τέλος, όσον αφορά την τέταρτη προϋπόθεση, γίνεται δεκτό ότι ο Ι. Cetinkaya είχε ήδη διαμείνει νομίμως στη Γερμανία για περισσότερο από πέντε έτη μέχρι που διατάχθηκε η απέλασή του. Από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο Ι. Cetinkaya διαμένει αδιαλείπτως στο εν λόγω κράτος μέλος από της γεννήσεώς του. Επιπλέον, στις 9 Μαρτίου 1995, έλαβε άδεια διαμονής απεριόριστης διάρκειας. Συνεπώς, ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, δυνάμει του οποίου απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του στη Γερμανία.
33. Επομένως, ο ευρισκόμενος στην κατάσταση του Ι. Cetinkaya Τούρκος υπήκοος εμπίπτει σαφώς στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής: το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το γεννηθέν στο κράτος μέλος υποδοχής ενήλικο τέκνο Τούρκου εργαζομένου που είναι ή ήταν κατά το παρελθόν ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
Β – Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
34. Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν ο Ι. Cetinkaya απώλεσε τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, λόγω της φυλακίσεώς του και της υποβολής του σε θεραπεία αποτοξινώσεως. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την εθνική νομολογία, οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80, σύμφωνα με τις οποίες η μακράς διαρκείας απουσία από την αγορά εργασίας μπορεί να συνεπάγεται την απώλεια των δικαιωμάτων που παρέχει το άρθρο αυτό, πρέπει να ισχύουν και στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 7 της εν λόγω αποφάσεως. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάδει με την οικονομία και τον σκοπό του άρθρου 7. Επιπλέον, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σύμφωνος ούτε προς τη νομολογία του Δικαστηρίου το οποίο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ergat, έκρινε ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απολέσει τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως.
35. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλακίσεως και επακόλουθης υποβολής σε θεραπεία αποτοξινώσεως, τα δικαιώματα που παρέχει σε Τούρκο υπήκοο ευρισκόμενο στην κατάσταση του Ι. Cetinkaya μπορούν να περιορισθούν μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80 ή μπορούν να περιορισθούν και λόγω παρατεταμένης απουσίας από την αγορά εργασίας.
36. Προκειμένου να γίνει κατανοητό το ζήτημα που θέτει το ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι η νομολογία έχει καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο Τούρκος υπήκοος χάνει τα δικαιώματα που του παρέχει η απόφαση 1/80, σε περίπτωση παρατεταμένης απουσίας του από την αγορά εργασίας. Η νομολογία αυτή αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6 της εν λόγω αποφάσεως. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στους Τούρκους εργαζομένους που ασκούν έμμισθη δραστηριότητα σε κράτος μέλος και είναι ενταγμένοι στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους αυτού. Η δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία προϋποθέτει ότι έχει αναγνωρισθεί στον ενδιαφερόμενο δικαίωμα διαμονής στο κράτος αυτό (31). Το εν λόγω δικαίωμα διαμονής αποσκοπεί στη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Bozkurt, έκρινε ότι από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο Τούρκος υπήκοος δεν μπορεί πλέον να επικαλεσθεί το απορρέον από το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 δικαίωμα διαμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής όταν έχει φθάσει στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως ή όταν έχει υποστεί εργατικό ατύχημα το οποίο συνεπάγεται την πλήρη και διαρκή ανικανότητά του να ασκήσει οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα στο μέλλον. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να λογίζεται ως εγκαταλείψας οριστικώς την αγορά εργασίας αυτού του κράτους μέλους και, συνεπώς, το δικαίωμα διαμονής που επικαλείται ουδόλως συνδέεται με έμμισθη δραστηριότητα, ακόμη και μελλοντική (32). Εν συνεχεία, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Tetik, έκρινε ότι ο Τούρκος εργαζόμενος χάνει τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80, αν αποφασίσει να παραιτηθεί από την εργασία του και δεν προβεί, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να βρει νέα θέση εργασίας (33). Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ορθότητα της ανωτέρω συλλογιστικής με την προαναφερθείσα απόφασή του Nazli (34). Συνεπώς, με το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν η ανωτέρω νομολογία μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωση Τούρκου υπηκόου ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 και ευρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τον Ι. Cetinkaya.
37. Όπως η Επιτροπή, φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να συναχθεί από την προαναφερθείσα απόφαση Ergat. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η απόφαση αυτή αφορούσε τέκνο Τούρκων εργαζομένων στο οποίο επιτράπηκε, σε ηλικία οκτώ ετών, να έλθει να συμβιώσει με τους γονείς του στη Γερμανία, όπου απασχολήθηκε σε διάφορους εργοδότες, και του οποίου η αίτηση παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής του απορρίφθηκε από τις αρμόδιες αρχές ως εκπροθέσμως υποβληθείσα. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφασή του αυτή, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 παρέχει απευθείας στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου. Όπως τόνισα προηγουμένως, το Δικαστήριο κατέστησε απολύτως σαφές ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν όρους ως προς τη διαμονή μέλους της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου όταν παρέλθει η τριετία που προβλέπει το εν λόγω άρθρο και, κατά μείζονα λόγο, όταν ο ενδιαφερόμενος, κατόπιν πενταετούς νόμιμης διαμονής, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της εν λόγω αποφάσεως (35). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, μολονότι τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν τόσο την είσοδο στο έδαφός τους μέλους της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου όσο και τις προϋποθέσεις της διαμονής του κατά την αρχική περίοδο των τριών ετών, εντούτοις δεν διαθέτουν πλέον την ευχέρεια να θεσπίζουν μέτρα σχετικά με τη διαμονή τα οποία θα μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση των δικαιωμάτων που η απόφαση 1/80 παρέχει ρητώς στον ενδιαφερόμενο ο οποίος πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και ο οποίος, ως εκ τούτου, είναι ήδη ενταγμένος στο κράτος μέλος υποδοχής, δεδομένου ότι το δικαίωμα διαμονής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση τόσο για την πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα όσο και για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής (36).
38. Επιπλέον, με την ίδια απόφασή του, το Δικαστήριο καθόρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μέλος της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 μπορεί να απολέσει τα απορρέοντα από την εν λόγω διάταξη δικαιώματά του. Ο γενικός εισαγγελέας Mischo, με τις προτάσεις του στην υπόθεση αυτή, υποστήριξε ότι, άπαξ το εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 ενήλικο τέκνο Τούρκου εργαζομένου πληροί τις προϋποθέσεις ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη απασχόληση, πρέπει να υπόκειται στους ίδιους κανόνες με τον Τούρκο εργαζόμενο που ήλθε ενήλικος για να διαμείνει σε κράτος μέλος. Συνεπώς, το εν λόγω τέκνο μπορεί να απολέσει τα δικαιώματά του σε περίπτωση που παραμείνει εκουσίως άνεργο για παρατεταμένο χρονικό διάστημα (37). Με τις προτάσεις μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Akman, υποστήριξα παρόμοια θέση όσον αφορά τα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους κατάρτιση στο κράτος μέλος υποδοχής και αντλούν τα δικαιώματά τους από το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Συγκεκριμένα, υποστήριξα ότι, χάριν συνεπείας, άπαξ το τέκνο Τούρκου εργαζομένου αποκτά την ευχέρεια να αποδέχεται κάθε προσφορά εργασίας και απολαύει του συνακόλουθου δικαιώματος διαμονής, οφείλει να ασκεί το δικαίωμά του ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (38). Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν επανέλαβε την απαίτηση αυτή με την προαναφερθείσα απόφασή του Akman. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ergat, αποφάνθηκε ότι τα δικαιώματα που το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 παρέχει στα μέλη της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου μπορούν να περιορισθούν μόνο σε δύο περιπτώσεις, πρώτον, όταν συντρέχουν λόγοι εφαρμογής του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως και, δεύτερον, όταν το μέλος της οικογενείας αναχωρεί από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής για σημαντικό χρονικό διάστημα χωρίς να συντρέχουν θεμιτοί λόγοι (39). Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν επανέλαβε την προταθείσα από τον γενικό εισαγγελέα Mischo τρίτη περίπτωση η οποία αφορούσε κατάσταση παρατεταμένης εκούσιας ανεργίας.
39. Συνεπώς, από την προαναφερθείσα απόφαση Ergat προκύπτει ότι, πέραν της περιπτώσεως κατά την οποία το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση περί απομακρύνσεως του ενδιαφερομένου από την επικράτειά του βάσει του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απολέσει το δικαίωμα προσβάσεως στην εργασία και το δικαίωμα διαμονής που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως μόνον αν αποφασίσει να διακόψει τους δεσμούς του με το κράτος αυτό, αναχωρώντας από το έδαφός του άνευ θεμιτών λόγων για σημαντικό χρονικό διάστημα. Αντιστρόφως, εφόσον το μέλος της οικογενείας δεν διακόπτει τους δεσμούς του με το κράτος μέλος υποδοχής, μπορεί να απολέσει τα δικαιώματά του μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως.
40. Η ίδια λύση πρέπει να ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τα ενήλικα τέκνα Τούρκων εργαζομένων που, όπως ο Ι. Cetinkaya, έχουν γεννηθεί στο κράτος μέλος υποδοχής και έκτοτε διαμένουν αδιαλείπτως με τους γονείς τους. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 επιδιώκει διπλό σκοπό, ήτοι, αφενός, να προωθήσει την ενσωμάτωση του Τούρκου εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση των οικογενειακών του δεσμών και, αφετέρου, να ενισχύσει τη θέση των μελών της οικογενείας του, παρέχοντάς τους μετά από ορισμένη χρονική περίοδο το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στη αγορά εργασίας. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Ergat, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον την ευχέρεια να θεσπίζουν μέτρα που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογενείας που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, διότι τα εν λόγω μέλη είναι ήδη νομίμως ενταγμένα στο κράτος μέλος υποδοχής λόγω του ότι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Η ίδια συλλογιστική πρέπει να ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση τέκνου Τούρκου εργαζομένου το οποίο γεννήθηκε, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και διαμένει αδιαλείπτως στο κράτος μέλος υποδοχής. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος είναι ήδη νομίμως ενταγμένος στο κράτος μέλος υποδοχής. Συνεπώς, τα δικαιώματα που αντλεί από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο περιορισμών αυστηρότερων από εκείνους που μπορούν να επιβληθούν στα αντίστοιχα δικαιώματα μέλους της οικογενείας, το οποίο ήλθε σε κάποιο χρονικό σημείο της ζωής του να ζήσει μαζί με τον εργαζόμενο στο κράτος μέλος υποδοχής. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι ο Ι. Cetinkaya, όπως και ο S. Ergat, έχει ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον απασχολήθηκε σε διάφορους εργοδότες από το 1996 έως το 1999, ήτοι περίπου έως την έναρξη της κρατήσεώς του, γεγονός το οποίο δικαιολογεί, κατά μείζονα λόγο, την εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση της λύσεως που έδωσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του Ergat.
41. Συνεπώς, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε στο κράτος μέλος υποδοχής και δεν διέκοψε τους δεσμούς του με το κράτος αυτό μπορεί να στερηθεί των δικαιωμάτων που του παρέχει απευθείας το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας. Η ανωτέρω ανάλυση είναι σύμφωνη προς τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, σκοπό της εντάξεως του Τούρκου εργαζομένου στο κράτος μέλος υποδοχής. Πράγματι, οι συνθήκες εντάξεως των Τούρκων εργαζομένων καθίστανται ευνοϊκότερες όταν ενισχύονται τα δικαιώματα των γεννηθέντων στο κράτος μέλος υποδοχής τέκνων τους. Ομοίως, η ένταξη των μελών της οικογενείας προωθείται αποτελεσματικότερα όταν το δικαίωμα διαμονής των γεννηθέντων στο κράτος υποδοχής τέκνων δεύτερης γενιάς, που δεν έχουν διακόψει τους δεσμούς τους με το εν λόγω κράτος, παύει να έχει, ανεξαρτήτως γενιάς, προσωρινό ή αβέβαιο χαρακτήρα, στο μέτρο που δεν εξαρτάται πλέον από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, η εφαρμογή των περιορισμών του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 στα εν λόγω τέκνα θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να στερηθούν, κατόπιν ατυχήματος που θα τα καθιστούσε ανίκανα να εργασθούν στο μέλλον ή κατόπιν της προβολής των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων, το δικαίωμά τους διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, μολονότι διαβιούν ανέκαθεν στο κράτος αυτό.
42. Επιπλέον, η ανάλυση αυτή εμφανίζει το πλεονέκτημα ότι λαμβάνει υπόψη τη σημαντική εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου στον τομέα του δικαιώματος διαμονής στα κράτη μέλη. Έτσι, είναι γνωστό ότι το δικαίωμα διαμονής των κοινοτικών υπηκόων δεν εξαρτάται πλέον από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Από τη δεκαετία του ’90 και εντεύθεν, έχουν εκδοθεί διάφορες οδηγίες υπέρ των προσώπων που δεν ασκούν ή έχουν παύσει να ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Ο κοινοτικός νομοθέτης έχει καθορίσει, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί στους εργαζομένους που έχουν συνταξιοδοτηθεί άδεια διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής (40). Η ανωτέρω αρχή έλαβε συγκεκριμένο περιεχόμενο, κυρίως, όταν η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε στη Συνθήκη ΕΚ την ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως, η οποία παρέχει πλέον, βάσει διατάξεως που παράγει άμεσο αποτέλεσμα, σε κάθε πρόσωπο έχον την ιθαγένεια κράτους μέλους το δικαίωμα να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών (41), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τη συντήρηση των ιδίων και των μελών της οικογενείας τους και υγειονομική ασφάλιση καλύπτουσα το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής (42).
43. Βεβαίως, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στους Τούρκους υπηκόους τους οποίους αφορά η απόφαση 1/80 και, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της νομολογίας, το δικαίωμα κοινοτικού υπηκόου να διαμένει ελεύθερα σε κράτος μέλος στο πλαίσιο των άρθρων 39 ΕΚ έως 41 ΕΚ, από τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας Συνδέσεως συμφώνησαν να εμπνέονται προκειμένου να επιτύχουν την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας, εξακολουθεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο υπήκοος διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου ή, ενδεχομένως, του προσώπου που αναζητεί εργασία (43). Εντούτοις, φρονώ ότι είναι δύσκολο να μη λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη αυτή του κοινοτικού δικαίου κατά την ερμηνεία της αποφάσεως 1/80. Φρονώ ότι η συνεκτίμηση της εξελίξεως αυτής δικαιολογείται από τις προσφάτως θεσπισθείσες διατάξεις στον τομέα του δικαιώματος διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στα κράτη μέλη. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την ειδική σύνοδό του στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, διακήρυξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διασφαλίσει τη δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφος των κρατών μελών και να τους αναγνωρίσει, στο πλαίσιο μιας πιο αποφασιστικής πολιτικής στον τομέα της εντάξεως, δικαιώματα και υποχρεώσεις παραπλήσια προς εκείνα που αναγνωρίζει στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (44). Η οδηγία 2003/109/ΕΚ (45), η οποία θεσπίσθηκε στο πνεύμα της ανωτέρω διακηρύξεως (46), επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η ενσωμάτωση των υπηκόων τρίτων χωρών που από μακρού διαμένουν στα κράτη μέλη αποτελεί στοιχείο κλειδί για την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, η οποία αποτελεί θεμελιώδη στόχο της Κοινότητας σύμφωνα με τη Συνθήκη (47). Η οδηγία αυτή αναγνωρίζει στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους νομίμως και αδιαλείπτως για πέντε τουλάχιστον έτη την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος, εφόσον προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτουν, αφενός, επαρκείς πόρους για τη συντήρηση των ιδίων και των μελών της οικογενείας τους και, αφετέρου, ασφάλιση ασθενείας (48).
44. Επομένως, κατόπιν των εξελίξεων αυτών και, ιδίως, κατόπιν της αναγνωρίσεως δικαιωμάτων στους υπηκόους όλων των τρίτων χωρών που έχουν διαμείνει νομίμως για ορισμένο χρονικό διάστημα σε κράτος μέλος, δεν είναι λογικό τα ενήλικα τέκνα Τούρκων εργαζομένων, τα οποία διαμένουν από της γεννήσεώς τους σε κράτος μέλος, να απολαύουν ενός δικαιώματος διαμονής το οποίο είναι, απλώς, παρακολουθηματικό της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας και το οποίο στηρίζεται, μάλιστα, στη Συμφωνία Συνδέσεως η οποία συνήφθη πριν από σαράντα και πλέον έτη προς τον σκοπό της εντάξεως της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της νομολογίας, η απόφαση 1/80 δεν παρέχει στους Τούρκους υπηκόους το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας και, ως εκ τούτου, ευρίσκονται περιορισμένοι στο κράτος μέλος υποδοχής, στο έδαφος του οποίου εισήλθαν ή διαμένουν νομίμως (49). Κατόπιν τούτου, αν γίνει δεκτό ότι τα δικαιώματα που το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 παρέχει απευθείας στα τέκνα Τούρκων εργαζομένων, τα οποία έχουν γεννηθεί στο κράτος μέλος υποδοχής και δεν έχουν διακόψει τους δεσμούς με αυτό, μπορούν να περιορισθούν μόνο βάσει του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως, οι εν λόγω διακινούμενοι θα καταλάβουν μια ενδιάμεση θέση μεταξύ των πολιτών της Ενώσεως και των υπηκόων όλων των τρίτων χωρών, η οποία συνάδει με το πνεύμα της Συμφωνίας Συνδέσεως.
45. Συνεπώς, ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο Ι. Cetinkaya, παρέβη τη νομοθεσία περί ναρκωτικών και καταδικάστηκε, εξ αυτού του λόγου, σε τριετή σωφρονιστική ποινή ανηλίκου δεν πρέπει να αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 1/80 και, ως εκ τούτου, να στερηθεί αυτομάτως των δικαιωμάτων προσβάσεως στην εργασία και διαμονής που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως. Η ανάλυση αυτή δεν θίγει το νόμιμο δικαίωμα των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα απομακρύνσεως κατά των υπηκόων άλλων κρατών οι οποίοι θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τη δημόσια τάξη. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η διάπραξη εγκλημάτων συνδεομένων με ναρκωτικές ουσίες συνιστά αρκούντως σοβαρή και πραγματική απειλή για τα συμφέροντα της κοινωνίας, η οποία δικαιολογεί τη λήψη ειδικών μέτρων κατά των αλλοδαπών που κρίνονται ένοχοι για παρόμοια εγκλήματα, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε πολλές περιπτώσεις (50). Επισημαίνω, απλώς, ότι το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου τα κράτη μέλη νομιμοποιούνται να λαμβάνουν μέτρα κατά των Τούρκων υπηκόων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 είναι το άρθρο 14 της εν λόγω αποφάσεως, με το οποίο το Συμβούλιο Συνδέσεως επιφύλαξε στα συμβαλλόμενα κράτη της Συμφωνίας Συνδέσεως τη δυνατότητα να διαφυλάττουν το θεμελιώδες νόμιμο συμφέρον της διατηρήσεως της δημοσίας τάξεως, επιβάλλοντας περιορισμούς στα απορρέοντα από την εν λόγω απόφαση δικαιώματα.
46. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο όφειλε να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της εκδοθείσας στις 3 Νοεμβρίου 2000 αποφάσεως, όπως τροποποιήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2002, στηριζόμενο στο εν λόγω άρθρο 14. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Nazli κ.λπ., έκρινε ότι κατά τον καθορισμό του περιεχομένου της εξαιρέσεως περί δημοσίας τάξεως που προβλέπει το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ερμηνεία που έχει δώσει το Δικαστήριο στην ίδια εξαίρεση στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια των κρατών μελών της Κοινότητας (51). Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η έννοια της «δημοσίας τάξεως» πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, στο μέτρο που δικαιολογεί παρέκκλιση από την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που καθιερώνει η Συνθήκη (52). Η έννοια αυτή προϋποθέτει, εκτός της διαταράξεως της έννομης τάξεως που συνεπάγεται κάθε παράβαση νόμου, την ύπαρξη πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, η οποία θίγει θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (53). Σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, η ύπαρξη ποινικής καταδίκης δικαιολογεί τη λήψη του μέτρου της απελάσεως μόνον αν από τις περιστάσεις που οδήγησαν στην καταδίκη αυτή προκύπτει η ύπαρξη ατομικής συμπεριφοράς που συνιστά ενεστώσα απειλή κατά της δημοσίας τάξεως (54). Επομένως, η διαταγή του μέτρου της απελάσεως δεν μπορεί να στηρίζεται σε λόγους γενικής προλήψεως (55), όπως συμβαίνει, τουλάχιστον εν μέρει, στην περίπτωση της προσβληθείσας αποφάσεως την οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης. Επιπλέον, η απέλαση δεν μπορεί να διατάσσεται αυτομάτως κατόπιν της ποινικής καταδίκης του ενδιαφερομένου (56). Πρέπει να προηγείται η κατά περίπτωση εκτίμηση της ατομικής συμπεριφοράς του διαπράξαντος την παράβαση και του κινδύνου που τυχόν συνιστά για τη δημόσια τάξη. Επιπλέον, όπως θα επισημάνω στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου προδικαστικού ερωτήματος, ο εθνικός δικαστής που καλείται να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας της αποφάσεως περί απελάσεως πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη τα μεταγενέστερα της εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος δεν συνιστά πλέον απειλή για τη δημόσια τάξη. Τέλος, τα επιβαλλόμενα από το οικείο κράτος μέλος μέτρα προστασίας της δημοσίας τάξεως δικαιολογούνται μόνον εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (57), ήτοι εφόσον τα εν λόγω μέτρα είναι κατάλληλα για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που επιδιώκουν και δεν υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
47. Επιπλέον, στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο της ανωτέρω εκτιμήσεως, την αρχή της προστασίας της οικογενειακής ζωής, την οποία καθιερώνει το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αρχή αυτή, τη συνεκτίμηση της οποίας το Δικαστήριο έκρινε αναγκαία στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των κοινοτικών εργαζομένων και των μελών της οικογενείας τους (58), πρέπει να τηρείται και κατά την εκτίμηση των περιορισμών που μπορούν να επιβληθούν στα απορρέοντα από την απόφαση 1/80 δικαιώματα των διακινούμενων Τούρκων υπηκόων. Δεν αμφισβητείται ότι η απέλαση τέκνου από τη χώρα όπου ζουν οι γονείς του μπορεί να συνιστά περιορισμό του δικαιώματός του σεβασμού της οικογενειακής του ζωής και ότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από την κοινοτική έννομη τάξη (59). Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ορφανόπουλος κ.λπ., διευκρίνισε ότι ένας τέτοιος περιορισμός πρέπει να είναι ανάλογος προς την προστασία της δημόσιας τάξεως και έκρινε ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί το κατά πόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να ληφθούν υπόψη, ιδίως, η φύση και η σοβαρότητα του εγκλήματος που διέπραξε ο ενδιαφερόμενος, η διάρκεια της διαμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής, το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος, η οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου και το μέγεθος των δυσχερειών που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο/η σύζυγος και τα τέκνα τους, αν υπάρχουν, στη χώρα καταγωγής του ενδιαφερομένου (60).
48. Συνεπώς, η νομολογία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της ασκήσεως από τα κράτη μέλη των αρμοδιοτήτων τους στον τομέα της δημοσίας τάξεως. Αν γινόταν δεκτό ότι ένας Τούρκος υπήκοος, κατόπιν της καταδίκης του σε ποινή φυλακίσεως, αποκλείεται αυτομάτως από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 1/80 λόγω του ότι καθίσταται προσωρινά ανίκανος να ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να παρακάμψουν τους επιβαλλόμενους από το κοινοτικό δίκαιο περιορισμούς στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στον τομέα της δημοσίας τάξεως και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να στερήσουν από το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του.
49. Συνεπώς, κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ως εξής: Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα δικαιώματα που παρέχει σε Τούρκο υπήκοο ευρισκόμενο στην κατάσταση του Ι. Cetinkaya, ο οποίος γεννήθηκε στο κράτος μέλος υποδοχής και έκτοτε διαμένει αδιαλείπτως στο κράτος αυτό, μπορούν να περιορισθούν μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως, ακόμη και κατόπιν καταδίκης του σε ποινή φυλακίσεως και ενδεχόμενης επακόλουθης υποβολής του σε θεραπεία αποτοξινώσεως.
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
50. Στην περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα και που τα απορρέοντα από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 δικαιώματα μπορούν να απολεσθούν εφόσον ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε την αγορά εργασίας, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος καταδικάστηκε, όπως εν προκειμένω, σε τριετή σωφρονιστική ποινή ανηλίκου. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με το περιεχόμενο της προαναφερθείσας αποφάσεως Nazli κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι Τούρκος εργαζόμενος, ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας δεν απώλεσε τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80, λόγω του ότι προφυλακίστηκε για δεκατρείς μήνες και, εν συνεχεία, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως με αναστολή.
51. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το μέλος της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου χάνει το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 υπό την προϋπόθεση ότι διέμεινε νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής για τουλάχιστον πέντε έτη, σε περίπτωση που καταδικάστηκε σε τριετή σωφρονιστική ποινή ανηλίκου, η οποία μπορεί να μειωθεί, πλην όμως μετά την έκτισή της ο ενδιαφερόμενος θα υποβληθεί υποχρεωτικώς σε θεραπεία αποτοξινώσεως κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα είναι πλέον στη διάθεση της αγοράς εργασίας.
52. Εφόσον πρότεινα στο Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα, πλην όμως θα προχωρήσω, επικουρικώς, στην ανάλυσή του. Φρονώ ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση Nazli κ.λπ. προκύπτει ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση (61).
53. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του αυτή, έκρινε ότι η προσωρινή διακοπή της δραστηριότητας ενός Τούρκου εργαζομένου κατά τη διάρκεια της προφυλακίσεώς του δεν είναι καθαυτή ικανή να του στερήσει το δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην εργασία και το δικαίωμα διαμονής που αντλεί απευθείας από το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80, υπό τον όρον ότι ο ενδιαφερόμενος θα βρει εκ νέου εργασία εντός εύλογου χρόνου από της αποφυλακίσεώς του (62). Προς στήριξη της ανωτέρω κρίσης του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η οφειλόμενη στην προφυλάκιση του ενδιαφερομένου προσωρινή απουσία του από την αγορά εργασίας ουδόλως διακυβεύει τη μεταγενέστερη συμμετοχή του στον ενεργό επαγγελματικό βίο (63). Το Δικαστήριο δεν περιόρισε την εφαρμογή της ανωτέρω συλλογιστικής στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως, λόγω του γεγονότος ότι ο Nazli προφυλακίστηκε προσωρινώς για τις ανάγκες της ανακρίσεως και, εν συνεχεία, καταδικάστηκε σε φυλάκιση με αναστολή. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ορθότητα της συλλογιστικής αυτής με την προαναφερθείσα απόφασή του Ορφανόπουλος κ.λπ. (64).
54. Φρονώ ότι η ίδια συλλογιστική πρέπει να εφαρμοσθεί και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος υπό τον όρο να ακολουθήσει θεραπεία αποτοξινώσεως. Το μέτρο αυτό αποσκοπεί ακριβώς στην απεξάρτηση του ενδιαφερομένου από τα ναρκωτικά και στη συνακόλουθη ενσωμάτωσή του στην κοινωνία, ήτοι στην επανένταξή του, η οποία ενέχει τη δυνατότητα ασκήσεως έμμισθης δραστηριότητας και τη διατήρηση του δικαιώματός του διαμονής. Συνεπώς, δεν συνάδει με τον σκοπό αυτό η άποψη ότι η καταδίκη σε ποινή φυλακίσεως καθαυτή συνιστά εγκατάλειψη της αγοράς εργασίας συνεπαγόμενη την απώλεια του δικαιώματος ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας και του συνακόλουθου δικαιώματος διαμονής. Ο ισχυρισμός αυτός στερείται λογικής, κατά μείζονα λόγο, στην προκειμένη περίπτωση που μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο επιδιωκόμενος από το γερμανικό ποινικό σύστημα σκοπός της επανεντάξεως στην κοινωνία έχει επιτευχθεί, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ολοκλήρωσε με επιτυχία τη θεραπεία αποτοξινώσεως, η εκτέλεση του υπολοίπου της ποινής του ανεστάλη, συνεχίζει τις σπουδές του και εργάζεται με μειωμένο ωράριο. Αντιθέτως, τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη του ενδιαφερομένου μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80, προκειμένου να εκτιμηθεί το κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος συνιστά ενεστώσα, πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά της δημοσίας τάξεως κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
55. Καταλήγω ότι το μέλος της οικογενείας Τούρκου εργαζομένου δεν χάνει τα απορρέοντα από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 δικαιώματά του ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας και διαμονής, αν καταδικάσθηκε σε τριετή σωφρονιστική ποινή ανηλίκου, η οποία μπορεί να μειωθεί, πλην όμως μετά την έκτισή της ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να υποβληθεί σε θεραπεία αποτοξινώσεως κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα είναι στη διάθεση της αγοράς εργασίας.
Δ – Επί του τέταρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
56. Με το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό του ερώτημα, τα οποία επιβάλλεται να εξετασθούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν η απώλεια της εργασίας ή η αδυναμία αναζητήσεως εργασίας λόγω καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή μη ανασταλείσα υπό όρον ισοδυναμεί με εκούσια περίοδο ανεργίας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1/80, η οποία δεν εμποδίζει την απώλεια των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν μπορεί να επηρεάσει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα το γεγονός ότι η καταδίκη συνοδεύεται από τον όρον ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αφεθεί ελεύθερος προκειμένου να ακολουθήσει αμέσως θεραπεία αποτοξινώσεως, πλην όμως θα μπορεί να αναλάβει εργασία μόνο μετά την περάτωση πιο ειδικού κύκλου σπουδών.
57. Θα εξετάσω τα δύο αυτά ερωτήματα μόνον επικουρικώς, στο μέτρο που πρότεινα στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα ότι Τούρκος υπήκοος ευρισκόμενος στην κατάσταση του Ι. Cetinkaya μπορεί να απολέσει τα δικαιώματα που του παρέχει απευθείας το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80 μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της εν λόγω αποφάσεως.
58. Τα δύο ερωτήματα στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80 εφαρμόζονται καθαυτές και στο πλαίσιο του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως. Όπως όλοι οι παρεμβαίνοντες στη διαδικασία, φρονώ ότι η προϋπόθεση αυτή είναι εσφαλμένη. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 αφορά την κατάσταση των Τούρκων εργαζομένων. Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου τους παρέχει προοδευτικώς διευρυνόμενο δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής (65). Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Bozkurt (66), διευκρίνισε ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 6 καθορίζει τις συνέπειες ορισμένων περιπτώσεων διακοπής της εργασίας αποκλειστικώς προς τον σκοπό του υπολογισμού των διαλαμβανόμενων στην πρώτη παράγραφο περιόδων νόμιμης εργασίας. Κατόπιν τούτου, η παράγραφος 2 ορίζει ότι οι ετήσιες άδειες και οι απουσίες λόγω μητρότητας, εργατικού ατυχήματος ή ασθένειας μικρής διάρκειας εξομοιώνονται με περιόδους νόμιμης απασχολήσεως. Εν συνεχεία, η δεύτερη περίοδος της παραγράφου 2 προβλέπει ότι οι περίοδοι ακούσιας ανεργίας και απουσίας λόγω ασθένειας μακράς διάρκειας δεν θίγουν τα δικαιώματα που ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη αποκτήσει βάσει των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80. Όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφασή του Tetik (67), ο μοναδικός σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι η αποφυγή του ενδεχομένου να υποχρεωθεί ο Τούρκος εργαζόμενος, ο οποίος αρχίζει και πάλι να εργάζεται μετά από μια περίοδο αναγκαστικής διακοπής της επαγγελματικής του δραστηριότητας λόγω ασθένειας μακράς διάρκειας ή λόγω ανεργίας για την οποία δεν φέρει ευθύνη, να αρχίσει εκ νέου τις περιόδους νόμιμης εργασίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, κατά τον ίδιο τρόπο όπως ένας Τούρκος υπήκοος ο οποίος ουδέποτε άσκησε έμμισθη δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής.
59. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1/80 δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο δεν έχει την ίδια διατύπωση και υπόκειται σε εντελώς διαφορετικό σύστημα, καθόσον τα δικαιώματα που παρέχει στα μέλη της οικογενείας δεν εξαρτώνται από την εκ μέρους τους άσκηση έμμισθης δραστηριότητας για ορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά από την προϋπόθεση ότι συμβιώνουν στην πράξη με τον εργαζόμενο για μια τριετία.
Ε – Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος
60. Με το έκτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν μπορεί να λάβει υπόψη τη θετική εξέλιξη του Ι. Cetinkaya μετά την έκδοση της εις βάρος του αποφάσεως περί απελάσεως, στις 3 Νοεμβρίου 2000. Επισημαίνει ότι από την πάγια νομολογία του Bundesverwaltungsgericht προκύπτει ότι η διαταγή του μέτρου της απελάσεως στηρίζεται στην εκτίμηση της πραγματικής και νομικής καταστάσεως του ενδιαφερόμενου κατά τον χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής. Συνεπώς, ο δικαστής δεν μπορεί να λάβει υπόψη τις επελθούσες μετά τις 3 Νοεμβρίου 2000 μεταβολές στην κατάσταση του ενδιαφερόμενου. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απέλαση πολίτη της Ενώσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση της υπάρξεως απειλής, όχι μόνο συγκεκριμένης, αλλά και ενεστώσας (68). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, το κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος εξακολουθεί να συνιστά απειλή κατά της δημοσίας τάξεως. Επιπλέον, η νομολογία αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του ενδιαφερομένου κατά τον χρόνο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
61. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως περί απελάσεως δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη μεταβολές στην κατάσταση του ενδιαφερομένου οι οποίες επήλθαν μετά την τελευταία απόφαση των διοικητικών αρχών και δεν δικαιολογούν πλέον τον περιορισμό των δικαιωμάτων του κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
62. Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να συναχθεί από την προαναφερθείσα απόφαση Ορφανόπουλος κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο έλαβε θέση επί παρομοίου ερωτήματος υποβληθέντος στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας από κοινοτικό υπήκοο κατά της εις βάρος του αποφάσεως περί απελάσεως που εξέδωσε η γερμανική διοικητική αρχή (69). Συνεπώς, το ερώτημα που τέθηκε στην υπόθεση εκείνη αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 64/221, το οποίο καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει μέτρα δημοσίας τάξεως κατά υπηκόων άλλων κρατών μελών. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικώς στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου κατά του οποίου στρέφονται και ότι η ύπαρξη απλώς ποινικής καταδίκης δεν αιτιολογεί καθαυτή τη λήψη παρόμοιων μέτρων. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ορφανόπουλος κ.λπ., έκρινε ότι «το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 αντίκειται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία τα εθνικά δικαστήρια δεν λαμβάνουν υπόψη, κατά την εξέταση της νομιμότητας της απελάσεως υπηκόου άλλου κράτους μέλους, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν μετά την τελευταία απόφαση των αρμόδιων αρχών και τα οποία συνεπάγονται ενδεχομένως ότι έχει εξαλειφθεί ή περιοριστεί σημαντικά η απειλή που συνιστά για τη δημόσια τάξη η συμπεριφορά του οικείου προσώπου» (70). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τέτοια περίπτωση συντρέχει ιδίως εφόσον παρήλθε μακρό χρονικό διάστημα μεταξύ, αφενός, της εκδόσεως της αποφάσεως περί απελάσεως του ενδιαφερομένου και, αφετέρου, της εκτιμήσεως της αποφάσεως αυτής από το αρμόδιο δικαστήριο.
63. Η ίδια λύση πρέπει να εφαρμοσθεί και στο πλαίσιο του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80. Πράγματι, αφενός, το άρθρο αυτό, όπως και το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221, ουδεμία ένδειξη παρέχει σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμάται ο ενεστώς χαρακτήρας της απειλής που πρέπει να συνιστά για τη δημόσια τάξη η ατομική συμπεριφορά του Τούρκου υπηκόου που πλήττεται από το μέτρο της απελάσεως. Αφετέρου, το Δικαστήριο στήριξε την ερμηνεία του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας στη νομολογία σύμφωνα με την οποία οι παρεκκλίσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς (71). Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι αρχές που γίνονται δεκτές στο πλαίσιο των άρθρων της Συνθήκης ΕΚ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων πρέπει να εφαρμόζονται, στο μέτρο του δυνατού, στους Τούρκους υπηκόους που απολαύουν των δικαιωμάτων τα οποία αναγνωρίζει η απόφαση 1/80 και ότι κατά τον καθορισμό του περιεχομένου της διαλαμβανόμενης στο άρθρο 14 εξαιρέσεως περί δημοσίας τάξεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ερμηνεία που έχει δοθεί στην ίδια εξαίρεση στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια των κρατών μελών της Κοινότητας (72). Επομένως, η έννοια της «ενεστώσας απειλής για τη δημόσια τάξη», που πρέπει να συνιστά η προσωπική συμπεριφορά του ατόμου το οποίο αφορά το μέτρο της απελάσεως, πρέπει να ερμηνεύεται, στο πλαίσιο του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80, κατά τον ίδιο τρόπο που το Δικαστήριο ερμήνευσε την εν λόγω έννοια στο πλαίσιο του άρθρου 3 της οδηγίας 64/221, το οποίο εφαρμόζεται στους κοινοτικούς υπηκόους.
64. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο έκτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής: το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως περί απελάσεως δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη μεταβολές στην κατάσταση του ενδιαφερομένου οι οποίες επήλθαν μετά την τελευταία απόφαση των διοικητικών αρχών και δεν δικαιολογούν πλέον τον περιορισμό των δικαιωμάτων του κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
V – Πρόταση
65. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Verwaltungsgericht Stuttgart ερωτήματα ως εξής:
«1) Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως, το οποίο θεσπίστηκε από το Συμβούλιο Συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Τουρκίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του το γεννηθέν στο κράτος μέλος υποδοχής ενήλικο τέκνο Τούρκου εργαζομένου που είναι ή ήταν κατά το παρελθόν ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους.
2) Η ίδια διάταξη πρέπει επίσης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα δικαιώματα που παρέχει σε Τούρκο υπήκοο ευρισκόμενο στην κατάσταση του Ι. Cetinkaya, ο οποίος διαμένει αδιαλείπτως στο κράτος μέλος υποδοχής από της γεννήσεώς του, μπορούν να περιορισθούν μόνον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 της αποφάσεως 1/80, ακόμη και κατόπιν καταδίκης του σε ποινή φυλακίσεως και ενδεχόμενης επακόλουθης υποβολής του σε θεραπεία αποτοξινώσεως.
3) Το άρθρο 14 της εν λόγω αποφάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής ασκηθείσας κατά αποφάσεως περί απελάσεως δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη μεταβολές στην κατάσταση του ενδιαφερόμενου οι οποίες επήλθαν μετά την τελευταία απόφαση των διοικητικών αρχών και δεν δικαιολογούν πλέον τον περιορισμό των δικαιωμάτων του κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Η απόφαση 1/80, η οποία τέθηκε σε ισχύ στη 1 Ιουλίου 1980, έχει δημοσιευθεί στο Accordd’associationetprotocolesCEE-Turquieetautrestextesdebase, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 1992.
3 – Συμφωνία η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και η οποία συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/001, σ.48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).
4 – Άρθρο 2.
5 – Άρθρα 12 έως 14.
6 – Νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ.
7 – Νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 40 ΕΚ.
8 – Νυν άρθρο 41 ΕΚ.
9 – Άρθρο 36 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, το οποίο υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και το οποίο συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/002, σ. 149).
10 – Άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως 2/76.
11 – Αποφάσεις της 17ης Απριλίου 1997, C-351/95, Kadiman (Συλλογή 1997, σ. I-2133, σκέψη 28)· της 16ης Μαρτίου 2000, C-329/97, Ergat (Συλλογή 2000, σ. I-1487, σκέψη 34), και της 22ας Ιουνίου 2000, C-65/98, Eyüp (Συλλογή 2000, σ. I-4747, σκέψη 25).
12 – Προαναφερθείσα απόφαση Ergat (σκέψη 40).
13 – Σκέψη 27.
14 – C-210/97, Συλλογή 1998, σ. Ι-7519. Στην υπόθεση αυτή, ο H. Akman έλαβε το 1980 άδεια να εισέλθει στη Γερμανία, όπου ο πατέρας του εργαζόταν νομίμως, προκειμένου να ακολουθήσει σπουδές μηχανικού. Το 1993 περάτωσε με επιτυχία τις σπουδές του και ζήτησε να λάβει άδεια διαμονής απεριόριστης διάρκειας. Οι αρμόδιες αρχές απέρριψαν το αίτημά του διότι ο πατέρας του είχε επιστρέψει στην Τουρκία το 1986. Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο H. Akman πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 1/80, καθόσον ολοκλήρωσε την επαγγελματική του εκπαίδευση στη Γερμανία και ο πατέρας του εργάστηκε νομίμως στο κράτος αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών.
15 – «Die Familienangehörigen eines dem regulären Arbeitsmarkt eines Mitgliedstaates angehörenden türkischen Arbeitnehmers», στη γερμανική απόδοση, «I familiari che sono stati autorizzati a raggiungere un lavoratore turco inserito nel regolare mercato del lavoro di uno Stato membro», στην ιταλική απόδοση, ή ακόμη «Gezinsleden van een tot de legale arbeidsmarkt van een lidstaat behorende Turkse werknemer, die toestemming hebben gekregen om zich bij hem te voegen», στην ολλανδική απόδοση.
16 – «[À] condition qu’un des parents ait légalement exercé un emploi dans l’État membre intéressé».
17 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Kadiman (σκέψη 37) και Akman (σκέψη 32). Αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2003, C-171/01, Wählergruppe Gemeinsam (Συλλογή 2003, σ. I-4301, σκέψη 78), και της 21ης Οκτωβρίου 2003, C-317/01 και C-369/01, Abatay κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι-12301, σκέψη 90).
18 – Σκέψη 34.
19 – Όπ.π., σκέψη 35.
20 – Όπ.π., σκέψεις 41 και 47. Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η ερμηνεία αυτή δεν εμποδίζει το μέλος της οικογενείας να απουσιάσει από την κοινή κατοικία για εύλογο χρονικό διάστημα και για θεμιτούς λόγους, παραδείγματος χάρη προκειμένου να διέλθει τις διακοπές του ή να επισκεφθεί την οικογένειά του στη χώρα καταγωγής του, εφόσον οι διακοπές αυτές στη συμβίωση πραγματοποιούνται χωρίς πρόθεση εγκαταλείψεως της κοινής κατοικίας στο κράτος μέλος υποδοχής (σκέψη 48).
21 – Όπ.π., σκέψη 36.
22 – Η υπόθεση αυτή αφορούσε άρνηση των γερμανικών διοικητικών αρχών να παρατείνουν την ισχύ της άδειας διαμονής του S. Ergat, με την αιτιολογία ότι το σχετικό αίτημά του υποβλήθηκε εκπροθέσμως, τον Ιούλιο του 1991, στην υπηρεσία που είναι αρμόδια για ζητήματα αλλοδαπών. Ο S. Ergat είναι Τούρκος υπήκοος, γεννηθείς το 1967, στον οποίο επιτράπηκε το 1975 να εισέλθει στη Γερμανία προκειμένου να ζήσει μαζί με τους εργαζόμενους ως μισθωτούς γονείς του και ο οποίος απασχολήθηκε, με ορισμένα διαλείμματα, σε διάφορους εργοδότες. Το Δικαστήριο ερωτήθηκε κατά πόσον ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος έλαβε άδεια να εισέλθει σε κράτος μέλος για λόγους οικογενειακής συνενώσεως με Τούρκο εργαζόμενο ενταγμένο στη νόμιμη αγορά εργασίας του κράτους αυτού, διέμεινε νομίμως στο εν λόγω κράτος μέλος για περισσότερα από πέντε έτη και απασχολήθηκε, με ορισμένα διαλείμματα, σε διάφορους εργοδότες χάνει τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 και, συγκεκριμένα, το δικαίωμα παρατάσεως της ισχύος της άδειας διαμονής του στο κράτος μέλος υποδοχής, σε περίπτωση που η ισχύς της αδείας του διαμονής είχε λήξει κατά τον χρόνο που υπέβαλε το απορριφθέν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές αίτημα περί παρατάσεώς της.
23 – Όπ.π., σκέψη 40, η υπογράμμιση δική μου.
24 – Όπ.π., σκέψη 43.
25 – Προαναφερθείσα απόφαση Ergat (σκέψη 38).
26 – Απόφαση της 11ης Μαΐου 2000, C-37/98, Savas (Συλλογή 2000, σ. I-2927, σκέψη 58), και προαναφερθείσα απόφαση Abatay κ.λπ. (σκέψη 63). Βλ., όσον αφορά το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80, τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus (Συλλογή 1992, σ. I-6781, σκέψη 25), και της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-171/95, Tetik (Συλλογή 1997, σ. I-329, σκέψη 21).
27 – Προαναφερθείσα απόφαση Kadiman (σκέψεις 32 και 51).
28 – Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-340/97, Kol (Συλλογή 1997, σ. I-3069, σκέψη 27). Βλ. επίσης, υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I-3461, σκέψη 30)· προαναφερθείσα απόφαση Kus (σκέψεις 12 και 22). και αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93, Bozkurt (Συλλογή 1995, σ. I-1475, σκέψη 26), και της 26ης Νοεμβρίου 1998, C-1/97, Birden (Συλλογή 1998, σ. I-7747, σκέψεις 55 έως 59).
29 – Προαναφερθείσα απόφαση Kadiman (σκέψη 34).
30 – Διάταξη περί παραπομπής (σ. 11).
31 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Sevince (σκέψεις 29 και 31), Kus (σκέψη 33) και Tetik (σκέψεις 26, 30 και 31). Βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C-340/97, Nazli κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-957, σκέψη 28).
32 – Προαναφερθείσα απόφαση Bozkurt (σκέψεις 39 και 40).
33 – Σκέψεις 41, 42 και 46.
34 – Σκέψεις 44 και 49.
35 – Προαναφερθείσα απόφαση Ergat (σκέψεις 39 και 40).
36 – Όπ.π., σκέψη 42, η υπογράμμιση δική μου.
37 – Όπ.π., σημεία 65 και 66 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα.
38 – Σημείο 61 των προτάσεών μου στην προαναφερθείσα υπόθεση Akman.
39 – Σκέψεις 45 έως 50.
40 – Οδηγία 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα (ΕΕ L 180, σ. 28). Βλ., επίσης, οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ L 180, σ. 26).
41 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ I-7091, σκέψη 84).
42 – Επισημαίνω επίσης ότι η υπό έκδοση οδηγία, με την οποία οι υφιστάμενοι κανονισμοί και οδηγίες θα κωδικοποιηθούν και θα αναθεωρηθούν υπό το πρίσμα της νέας ιδιότητας του πολίτη της Ενώσεως, προβλέπει ότι οι πολίτες της Ενώσεως και τα μέλη των οικογενειών τους που έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής απολαύουν δικαιώματος μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του, το οποίο δεν υπόκειται πλέον σε κανέναν όρο [δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 16 της κοινής θέσεως (ΕΚ) 6/2004, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο στις 5 Δεκεμβρίου 2003, για την έκδοση της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77)].
43 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-482/01 και C-493/01, Ορφανόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. Ι-5257, σκέψη 49).
44 – Άρθρο 18 των προτάσεων της Προεδρίας.
45 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44). Η οδηγία αυτή εφαρμόζεται με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων των διμερών και πολυμερών συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας ή της Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και τρίτων χωρών, αφετέρου (άρθρο 3, παράγραφος 3). Τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2006 (άρθρο 26).
46 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/109.
47 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/109.
48 – Άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 2003/109.
49 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Tetik (σκέψη 29) και Kadiman (σκέψη 30). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, C-36/96, Günaydin κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-5143, σκέψη 23), και C-98/96, Ertanir (Συλλογή 1997, σ. I-5179, σκέψη 22).
50 – Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1999, C-348/96, Calfa (Συλλογή 1999, σ. I-11, σκέψεις 22 έως 24), και προαναφερθείσες αποφάσεις Nazli κ.λπ. (σκέψη 58) και Ορφανόπουλος κ.λπ. (σκέψη 65).
51 – Σκέψη 56.
52 – Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1975, 36/75, Rutili (Συλλογή 1975, σ. 1219, σκέψη 27), και προαναφερθείσα απόφαση Nazli κ.λπ. (σκέψη 58).
53 – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, 30/77, Bouchereau (Συλλογή 1977, σ. 1999, σκέψη 35).
54 – Προαναφερθείσα απόφαση Calfa (σκέψη 24). Η απόφαση αυτή στηρίζεται στην οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ.16), το άρθρο 3 της οποίας ορίζει ότι «τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν» και ότι «προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν δύνανται καθ’ εαυτές να αιτιολογήσουν τη λήψη παρόμοιων μέτρων».
55 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1975, 67/74, Bonsignore (Συλλογή τόμος 1975, σ. 297, σκέψη 7).
56 – Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Calfa, κατέληξε ότι αντιβαίνει στις θεμελιώδεις ελευθερίες που καθιερώνουν τα άρθρα 39 ΕΚ, 52 ΕΚ και 59 ΕΚ, καθώς και το άρθρο 3 της οδηγίας 64/221 η εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο την υποχρέωση να διατάσσει την ισόβια απέλαση από την εθνική επικράτεια υπηκόου άλλου κράτος μέλους που έχει κριθεί ένοχος για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών. Το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφασή του Nazli κ.λπ., έκρινε ότι από την αφορώσα τα μέτρα απελάσεως κατά κοινοτικών υπηκόων νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 αντίκειται σε εθνική νομοθεσία η οποία επιβάλλει, κατ’ αρχήν, την απέλαση αλλοδαπού καταδικασθέντος για παράβαση της εθνικής νομοθεσίας περί ναρκωτικών, χωρίς οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν δυνατότητα οποιασδήποτε εκτιμήσεως. Πολύ προσφάτως, το Δικαστήριο έκρινε, με την προαναφερθείσα απόφασή του Ορφανόπουλος κ.λπ., ότι οι ανωτέρω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, όπως η γερμανική κανονιστική ρύθμιση περί αλλοδαπών, επιβάλλει στις εθνικές αρχές την υποχρέωση να απελαύνουν υπηκόους άλλων κρατών μελών που καταδικάστηκαν σε σωφρονιστική ποινή ανηλίκου διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή χωρίς αναστολή για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
57 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Olazabal (Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψη 43).
58 – Απόφαση της 18ης Μαΐου 1989, C-249/86, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 1263, σκέψη 10).
59 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C-60/00, Carpenter (Συλλογή 2002, σ. I-6279, σκέψη 41). Βλ., επίσης, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-459/99, MRAX (Συλλογή 2002, σ. I-6591, σκέψη 53).
60 – Σκέψη 99.
61 – Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως Nazli κ.λπ., τέθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσον Τούρκος υπήκοος, ο οποίος εργάσθηκε νομίμως και αδιαλείπτως για τέσσερα έτη σε κράτος μέλος, έπαυσε να είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους και απώλεσε τα δικαιώματα που του παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, προφυλακίστηκε για δεκατρείς μήνες και, εν συνεχεία, καταδικάστηκε σε φυλάκιση με αναστολή.
62 – Όπ.π., σκέψη 41.
63 – Όπ.π., σκέψη 42.
64 – Όπ.π., σκέψη 50.
65 – Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, ο Τούρκος εργαζόμενος δικαιούται ανανεώσεως της ισχύουσας αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη, εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί ένα έτος σε κράτος μέλος. Εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τρία έτη και υπό την επιφύλαξη της αποδοτέας στους κοινοτικούς υπηκόους προτεραιότητας, δικαιούται να αποδεχθεί οποιαδήποτε προσφορά εργασίας στο ίδιο επάγγελμα. Τέλος, εφόσον έχει απασχοληθεί νομίμως επί τέσσερα έτη, αποκτά ανεπιφύλακτο δικαίωμα προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής.
66 – Σκέψη 38.
67 – Σκέψη 39.
68 – Παραπέμπει στις προαναφερθείσες αποφάσεις Bouchereau και Calfa.
69 – Το ερώτημα αυτό τέθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-493/01, η οποία αφορούσε προσφυγή ασκηθείσα από τον R. Oliveri, Ιταλό υπήκοο, κατά της αποφάσεως που εξέδωσε τον Αύγουστο του 2000 το Regierungspräsidium Stuttgart, με την οποία διέταξε την απέλασή του λόγω του ότι καταδικάσθηκε σε πολλές περιπτώσεις για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών. Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να μάθει κατά πόσον μπορούσε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο R. Oliveri δεν παρουσίαζε κίνδυνο υποτροπής μετά την έκδοση της αποφάσεως περί απελάσεως, δεδομένου ότι είχε προσβληθεί από τον ιό ανοσολογικής ανεπάρκειας και ήταν βαρέως ασθενής.
70 – Όπ.π., σκέψη 3 του διατακτικού της αποφάσεως.
71 – Προαναφερθείσα απόφαση Ορφανόπουλος κ.λπ. (σκέψη 79).
72 – Προαναφερθείσα απόφαση Nazli κ.λπ. (σκέψεις 55 και 56).
Full & Egal Universal Law Academy