ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 15ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-472/02
Siomab SA
κατά
Institut bruxellois pour la gestion de l’environnement (IBGE)
[αίτηση του Cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 που αφορά τη μεταφορά αποβλήτων – Άρθρα 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8 – Διαβίβαση από την αρμόδια αρχή αποστολής της κοινοποιήσεως του σχεδίου μεταφοράς στις λοιπές αρμόδιες αρχές – Εσφαλμένος χαρακτηρισμός της μεταφοράς από τον κοινοποιούντα – Δικαίωμα της αρμόδιας αρχής αποστολής να αρνηθεί τη διαβίβαση του σχεδίου μεταφοράς ή να προβεί αυτεπαγγέλτως σε νέο χαρακτηρισμό – Δεν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα – Υποχρέωση της αρμόδιας αρχής αποστολής να διαβιβάσει το σχέδιο μεταφοράς και να διατυπώσει τις τυχόν αντιρρήσεις της κατά της πραγματοποιήσεως της μεταφοράς αυτής εντός των προθεσμιών που τάσσουν τα άρθρα 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού»
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 (2) ο οποίος καθορίζει τους διαδικαστικούς κανόνες που διέπουν τις μεταφορές αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών. Οι κανόνες αυτοί ποικίλλουν ανάλογα με το αν τα απόβλητα προορίζονται για διάθεση ή για αξιοποίηση. Οι κανόνες αυτοί είναι λιγότεροι αυστηροί στην περίπτωση της αξιοποιήσεως απ’ ό,τι στην περίπτωση της διαθέσεως. Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ (3) ορίζει τις έννοιες της διαθέσεως και της αξιοποιήσεως των αποβλήτων στις οποίες ρητώς παραπέμπει ο κανονισμός (4).
2. Ο κανονισμός προβλέπει ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να προβεί στη μεταφορά αποβλήτων από ένα κράτος μέλος σ’ ένα άλλο είτε για τη διάθεσή τους είτε για την αξιοποίησή τους, το οποίο καλείται κοινοποιών, υποχρεούται να κοινοποιήσει το σχέδιό του μεταφοράς στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων χωρών, ήτοι στις αρμόδιες αρχές της χώρας προορισμού (5), της χώρας από την οποία πρέπει να αναχωρήσουν τα προς μεταφορά απόβλητα (6) και, ενδεχομένως, της χώρας μέσω της οποίας τα απόβλητα πρέπει να διέλθουν (7), καθώς και στην επιχείρηση που είναι ο παραλήπτης των αποβλήτων αυτών. Ο κανονισμός ορίζει επίσης ότι η εθνική νομοθεσία εκάστου κράτους μέλους μπορεί να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή αποστολής θα αναλαμβάνει να διαβιβάσει στις λοιπές αρμόδιες αρχές καθώς και στον παραλήπτη το σχέδιο που της κοινοποίησε ο κοινοποιών.
3. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει τις εξουσίες της αρμόδιας αρχής αποστολής, στην οποία η εθνική νομοθεσία αναθέτει τη διαβίβαση του σχεδίου μεταφοράς των αποβλήτων, οσάκις η αρχή αυτή διαφωνεί με τον χαρακτηρισμό του σχεδίου αυτού. Το ζήτημα που τίθεται είναι αν η αρχή αυτή, οσάκις εκτιμά ότι το σχέδιο που χαρακτηρίζεται ως «μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση» αποτελεί στην πραγματικότητα μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση, δικαιούται να προβεί αυτεπαγγέλτως σε διαφορετικό χαρακτηρισμό της εν λόγω μεταφοράς ή αν μπορεί να επιστρέψει τον φάκελο στον κοινοποιούντα ή αν υποχρεούται να διαβιβάσει το σχέδιο με τον χαρακτηρισμό που φέρει διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητά της να διατυπώσει τις αντιρρήσεις της κατά της πραγματοποιήσεως της μεταφοράς λόγω αυτού του εσφαλμένου χαρακτηρισμού.
4. Πριν προβώ στη συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών που έδωσαν λαβή για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, θα παραθέσω τις κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού καθώς και την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, ASA (8), την οποία μνημονεύει η διάταξη περί παραπομπής και στην οποία το Δικαστήριο παρέσχε ορισμένα στοιχεία που έχουν ενδιαφέρον για την απάντηση που θα προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα της παρούσας υποθέσεως.
I – Ο κανονισμός
5. Σκοπός του κανονισμού είναι η θέσπιση ενός εναρμονισμένου συστήματος διαδικασιών με τις οποίες μπορεί να περιοριστεί η κυκλοφορία των αποβλήτων προκειμένου να προστατευτεί το περιβάλλον (9). Στο προοίμιο του κανονισμού αυτού διαλαμβάνεται ότι «οι μεταφορές αποβλήτων πρέπει προηγουμένως να κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές ούτως ώστε να είναι ενήμερες, ιδίως για το είδος, τη διακίνηση και τη διάθεση ή αξιοποίηση των αποβλήτων, έτσι ώστε να μπορούν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις ως προς τη μεταφορά» (10).
6. Ο κοινοποιών, ο οποίος φέρει την υποχρέωση να προβεί στην κοινοποίηση αυτή, είναι σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο ζ΄, του εν λόγω κανονισμού, ο αρχικός παραγωγός των αποβλήτων ή, αν δεν υπάρχει αρχικός παραγωγός, η επιχείρηση συλλογής αποβλήτων ή ακόμη ο κάτοχος των εν λόγω αποβλήτων που προτίθεται να τα μεταφέρει ή να ενεργήσει προς μεταφορά τους.
7. Η διαδικασία που εφαρμόζεται στις μεταφορές αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών περιγράφεται στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού του οποίου το κεφάλαιο Α , το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρο 3 έως 5, καλύπτει τα προοριζόμενα προς διάθεση απόβλητα και το κεφάλαιο Β, το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 6 έως 11, καλύπτει τα προς αξιοποίηση απόβλητα.
8. Τα άρθρα 3 και 6 του κανονισμού υποχρεώνουν, με πανομοιότυπη ορολογία, τον κοινοποιούντα που προτίθεται να μεταφέρει από κράτος μέλος σ’ ένα άλλο απόβλητα προς διάθεση ή προς αξιοποίηση, αντιστοίχως, να ενημερώσει συναφώς την αρμόδια αρχή προορισμού και να αποστείλει αντίγραφο της κοινοποιήσεως αυτής στις αρμόδιες αρχές αποστολής και διαμετακομίσεως καθώς και στον παραλήπτη (11). Η κοινοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται με το έγγραφο παρακολουθήσεως το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή αποστολής (12). Ο κοινοποιών υποχρεούται να συμπληρώσει αυτό το έγγραφο παρακολουθήσεως και να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα, εφόσον του το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές (13). Ειδικότερα, ο κοινοποιών πρέπει να παράσχει στο έγγραφο παρακολουθήσεως πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες διαθέσεως που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Α της οδηγίας 75/442 (14), οσάκις τα απόβλητα προορίζονται προς διάθεση, ή να διευκρινίσει τις ενέργειες για την αξιοποίησή τους που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Β της εν λόγω οδηγίας (15) οσάκις πρόκειται για τη μεταφορά αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση. Ο κοινοποιών υποχρεούται επίσης να συνάψει σύμβαση με τον παραλήπτη με αντικείμενο τη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που θέτει ο κανονισμός (16).
9. Κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, «[μ]ια αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί, σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία, να αποφασίσει να διαβιβάσει την κοινοποίηση η ίδια αντί του κοινοποιούντος στην αρμόδια αρχή προορισμού, με αντίγραφα στον παραλήπτη και στην αρμόδια αρχή διαμετακόμισης».
10. Το άρθρο 3, παράγραφος 8, εν αντιθέσει προς το άρθρο 6, παράγραφος 8, περιλαμβάνει επίσης ένα δεύτερο εδάφιο το οποίο προβλέπει τα εξής. Οσάκις η εθνική νομοθεσία αναθέτει στην αρμόδια αρχή αποστολής την ευθύνη για την κοινοποίηση του εγγράφου παρακολουθήσεως, «[η] αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί να αποφασίσει να μην προβεί σε κοινοποίηση εάν έχει να προβάλει άμεσες αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3. Ενημερώνει αμέσως τον κοινοποιούντα για τις αντιρρήσεις αυτές» (17).
11. Μόλις παραλάβει την κοινοποίηση του σχεδίου μεταφοράς αποβλήτων είτε προς διάθεση είτε προς αξιοποίηση, η αρμόδια αρχή προορισμού αποστέλλει, εντός 3 εργάσιμων ημερών, απόδειξη παραλαβής στον κοινοποιούντα και αντίγραφό της στις λοιπές ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καθώς και στον παραλήπτη (18). Η αποστολή αυτής της αποδείξεως παραλαβής αποτελεί την αφετηρία των προθεσμιών που τάσσονται στις αρχές αυτές προκειμένου να λάβουν θέση επί της σχεδιαζόμενης διαθέσεως ή αξιοποιήσεως.
12. Όσον αφορά τις εργασίες διαθέσεως, το άρθρο 4 του κανονισμού προβλέπει ότι οι εργασίες αυτές πρέπει να εγκριθούν από την αρχή προορισμού. Η έγκριση αυτή χορηγείται μόνον εφόσον δεν υπάρχουν αντιρρήσεις από τις αρμόδιες αρχές αποστολής ή διαμετακόμισης. Οι αρχές αυτές διαθέτουν προθεσμία 20 ημερών από της αποστολής της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως προκειμένου να προβάλουν αντιρρήσεις ή προκειμένου να επιβάλουν ορισμένους όρους όσον αφορά τη μεταφορά των αποβλήτων. Η αρχή προορισμού πρέπει να λάβει την απόφασή της να εγκρίνει, με ή άνευ όρων, ή να αρνηθεί τη σχεδιαζόμενη μεταφορά το νωρίτερο 21 ημέρες και το αργότερο 30 ημέρες από της αποστολής αυτής της αποδείξεως παραλαβής (19).
13. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού απαριθμεί τις αντιρρήσεις που μπορούν να αντιταχθούν και τους όρους που μπορούν να επιβληθούν από τις αρμόδιες αρχές. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στοιχείο α΄, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων ή να προβάλουν συστηματικά αντιρρήσεις για τις εν λόγω μεταφορές προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας στην αξιοποίηση και της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την οδηγία 75/442. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού δύνανται να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις κατά των σχεδιαζόμενων μεταφορών αν δεν είναι σύμφωνες με την εν λόγω οδηγία, προκειμένου να εφαρμόσουν την αρχή της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, ή στις περιπτώσεις που η εγκατάσταση πρέπει να διαθέσει απόβλητα από πλησιέστερη πηγή και η αρμόδια αρχή έχει δώσει προτεραιότητα στα απόβλητα αυτά, ή, τέλος, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι μεταφορές είναι σύμφωνες με τα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων. Επιπλέον, κατά την ίδια διάταξη, στοιχείο γ΄, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις κατά της σχεδιαζόμενης μεταφοράς, πρώτον, εάν δεν είναι σύμφωνη με την εθνική νομοθεσία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας, δεύτερον, εάν ο κοινοποιών ή ο παραλήπτης έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για παράνομες μεταφορές και, τρίτον, εάν η μεταφορά αντίκειται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις τις οποίες έχει συνάψει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.
14. Όσον αφορά τα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση, το άρθρο 7 του κανονισμού προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως διαθέτουν προθεσμία 30 ημερών από της αποστολής της αποδείξεως παραλαβής προκειμένου να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους κατά της μεταφοράς (20) και προθεσμία 20 ημερών επίσης από της αποστολής της αποδείξεως παραλαβής προκειμένου να επιβάλουν όρους στη μεταφορά αποβλήτων εντός της περιοχής δικαιοδοσίας τους (21). Οι λόγοι στους οποίους μπορούν να στηρίζονται οι αντιρρήσεις αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, και είναι λιγότεροι από αυτούς που προβλέπονται για την περίπτωση κατά την οποία τα απόβλητα προορίζονται για διάθεση. Στην περίπτωση που δεν προβληθεί καμία αντίρρηση εντός αυτής της προθεσμίας των 30 ημερών, η μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί εντός έτους από της ημερομηνίας αυτής (22). Εντούτοις, η έγκριση των αρμόδιων αρχών πρέπει να διαβιβάζεται εγγράφως πριν από τη μεταφορά οσάκις τα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση εμπίπτουν στον παράρτημα IV του κανονισμού που επιγράφεται «Κόκκινος κατάλογος αποβλήτων» διότι θεωρούνται ως ιδιαιτέρως επικίνδυνα ή οσάκις τα εν λόγω απόβλητα δεν έχουν ακόμη περιληφθεί σε κάποια από τα παραρτήματα του εν λόγω κανονισμού (23).
15. Το άρθρο 26 του κανονισμού, το οποίο επίσης μνημονεύεται στο ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο, ορίζει την έννοια της «παράνομης μεταφοράς» και προβλέπει τις συνέπειες που συνεπάγεται μια τέτοια παράνομη μεταφορά αποβλήτων ανάλογα με το αν ως υπεύθυνος πρέπει να θεωρηθεί ο κοινοποιών ή ο παραλήπτης.
II – Η απόφαση ASA
16. Στην προπαρατεθείσα απόφαση ASA, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί μιας υποθέσεως στην οποία η αρμόδια αρχή αποστολής είχε προβάλει αντιρρήσεις κατά σχεδίου μεταφοράς το οποίο χαρακτηριζόταν ως εργασίες αξιοποιήσεως από τον κοινοποιούντα διότι επρόκειτο, κατά την άποψη της αρμόδιας αρχής αποστολής, για εργασίες διαθέσεως (24). Στην υπόθεση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 8, του κανονισμού δεν εφαρμόστηκαν, δεδομένου ότι ο προσφεύγων έπρεπε να κοινοποιήσει ο ίδιος το σχέδιο του σε όλες τις αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη. Το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει αν η αρμόδια αρχή αποστολής είναι αρμόδια να ελέγξει αν ένα σχέδιο μεταφοράς το οποίο χαρακτηρίζεται στη κοινοποίηση ως «μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση» ανταποκρίνεται πράγματι στον χαρακτηρισμό αυτόν, εάν, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να αντιταχθεί στη μεταφορά αυτή οσάκις ο χαρακτηρισμός στον οποίον προέβη ο κοινοποιών είναι εσφαλμένος και, στην περίπτωση αυτή, σε ποια διάταξη του κοινοτικού δικαίου πρέπει να στηριχθεί η αρμόδια αρχή αποστολής.
17. Το Δικαστήριο έκρινε ότι από το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός προκύπτει ότι όλες οι αρμόδιες αρχές που είναι παραλήπτες της κοινοποιήσεως αυτής πρέπει να ελέγχουν αν ο χαρακτηρισμός του κοινοποιούντος είναι σύμφωνος με τον εν λόγω κανονισμό και να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς οσάκις ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος (25). Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο συνήγαγε ότι η αρμόδια αρχή αποστολής, εφ΄ όσον εκτιμά ότι ο σκοπός της μεταφοράς χαρακτηρίστηκε κατά τρόπο εσφαλμένο στην κοινοποίηση, πρέπει να στηρίξει τις αντιρρήσεις της κατά της μεταφοράς σε λόγους που αντλούνται από αυτόν τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό χωρίς να επικαλεστεί κάποια από τις ειδικές διατάξεις του κανονισμού που απαριθμούν τις αντιρρήσεις τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλουν κατά των μεταφορών αποβλήτων (26).
18. Το Δικαστήριο υπέδειξε τις συνέπειες που έχει η προβολή της αντιρρήσεως αυτής. Η αντίρρηση αυτή, όπως και οι λοιπές αντιρρήσεις που προβλέπει ο κανονισμός, έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται η μεταφορά (27). Στην περίπτωση αυτή, ο κοινοποιών μπορεί είτε να μην πραγματοποιήσει τη μεταφορά των αποβλήτων σε άλλο κράτος μέλος είτε να προβεί σε νέα κοινοποίηση είτε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως της αρμόδιας αρχής αποστολής που προέβαλε αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς. Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, εν πάση περιπτώσει, η αρμόδια αρχή δεν έχει την εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε νέο χαρακτηρισμό του σκοπού της μεταφοράς των αποβλήτων, διότι ο νέος αυτός μονομερής χαρακτηρισμός θα είχε ως αποτέλεσμα να εξετάζεται η ίδια μεταφορά από τις διάφορες αρμόδιες αρχές βάσει διατάξεων που εμπίπτουν σε διαφορετικά κεφάλαια του κανονισμού, πράγμα ασυμβίβαστο με το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός (28).
19. Εξάλλου, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι είχε κρίνει με την απόφαση του της 13ης Δεκεμβρίου 2001, DaimlerChrysler (29), ότι η καθοριζόμενη με τον κανονισμό διαδικασία εγγυάται στον κοινοποιούνται ότι το σχέδιο μεταφοράς θα εξετασθεί εντός των προθεσμιών που τάσσει ο κανονισμός και ότι θα ενημερωθεί, το αργότερο κατά τη λήξη των προθεσμιών αυτών, εάν, και ενδεχομένως υπό ποιους όρους, μπορεί να πραγματοποιηθεί η μεταφορά (30). Το Δικαστήριο συνήγαγε από τα ανωτέρω ότι οι αντιρρήσεις της αρμόδιας αρχής αποστολής που στηρίζονται στον εσφαλμένο χαρακτηρισμό μιας μεταφοράς ως μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση, μολονότι πρόκειται, κατά την άποψη της ανωτέρω αρχής, για εργασίες διαθέσεως, πρέπει να προβάλλονται εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (31).
III – Τα πραγματικά περιστατικά
20. Η ανώνυμη εταιρία Siomab (32) εκμεταλλεύεται ένα εργοστάσιο καύσεως οικιακών αποβλήτων και παρεμφερών προϊόντων το οποίο βρίσκεται στις Βρυξέλλες και του οποίου η δραστηριότητα συνεπάγεται την παραγωγή καταλοίπων, κυρίως σκωρίων και αλάτων. Τον Νοέμβριο του 2001, η Siomab συνήψε με μία γερμανική εταιρία σύμβαση για την ταφή των αλάτων αυτών στις στοές των αλατωρυχείων του Teutschenthal, που βρίσκεται στη Γερμανία. Η Siomab κοινοποίησε το σχέδιο της μεταφοράς των αποβλήτων στις 4 Δεκεμβρίου 2001 στο institut bruxellois pour la gestion de l’environnement (33), ως αρμόδια αρχή αποστολής. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, η απόφαση της 7ης Ιουλίου 1994 της κυβερνήσεως της Région de Bruxelles-Capitale για τη διεθνή εισαγωγή και εξαγωγή αποβλήτων αναθέτει στο IBGE την ευθύνη για τη διαβίβαση της κοινοποιήσεως στις λοιπές αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη.
21. Η Siomab χαρακτήρισε τη σχεδιαζόμενη μεταφορά ως εργασία αξιοποιήσεως. Το IBGE, φρονώντας ότι επρόκειτο για εργασίες διαθέσεως, έδωσε αυτεπαγγέλτως νέο χαρακτηρισμό στη σχεδιαζόμενη μεταφορά πριν από την κοινοποίηση της στην αρμόδια αρχή προορισμού της Γερμανίας. Αυτή η τελευταία αρχή προέβαλε αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αυτής διότι, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο που διέπει την εκμετάλλευση των ορυχείων, στο ορυχείο του Teutschenthal επιτρέπεται μόνον η αξιοποίηση και όχι η διάθεση αποβλήτων.
22. Στις 9 Απριλίου 2002, η Siomab υπέβαλε εκ νέου τον φάκελό της στο IBGE, διατηρώντας τον αρχικό χαρακτηρισμό των εργασιών. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση ASA, το IBGE είχε την υποχρέωση να διαβιβάσει την κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή προορισμού χωρίς να έχει τη δυνατότητα να χαρακτηρίσει εκ νέου τον σκοπό της μεταφοράς. Στις 29 Απριλίου 2002, το IBGE, εμμένοντας στην εκτίμησή του, επέστρεψε τον φάκελο στη Siomab διότι κατά την άποψή του ο χαρακτηρισμός των εργασιών ήταν εσφαλμένος.
23. Κατόπιν αυτού, η Siomab άσκησε προσφυγή ενώπιον του Conseil d’État (Βέλγιο) προκειμένου να ακυρώσει την απόφαση του ΙBGE με την οποία το τελευταίο αρνήθηκε να διαβιβάσει την κοινοποίηση της σχεδιαζόμενης μεταφοράς αποβλήτων στην αρμόδια αρχή προορισμού. Εξάλλου, στις 14 Μαΐου 2002, η Siomab υπέβαλε αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του IBGE ζητώντας από το δικαστήριο να το υποχρεώσει να διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή προορισμού την εν λόγω κοινοποίηση χωρίς να την τροποποιήσει. Με διάταξη της 8ης Ιουλίου 2002, ο πρόεδρος του Tribunal de première instance de Bruxelles (Βέλγιο) απέρριψε την αίτηση της Siomab. Η Siomab άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω διατάξεως ενώπιον του Cour d’appel de Bruxelles.
IV – Το προδικαστικό ερώτημα
24. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Siomab υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την προαπαρατεθείσα απόφαση ASA, το IBGE δεν μπορεί να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον εκ νέου χαρακτηρισμό του σκοπού της μεταφοράς αποβλήτων και ότι, στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 8, του κανονισμού όσον αφορά τις εργασίες αξιοποιήσεως, ο κανονισμός δεν παρέχει στην αρμόδια αρχή αποστολής την εξουσία να αρνείται να διαβιβάζει την κοινοποίηση του σχεδίου μεταφοράς.
25. Το IBGE αντέτεινε ότι όφειλε να ελέγξει τον χαρακτηρισμό του σχεδίου και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν υποχρεωμένο να προβεί στη διαβίβασή του στην περίπτωση που υπήρχε παραβίαση του κανονισμού.
26. Το Cour d’appel de Bruxelles, φρονώντας ότι η επίλυση της διαφοράς αυτής απαιτούσε την ερμηνεία του κανονισμού, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη διαδικασία κοινοποιήσεως του εγγράφου παρακολούθησης εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, έχουν τα άρθρα 3, παράγραφος 8, 4, παράγραφος 3, 6, παράγραφος 8, 7, παράγραφος 4, και 26 του κανονισμού αυτού την έννοια
α) ότι η αρμόδια αρχή αποστολής, κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, η οποία έχει την εξουσία να ελέγχει αν ένα σχέδιο μεταφοράς το οποίο χαρακτηρίζεται στην κοινοποίηση ως «μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση» αντιστοιχεί πράγματι στον χαρακτηρισμό αυτό, μπορεί, όταν θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος,
i) να αρνείται τη διαβίβαση του εγγράφου παρακολούθησης λόγω αυτού του εσφαλμένου χαρακτηρισμού, καλώντας τον κοινοποιούντα να της διαβιβάσει νέο έγγραφο παρακολούθησης,
ii) να προβαίνει στη διαβίβαση του εγγράφου παρακολούθησης αφού χαρακτηρίσει εκ νέου το σχέδιο μεταφοράς ως «μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση»,
iii) να προβαίνει στη διαβίβαση του εγγράφου παρακολούθησης που περιέχει τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό, συνοδεύοντας άμεσα τη διαβίβαση αυτή με αντίρρηση στηριζόμενη στον εν λόγω εσφαλμένο χαρακτηρισμό,
β) ή, αντιθέτως, ότι η αρμόδια αρχή αποστολής οφείλει να διαβιβάζει την κοινοποίηση, όπως την έχει χαρακτηρίσει ο κοινοποιών, στην αρμόδια αρχή προορισμού, διατηρώντας ωστόσο την ευχέρεια, αν θεωρεί ότι ο σκοπός της μεταφοράς έχει χαρακτηριστεί εσφαλμένα, να διατυπώνει ταυτοχρόνως ή εκ των υστέρων αντίρρηση αιτιολογούμενη από το εν λόγω σφάλμα χαρακτηρισμού;»
V – Εκτίμηση
27. Με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στην περίπτωση που κράτος μέλος χρησιμοποιεί τον μηχανισμό κοινοποιήσεως του εγγράφου παρακολουθήσεως μέσω της αρμόδιας αρχής αποστολής κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί, οσάκις εκτιμά ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος,
– να αρνηθεί να κοινοποιήσει το έγγραφο παρακολουθήσεως λόγω του εσφαλμένου χαρακτηρισμού του σχεδίου μεταφοράς καλώντας τον κοινοποιούντα να της διαβιβάσει νέο έγγραφο παρακολουθήσεως,
– ή να χαρακτηρίσει αυτεπαγγέλτως εκ νέου το σχέδιο μεταφοράς πριν προβεί στην κοινοποίησή του
– ή, άλλως, υποχρεούται να προβεί στην εν λόγω κοινοποίηση διατυπώνοντας ταυτοχρόνως ή εκ των υστέρων τις αντιρρήσεις της λόγω αυτού του εσφαλμένου χαρακτηρισμού
28. Όπως προελέχθη, με την προπαρατεθείσα απόφαση ASA το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρμόδια αρχή αποστολής, εφόσον εκτιμά ότι είναι εσφαλμένος ο χαρακτηρισμός της σχεδιαζόμενης μεταφοράς ως μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση, δεν μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως στον εκ νέου χαρακτηρισμό του σκοπού της μεταφοράς των αποβλήτων και υποχρεούται να προβάλει αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού. Εν προκειμένω, ερωτάται αν η ανωτέρω λύση μπορεί να μεταφερθεί στην παρούσα υπόθεση στην περίπτωση που η νομοθεσία κράτους μέλους προβλέπει ότι, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, η αρμόδια αρχή αποστολής υποχρεούται να αναλάβει η ίδια, αντί του κοινοποιούντος, τη διαβίβαση του σχεδίου μεταφοράς στις λοιπές αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη.
29. Φρονώ, όπως και η Επιτροπή, η Ιταλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Siomab και αντίθετα προς τους λοιπούς παρεμβαίνοντες, ότι οι απαντήσεις που έδωσε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση ASA μπορούν άνετα να μεταφερθούν στην παρούσα υπόθεση και ότι, ως εκ τούτου, η αρμόδια αρχή αποστολής δεν έχει την εξουσία, κατά την άποψή μου, να χαρακτηρίσει αυτεπαγγέλτως εκ νέου τις σχεδιαζόμενες εργασίες ούτε να επιστρέψει τον φάκελο στον κοινοποιούντα, αλλά υποχρεούται να προβεί στη διαβίβαση του εγγράφου παρακολουθήσεως και να προβάλει τις αντιρρήσεις της εντός των προς τούτο τασσομένων προθεσμιών. Η άποψή μου αυτή στηρίζεται στη διατύπωση των διατάξεων των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού.
30. Έτσι, οι διατάξεις αυτές παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αναθέτουν στην αρμόδια αρχή αποστολής και όχι στον κοινοποιούντα τη μέριμνα για τη διαβίβαση του σχεδίου μεταφοράς στις λοιπές αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη των αποβλήτων. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι, το επαναλαμβάνω, η εναρμόνιση σε κοινοτικό επίπεδο των διαδικαστικών κανόνων που ισχύουν στη μεταφορά αποβλήτων. Ουδόλως προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να παράσχουν στην αρμόδια αρχή αποστολής την εξουσία να χαρακτηρίζει αυτεπαγγέλτως εκ νέου το σκοπό της μεταφοράς πριν προβεί στην εν λόγω διαβίβαση. Αυτός ο εκ νέου χαρακτηρισμός θα έχει ως συνέπεια ότι το σχέδιο θα εξεταζόταν από τις λοιπές αρμόδιες αρχές όπως αυτό χαρακτηρίστηκε εκ νέου και όχι πλέον όπως αυτό υποβλήθηκε από τον κοινοποιούντα. Όμως, τα άρθρα 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού δεν προβλέπουν καμία εξαίρεση από τους κανόνες που διατυπώνονται αντιστοίχως στα άρθρα 3, παράγραφοι 1 έως 5, και 6, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού από τους οποίους προκύπτει ότι εναπόκειται αποκλειστικά και μόνο στον κοινοποιούντα να χαρακτηρίζει τις σχεδιαζόμενες εργασίες μεταφοράς και να συμπληρώνει προς τούτο το έγγραφο παρακολουθήσεως.
31. Ως προς τη δυνατότητα της αρχής αυτής να αρνηθεί την εν λόγω διαβίβαση και να επιστρέψει τον φάκελο στον κοινοποιούντα οσάκις εκτιμά ότι είναι εσφαλμένος ο χαρακτηρισμός του σχεδίου, φρονώ ότι το ίδιο το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων αποκλείει τη δυνατότητα αυτή.
32. Έτσι, όπως προέβαλαν οι παρεμβαίνοντες, των οποίων συμμερίζομαι την άποψη, μόνον το άρθρο 3, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή αποστολής έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί να προβεί στη διαβίβαση της κοινοποιήσεως του σχεδίου και, ως εκ τούτου, η δυνατότητα αυτή δεν υπάρχει παρά μόνο στην περίπτωση κοινοποιήσεως μεταφοράς αποβλήτων τα οποία προορίζονται, σύμφωνα με το έγγραφο παρακολουθήσεως, για διάθεση. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνο για τους λόγους που απαριθμεί το άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού του οποίου το περιεχόμενο υπέμνησα στο σημείο 13 ανωτέρω. Ειδικότερα, πρόκειται για τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχεία β΄ και γ΄, που προβλέπουν τους λόγους για τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις κατά συγκεκριμένων μεταφορών αποβλήτων (34). Ωστόσο, ουδείς εκ των ανωτέρων λόγων καλύπτει, κατά την άποψή μου, τον τυχόν εσφαλμένο χαρακτηρισμό του σχεδίου μεταφοράς (35). Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αποβλήτων προς διάθεση έχει εξαντλητικό χαρακτήρα (36), και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διασταλτικής ερμηνείας προκειμένου να συμπεριληφθεί ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός του σχεδίου δεδομένου ότι δεν προβλέπεται ρητώς ένας τέτοιος λόγος για την προβολή αντιρρήσεων. Η ανωτέρω άποψη βρίσκει έρεισμα και στον τρόπο με τον οποίον το Δικαστήριο ερμήνευσε τον κανονισμό με την προπαρατεθείσα απόφασή του ASA. Πράγματι, από την απόφαση ASA προκύπτει ότι το καθήκον που έχουν όλες οι αρμόδιες αρχές να ελέγχουν αν ο χαρακτηρισμός του κοινοποιούντος είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του κανονισμού απορρέει όχι από συγκεκριμένες διατάξεις που καθορίζουν τις αντιρρήσεις τις οποίες μπορούν να προβάλουν τα κράτη μέλη κατά των μεταφορών αποβλήτων, ήτοι από τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 7, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, αλλά από το ίδιο το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός αυτός (37). Με άλλα λόγια, ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός αποτελεί λόγο προβολής αντιρρήσεων διαφορετικό από τους λόγους που προβλέπουν τα άρθρα 4, παράγραφος 3 και 7, παράγραφος 4, του κανονισμού (38).
33. Επομένως, από την ανωτέρω ανάλυση μπορούν να συναχθούν οι ακόλουθες διαπιστώσεις. Αφενός, η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί να αρνηθεί τη διαβίβαση κοινοποιήσεως, στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 3, παράγραφος 8, του κανονισμού, μόνο στην περίπτωση που πρόκειται για κοινοποίηση μεταφοράς αποβλήτων προς διάθεση. Αφετέρου, η άρνηση αυτή μπορεί να στηριχθεί μόνο σε κάποιον από τους λόγους που απαριθμεί περιοριστικώς το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού, η δε διάταξη αυτή δεν καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποστολής φρονεί ότι είναι εσφαλμένος ο χαρακτηρισμός του σχεδίου από τον κοινοποιούντα. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι η αρμόδια αρχή αποστολής δεν δικαιούται να αρνηθεί τη διαβίβαση της κοινοποιήσεως αυτής οσάκις θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός του εν λόγω σχεδίου μεταφοράς είναι εσφαλμένος. Η άρνηση αυτή, οσάκις η μεταφορά χαρακτηρίζεται από τον κοινοποιούντα ως μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση, θα έβαινε πέραν των όσων ο κοινοτικός νομοθέτης προβλέπει στις διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, και 4, παράγραφος 3, του κανονισμού. Οσάκις η μεταφορά, όπως εν προκειμένω, χαρακτηρίστηκε ως μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση, η άρνηση αυτή επίσης στερείται οποιασδήποτε νομικής βάσεως και θα κατάληγε να καταστήσει εν μέρει άνευ πρακτικής χρησιμότητας τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεδομένου ότι τούτο θα συνεπαγόταν ότι, στην περίπτωση μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση, παρέχεται η δυνατότητα αρνήσεως την οποία ακριβώς απαγορεύει η συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών στο πλαίσιο της πολύ αυστηρότερης εντούτοις διαδικασίας της μεταφοράς αποβλήτων προς διάθεση.
34. Επομένως, το περιεχόμενο των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού που θεμελιώνουν την εξουσία της αρμόδιας αρχής αποστολής να μεριμνά η ίδια, αντί του κοινοποιούντος, για τη διαβίβαση του σχεδίου μεταφοράς στις λοιπές αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη των αποβλήτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να προβεί αυτεπαγγέλτως στον εκ νέου χαρακτηρισμό της μεταφοράς αυτής ή να αρνηθεί τη διαβίβαση του οσάκις εκτιμά ότι ο χαρακτηρισμός του σχεδίου αυτού από τον κοινοποιούντα είναι εσφαλμένος. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή αποστολής υποχρεούται να προβάλει τις αντιρρήσεις της κατά της εν λόγω μεταφοράς υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που θα έπρεπε να τηρήσει αν η διαβίβαση του σχεδίου έπρεπε να γίνει μερίμνη του αιτούντος, ήτοι προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της εντός των προς τούτο τασσομένων προθεσμιών του άρθρου 4 του κανονισμού, εφόσον πρόκειται για μεταφορά που χαρακτηρίζεται ως μεταφοράς αποβλήτων προς διάθεση, ή του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού στην περίπτωση που η σχεδιαζόμενη μεταφορά αφορά, σύμφωνα με το έγγραφο παρακολουθήσεως, τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφασή του ASA. Φρονώ ότι τα ανωτέρω επιρρωννύονται από την εξέταση της συστηματικής διαρθρώσεως του κανονισμού.
35. Όπως προελέχθη, στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού, ο κοινοποιών φέρει την ευθύνη για τη συμπλήρωση του εγγράφου παρακολουθήσεως που πρέπει να διαβιβαστεί στο σύνολο των αρμόδιων αρχών και στον παραλήπτη των αποβλήτων. Αυτός επίσης υποχρεούται να συνάψει με τον εν λόγω παραλήπτη σύμβαση της οποίας αντικείμενο θα είναι είτε η διάθεση είτε η αξιοποίηση των αποβλήτων αυτών. Επομένως, λογικώς, σ’ αυτόν εναπόκειται να χαρακτηρίσει τη σχεδιαζόμενη εργασία μεταφοράς, δεδομένου ότι από τον χαρακτηρισμό αυτόν εξαρτάται το αντικείμενο της συμβάσεως που τον συνδέει με τον παραλήπτη. Ελέχθη επίσης ότι η αρμόδια αρχή προορισμού έχει την υποχρέωση να εκδώσει απόδειξη παραλαβής της κοινοποιήσεως του σχεδίου εντός τριών ημερών και ότι από της αποστολής της αποδείξεως αυτής παραλαβής στις λοιπές αρμόδιες αρχές άρχονται οι προθεσμίες που διαθέτουν οι τελευταίες αυτές αρχές προκειμένου να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους, να ζητήσουν συμπληρωματικές πληροφορίες ή να επιβάλουν όρους στην πραγματοποίηση των εργασιών. Έτσι, όπως ήδη ελέχθη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού, η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί να προβάλει αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αποβλήτων προς διάθεση εντός 20 ημερών από της αποστολής της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως της μεταφοράς αυτής από την αρχή προορισμού. Ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί να προβάλει αντιρρήσεις κατά του σχεδίου μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση εντός τριάντα ημερών από της αποστολής αυτής της αποδείξεως παραλαβής.
36. Επομένως, η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος αυτού επιβάλλει, κατά την άποψή μου, να διαβιβάζεται πράγματι το σχέδιο, όπως χαρακτηρίστηκε από τον αιτούντα, στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές προκειμένου, αφενός, να αρχίσουν να τρέχουν οι προθεσμίες που προβλέπει ο κανονισμός και, αφετέρου, να παρασχεθεί η δυνατότητα σε όλες αυτές τις αρχές να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί του εν λόγω σχεδίου, ιδίως όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του. Αν αναγνωριστεί στην αρμόδια αρχή αποστολής η εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στον εκ νέου χαρακτηρισμό της σχεδιαζόμενης μεταφοράς ή να αρνείται τη διαβίβαση της κοινοποιήσεως της μεταφοράς αυτής, τούτο θα είχε ως συνέπεια να στερηθεί ο κοινοποιών της δυνατότητας που του παρέχει ο κανονισμός να μπορεί να γνωρίζει εντός των λίαν συντόμων προθεσμιών που τάσσει ο κανονισμός αυτός την άποψη όλων των αρμόδιων αρχών επί του σχεδίου του μεταφοράς (39). Η εξουσία αυτή θα στερούσε επίσης τις αρμόδιες αρχές προορισμού και διαμετακομίσεως από το δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο κανονισμός, όπως ορίζει η ένατη αιτιολογική του σκέψη, να ενημερώνονται δεόντως για το μελετώμενο σχέδιο και να μπορούν να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους κατά του σχεδίου αυτού ανεξαρτήτως της εκτιμήσεως της αρμόδιας αρχής αποστολής ως προς τον χαρακτηρισμό των εργασιών (40).
37. Βεβαίως, μία τέτοια κοινοποίηση εγκυμονεί τον κίνδυνο να δοθούν διαφορετικοί χαρακτηρισμοί για το ίδιο σχέδιο μεταφοράς από τις διάφορες αρμόδιες αρχές. Εντούτοις, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφασή του ASA, ο κίνδυνος αυτός είναι εγγενής στο σύστημα που καθιερώνει ο ίδιος ο κανονισμός (41). Κυρίως, όπως η προσφεύγουσα εξέθεσε με μεγάλη σαφήνεια κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο κίνδυνος αυτός ενδέχεται να είναι προς το συμφέρον του κοινοποιούντος στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η αρμόδια αρχή αποστολής διαφωνεί με τον κοινοποιούντα ως προς τον χαρακτηρισμό του εν λόγω σχεδίου. Στην περίπτωση αυτή, είναι προς το συμφέρον του κοινοποιούντος να γνωρίζει την άποψη όλων των αρμόδιων αρχών σχετικά με το σχέδιο του. Έτσι, εν προκειμένω, η Siomab θα μπορούσε μετά βεβαιότητας να προασπιστεί αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά της στο πλαίσιο της διαφοράς με το IBGE ως προς τον χαρακτηρισμό του σχεδίου της μεταφοράς αν η αρχή προορισμού είχε και αυτή μπορέσει να διατυπώσει τις απόψεις της επί του εν λόγω χαρακτηρισμού. Στην περίπτωση που η αρχή προορισμού είχε θεωρήσει, όπως το IBGE, ότι η εν λόγω μεταφορά αποτελεί μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση και στην περίπτωση που τούτο δεν είναι επιτρεπτό στο ορυχείο του Teutschenthal, η Siomab θα μπορούσε να παραιτηθεί του σχεδίου της μεταφοράς και να αποφύγει την άσκηση προσφυγής. Αντιθέτως, αν η αρχή προορισμού είχε θεωρήσει, αντίθετα προς το IBGE, ότι η επίμαχη μεταφορά ορθώς είχε χαρακτηριστεί από τον κοινοποιούντα ως μεταφορά προς αξιοποίηση, η Siomab θα μπορούσε να επικαλεστεί την εκτίμηση αυτή κατά την εκδίκαση της προσφυγής της ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι, το επαναλαμβάνω, οι έννοιες της «διαθέσεως» και της «αξιοποιήσεως» είναι κοινοτικές έννοιες των οποίων ο ορισμός, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να ποικίλλει από κράτος μέλος σε κράτος μέλος (42). Ο κίνδυνος διαφορετικών χαρακτηρισμών για την ίδια μεταφορά, ο οποίος είναι εγγενής στο σύστημα του κανονισμού, μπορεί με τον τρόπο αυτόν, σε περίπτωση διχοστασίας μεταξύ του κοινοποιούντος και μιας αρμόδιας αρχής, να αποβεί προς όφελος του κοινοποιούντος. Όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, το σύστημα του κανονισμού απαιτεί να υπάρχει η δυνατότητα διαλόγου μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών και του κοινοποιούντος σχετικά με τον χαρακτηρισμό του μελετώμενου σχεδίου μεταφοράς και τούτο εντός των προθεσμιών που τάσσει ο εν λόγω κανονισμός.
38. Επιπλέον, η λύση αυτή ουδόλως διακυβεύει τις εξουσίες της αρμόδιας αρχής αποστολής να ελέγχει το χαρακτηρισμό του εν λόγω σχεδίου και να αντιτάσσεται στην πραγματοποίησή του εφόσον φρονεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος. Έτσι, οσάκις, όπως εν προκειμένω, το σχέδιο μεταφοράς χαρακτηρίστηκε ως μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση, προκύπτει απ’ το άρθρο 8 του κανονισμού ότι η μεταφορά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν η αρχή αυτή προέβαλε αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και στην περίπτωση που η μεταφορά χαρακτηρίστηκε ως μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, η πραγματοποίηση μιας τέτοιας μεταφοράς πρέπει να εγκριθεί από την αρμόδια αρχή προορισμού εντός 30 ημερών από της αποστολής της εν λόγω αποδείξεως παραλαβής, η δε έγκριση αυτή μπορεί να χορηγηθεί μόνον εφόσον δεν υπάρχουν αντιρρήσεις από τις λοιπές αρμόδιες αρχές.
39. Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, κλίνω προς την άποψη ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού παρέχουν στην αρμόδια αρχή αποστολής δέσμια αρμοδιότητα δυνάμει της οποία υποχρεούται να διαβιβάσει το σχέδιο μεταφοράς στις λοιπές αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη όπως το σχέδιο αυτό έχει χαρακτηριστεί από τον αιτούντα (43). Άπαξ η αρμόδια αρχή αποστολής φρονεί ότι ο χαρακτηρισμός της μεταφοράς είναι εσφαλμένος, πρέπει να προβάλει τις αντιρρήσεις της κατά της μεταφοράς αυτής. Όσον αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις βάσει των οποίων πρέπει να προβληθούν οι αντιρρήσεις αυτές, φρονώ ότι οι κανόνες των άρθρων 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄ και 7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμόζονται εν προκειμένω και ότι, ως εκ τούτου, οι αντιρρήσεις αυτές πρέπει να «διαβιβάζονται εγγράφως στον κοινοποιούντα με αντίγραφα στις λοιπές ενδιαφερόμενες αρχές». Ως προς το αν, όπως ερωτά το αιτούν δικαστήριο, οι αντιρρήσεις αυτές πρέπει να προβάλλονται ταυτόχρονα με τη διαβίβαση του σχεδίου μεταφοράς ή εκ των υστέρων, φρονώ ότι και οι δύο λύσεις μπορούν να γίνουν δεκτές. Κατά την άποψή μου, σημασία έχει το να προβάλλονται οι αντιρρήσεις της αρμόδιας αρχής αποστολής πριν από τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, εφόσον το σχέδιο χαρακτηρίζεται από τον κοινοποιούντα ως μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση, και των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, εφόσον το σχέδιο χαρακτηρίζεται από τον κοινοποιούντα ως μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση.
40. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Cour d’appel de Bruxelles ότι ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που κράτος μέλος χρησιμοποιεί τον μηχανισμό της κοινοποιήσεως του εγγράφου παρακολουθήσεως μέσω της αρμόδιας αρχής αποστολής κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, η αρμόδια αρχή αποστολής δεν μπορεί, οσάκις φρονεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος, να αρνηθεί να προβεί στην κοινοποίηση αυτή λόγω του εσφαλμένου χαρακτηρισμού του σχεδίου μεταφοράς καλώντας ταυτόχρονα τον κοινοποιούντα να της διαβιβάσει νέο έγγραφο παρακολουθήσεως ούτε να χαρακτηρίσει αυτεπαγγέλτως εκ νέου το σχέδιο μεταφοράς πριν προβεί στην κοινοποίησή του. Η αρμόδια αρχή αποστολής υποχρεούται να προβεί στην κοινοποίηση αυτή και να προβάλλει τις αντιρρήσεις της λόγω αυτού του εσφαλμένου χαρακτηρισμού. Οι αντιρρήσεις αυτές πρέπει να διαβιβάζονται εγγράφως στον κοινοποιούντα και να αποστέλλεται αντίγραφο στις λοιπές ενδιαφερόμενες αρχές εντός των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, εφόσον το σχέδιο χαρακτηρίζεται ως μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση, και των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, εφόσον το σχέδιο χαρακτηρίζεται ως μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση.
VI – Πρόταση
41. Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Cour d’appel de Bruxelles:
«Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στην περίπτωση που κράτος μέλος χρησιμοποιεί τον μηχανισμό της κοινοποιήσεως του εγγράφου παρακολουθήσεως μέσω της αρμόδιας αρχής αποστολής κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού 259/93, η αρμόδια αρχή αποστολής δεν μπορεί, οσάκις φρονεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος, να αρνηθεί να προβεί στην κοινοποίηση αυτή λόγω του εσφαλμένου χαρακτηρισμού του σχεδίου μεταφοράς καλώντας ταυτόχρονα τον κοινοποιούντα να της διαβιβάσει νέο έγγραφο παρακολουθήσεως ούτε να χαρακτηρίσει αυτεπαγγέλτως εκ νέου το σχέδιο μεταφοράς πριν προβεί στην κοινοποίησή του. Η αρμόδια αρχή αποστολής υποχρεούται να προβεί στην κοινοποίηση αυτή και να προβάλει τις αντιρρήσεις της λόγω αυτού του εσφαλμένου χαρακτηρισμού. Οι αντιρρήσεις αυτές πρέπει να διαβιβάζονται εγγράφως στον κοινοποιούντα και να αποστέλλεται αντίγραφο στις λοιπές ενδιαφερόμενες αρχές εντός των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, εφόσον το σχέδιο χαρακτηρίζεται ως μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση, και των προθεσμιών που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, εφόσον το σχέδιο χαρακτηρίζεται ως μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ L 30, σ. 1) όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1999/816/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1999, για την προσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, και το άρθρο 42, παράγραφος 3, των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ, IV και V του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ L 316, σ. 45, στο εξής: κανονισμός).
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32), και με την οδηγία 96/350/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32, στο εξής: οδηγία).
4 – Άρθρο 2, στοιχεία θ΄ και ια΄.
5 – Στο εξής: αρμόδια αρχή προορισμού.
6 – Στο εξής: αρμόδια αρχή αποστολής.
7 – Στο εξής: αρμόδια αρχή διαμετακόμισης.
8 – C-6/00 (Συλλογή 2000, σ. I-1961).
9 – Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994, C-187/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-2857, σκέψη 26).
10 – Ένατη αιτιολογική σκέψη.
11 – Άρθρα 3, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1.
12 – Άρθρα 3, παράγραφος 3, και 6, παράγραφος 3.
13 – Άρθρα 3, παράγραφος 4, και 6, παράγραφος 4.
14 – Άρθρο 3, παράγραφος 5.
15 – Άρθρο 6, παράγραφος 5, τρίτη περίπτωση.
16 – Άρθρα 3, παράγραφος 6, και 6, παράγραφος 6, του κανονισμού.
17 – Αυτό το άρθρο 4, παράγραφος 3, καθορίζει, όπως θα δούμε, τους λόγους τους οποίους μπορούν να προβάλουν οι αρμόδιες αρχές προκειμένου να αντιταχθούν στη σχεδιαζόμενη διάθεση ή προκειμένου να εξαρτήσουν την πραγματοποίησή της από ορισμένους όρους.
18 – Άρθρα 4, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1.
19 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄.
20 – Άρθρο 7, παράγραφος 2.
21 – Άρθρο 7, παράγραφος 3.
22 – Άρθρο 8.
23 – Άρθρο 10.
24 – Μία αυστριακή εταιρία σκόπευε να μεταφέρει στη Γερμανία σκωρίες και τέφρες που είχαν παραχθεί από μία εγκατάσταση καύσεως αποβλήτων του Δήμου της Βιέννης (Αυστρία) προκειμένου να εναποτεθούν σε στοές ενός παλαιού αλατωρυχείου στο Kochendorf (Γερμανία).
25 – Σκέψεις 39 και 40.
26 – Σκέψη 47.
27 – Αυτόθι.
28 – Σκέψη 48.
29 – C-324/99 ( Συλλογή 2001, σ. I-9897).
30 – Σκέψη 49.
31 – Σκέψη 50.
32 – Στο εξής: Siomab.
33 – Στο εξής: IBGE.
34 – Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, απαριθμεί τις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν μέτρα για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων ή να προβάλλουν συστηματικά αντιρρήσεις κατά των εν λόγω μεταφορών (προπαρατεθείσα απόφαση DaimlerChrysler, σκέψη 51).
35 – Έτσι, το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο β΄ δεν προβλέπει αυτή τη δυνατότητα προβολής αντιρρήσεων παρά μόνο σε τρεις περιπτώσεις: προκειμένου να εφαρμόσουν την αρχή της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εγκατάσταση πρέπει να προβεί στη διάθεση αποβλήτων από πλησιέστερη πηγή τα οποία έχουν προτεραιότητα και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μεταφορές είναι σύμφωνες με τα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων. Το σημείο γ΄ της ίδιας διατάξεως αφορά τους ακόλουθους τρεις λόγους για την προβολή αντιρρήσεων: οσάκις η μεταφορά δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας, εάν ο κοινοποιών έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για παράνομη μεταφορά και εάν η μεταφορά αυτή αντιβαίνει στις υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις.
36 – Προπαρατεθείσα απόφαση DaimlerChrysler (σκέψη 50).
37 – Προπαρατεθείσα απόφαση ASA (σκέψεις 40 και 47). Βλ., επίσης, τη διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑307/00 έως C‑311/00 Oliehandel Koeweit κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑1821, σκέψη 112). Στην προπαρατεθείσα απόφαση ASA, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση αυτή όλων των αρμόδιων αρχών απορρέει ειδικότερα από το άρθρο 26 του κανονισμού το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν και να επιβάλλουν κυρώσεις για κάθε παράνομη μεταφορά, καθώς και από το άρθρο 30, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού το οποίος ρητώς προβλέπει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη γενική υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα απόβλητα μεταφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
38 – Χρονολογικώς, ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός πρέπει να προβληθεί πριν από τους λόγους αντιρρήσεων των άρθρων 4, παράγραφος 3, και 7, παράγραφος 4, του κανονισμού. Μόνον αφού ελεγχθεί ότι το σχέδιο μεταφοράς έχει τον ορθό χαρακτηρισμό μπορεί η κάθε αρμόδια αρχή να προβάλει κάποια από τις αντιρρήσεις που απαριθμούνται σ’ αυτές τις τελευταίες διατάξεις.
39 – Προπαρατεθείσα απόφαση DaimlerChrysler (σκέψη 70). Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών για την έκδοση του κανονισμού διατύπωσε με μεγάλη σαφήνεια τη βούλησή της, πράγμα το οποίο αποτυπώνεται στον κανονισμό, ότι ο κοινοποιών πρέπει να μπορεί να στηρίζεται στις προθεσμίες τις οποίες πρέπει να τηρούν οι αρμόδιες αρχές [γνωμοδότηση για την πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο της μεταφοράς αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και την έξοδό τους (91/C 269/03) (ΕΕ 1991, C 269, σ. 10, σημείο 2.3.2)].
40 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την προπαρατεθείσα διάταξη Oliehandel Koeweit κ.λπ. (σκέψη 102).
41 – Προπαρατεθείσα απόφαση ASA (σκέψη 44).
42 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-228/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. I-1439, σκέψη 36).
43 – Συμμερίζομαι επίσης την άποψη της Επιτροπής ότι η ανάλυση αυτή δεν θα πρέπει να αχθεί μέχρι του σημείου να απαγορευθεί στην αρμόδια αρχή αποστολής, στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να επιστρέφει τον φάκελο στον κοινοποιούντα στην περίπτωση που το έγγραφο παρακολουθήσεως πάσχει κάποιο τυπικό ελάττωμα λόγω του οποίου το σχέδιο δεν θα μπορούσε να εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές, όπως είναι η έλλειψη υπογραφής ή ορισμένων στοιχείων που πρέπει να μνημονεύονται υποχρεωτικά. Εξάλλου, ούτε τα άρθρα 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού ούτε καμία άλλη διάταξη του κανονισμού αυτού δεν προβλέπουν εντός ποιας προθεσμίας η αρμόδια αρχή αποστολής πρέπει να προβεί στην εν λόγω διαβίβαση. Κλίνω προς την άποψη ότι, ενόψει της διαδικασίας που προβλέπει ο κανονισμός, η εν λόγω αρχή πρέπει να προβεί στη διαβίβαση αυτή εντός σύντομης προθεσμίας από της λήψεως του εγγράφου παρακολουθήσεως και ότι, εν πάση περιπτώσει, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει την προθεσμία που χορηγείται στην αρμόδια αρχή προορισμού από τα άρθρα 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού προκειμένου να λάβει θέση επί της σχεδιαζόμενης μεταφοράς.
Full & Egal Universal Law Academy