Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινό Δασμολόγιο - Τελωνειακή ατέλεια κατά την εισαγωγή - Καθεστώς επανεισαγομένων εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας - Εισαγωγή παράγωγων προϊόντων που μπορούν να υπαχθούν στο εν λόγω καθεστώς - Αδυναμία του εισαγωγέα να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων δασμών - Υποχρέωση των τελωνειακών αρχών να προσφύγουν στη διαδικασία διοικητικής συνεργασίας για να λάβουν τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρα 15 και 187· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρα 611 § 2, στοιχ. β_, 613 και 848)
Περίληψη
$$Το άρθρο 187, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, προβλέπει τη δυνατότητα επανεισαγωγής, με απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς, των παράγωγων προϊόντων που αρχικά εξήχθησαν ή επανεξήχθησαν υπό το καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
Το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, κατά το οποίο «το ποσό των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν ένας εισαγωγέας απέδειξε ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι παράγωγα προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 848 του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, αλλά του είναι αδύνατο να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων δασμών, οι τελωνειακές αρχές στις οποίες απευθύνεται η διασάφηση πρέπει να εφαρμόσουν τη διαδικασία τελωνειακής συνεργασίας των άρθρων 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, και 613 του κανονισμού 2454/93. Οι αρχές αυτές πρέπει να απευθυνθούν στο γραφείο ελέγχου μέσω του εντύπου INF 1, προκειμένου να τους γνωστοποιήσει το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών.
Το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα, σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο, δεν έρχεται σε αντίθεση με την εν λόγω διαδικασία.
( βλ. σκέψεις 35-36 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-56/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
IHW Rebmann GmbH
και
Hauptzollamt Weiden,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann και A. Rosas (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruíz-Jarabo Colomer
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η IHW Rebmann GmbH, εκπροσωπούμενη από τον H. Glashoff, Steuerberater,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. C. Schieferer και R. Tricot,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της IHW Rebmann GmbH και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2003,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 22ας Ιανουαρίου 2002, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Φεβρουαρίου 2002, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της IHW Rebmann GmbH (στο εξής: Rebmann) και του Hauptzollamt Weiden σχετικά με τους δασμούς που οφείλονται κατά την επανεισαγωγή στην Κοινότητα παράγωγων προϊόντων ως επανεισαγομένων εμπορευμάτων.
Το νομικό πλαίσιο
3 Υπάρχει τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, υπό την έννοια του άρθρου 114 του τελωνειακού κώδικα, όταν μη κοινοτικά εμπορεύματα που πρόκειται να επανεξαχθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας υποβάλλονται, στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, σε μία ή περισσότερες εργασίες τελειοποιήσεως. Τα προϊόντα που προκύπτουν από εργασίες τελειοποιήσεως καλούνται «παράγωγα προϊόντα».
4 Ο επιθυμών να πραγματοποιήσει εργασίες τελειοποιήσεως πρέπει να ζητήσει σχετική άδεια. Οι τελωνειακές αρχές τάσσουν προθεσμία κατά τη λήξη της οποίας πρέπει να έχει επανεξαγάγει τα παράγωγα προϊόντα. Ο κάτοχος της άδειας μπορεί, επίσης, να ορίσει νέο τελωνειακό προορισμό για τα παράγωγα προϊόντα και, μεταξύ άλλων, να τα θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα καταβάλλοντας τους δασμούς επί των εμπορευμάτων που εισήχθησαν και τέθηκαν υπό το καθεστώς της τελειοποιήσεως για επανεξαγωγή.
5 Τα κοινοτικά εμπορεύματα τα οποία εξήχθησαν και πρόκειται να επανεισαχθούν στην Κοινότητα καλούνται «επανεισαγόμενα εμπορεύματα». Κατά τα άρθρα 185 και 186 του τελωνειακού κώδικα, μπορούν να επανεισαχθούν εντός τριών ετών, οπότε απαλλάσσονται από εισαγωγικούς δασμούς.
6 Κατά το άρθρο 187, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, τα παράγωγα προϊόντα που αρχικά εξήχθησαν ή επανεξήχθησαν υπό καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή μπορούν επίσης να ενταχθούν στο καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων και να επανεισαχθούν, απαλλασσόμενα από εισαγωγικούς δασμούς. Η απαλλαγή αφορά, πάντως, μόνον το τμήμα της αξίας του προϊόντος που αντιστοιχεί στην τελειοποίηση προς επανεξαγωγή που πραγματοποιείται εντός της Κοινότητας, ενώ για το τμήμα της αξίας του προϊόντος που αντιστοιχεί στα εισαγόμενα εμπορεύματα που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του προϊόντος αυτού απαιτείται η καταβολή εισαγωγικών δασμών. Συναφώς, το εν λόγω άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, έχει ως εξής:
«Το ποσό των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, η δε ημερομηνία επανεξαγωγής των παράγωγων προϊόντων θεωρείται ως ημερομηνία διάθεσης σε ελεύθερη κυκλοφορία.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 62, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, η γραπτή διασάφηση για τη θέση των εμπορευμάτων υπό τελωνειακό καθεστώς πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το καθεστώς αυτό. Το εν λόγω άρθρο 62, παράγραφος 2, προβλέπει ότι στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων.
8 Ορισμένες διατάξεις, πάντως, αναθέτουν στις τελωνειακές αρχές συγκεκριμένο ρόλο ως προς τη συγκέντρωση των στοιχείων που απαιτούνται για τη λήψη της αποφάσεώς τους. Έτσι, σε γενικές γραμμές, το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), προβλέπει ότι, «όταν το πρόσωπο που καταθέτει αίτηση για λήψη απόφασης δεν είναι σε θέση να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα για τη λήψη της απόφασης έγγραφα και στοιχεία, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να παρέχουν τα έγγραφα και τα στοιχεία που διαθέτουν».
9 Το άρθρο 611 του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο εντάσσεται στο σχετικό με τη διοικητική συνεργασία υποτμήμα, του τμήματος που αφορά τις διατάξεις εφαρμογής στο πλαίσιο του συστήματος αναστολής, του κεφαλαίου για την τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, προβλέπει την ύπαρξη δελτίου πληροφοριών που αποκαλείται «δελτίο INF 1». Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, το δελτίο αυτό χρησιμοποιείται «για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των παράγωγων προϊόντων ή των αρχικών εμπορευμάτων από τελωνείο διαφορετικό από το τελωνείο λήξης του καθεστώτος».
10 Το άρθρο 613, παράγραφοι 1, πρώτο εδάφιο, και 5, του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής:
«1. Όταν σύμφωνα με το άρθρο 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, ζητείται η ολική ή μερική θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των παράγωγων προϊόντων ή των αρχικών εμπορευμάτων, οι τελωνειακές αρχές που καλούνται να αποδεχθούν τη διασάφηση, ζητούν, χρησιμοποιώντας το δελτίο INF 1 που έχουν θεωρήσει οι ίδιες, από το τελωνείο ελέγχου να τους γνωστοποιήσει:
- στη θέση 9, στοιχείο α_, το ποσό των εισαγωγικών δασμών που πρέπει να εισπραχθεί κατ' εφαρμογή των άρθρων 121 ή 128, παράγραφος 4, του κώδικα,
- στη θέση 9, στοιχείο β_, το ποσό των εξισωτικών τόκων που πρέπει να εισπραχθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 589,
- την ποσότητα, τον κωδικό [Συνδυασμένης Ονοματολογίας] και την καταγωγή των προϊόντων εισαγωγής, τα οποία έχουν υπεισέλθει στην παραγωγή των παράγωγων προϊόντων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία.
[...]
5. Το τελωνείο ελέγχου στο οποίο απευθύνεται το δελτίο INF 1 παρέχει τις πληροφορίες που ζητούνται στις θέσεις 8, 9 και 10 αυτού, το θεωρεί, φυλάσσει ένα αντίγραφο και επιστρέφει το πρωτότυπο. Ωστόσο, δεν είναι υποχρεωμένο να παράσχει τις πληροφορίες αυτές μετά τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται για την τήρηση των αρχείων του.»
11 Το έντυπο του δελτίου INF 1, υπόδειγμα του οποίου περιέχεται στο παράρτημα 82 του κανονισμού εφαρμογής, περιέχει ορισμένους χώρους προς συμπλήρωση. Μεταξύ αυτών:
- ο χώρος υπ' αριθ. 8 τιτλοφορείται «στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή των ειδικών μέτρων εμπορικής πολιτικής»·
- ο χώρος υπ' αριθ. 9 υποδιαιρείται σε τέσσερα τμήματα που προσδιορίζονται με τα στοιχεία α_ έως δ_, εκ των οποίων τα τρία πρώτα προορίζονται για τις ενδείξεις σχετικά με τους δασμούς, τους φόρους ισοδυνάμου αποτελέσματος και τις λοιπές επιβαρύνσεις, αντιστοίχως, το δε τελευταίο προορίζεται για την ένδειξη του νομίσματος στο οποίο εκφράζονται τα ποσά αυτά·
- στον χώρο υπ' αριθ. 10 πρέπει να αναφέρεται η ενδεχόμενη εφαρμογή των ειδικών μέτρων κοινής εμπορικής πολιτικής.
12 Το άρθρο 848, παράγραφοι 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, και 3, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«1. Μπορούν να γίνουν δεκτά ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα:
- αφενός, τα εμπορεύματα για τα οποία, [προς στήριξη της διασάφησης ως προς τη θέση τους] σε ελεύθερη κυκλοφορία, προσκομίζεται:
α) είτε το αντίτυπο του παραστατικού εξαγωγής που παραδίδεται στον εξαγωγέα από τις τελωνειακές αρχές ή αντίγραφο του εγγράφου αυτού επικυρωμένο από τις εν λόγω αρχές,
β) είτε το δελτίο πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 850.
Όταν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους επανεισαγωγής είναι σε θέση να διαπιστώσουν, με τα αποδεικτικά μέσα τα οποία διαθέτουν ή τα οποία δύνανται να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο, ότι τα εμπορεύματα για τα οποία κατατίθεται διασάφηση θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι τα εμπορεύματα που εξήχθησαν αρχικά εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και ότι αυτά πληρούσαν κατά τον χρόνο εξαγωγής τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αποδοχή αυτών ως επανεισαγόμενων εμπορευμάτων, δεν απαιτούνται τα έγγραφα που αναφέρονται στα στοιχεία α_ και β_·
[...]
3. Κάθε φορά που το κρίνουν αναγκαίο, οι τελωνειακές αρχές του τελωνείου επανεισαγωγής μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει, κυρίως για την εξακρίβωση της ταυτότητας των επανεισαγόμενων εμπορευμάτων, συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.»
13 Το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα, σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο, έχει ως εξής:
«Κάθε πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα ή [παρεχόμενη] υπό τύπο εμπιστευτικό καλύπτεται από το επαγγελματικό απόρρητο και δεν ανακοινώνεται από τις τελωνειακές αρχές χωρίς τη ρητή άδεια του προσώπου ή της αρχής που έχει παράσχει την πληροφορία αυτή. Η διαβίβαση πληροφοριών επιτρέπεται εφόσον οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται ή δικαιούνται να το πράξουν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, ιδίως στον τομέα της προστασίας των στοιχείων ή στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14 Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 13ης Δεκεμβρίου 1994 και της 17ης Μαρτίου 1995, η Rebmann διασάφησε 20 φορτία από τη Δημοκρατία της Τσεχίας για 158 συνολικώς νέα επιβατηγά αυτοκίνητα συγκεκριμένης μάρκας και συγκεκριμένου τύπου, με προέλευση τη Γερμανία, ως επανεισαγόμενα παράγωγα προϊόντα που επρόκειτο να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Για κάθε φορτίο υπέβαλε διασάφηση επανεισαγομένων εμπορευμάτων καθώς και τιμολόγιο με μνεία του γερμανικού τελωνείου για την εξαγωγή.
15 Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι τα αυτοκίνητα αυτά δεν προέρχονταν εξ ολοκλήρου από την Κοινότητα, αλλά είχαν υποβληθεί εντός αυτής σε τελειοποίηση προς επανεξαγωγή. Ελλείψει εγγράφων που να παρείχαν τη δυνατότητα καθορισμού του τμήματος της αξίας των προϊόντων αυτών, που αντιστοιχούσε στην τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, ζήτησαν την καταβολή των εισαγωγικών δασμών για το σύνολο της αξίας τους.
16 Η Rebmann διαμαρτυρήθηκε ισχυριζόμενη ότι δεν έπρεπε να υπολογιστούν δασμοί για το τμήμα της αξίας των αυτοκινήτων αυτών που αντιστοιχούσε στην τελειοποίηση για επανεξαγωγή, εφόσον επρόκειτο για παράγωγα προϊόντα που μπορούσαν να υποβληθούν στο καθεστώς των επανεισαγομένων προϊόντων. Εφόσον δεν είχε προβεί η ίδια στην τελειοποίηση για επανεξαγωγή, δεν διέθετε τη «βάση του υπολογισμού» που θα της επέτρεπε να αξιολογήσει τις κοινοτικές συνιστώσες. Ζήτησε από τις τελωνειακές αρχές να προμηθευτούν τα απαραίτητα πληροφοριακά στοιχεία από το γραφείο ελέγχου.
17 Οι τελωνειακές αρχές, ωστόσο, δεν δέχθηκαν το αίτημα αυτό για τον λόγο, αφενός, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 62 του τελωνειακού κώδικα, ο εισαγωγέας οφείλει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ισχύοντος τελωνειακού καθεστώτος και, αφετέρου, ότι, κατά το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του κώδικα αυτού, οι νομίμως οφειλόμενοι εισαγωγικοί δασμοί προσδιορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή για τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που περιέχονται στα παράγωγα προϊόντα. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι το άρθρο 15 του εν λόγω κώδικα, σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο, αντέκειτο στην εκ μέρους τους αποκάλυψη, χωρίς τη συναίνεση του εξαγωγέα, του ποσού των δασμών για το τμήμα της αξίας των επανεισαγομένων εμπορευμάτων που αντιστοιχούσε στην τελειοποίηση προς επανεξαγωγή.
18 Στο πλαίσιο της αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του Bundesfinanzhof, η Rebmann υποστηρίζει ότι αρκεί να αποδείξει ότι ένα εισαγόμενο προϊόν είναι παράγωγο προϊόν που έχει υποβληθεί σε τελειοποίηση προς επανεξαγωγή. Σύμφωνα με το άρθρο 613 του κανονισμού εφαρμογής, εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές να προσδιορίσουν το ποσό των οφειλομένων δασμών, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που τους έχει προσκομίσει ο εξαγωγέας των παράγωγων προϊόντων.
19 Με τη διάταξη περί παραπομπής, το Bundesfinanzhof εκφράζει τις αμφιβολίες του ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων που επικαλούνται οι τελωνειακές αρχές και ως προς τη δυνατότητα εισπράξεως δασμών για το τμήμα της αξίας των επανεισαγομένων προϊόντων που αντιστοιχεί στην τελειοποίηση προς επανεξαγωγή.
20 Εκτιμά ότι η παραπομπή του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα στους κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή μπορεί να ερμηνευθεί ως μη περιοριζόμενη στους κανόνες για τον προσδιορισμό των εισαγωγικών δασμών, αλλά ως εκτεινόμενη επίσης στις διαδικασίες που αφορούν τον τρόπο καθορισμού των δασμών. Κατά την ερμηνεία αυτή, το τελωνειακό γραφείο από το οποίο ζητείται η θέση των επανεισαγομένων παράγωγων προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία υποχρεούται, κατά το άρθρο 613, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, να ζητήσει από το γραφείο ελέγχου, χρησιμοποιώντας το δελτίο INF 1, να του γνωστοποιήσει τα στοιχεία που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, προκειμένου να καταστεί δυνατός βάσει αυτών ο υπολογισμός των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών, κατά το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα. Το άρθρο 2 του κανονισμού εφαρμογής επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή. Το Bundesfinanzhof επισημαίνει, εντούτοις, ότι μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα θα μπορούσε να έρθει σε σύγκρουση με το άρθρο 15 του ίδιου κώδικα σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο.
21 Επιπλέον, το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι, από απόψεως τελωνειακού δικαίου, ουδόλως δικαιολογείται η εφαρμογή διαφορετικής διαδικασίας για τα παράγωγα προϊόντα τα οποία διασαφήθηκαν προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία είτε αμέσως μετά τη λήξη του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή είτε μετά την εφαρμογή προσωρινού τελωνειακού καθεστώτος, αφενός, και για τα παράγωγα προϊόντα τα οποία διασαφήθηκαν προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία κατόπιν επανεισαγωγής ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα, αφετέρου. Συγκεκριμένα, ενώ στην πρώτη περίπτωση η συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών αρχών προβλέπεται ρητώς από τα άρθρα 610 έως 615 του κανονισμού εφαρμογής, στη δεύτερη περίπτωση, η συνεργασία αυτή δεν είναι νόμιμη, κατά τη στενή ερμηνεία του άρθρου 187 του τελωνειακού κώδικα. Το Bundesfinanzhof επισημαίνει συναφώς ότι, σε αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, μπορεί εξίσου να θιγεί το συμφέρον του δικαιούχου του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, εφόσον δεν προβαίνει ο ίδιος, αλλά τρίτος, στη διασάφηση των παράγωγων προϊόντων προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Περαιτέρω, ο φόρτος εργασίας που συνεπάγεται η αίτηση προς τις τελωνειακές αρχές, μέσω του δελτίου INF 1, για την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών είναι ο ίδιος σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, την έννοια ότι, κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία παράγωγων προϊόντων, τα οποία διασαφούνται ως επανεισαγόμενα, πρέπει να δηλώνονται και να αποδεικνύονται τα αναγκαία για τον υπολογισμό των εκ του νόμου οφειλομένων εισαγωγικών δασμών πραγματικά περιστατικά ή ότι οι τελωνειακές αρχές στις οποίες απευθύνεται η διασάφηση πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να απευθύνονται για τον σκοπό αυτό στο γραφείο ελέγχου, μέσω του δελτίου INF 1, κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 613 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως ίσχυε μέχρι τις 30 Ιουνίου 2001;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
23 Μόνον η Rebmann και η Επιτροπή υπέβαλαν παρατηρήσεις. Η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε, ωστόσο, σε διάφορες γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
24 Η Rebmann υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο εισαγωγέας δεν οφείλει να αποδείξει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών και ότι οι δασμοί αυτοί μπορούν να προσδιοριστούν από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 613 του κανονισμού εφαρμογής. Ισχυρίζεται ότι η ανάλυση αυτή ενισχύεται τόσο από το κείμενο του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα όσο και από το γεγονός ότι δεν δικαιολογείται η δασμολόγηση προϊόντων, μέρος της αξίας των οποίων αποδεδειγμένα αντιστοιχεί στην τελειοποίηση προς επανεξαγωγή.
25 Κατά τη Rebmann, το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα δεν έρχεται σε αντίθεση με τη λύση που προτείνει. Συγκεκριμένα, το γραφείο ελέχγου οφείλει απλώς να αναφέρει το ποσό των οφειλομένων δασμών στον χώρο υπ' αριθ. 9 του εντύπου INF 1. Η ένδειξη αυτή καθιστά άχρηστη την ένδειξη σχετικά με «την ποσότητα, τον κωδικό της [Συνδυασμένης Ονοματολογίας] και την καταγωγή των προϊόντων εισαγωγής, τα οποία έχουν υπεισέλθει στην παραγωγή των παράγωγων προϊόντων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία», η οποία προβλέπεται μεν στο άρθρο 613, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής, χωρίς όμως να προβλέπεται ειδικός χώρος γι' αυτή στο έντυπο INF 1. Κατά τη Rebmann, η ένδειξη και μόνον του ποσού των οφειλομένων δασμών δεν παρέχει στον επανεισαγωγέα στοιχεία ικανά να θίξουν τον δικαιούχο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
26 Αντιθέτως, η Επιτροπή εκτιμά ότι το κείμενο του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα είναι σαφές, υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή παραπέμπει μόνο στους κανόνες για τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών που ισχύουν στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή και όχι στις διαδικασίες συλλογής των στοιχείων που χρησιμεύουν ως βάση του υπολογισμού αυτού. Υπενθυμίζει τον τυπικό και διαδικαστικό χαρακτήρα του τελωνειακού δικαίου που είναι αναγκαίος για την ασφάλεια δικαίου στις σχέσεις μεταξύ της διοικήσεως και των υποκειμένων σε δασμούς. Κατά την άποψή της, έτσι δικαιολογείται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 62 του εν λόγω κώδικα, εναπόκειται στη Rebmann να αποδείξει όχι μόνον την ποιότητα των επανεισαγομένων εμπορευμάτων που αφορούν αυτοκίνητα, αλλά και το τμήμα της αξίας των αυτοκινήτων που αντιστοιχεί στην τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, επί της οποίας δεν πρέπει να εισπραχθεί κανένας δασμός κατά την επανεισαγωγή.
27 Η Επιτροπή τονίζει, επιπλέον, ότι τα στοιχεία που παρέχει ο εισαγωγέας είναι εμπιστευτικά και προστατεύονται από το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα.
28 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διαφοροποίησε τη θέση της και εξέθεσε ότι το τελωνειακό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη και του οικονομικού του χαρακτήρα. Δεδομένου ότι σκοπός του δικαίου αυτού είναι η προστασία των κοινοτικών παραγωγών έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες, δικαιολογείται η τήρηση του απορρήτου.
Απάντηση του Δικαστηρίου
29 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 187, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα επανεισαγωγής, με απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς, των παράγωγων προϊόντων που αρχικά εξήχθησαν ή επανεξήχθησαν υπό το καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, ουδόλως απαιτεί η επανεισαγωγή αυτή να γίνεται από τον κάτοχο της άδειας τελιοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
30 Ομοίως, το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, κατά το οποίο «το ποσό των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή», όπως ορθώς επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 41 και 42 των προτάσεών του, πρέπει να ερμηνεύεται ως παραπέμπον στο σύνολο των κανόνων που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, περιλαμβανομένων και των σχετικών με τη διοικητική συνεργασία. Συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν απαιτεί από τον επανεισαγωγέα των παράγωγων προϊόντων να παράσχει ο ίδιος, ανεξαρτήτως των περιστάσεων, όλα τα στοιχεία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων δασμών.
31 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το κείμενο του άρθρου 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού εφαρμογής, που προβλέπει τη χρησιμοποίηση του δελτίου INF 1 για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των παράγωγων προϊόντων ή των αρχικών εμπορευμάτων από τελωνείο διαφορετικό από το τελωνείο λήξης του καθεστώτος, χωρίς να εισάγει διάκριση ανάλογα με το αν ο υποβάλλων τη διασάφηση είναι ο κάτοχος της άδειας τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
32 Το άρθρο 62 του τελωνειακού κώδικα δεν έρχεται σε αντίθεση με μια τέτοια ερμηνεία. Ασφαλώς, η διάταξη αυτή επιτάσσει ότι η διασάφηση πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς υπό το οποίο τελούν τα εμπορεύματα. Συνεπώς, κατ' αρχήν εναπόκειται στον υποβάλλοντα τη διασάφηση να παράσχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολιογισμό των δασμών που οφείλονται για την επανεισαγωγή των παράγωγων προϊόντων ως επανεισαγομένων εμπορευμάτων. Εντούτοις, το άρθρο αυτό πρέπει οπωσδήποτε να εφαρμόζεται στο σύνολο των διατάξεων που διέπουν την τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, περιλαμβανομένων και των σχετικών με τη διοικητική συνεργασία.
33 Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 2 του κανονισμού εφαρμογής, γενική διάταξη κατά την οποία, όταν ο καταθέτων αίτηση για λήψη αποφάσεως δεν είναι σε θέση να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα για τη λήψη της αποφάσεως έγγραφα και στοιχεία, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να παρέχουν τα έγγραφα και τα στοιχεία που διαθέτουν.
34 Έτσι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία ο εισαγωγέας αποδεικνύει ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι παράγωγα προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 848 του κανονισμού εφαρμογής, αλλά του είναι αδύνατο να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων δασμών, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να εφαρμόσουν τη διαδικασία τελωνειακής συνεργασίας των άρθρων 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, και 613 του κανονισμού εφαρμογής.
35 Το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα δεν έρχεται σε αντίθεση με την εφαρμογή μιας τέτοιας διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα διαβιβάσεως πληροφοριακών στοιχείων, «εφόσον οι τελωνειακές αρχές υποχρεούνται ή δικαιούνται να το πράξουν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις». Αυτό ακριβώς μπορεί κατά μείζονα λόγο να συμβεί, όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 613 του κανονισμού εφαρμογής, το γραφείο ελέγχου στις τελωνειακές αρχές στις οποίες απευθύνεται η διασάφηση μέσω του εντύπου INF 1, όταν απλώς και μόνον απαιτείται η γνωστοποίηση του ποσού των νομίμως οφειλομένων δασμών.
36 Επομένως, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν ένας εισαγωγέας απέδειξε ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι παράγωγα προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 848 του κανονισμού εφαρμογής, αλλά του είναι αδύνατο να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων δασμών, οι τελωνειακές αρχές στις οποίες απευθύνεται η διασάφηση πρέπει να εφαρμόσουν τη διαδικασία τελωνειακής συνεργασίας των άρθρων 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, και 613 του κανονισμού εφαρμογής. Οι αρχές αυτές πρέπει να απευθυνθούν στο γραφείο ελέγχου μέσω του εντύπου INF 1, προκειμένου να τους γνωστοποίησει το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 22ας Ιανουαρίου 2002 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:
Το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν ένας εισαγωγέας απέδειξε ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι παράγωγα προϊόντα που υπόκεινται στο καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 848 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, αλλά του είναι αδύνατο να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό των νομίμως οφειλομένων δασμών, οι τελωνειακές αρχές στις οποίες απευθύνεται η διασάφηση πρέπει να εφαρμόσουν τη διαδικασία τελωνειακής συνεργασίας των άρθρων 611, παράγραφος 2, στοιχείο β_, και 613 του κανονισμού 2454/93. Οι αρχές αυτές πρέπει να απευθυνθούν στο γραφείο ελέγχου μέσω του εντύπου INF 1, προκειμένου να τους γνωστοποιήσει το ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών.
Full & Egal Universal Law Academy