Υπόθεση C-58/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 98/84/ΕΚ – Κοινωνία των πληροφοριών – Ραδιοφωνική μετάδοση – Υπηρεσίες που βασίζονται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους – Υπηρεσίες που συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους – Προστατευόμενες υπηρεσίες – Νομική προστασία – Συσκευές που παρέχουν τη δυνατότητα μη επιτρεπόμενης προσβάσεως»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 10ης Ιουλίου 2003 Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 7ης Ιανουαρίου 2004
Περίληψη της αποφάσεως
Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεση από τα κράτη μέλη – Μεταφορά οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη χωρίς λήψη νομοθετικού μέτρου – Προϋποθέσεις – Ύπαρξη γενικού νομικού πλαισίου που εγγυάται την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας
(Άρθρο 249, εδ. 3, ΕΚ· οδηγία 98/84 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)Η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας δεν απαιτεί, κατ' ανάγκην, την κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων αυτής σε ρητή και ειδική νομική διάταξη αλλά μπορεί να γίνει και σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό διασφαλίζει πράγματι, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας. Δεν ικανοποιεί την επιταγή αυτή μια εθνική κανονιστική ρύθμιση που δεν απαγορεύει όλες τις παράνομες δραστηριότητες που αναφέρει η οδηγία 98/84 σχετικά με τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους.βλ. σκέψεις 26, 28
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 7ης Ιανουαρίου 2004 (1)
Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 98/84/ΕΚ – Κοινωνία των πληροφοριών – Ραδιοφωνική μετάδοση – Υπηρεσίες που βασίζονται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους – Υπηρεσίες που συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους – Προστατευόμενες υπηρεσίες – Νομική προστασία – Συσκευές που παρέχουν τη δυνατότητα μη επιτρεπόμενης προσβάσεως
Στην υπόθεση C-58/02,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Valero Jordana και M. Shotter, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπουμένου από τον S. Ortiz Vaamonde, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την οδηγία 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 1998, για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους (EE L 320, σ. 54), ή, εν πάση περιπτώσει, μη έχοντας γνωστοποιήσει τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία·
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους P. Jann, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 1998, για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους (EE L 320, σ. 54, στο εξής: οδηγία), ή, εν πάση περιπτώσει, μη έχοντας γνωστοποιήσει τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Σκοπός της οδηγίας, κατά το άρθρο της 1, είναι η προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα μέτρα κατά των παράνομων συσκευών που παρέχουν μη επιτρεπόμενη πρόσβαση σε προστατευόμενες υπηρεσίες.
3 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας, προστατευόμενη υπηρεσία είναι μία από τις ακόλουθες υπηρεσίες, όταν η παροχή της γίνεται έναντι αμοιβής και βάσει πρόσβασης υπό όρους:
─ τηλεοπτική μετάδοση, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ, τηλεοπτική μετάδοση, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ,
─ ραδιοφωνική μετάδοση, δηλαδή η ενσύρματη ή ασύρματη μετάδοση, συμπεριλαμβανομένης της δορυφορικής, ραδιοφωνικών προγραμμάτων για το κοινό, ραδιοφωνική μετάδοση, δηλαδή η ενσύρματη ή ασύρματη μετάδοση, συμπεριλαμβανομένης της δορυφορικής, ραδιοφωνικών προγραμμάτων για το κοινό,
─ οι υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών [...], οι υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών [...],
ή η παροχή πρόσβασης υπό όρους στις προαναφερθείσες υπηρεσίες, θεωρούμενη ως ανεξάρτητη υπηρεσία.
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει τα εξής: Τα κράτη μέλη απαγορεύουν στο έδαφός τους όλες τις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) κατασκευή, εισαγωγή, διανομή, πώληση, εκμίσθωση ή κατοχή παράνομων συσκευών για εμπορικούς σκοπούς·
β) εγκατάσταση, συντήρηση ή αντικατάσταση παράνομων συσκευών για εμπορικούς σκοπούς·
γ) χρησιμοποίηση εμπορικών επικοινωνιών για την προώθηση των παράνομων συσκευών.
5 Για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή παρόμοιων απαγορεύσεων, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη επιβάλλουν κυρώσεις αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και ανάλογες των δυνητικών επιπτώσεων της παράνομης δραστηριότητας.
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει ως εξής: Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι φορείς παροχής προστατευόμενων υπηρεσιών, τα συμφέροντα των οποίων θίγονται από παράνομη δραστηριότητα, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4, η οποία διεξάγεται στο έδαφός τους, να έχουν στη διάθεσή τους τα κατάλληλα μέσα αποκατάστασης, και, ιδίως, να μπορούν να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης και να επιτύχουν την έκδοση προσωρινής διαταγής ή τη λήψη άλλων ασφαλιστικών μέτρων, και, ενδεχομένως, να ζητήσουν την απόσυρση των παράνομων συσκευών από την εμπορική κυκλοφορία.
7 Το άρθρο 6 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 28 Μαΐου 2000. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύουν την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
8 Το άρθρο 270 του ισπανικού ποινικού κώδικα (στο εξής: ποινικός κώδικας) έχει ως εξής: Όποιος, με κερδοσκοπικό σκοπό και εις βάρος τρίτου, αναπαράγει, αντιγράφει, διανέμει ή θέτει σε κυκλοφορία δημοσίως το σύνολο ή μέρος λογοτεχνικού, καλλιτεχνικού ή επιστημονικού έργου ή τη διασκευή του, τη μετάφρασή του ή την καλλιτεχνική του εκτέλεση, ανεξαρτήτως του φορέα ή του μέσου μεταδόσεως, χωρίς την άδεια των αντίστοιχων δικαιούχων ή των εκμεταλλευομένων τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών έως δύο ετών ή με ποινή 6 έως 24 μηνών.[...]Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος παρασκευάζει ή θέτει σε κυκλοφορία ή κατέχει οποιοδήποτε μέσο που προορίζεται να διευκολύνει τη χωρίς άδεια αφαίρεση ή εξουδετέρωση τεχνικού συστήματος που προστατεύει πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή.
9 Το άρθρο 248, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα έχει ως εξής: Ομοίως, θεωρείται ένοχος απάτης όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος και επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή ή με οποιονδήποτε παρόμοιο τρόπο, καταφέρνει να μεταβιβάσει χωρίς άδεια όλα τα περιουσιακά στοιχεία εις βάρος τρίτου.
10 Το άρθρο 255 του ποινικού κώδικα έχει ως εξής: Τιμωρείται με ποινή τριών έως δώδεκα μηνών όποιος διαπράττει απάτη για αξία ανώτερη από πενήντα χιλιάδες ESP, χρησιμοποιώντας ηλεκτρική ενέργεια, υγραέριο, νερό, τηλεπικοινωνίες ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, ενέργεια ή υγρό στοιχείο που ανήκει σε άλλον με ένα από τα ακόλουθα μέσα:
1) Χρησιμοποιώντας συσκευή που έχει εγκατασταθεί προς εξαπάτηση·
2) Νοθεύοντας παρανόμως τις αναλυτικές καταστάσεις ή παραποιώντας τους μετρητές·
3) Χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε άλλο παράνομο μέσο.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Δεδομένου ότι η ταχθείσα προθεσμία για τη λήψη των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε χωρίς τα μέτρα αυτά να της έχουν κοινοποιηθεί, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 8 Αυγούστου 2000, έγγραφο οχλήσεως προς το Βασίλειο της Ισπανίας. Με την από 7 Νοεμβρίου 2000 απάντησή τους, οι ισπανικές αρχές επισήμαναν ότι η οδηγία αυτή θα μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη μέσω της τροποποιήσεως του ποινικού κώδικα και ότι οι εργασίες για τη μεταφορά της καθυστέρησαν λόγω των εκλογών του Μαρτίου του 2000 και του συνακόλουθου υπουργικού ανασχηματισμού.
12 Με έγγραφο της 26ης Ιουλίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο της Ισπανίας αιτιολογημένη γνώμη καταλήγοντας ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία ή, εν πάση περιπτώσει, μη έχοντας γνωστοποιήσει τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής. Με την αιτιολογημένη γνώμη κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει να αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
13 Με την από 1ης Οκτωβρίου 2001 απάντησή τους στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, οι ισπανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή αντίγραφο του προσχεδίου του οργανικού νόμου για την αναθεώρηση του ποινικού κώδικα, που είχε μεταξύ άλλων ως αντικείμενο τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή δεν έλαβε καμία ανακοίνωση εκ μέρους της Ισπανικής Κυβερνήσεως ως προς την πρόοδο των νομοθετικών εργασιών.
14 Εκτιμώντας ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έθεσε τέρμα στην παράβασή του, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της παραβάσεως
15 Η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο της Ισπανίας ότι δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία, καθότι δεν θέσπισε τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή, τουλάχιστον, δεν ενημέρωσε την Επιτροπή για τη θέσπιση των διατάξεων αυτών.
16 Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το προσχέδιο του οργανικού νόμου για την αναθεώρηση του ποινικού κώδικα, το οποίο επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη τον ορισμό των δραστηριοτήτων που περιγράφονται στην οδηγία, καταρτίστηκε και εξετάστηκε από τις αρμόδιες αρχές και, δεύτερον, ότι η ισχύουσα ισπανική νομοθεσία προβλέπει κυρώσεις για να διασφαλιστεί η απαιτούμενη από την οδηγία προστασία.
17 Η εν λόγω κυβέρνηση θεωρεί συναφώς ότι τα άρθρα 248, παράγραφος 2, 255 και 270 του ποινικού κώδικα εξασφαλίζουν τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση των απαγορευομένων από το άρθρο 4 της οδηγίας δραστηριοτήτων. Επιπλέον, τα άρθρα 28 και 29 του ποινικού κώδικα εφαρμόζονται γενικώς στην περίπτωση προσώπου που αποκαλύπτει δημοσίως τον τόπο όπου μπορούν να βρεθούν το πρόγραμμα και τα αναγκαία μέσα για να αποκωδικοποιηθεί παρανόμως το σήμα μεταδόσεως. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει, ακόμη, ότι το άρθρο 127 του ίδιου κώδικα προβλέπει συμπληρωματικώς τη δήμευση των μέσων με τα οποία διαπράχθηκε η παράβαση. Ομοίως, τα άρθρα 721 έως 747 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπουν τη λήψη συντηρητικών μέτρων και τα άρθρα 334 επ. του κώδικα ποινικής δικονομίας επιτρέπουν την κατάσχεση και τη συντηρητική κατάσχεση των μέσων και των αντικειμένων που έχουν σχέση με την παράβαση. Τέλος, το άρθρο 1902 του αστικού κώδικα, το οποίο αφορά την αστική ευθύνη, εφαρμόζεται στον χρήστη που χρησιμοποιεί παρανόμως υπηρεσίες που στηρίζονται στην υπό όρους πρόσβαση ή σε πρόσωπο που καταρτίζει ή θέτει σε λειτουργία λογισμικό με σκοπό να αποφύγει τα τεχνολογικά μέσα που αποβλέπουν στην προστασία της υπηρεσίας από μη επιτρεπόμενη χρήση.
18 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η κατάρτιση προσχεδίου οργανικού νόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρο και επαρκές μέτρο για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Προσθέτει ότι οι διατάξεις που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση είναι σαφώς ανεπαρκείς για να εξασφαλίσουν την ορθή και πλήρη μεταφορά των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας στην ισπανική έννομη τάξη, καθότι, κατά μείζονα λόγο, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα εμποδίζει την εφαρμογή των ποινικών νόμωνσε περιπτώσεις πλην αυτών που ρητά προβλέπουν.
19 Όσον αφορά το άρθρο 270 του ποινικού κώδικα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι αφορά την πνευματική ιδιοκτησία, ενώ το συμφέρον στην προστασία του οποίου αποβλέπει η οδηγία είναι το συμφέρον των παρεχόντων τις υπηρεσίες που στηρίζονται σε υπό όρους πρόσβαση να αμείβονται για τις εν λόγω παροχές υπηρεσιών. Όσον αφορά το έγκλημα της απάτης με υπολογιστή που προβλέπει το άρθρο 248, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτό προϋποθέτει τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων χωρίς άδεια εις βάρος τρίτου, ενώ η οδηγία αφορά την κατασκευή, την εισαγωγή, τη διανομή, την πώληση, την εκμίσθωση ή την κατοχή για εμπορικούς σκοπούς παράνομων συσκευών και τη χρησιμοποίηση εμπορικών ανακοινώσεων για την προώθησή τους. Όσον αφορά το άρθρο 255 του ποινικού κώδικα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι έχει εφαρμογή στις κλοπές που πραγματοποιούνται με απάτη για ιδιωτικούς σκοπούς, ενώ η οδηγία αφορά τις παραβάσεις εμπορικού χαρακτήρα.
20 Αναφορικά με τις διατάξεις που μνημονεύει συμπληρωματικώς η Ισπανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι με καμία από αυτές δεν μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίσουν μέτρα προς εξασφάλιση της εξετάσεως του αιτήματος των προμηθευτών προστατευόμενων υπηρεσιών για την εξάλειψη των παράνομων συσκευών από τα εμπορικά κυκλώματα.
21 Για να στηρίξει την επιχειρηματολογία της, κατά την οποία το ισπανικό δίκαιο περιλαμβάνει διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλείται επίσης δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν από δύο διαφορετικά δικαστήρια προς κολασμό των παραβάσεων που απαγορεύει η οδηγία. Πρόκειται αφενός για την απόφαση του Juzgado de lo Penal αριθ. 1 της Κόρδοβα (Ισπανία), της 11ης Φεβρουαρίου 2002, με την οποία η διανομή πειρατικών καρτών εις βάρος της εταιρίας Canal Satélite Digital SL χαρακτηρίστηκε ως πλημμέλημα απάτης και προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας για τα οποία ο δράστης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης και σε πρόστιμο, ενώ υποχρεώθηκε επίσης να αποζημιώσει την εν λόγω εταιρία. Επικαλείται αφετέρου την απόφαση του Juzgado de lo Penal αριθ. 9 της Βαρκελώνης (Ισπανία), με την οποία χαρακτηρίστηκε ως απάτη η πώληση σε τρίτους πειρατικών καρτών που παρείχαν τη δυνατότητα αποκωδικοποιήσεως, χωρίς άδεια, του σήματος ενός φορέα καλωδιακής τηλεοράσεως.
22 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η απορρέουσα από τον ποινικό κώδικα προστασία του παρέχοντος υπηρεσίες που στηρίζονται σε υπό όρους πρόσβαση είναι ακόμη αποτελεσματικότερη σε σχέση με αυτή που απαιτεί η οδηγία, η δε εισαγωγή νέων εγκλημάτων στον ποινικό κώδικα θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγχυση.
23 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω αποφάσεις αφενός αντανακλούν μεμονωμένες και περιορισμένες περιπτώσεις και αφετέρου αφορούν αποκλειστικά το αν το άρθρο 248, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα τυγχάνει εφαρμογής στην πώληση ή τη διανομή μη εγκεκριμένων καρτών αποκωδικοποιήσεως ή πειρατικών καρτών, παραβάσεις που χαρακτηρίζονται ως απάτη. Επιπλέον, δεν υπάρχει νομολογία του Tribunal Supremo (Ισπανία) που να επιβεβαιώνει την ερμηνεία της Ισπανικής Κυβερνήσεως ως προς την εθνική έννομη τάξη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
24 Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, οι δύο δικαστικές αποφάσεις που αυτή επικαλείται δεν μπορούν να αποτελέσουν αυτές καθεαυτές απόδειξη της μεταφοράς της οδηγίας στην ισπανική έννομη τάξη.
25 Όπως επισήμανε η Επιτροπή, πρόκειται για αποφάσεις που αντανακλούν μεμονωμένες και περιορισμένες περιπτώσεις και αφορούν αποκλειστικά το αν το άρθρο 248, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα τυγχάνει εφαρμογής στην πώληση και τη διανομή μη εγκεκριμένων καρτών αποκωδικοποιήσεως. Ακόμη και αν οι αποφάσεις προέρχονταν από το ανώτατο δικαστήριο, θα ήταν εν πάση περιπτώσει αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η ισπανική έννομη τάξη περιλαμβάνει διατάξεις που παρέχουν τη δυνατότητα υλοποιήσεως των στόχων της οδηγίας, απαγορεύοντας όλες τις δραστηριότητες που προβλέπει, μεταξύ άλλων, το άρθρο της 4.
26 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει βεβαίως κρίνει ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας δεν απαιτεί, κατ' ανάγκην, την κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων αυτής σε ρητή και ειδική νομική διάταξη, αλλά μπορεί να γίνει και σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό διασφαλίζει πράγματι, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23, της 8ης Ιουλίου 1987, 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1987, σ. 3029, σκέψη 9, και της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-217/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-5087, σκέψη 31).
27 Όσον αφορά τις διατάξεις που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση, αρκεί η διαπίστωση ότι το άρθρο 270 του ποινικού κώδικα αφορά αποκλειστικά την προσβολή των δικαιωμάτων του κατόχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ η οδηγία δεν αφορά την εν λόγω προσβολή, αλλά τις παράνομες συσκευές. Το άρθρο 248 του εν λόγω κώδικα απαιτεί τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, ενώ η οδηγία αφορά μόνον την κατοχή των εν λόγω συσκευών. Το άρθρο 255 του ίδιου κώδικα αφορά τις περιπτώσεις απάτης ενώ η οδηγία απαγορεύει αντικειμενικές συμπεριφορές. Ομοίως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, η προώθηση παράνομων συσκευών πρέπει να απαγορεύεται από τα κράτη μέλη, αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει στο ισπανικό δίκαιο. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, οι διατάξεις του αστικού και του ποινικού κώδικα καθώς και του κώδικα πολιτικής και ποινικής δικονομίας, τις οποίες επικαλείται συμπληρωματικώς η Ισπανική Κυβέρνηση, δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη αυτή.
28 Συνεπώς, η ισπανική κανονιστική ρύθμιση δεν απαγορεύει όλες τις παράνομες δραστηριότητες που αναφέρει η οδηγία και οι διατάξεις που επικαλείται η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την ορθή και πλήρη μεταφορά των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας στην ισπανική έννομη τάξη. Ακόμη και αν το ποινικό δίκαιο ερμηνευθεί σύμφωνα με την οδηγία, τα κενά και οι ελλείψεις που επισημαίνει η Επιτροπή δεν μπορούν να καλυφθούν χωρίς να παραβιαστούν οι αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, καθότι οι ελλείψεις αυτές εμποδίζουν τον κολασμό συμπεριφορών που δεν καθορίζονται ρητά και δεν χαρακτηρίζονται σαφώς ως παραβάσεις του ποινικού κώδικα.
29 Επιπλέον, όπως επίσης επισήμανε η Επιτροπή, η κατάρτιση προσχεδίου οργανικού νόμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρο και επαρκές μέτρο μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
30 Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα και το τελευταίο ηττήθηκε, το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 1998, για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Jann
Edward
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Ιανουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy