Υπόθεση C-145/02
Land Nordrhein-Westfalen
κατά
Denkavit Futtermittel GmbH
(αίτηση του Bundesverwaltungsgericht για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Οδηγία 70/524/ΕΟΚ – Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ – Πρόσθετες ύλες – Εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων όσον αφορά την περιεκτικότητα των ζωοτροφών σε βιταμίνη D – Ρύθμιση κράτους μέλους που απαγορεύει την εισαγωγή ζωοτροφών που παράγονται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος και των οποίων η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στο πρώτο κράτος μέλος περιεκτικότητα»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 4ης Μαρτίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 13ης Ιανουαρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Πρόσθετες ύλες στη διατροφή των ζώων – Οδηγία 70/524 – Περιεκτικότητα σε βιταμίνες – Εθνική κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα την εμπορία συμπληρωματικής ζωοτροφής που παράγεται σύμφωνα με τη γενική διάταξη, αλλά παρουσιάζει περιεκτικότητα σε βιταμίνη D3 υπερβαίνουσα την καθοριζόμενη στο οικείο κράτος μέλος – Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 70/524 του Συμβουλίου, άρθρα 12 §§ 1 και 2, και 19)
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 70/524, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, προβλέπει, κατά κανόνα, ότι οι συμπληρωματικές ζωοτροφές δεν επιτρέπεται να περιέχουν, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως, πρόσθετες ύλες σε περιεκτικότητα ανώτερη εκείνης που καθορίζεται για τις πλήρεις ζωοτροφές, ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι οι περιεκτικότητες των συμπληρωματικών ζωοτροφών σε βιταμίνη D μπορούν να υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες μέγιστες περιεκτικότητες για τις πλήρεις ζωοτροφές. Κατά το άρθρο 19 της οδηγίας, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της οδηγίας να υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς εμπορίας που προβλέπονται στην ίδια αυτή οδηγία.
Ούτε από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας ούτε από τα συμφραζόμενα ούτε από τον σκοπό της διατάξεως αυτής μπορεί να συναχθεί συναφώς ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της δυνατότητας θεσπίσεως νομοθετικών κανόνων την οποία του παρέχει η διάταξη αυτή του επιτρέπει να απαγορεύσει την εισαγωγή συμπληρωματικής ζωοτροφής που διατίθεται στην αγορά άλλου κράτους μέλους δυνάμει της παραγράφου 1 του ίδιου αυτού άρθρου.
Κατά συνέπεια, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524 έχουν την έννοια ότι προσκρούουν στις διατάξεις αυτές τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία στο έδαφός τους συμπληρωματικής ζωοτροφής που παράγεται σε άλλο κράτος μέλος νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, λόγω της περιεκτικότητας της ζωοτροφής αυτής σε βιταμίνη D.
(βλ. σκέψεις 33, 38 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Οδηγία 70/524/ΕΟΚ – Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ – Πρόσθετες ύλες – Εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων όσον αφορά την περιεκτικότητα των ζωοτροφών σε βιταμίνη D – Ρύθμιση κράτους μέλους που απαγορεύει την εισαγωγή ζωοτροφών που παράγονται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος και των οποίων η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στο πρώτο κράτος μέλος περιεκτικότητα»
Στην υπόθεση C-145/02,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία), με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2002, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Απριλίου 2002, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Land Nordrhein-Westfalen
κατά
Denkavit Futtermittel GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Νοεμβρίου 2003,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Denkavit Futtermittel GmbH, εκπροσωπούμενη από τον V. Schiller, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και M. Lumma και την A. Tiemann,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους K. Fitch και M. Niejahr,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 60), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1984 (ΕΕ L 319, σ. 13, στο εξής: οδηγία 70/524), καθώς και των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Land Nordrhein-Westfalen (ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας) και της εταιρίας γερμανικού δικαίου Denkavit Futtermittel GmbH (στο εξής: Denkavit) που έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία στη Γερμανία εκ μέρους αυτής της εταιρίας μιας συμπληρωματικής ζωοτροφής για χοιρίδια που παράγεται νόμιμα στις Κάτω Χώρες και της οποίας η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στη Γερμανία περιεκτικότητα.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η οδηγία 70/524 ορίζει στο άρθρο 2 τις πλήρεις ζωοτροφές ως «τα μείγματα ζωοτροφών τα οποία, λόγω της συνθέσεώς τους, είναι επαρκή για να καλύψουν το ημερήσιο σιτηρέσιο». Οι δε συμπληρωματικές ζωοτροφές ορίζονται ως «τα μείγματα ζωοτροφών που περιέχουν σε υψηλά ποσοστά ορισμένες ουσίες και τα οποία, λόγω της συνθέσεώς τους, εξασφαλίζουν στα ζώα το ημερήσιο σιτηρέσιο μόνο αν χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλες ζωοτροφές».
4 Το άρθρο 12 της οδηγίας 70/524 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι συμπληρωματικές ζωοτροφές δεν δύνανται να περιέχουν, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως, πρόσθετες ύλες, που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία, ανώτερες εκείνων που καθορίζονται για τις πλήρεις ζωοτροφές.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι περιεκτικότητες των συμπληρωματικών ζωοτροφών […] σε βιταμίνες D […] μπορούν να υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες μέγιστες περιεκτικότητες για τις πλήρεις ζωοτροφές στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν πρόκειται για συμπληρωματικές ζωοτροφές τις οποίες έχει επιτρέψει ένα κράτος μέλος να τεθούν στη διάθεση όλων εκείνων που τις χρησιμοποιούν, υπό την προϋπόθεση ότι η περιεκτικότητά τους […] σε βιταμίνες D […] δεν υπερβαίνει το πενταπλάσιο της καθοριζόμενης μέγιστης περιεκτικότητας·
β) αν πρόκειται για συμπληρωματικές ζωοτροφές που προορίζονται για ορισμένα είδη ζώων και τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει να τεθούν, στην επικράτειά του, στη διάθεση όλων εκείνων που τις χρησιμοποιούν λόγω του ιδιάζοντος συστήματος διατροφής και υπό τον όρο ότι η περιεκτικότητά τους δεν υπερβαίνει:
– […]
– για τις βιταμίνες D, 200 000 UI [διεθνείς μονάδες] ανά kg.
Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι, αν στην παρασκευή συμπληρωματικών ζωοτροφών γίνεται χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, δεν μπορεί συγχρόνως να γίνει χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄.
3. Σε περίπτωση προσφυγής στην παράγραφο 2 τα κράτη μέλη ορίζουν ότι η ζωοτροφή πρέπει να παρουσιάζει ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά σύστασης (π.χ. σε πρωτεΐνες ή σε ανόργανες ουσίες) που εξασφαλίζουν ότι ουσιαστικά αποκλείεται υπέρβαση των καθοριζόμενων περιεκτικοτήτων των πλήρων ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες ή μεταβολή του προορισμού της ζωοτροφής προς άλλα είδη ζώων.»
5 Κατά το άρθρο 19 της οδηγίας 70/524, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι πρόσθετες ύλες, τα προμείγματα και οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της να υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς εμπορίας που προβλέπονται στην ίδια αυτή οδηγία.
6 Όσον αφορά τις πλήρεις ζωοτροφές που προορίζονται για χοίρους, το παράρτημα Ι της οδηγίας 70/524 καθορίζει την ανώτατη περιεκτικότητά τους σε βιταμίνη D3 σε 2 000 UI ανά χιλιόγραμμο. Για τις ζωοτροφές που αποτελούν υποκατάστατα γάλακτος και προορίζονται για χοιρίδια ισχύει υψηλότερο όριο. Η υψηλότερη αυτή περιεκτικότητα δεν έχει σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης.
Η εθνική νομοθεσία
7 Η οδηγία 70/524 μεταφέρθηκε στη γερμανική έννομη τάξη με τον Futtermittelgesetz (νόμο για τις ζωοτροφές, στο εξής: FMG) και την Futtermittelverordnung (κανονιστική απόφαση για τις ζωοτροφές, στο εξής: FMV).
8 Το άρθρο 14 του FMG, όπως δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2000 (BGBl. 2000 I, σ. 1358), απαγορεύει την εισαγωγή ζωοτροφών που δεν είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες για τις ζωοτροφές γερμανικές διατάξεις.
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 4, του FMG επιτρέπει την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων για τον καθορισμό της περιεκτικότητας των ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες.
10 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, σημείο 2, στοιχείο b, του FMG, απαγορεύεται η εμπορία ζωοτροφών που δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με κανονιστική απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1, σημείο 4, του ίδιου αυτού άρθρου.
11 Το άρθρο 17a της FMV, όπως δημοσιεύτηκε στις 23 Νοεμβρίου 2000 (BGBl. 2000 I, σ. 1605), προβλέπει τα εξής ως προς την επιτρεπόμενη περιεκτικότητα των ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες:
«1. Η περιεκτικότητα των σύνθετων ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες, υπολογιζόμενη ως το 88 % της περιεκτικότητας των πλήρων ζωοτροφών επί ξηράς ουσίας, δεν μπορεί να υπολείπεται των ελάχιστων ορίων που προβλέπονται στο τμήμα “κατώτατο όριο περιεκτικότητας” του παραρτήματος του εφαρμοζόμενου κοινοτικού κανονισμού ούτε να υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται στο τμήμα “ανώτατο όριο περιεκτικότητας”. Η πρώτη περίοδος ισχύει επίσης για τα ανώτατα και κατώτατα όρια που προβλέπονται στη στήλη 6 του παραρτήματος 3. Για την τήρηση των ανώτατων ορίων περιεκτικότητας σε πρόσθετες ύλες συνυπολογίζονται οι ουσίες που περιέχονται σε φυσική κατάσταση στις ζωοτροφές και είναι ίδιες με τις ουσίες των πρόσθετων υλών.
2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, επιτρέπεται η υπέρβαση των προβλεπόμενων ανώτατων τιμών πρόσθετων υλών στις συμπληρωματικές ζωοτροφές, όταν, σε περίπτωση αναμίξεώς τους με άλλες ζωοτροφές σύμφωνα με τον προορισμό τους, τηρούνται οι ανώτατες τιμές για τις πρόσθετες ύλες.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2,
1. η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D […] μπορεί να φθάσει μέχρι το πενταπλάσιο του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου ή
2. […]
d) μέχρι 200 000 UI/kg για τις συμπληρωματικές ζωοτροφές που προορίζονται για όλα τα είδη και όλες τις κατηγορίες ζώων, αν πρόκειται για τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμινών για μικρό χρονικό διάστημα,
εφόσον η σύνθεση της ζωοτροφής παρουσιάζει ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά, όσον αφορά ιδίως την περιεκτικότητα σε ακατέργαστη πρωτεΐνη, σε γαλακτοζάχαρο ή σε ανόργανα άλατα, που να διασφαλίζουν ότι κατά τη χρήση των ζωοτροφών δεν θα υπάρχει υπέρβαση των προβλεπόμενων ορίων περιεκτικότητας σε πρόσθετες ύλες και ότι αποκλείεται στην πράξη η παράνομη χρησιμοποίηση της ζωοτροφής για άλλα είδη ζώων.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Η Denkavit διαθέτει στο εμπόριο στη Γερμανία ένα συμπλήρωμα διατροφής των χοιριδίων, το «Denkavit Kern Ferkel 125» (στο εξής: επίμαχη ζωοτροφή). Η ζωοτροφή αυτή περιέχει 16 000 UI/kg βιταμίνης D3. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην ετικέτα και τις οδηγίες χρήσης, προορίζεται να χρησιμοποιείται μόνο κατόπιν αναμίξεώς της με άλλες ζωοτροφές σε αναλογία 1 προς 7.
13 Η επίμαχη ζωοτροφή παράγεται από εταιρία που ανήκει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με την Denkavit και είναι εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η ζωοτροφή αυτή ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει η εφαρμοστέα ολλανδική νομοθεσία για τις συμπληρωματικές ζωοτροφές. Αντίθετα, το επίμαχο αυτό προϊόν δεν είναι σύμφωνο με την οικεία γερμανική ρύθμιση, και συγκεκριμένα με το άρθρο 17a, παράγραφος 3, σημείο 1, της FMV. Κατά τη διάταξη αυτή, σύμφωνα με την ερμηνεία που της προσδίδουν οι γερμανικές αρχές, η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D δεν μπορεί να υπερβαίνει το πενταπλάσιο της προβλεπόμενης ανώτατης τιμής, η οποία ισούται, όσον αφορά τις ζωοτροφές για χοίρους, με 2 000 UI/kg, δηλαδή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 10 000 UI/kg.
14 Το Landesamt für Ernährungswirtschaft und Jagd (η Περιφερειακή Υπηρεσία Τροφίμων και Θήρας) της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, κατόπιν ελέγχου που διενήργησε τον Μάιο του 1991, εξέφρασε αντιρρήσεις σχετικά με την επίμαχη ζωοτροφή, λόγω της περιεκτικότητάς της σε βιταμίνη D3. Κατά την εν λόγω υπηρεσία, η υπέρβαση κατά 6 000 UI/kg του ανώτατου ορίου περιεκτικότητας στη βιταμίνη αυτή συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτη περίοδος, σημείο 2, στοιχείο b, του FMG, την απαγόρευση πωλήσεως και χρήσεως της ζωοτροφής αυτής.
15 Στις 23 Μαρτίου 1993 η Denkavit προσέφυγε στο Verwaltungsgericht Düsseldorf (Γερμανία) και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έχει το δικαίωμα, βάσει των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, να εισάγει και να εμπορεύεται την επίμαχη ζωοτροφή.
16 Κατόπιν της απορρίψεως της προσφυγής με δικαστική απόφαση της 21ης Μαΐου 1996, η Denkavit άσκησε έφεση ενώπιον του Oberverwaltungsgericht für das Land Nordrhein-Westfalen (Γερμανία). Το δικαστήριο αυτό δέχτηκε την έφεση της Denkavit με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2000.
17 Κατά της αποφάσεως αυτής το Land Nordrhein-Westfalen άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι το ζήτημα αφορά ορισμένα στοιχεία κοινοτικού δικαίου, οπότε ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«1) Πρέπει η εξέταση των εθνικών διατάξεων περί ζωοτροφών, οι οποίες απαγορεύουν την εισαγωγή ζωοτροφών που έχουν παρασκευαστεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος λόγω του ότι η περιεκτικότητά τους σε βιταμίνη D3 δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του κράτους εισαγωγής, να γίνεται απευθείας με γνώμονα τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ;
2) Έχει το άρθρο 19 της οδηγίας 70/524 […] την έννοια ότι επιτρέπει την επιβολή απαγορεύσεως της εισαγωγής συμπληρωματικής ζωοτροφής που έχει παρασκευαστεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος λόγω του ότι η περιεκτικότητά της σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στο κράτος εισαγωγής;
3) Εξαρτάται η απάντηση στο ερώτημα 2 από το αν η διαφορά μεταξύ της ρυθμίσεως του κράτους μέλους παραγωγής και της ρυθμίσεως του κράτους μέλους εισαγωγής οφείλεται σε διαφορετική αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει στον εθνικό νομοθέτη το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας 70/524;»
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
18 Το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία, με τα τρία ερωτήματά του, το ζήτημα αν προσκρούουν στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ ή στις διατάξεις της οδηγίας 70/524 τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία στο έδαφός τους συμπληρωματικής ζωοτροφής που παράγεται νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος και της οποίας η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D3 δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος που επιβάλλει την απαγόρευση.
19 Επιβάλλεται, πρώτον, να τονιστεί ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι το γεγονός ότι η επίμαχη ζωοτροφή δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος εισαγωγής, εν προκειμένω στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οφείλεται στο ότι οι διατάξεις που ισχύουν στο κράτος αυτό διαφέρουν από τις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος παραγωγής της ζωοτροφής αυτής, εν προκειμένω στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, καθόσον η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση της ευχέρειας θεσπίσεως νομικών κανόνων την οποία της παρείχε το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 70/524. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, απαντώντας σε ερώτημα του Δικαστηρίου, εκθέτει ότι η επίμαχη ζωοτροφή διατίθεται στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες δυνάμει του γενικού κανόνα που περιέχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής οδηγίας.
20 Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το βασικό ζήτημα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης αποτελούν η ερμηνεία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 της οδηγίας 70/524 και η σχέση μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων. Το άρθρο έχει στενή σχέση με το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της οδηγίας αυτής να υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς εμπορίας που προβλέπονται στην οδηγία. Το ζήτημα που τίθεται επομένως είναι αν το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας συνιστά περιορισμό της εμπορίας κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 19.
21 Υπενθυμίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία, με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, το ζήτημα αν μια απαγόρευση εισαγωγής παρόμοια με την προβλεπόμενη από τη γερμανική νομοθεσία προσκρούει στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524. Για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο δικαστήριο αυτό, τα ερωτήματα αυτά πρέπει να συνεξεταστούν και να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι θέτουν το ζήτημα αν το άρθρο 19 της οδηγίας 70/524 επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος που έχει θεσπίσει νομοθεσία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής να απαγορεύσει την εισαγωγή συμπληρωματικής ζωοτροφής που διατίθεται στην αγορά άλλου κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, για τον λόγο ότι η περιεκτικότητά της σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στο πρώτο κράτος μέλος.
22 Δεύτερον, προέχει να τονιστεί, όπως επισήμανε ορθά ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 23 των προτάσεών του, ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, που αφορά την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, είναι αναγκαία μόνο αν διαπιστωθεί ότι μια απαγόρευση εισαγωγής σαν την επίμαχη στην κύρια δίκη δεν προσκρούει στις διατάξεις της οδηγίας 70/524.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η αντιστροφή της σειράς των ερωτημάτων και η συνεξέταση καταρχάς του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος, όπως αναδιατυπώθηκαν, και στη συνέχεια, εφόσον είναι αναγκαίο, του πρώτου ερωτήματος.
Επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος
24 Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκαν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 19 της οδηγίας 70/524 επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος που έχει θεσπίσει νομοθεσία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής να απαγορεύσει την εισαγωγή συμπληρωματικής ζωοτροφής που διατίθεται στην αγορά άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, για τον λόγο ότι η περιεκτικότητά της σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στο πρώτο κράτος μέλος.
25 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 19 και 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 70/524 τής επιτρέπουν να απαγορεύσει την εισαγωγή της επίμαχης ζωοτροφής. Η ευχέρεια θεσπίσεως νομοθετικών κανόνων την οποία παρέχει στα κράτη μέλη η διάταξη αυτή συνιστά πράγματι περιορισμό της εμπορίας που προβλέπεται από την εν λόγω οδηγία και, κατά συνέπεια, δικαιολογείται από το άρθρο 19 της οδηγίας. Επομένως, η εισαγωγή στην εθνική επικράτεια κράτους μέλους μιας ζωοτροφής που έχει επιτραπεί από άλλο κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής μπορεί να απαγορευθεί από το πρώτο κράτος μέλος βάσει των εθνικών διατάξεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
26 Η Denkavit και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη. Επιπλέον, εκφράζουν αμφιβολίες για το αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο τα μέτρα που έχει θεσπίσει η Γερμανική Κυβέρνηση για να μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη το άρθρο 12 της οδηγίας 70/524.
27 Για να εξακριβωθεί αν η εκ μέρους κράτους μέλους χρήση της ευχέρειας θεσπίσεως νομοθετικών κανόνων την οποία παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 70/524 επιτρέπει στο κράτος αυτό να απαγορεύσει την εισαγωγή προϊόντος σύμφωνου με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του ίδιου αυτού άρθρου, πρέπει να εξεταστούν η έκταση εφαρμογής και το περιεχόμενο των άρθρων 12, παράγραφοι 1 και 2, και 19 της εν λόγω οδηγίας, καθώς και η σχέση μεταξύ των διαφόρων αυτών διατάξεων.
28 Πρέπει ευθύς εξαρχής να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 70/524 προβλέπει ότι οι συμπληρωματικές ζωοτροφές δεν επιτρέπεται να περιέχουν, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως, πρόσθετες ύλες σε περιεκτικότητα ανώτερη εκείνης που καθορίζεται για τις πλήρεις ζωοτροφές. Η περιεκτικότητα των πλήρων ζωοτροφών για χοίρους σε βιταμίνη D3 καθορίζεται, με το παράρτημα Ι της οδηγίας, σε 2 000 UI/kg. Όπως όμως προκύπτει από την παρενθετική φράση «λαμβανομένης υπόψη της αραιώσεως», η οποία περιλαμβάνεται στην εν λόγω παράγραφο, η μέγιστη περιεκτικότητα αφορά τη συμπληρωματική ζωοτροφή κατόπιν της αραιώσεώς της. Με άλλα λόγια, αφορά τη συμπληρωματική ζωοτροφή κατόπιν της αναμίξεώς της με απλή ζωοτροφή σύμφωνα με τον προορισμό της και τις οδηγίες χρήσεως.
29 Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επίμαχη ζωοτροφή περιέχει, πριν από την αραίωση, 16 000 UI βιταμίνης D3 ανά χιλιόγραμμο και ότι η περιεκτικότητά της στη βιταμίνη αυτή ανέρχεται, μετά την ανάμιξή της με απλές ζωοτροφές σε αναλογία 1 προς 7, όπως προβλέπουν οι οδηγίες χρήσεώς της, σε 2 000 UI/kg. Κατά συνέπεια, η ζωοτροφή αυτή ανταποκρίνεται στον γενικό κανόνα του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 70/524.
30 Όπως όμως προβλέπει το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της να υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς εμπορίας που προβλέπονται στην ίδια αυτή οδηγία. Πρέπει επομένως να εξεταστεί κατά πόσον το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής συνιστά περιορισμό της εμπορίας υπό την έννοια του άρθρου 19 και κατά πόσον ένα κράτος μέλος που έχει κάνει χρήση της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 12 έχει τη δυνατότητα να απαγορεύσει την εισαγωγή συμπληρωματικής ζωοτροφής που διατίθεται στην αγορά άλλου κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
31 Συναφώς υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 70/524 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι οι περιεκτικότητες των συμπληρωματικών ζωοτροφών σε βιταμίνη D μπορούν να υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες μέγιστες περιεκτικότητες για τις πλήρεις ζωοτροφές. Κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 70/524 στην αρχική της απόδοση, οι παρεκκλίσεις αυτές επιτρέπονται μόνο στο μέτρο που δεν θίγουν την υγεία των ζώων και του ανθρώπου.
32 Προς τούτο, τα κράτη μέλη έχουν δύο δυνατότητες. Πρώτον, μπορούν να προβλέψουν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 70/524, ότι οι περιεκτικότητες σε βιταμίνες D των συμπληρωματικών ζωοτροφών που είναι στη διάθεση όλων των χρηστών μπορούν να υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες μέγιστες περιεκτικότητες για τις πλήρεις ζωοτροφές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν το πενταπλάσιο της καθοριζόμενης μέγιστης περιεκτικότητας, δηλαδή, στην υπόθεση της κύριας δίκης, τις 10 000 UI/kg. Δεύτερον, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν, δυνάμει του στοιχείου β΄ της ίδιας αυτής διατάξεως, ότι, αν πρόκειται για συμπληρωματικές ζωοτροφές που προορίζονται για ορισμένα είδη ζώων και τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει να τεθούν, στην επικράτειά του, στη διάθεση όλων εκείνων που τις χρησιμοποιούν λόγω του ιδιάζοντος συστήματος διατροφής, η περιεκτικότητα σε βιταμίνες D μπορεί να υπερβαίνει τα καθοριζόμενα ανώτατα όρια, αλλ’ όχι τις 200 000 UI/kg.
33 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 70/524 ούτε από τα συμφραζόμενα ούτε από τον σκοπό της διατάξεως αυτής μπορεί να συναχθεί ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της δυνατότητας θεσπίσεως νομοθετικών κανόνων την οποία του παρέχει η διάταξη αυτή του επιτρέπει να απαγορεύσει την εισαγωγή συμπληρωματικής ζωοτροφής που διατίθεται στην αγορά άλλου κράτους μέλους δυνάμει της παραγράφου 1 του ίδιου αυτού άρθρου.
34 Προέχει να υπομνηστεί καταρχάς ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 12 της οδηγίας 70/524, μολονότι ρυθμίζουν τις περιεκτικότητες των συμπληρωματικών ζωοτροφών σε επιτρεπόμενες πρόσθετες ύλες, δεν αφορούν τις ίδιες περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 1, η οποία καθιερώνει τον γενικό κανόνα, εφαρμόζεται στις συμπληρωματικές ζωοτροφές κατόπιν της αραιώσεώς τους. Αντίθετα, η παράγραφος 2 επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την υπέρβαση των περιεκτικοτήτων των συμπληρωματικών ζωοτροφών σε ορισμένες πρόσθετες ύλες, αλλά έχει εφαρμογή στις ζωοτροφές αυτές όταν είναι αυτούσιες. Από το γράμμα της συνάγεται έμμεσα ότι καθιστά τον κανόνα της παραγράφου 1 ακόμη ελαστικότερο και οπωσδήποτε όχι αυστηρότερο.
35 Όσον αφορά δε τα συμφραζόμενα, επισημαίνεται ότι, όπως τόνισε ορθά ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 44 των προτάσεών του, η παράγραφος 3 του άρθρου 12 της οδηγίας 70/524 προβλέπει ότι «σε περίπτωση προσφυγής στην παράγραφο 2» τα εγγενή χαρακτηριστικά της ζωοτροφής και η σύνθεσή της πρέπει να εξασφαλίζουν ότι στην πλήρη ζωοτροφή θα αποκλείεται η υπέρβαση των ανώτατων τιμών. Μολονότι η πρόνοια αυτή ενδέχεται να είναι περιττή στην περίπτωση των συμπληρωματικών ζωοτροφών για τις οποίες προβλέπεται ρητά ο κανόνας της αραιώσεως, ο οποίος εγγυάται καθαυτός την επίτευξη της ενδεδειγμένης συγκεντρώσεως, είναι αντίθετα αναγκαία οσάκις δεν προβλέπεται τέτοια αραίωση. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει την ορθότητα της ερμηνείας ότι η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περιορισμός που επιβάλλεται στον γενικό κανόνα, ο οποίος περιέχεται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου.
36 Τέλος, όσον αφορά τους σκοπούς που επιδιώκονται με το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 70/524 και από την ίδια την οδηγία, υπενθυμίζονται η τέταρτη και η ένατη αιτιολογική σκέψη της, με τις οποίες τονίζονται ιδιαίτερα αφενός η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και αφετέρου η προστασία της υγείας των ζώων και του ανθρώπου.
37 Όπως όμως ορθά τόνισε η Επιτροπή, η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς θα διακυβευόταν σοβαρά, αν τα κράτη μέλη μπορούσαν, κατ’ εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που θα είχαν θεσπίσει δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 70/524, να επιβάλλουν, όσον αφορά τις ζωοτροφές για τις οποίες προβλέπεται αραίωση σε ορισμένη αναλογία, πρόσθετες προϋποθέσεις, πέρα από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Όσον αφορά την προστασία της υγείας των ζώων και του ανθρώπου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει περισσότερους κινδύνους η εμπορία συμπληρωματικής ζωοτροφής που περιέχει πριν από την αραίωσή της 16 000 UI βιταμίνης D3 ανά χιλιόγραμμο και εμφανίζει μετά την αραίωσή της περιεκτικότητα σε βιταμίνη D3 ίση με 2 000 UI/kg από ό,τι η εμπορία ζωοτροφής που μπορεί να περιέχει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, μέχρι 200 000 UI πρόσθετων υλών ανά χιλιόγραμμο.
38 Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524 έχουν την έννοια ότι προσκρούουν στις διατάξεις αυτές τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία στο έδαφός τους συμπληρωματικής ζωοτροφής που παράγεται σε άλλο κράτος μέλος νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, λόγω της περιεκτικότητας της ζωοτροφής αυτής σε βιταμίνη D.
39 Κατόπιν της απαντήσεως στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι, για τους λόγους που παρατίθενται στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, περιττή.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1984, έχουν την έννοια ότι προσκρούουν στις διατάξεις αυτές τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία στο έδαφός τους συμπληρωματικής ζωοτροφής που παράγεται σε άλλο κράτος μέλος νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, λόγω της περιεκτικότητας της ζωοτροφής αυτής σε βιταμίνη D.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy