Υπόθεση C-347/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Ασφάλειες – Τρίτη οδηγία “για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής” – Σύστημα bonus-malus»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής – Οδηγία 92/49 – Τιμολογιακή ελευθερία – Σύστημα bonus-malus που δεν καταλήγει σε άμεσο καθορισμό των τιμών από το κράτος – Επιτρέπεται
(Οδηγία 92/49 του Συμβουλίου)
Δεν μπορεί να εξομοιωθεί με σύστημα εγκρίσεως των τιμών αντίθετο προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας που καθιερώνει η οδηγία 92/49, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ, σύστημα bonus-malus εφαρμοζόμενο στις ασφάλειες οχημάτων, το οποίο επηρεάζει ασφαλώς την εξέλιξη των ασφαλίστρων, δεν καταλήγει ωστόσο σε άμεσο καθορισμό των τιμών από το κράτος, καθότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι ελεύθερες να καθορίσουν το ύψος των βασικών ασφαλίστρων.
Συναφώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πλήρης εναρμόνιση του τιμολογιακού τομέα σε θέματα ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, αποκλείουσα οποιοδήποτε εθνικό μέτρο ικανό να επηρεάσει τις τιμές, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει εκφράσει σαφώς τη βούλησή του προς την κατεύθυνση αυτή.
(βλ. σκέψεις 24-25)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως)
της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Ασφάλειες – Τρίτη οδηγία “για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής” – Σύστημα bonus-malus»
Στην υπόθεση C-347/02,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ,
η οποία ασκήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 2002,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson και τον J.-F. Pasquier, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τους G. de Bergues και P. Boussaroque καθώς και από την C. Mercier,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans (εισηγητή), C. Gulmann και J. N. Cunha Rodrigues, προέδρους τμήματος, R. Schintgen, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, R. Silva de Lapuerta και K. Lenaerts, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Φεβρουαρίου 2004,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαρτίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, καθιερώνοντας και διατηρώντας σε ισχύ σύστημα bοnus-malus, με αυτόματες και υποχρεωτικές επιπτώσεις επί των τιμολογίων, το οποίο έχει εφαρμογή επί όλων των συμβολαίων ασφαλίσεως αυτοκινήτων που συνάπτονται επί λουξεμβουργιανού εδάφους από φυσικά πρόσωπα, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των ασφαλιστικών εταιριών των οποίων η έδρα βρίσκεται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν τις δραστηριότητές τους στο Λουξεμβούργο μέσω υποκαταστημάτων ή ως παρέχουσες υπηρεσίες, κατά παράβαση της αρχής του ελεύθερου καθορισμού των τιμών και της καταργήσεως των προηγουμένων ή συστηματικών ελέγχων επί των τιμολογίων και των συμβάσεων, που διατυπώνεται στα άρθρα 6, παράγραφος 3, 29 και 39 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την «πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής») (ΕΕ L 228, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Υπό τον τίτλο II, «Ανάληψη ασφαλιστικής δραστηριότητας», το άρθρο 6 της οδηγίας 92/49 ορίζει τα εξής:
«Το άρθρο 8 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 8
[…]
3. Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση ή θέσπιση από τα κράτη μέλη νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν διατάξεις με τις οποίες απαιτείται η προηγούμενη έγκριση ή η συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.
[…]”»
3 Το άρθρο 29 της οδηγίας 92/49, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο της III, «Εναρμόνιση των όρων άσκησης της ασφαλιστικής δραστηριότητας», έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγχουν την τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση αυτών των όρων και λοιπών εγγράφων, χωρίς η απαίτηση αυτή να μπορεί να συνιστά για την επιχείρηση προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρήσουν ή να καθιερώσουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
4 Υπό τον τίτλο IV της οδηγίας 92/49, «Διατάξεις για την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών», το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας έχει ως εξής:
«2. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν θεσπίζει διατάξεις που απαιτούν την προηγούμενη έγκριση ή τη συστηματική ανακοίνωση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλόμενους. Προκειμένου να ελέγξει την τήρηση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τις ασφαλιστικές συμβάσεις, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από κάθε επιχείρηση που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ασφαλιστικές εργασίες στο έδαφός τους, υπό καθεστώς εγκατάστασης ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μόνο τη μη συστηματική κοινοποίηση των όρων αυτών ή των άλλων εγγράφων που προτίθεται να χρησιμοποιήσει, χωρίς όμως η τήρηση αυτής της απαίτησης να συνιστά για την επιχείρηση απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.
3. Το κράτος μέλος του υποκαταστήματος ή το κράτος μέλος της παροχής των υπηρεσιών δεν μπορεί να διατηρήσει ή να καθιερώσει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνο στο πλαίσιο γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
5 Το άρθρο A. 121-l, πρώτο εδάφιο, του γαλλικού κώδικα ασφαλίσεων έχει ως εξής:
«Οι ασφαλιστικές συμβάσεις οι οποίες εμπίπτουν στους τομείς που μνημονεύονται στα σημεία 3 και 10 του άρθρου R. 321-1 του κώδικα ασφαλίσεως και αφορούν χερσαία οχήματα με κινητήρα πρέπει να περιλαμβάνουν τη συνημμένη στο παρόν άρθρο ρήτρα μειώσεως ή προσαυξήσεως των ασφαλίστρων.»
6 Το παράρτημα του άρθρου A. 121-l περιλαμβάνει δεκατέσσερα άρθρα. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι η ασφαλιστική εταιρία ορίζει ασφάλιστρα αναφοράς βάσει των οποίων υπολογίζονται τα ετήσια ασφάλιστρα που οφείλει ο ασφαλιζόμενος. Τα ετήσια αυτά ασφάλιστρα αποτελούν στην πράξη προϊόν του πολλαπλασιασμού των ασφαλίστρων αναφοράς με τον συντελεστή μειώσεως/προσαυξήσεως, ο οποίος αρχικώς ισούται με 1. Κατά τη λήξη κάθε περιόδου ενός έτους χωρίς ατύχημα, ο συντελεστής αυτός μειώνεται κατά 5 %. Δεν μπορεί ωστόσο να είναι κατώτερος του 0,50. Αντιθέτως, όταν επέρχεται ατύχημα κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου έτους, ο εν λόγω συντελεστής προσαυξάνεται κατά 25 % και κάθε πρόσθετο ατύχημα επιφέρει ανάλογη προσαύξηση. Εντούτοις, ουδεμία προσαύξηση εφαρμόζεται για το πρώτο ατύχημα που επέρχεται έπειτα από περίοδο τριών τουλάχιστον ετών κατά την οποία ο συντελεστής μειώσεως/προσαυξήσεως ήταν ίσος προς 0,5. Επιπλέον, ο συντελεστής προσαυξήσεως δεν μπορεί να είναι, εν πάση περιπτώσει, ανώτερος από 3,5.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
7 Κατόπιν μιας πρώτης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των γαλλικών αρχών και της Επιτροπής, η τελευταία απηύθυνε, στις 7 Ιουλίου 1997, έγγραφο οχλήσεως προς τη Γαλλική Δημοκρατία, με το οποίο διαπίστωσε ότι το ισχύον στη Γαλλία σύστημα bonus-malus είναι ασυμβίβαστο με τις διατάξεις της οδηγίας 92/49.
8 Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως με έγγραφο της 23ης Οκτωβρίου 1997, το οποίο συμπλήρωσε με δεύτερο έγγραφο που απέστειλε στην Επιτροπή στις 31 Ιουλίου 1998.
9 Έπειτα από πολλαπλές επαφές μεταξύ των υπηρεσιών του Γαλλικού Υπουργείου Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανίας και αυτών της Επιτροπής, η τελευταία, με έγγραφο της 20ής Απριλίου 2001, απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στη Γαλλική Δημοκρατία, με την οποία επιβεβαίωσε την ανάλυσή της βάσει της οποίας έκρινε ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με το bonus-malus είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο και την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη αυτή γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
10 Οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή παρατηρήσεις απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 2001, με το οποίο ισχυρίστηκαν, αφενός, ότι το σύστημα του bonus-malus δεν επηρεάζει την τιμολογιακή ελευθερία και, αφετέρου, ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται σε εκτιμήσεις γενικού συμφέροντος τις οποίες αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου.
11 Εκτιμώντας ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις που επέβαλε η οδηγία 92/49, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
12 Η Επιτροπή εκτιμά ότι το γαλλικό σύστημα bonus-malus είναι αντίθετο, αφενός, προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας που απορρέει από τις διατάξεις της οδηγίας 92/49, η οποία απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποβάλλουν σε κοινοποίηση, σε προηγούμενη έγκριση ή σε συστηματική γνωστοποίηση τις τιμές ή τις αυξήσεις των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να εφαρμόσει στο έδαφος των κρατών αυτών και, αφετέρου, στον σκοπό της οδηγίας αυτής, η οποία αποβλέπει στην υλοποίηση της ελεύθερης εμπορίας των ασφαλιστικών προϊόντων της Κοινότητας. Φρονεί ότι την ερμηνεία της επιβεβαιώνουν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2000, C-296/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1998, σ. I-3025), και της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-59/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-1759).
13 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα των κρατών μελών να καθιερώσουν κλίμακα λαμβάνοντας υπόψη την πρόκληση ζημιών εκ μέρους των ασφαλιζομένων ή και ενιαίο σύστημα bonus-malus. Ωστόσο, κατά την άποψή της, τα συστήματα αυτά αντίκεινται στην οδηγία 92/49 εφόσον έχουν αυτόματες επιπτώσεις επί των τιμολογίων, πράγμα που συμβαίνει στο γαλλικό σύστημα bonus-malus.
14 Η Επιτροπή δέχεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα το ποσό των βασικών ασφαλίστρων (ή ασφαλίστρων αναφοράς) και ότι υπεισέρχονται και άλλα κριτήρια πέραν του συντελεστή αυξήσεως/μειώσεως στην εξέλιξη των οφειλομένων από τον ασφαλιζόμενο ασφαλίστρων. Η ελευθερία αυτή, ωστόσο, θα ήταν σε μεγάλο βαθμό υποθετική, αν η δυνατότητα των ασφαλιστικών εταιριών να διαμορφώσουν τα ασφάλιστρα βάσει κριτηρίου τόσο σημαντικού όπως η πρόκληση ζημιών εκ μέρους του ασφαλιζόμενου, υπαγορευόταν αποκλειστικά από τους κανόνες του παραρτήματος του άρθρου Α. 121-1 του γαλλικού κώδικα ασφαλίσεων.
15 Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο τρόπος υπολογισμού που επιβάλλει η εν λόγω εθνική διάταξη επηρεάζει ουσιωδώς το ποσό των ασφαλίστρων τα οποία μπορούν λόγω αυτού να αυξηθούν μέχρι το διπλάσιο του αρχικού ποσού. Περαιτέρω, φρονεί ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το γαλλικό σύστημα bonus-malus στις επιχειρήσεις αντανακλά στο ποσό των βασικών ασφαλίστρων, το οποίο αυξάνεται ευθέως ανάλογα προς τον επιτακτικό χαρακτήρα των υποχρεώσεων. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το σύστημα αυτό συνιστά «ουδέτερο πεδίο» που δεν επηρεάζει την τιμολογιακή ελευθερία.
16 Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι η υποχρέωση προηγούμενης κοινοποιήσεως των τιμολογίων καταργήθηκε το 1994 και ότι οι εθνικές αρχές έχουν παύσει να ασκούν έλεγχο επί του επιπέδου των τιμολογίων από το 1987.
17 Ακολούθως, εκτιμά ότι η οδηγία 92/49 δεν περιέχει καμία διάταξη που να καθιερώνει απόλυτη αρχή τιμολογιακής ελευθερίας η οποία ισχύει και για τις λεπτομέρειες υπολογισμού του ποσού των ασφαλίστρων.
18 Ειδικότερα, καμία αρχή απορρέουσα από την οδηγία 92/49 ή από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν απαγορεύει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των ασφαλίστρων υποχρεωτικός συντελεστής, ο οποίος επηρεάζει μερικώς μόνον την εξέλιξή τους, εφόσον ο καθορισμός του τελικού ποσού παραμένει εντελώς ελεύθερος.
19 Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι η εφαρμογή συντελεστή bonus-malus δεν παρέχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να ελέγχουν ούτε το αρχικό επίπεδο των ασφαλίστρων ούτε, κυρίως, την εξέλιξή τους στον χρόνο.
20 Όσον αφορά το αρχικό επίπεδο των ασφαλίστρων, η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει ότι προκύπτει άμεσα από τα ασφάλιστρα αναφοράς ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες απολαύουν πλήρους ελευθερίας κατά τον καθορισμό τους, στηριζόμενες στα καταλληλότερα κατά την άποψή τους κριτήρια.
21 Όσον αφορά την εξέλιξη των ασφαλίστρων στον χρόνο, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή συστήματος bonus-malus δεν συνιστά για τις εθνικές αρχές μέσο ελέγχου των τιμολογίων, αλλά απλώς και μόνον έναν από τους πολλούς παράγοντες της εξελίξεως του ποσού των ασφαλίστρων. Συγκεκριμένα, οι ασφαλιστικές εταιρίες παραμένουν τελικά ελεύθερες να διαμορφώσουν τα ασφάλιστρα, εφαρμόζοντας απλώς τη μηχανική εξέλιξη του συντελεστή του bonus-malus.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
22 Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας, ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωξε να διασφαλίσει την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας στον τομέα των ασφαλίσεων εκτός της ασφαλίσεως ζωής, περιλαμβανομένης, καθόσον αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση, της ασφαλίσεως για την αστική ευθύνη που συνδέεται με την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων. Η αρχή αυτή συνεπάγεται, όπως επίσης διευκρίνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως, την απαγόρευση οποιουδήποτε συστήματος προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως και εγκρίσεως των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ορίσει στις σχέσεις της με τους ασφαλιζομένους. Η μόνη επιτρεπόμενη από την οδηγία 92/49 παρέκκλιση από την αρχή αυτή έχει σχέση με την προηγούμενη γνωστοποίηση και την έγκριση «των αυξήσεων τιμών» στο πλαίσιο ενός «γενικού συστήματος ελέγχου των τιμών».
23 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι αντίκειται στην αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας ένα σύστημα παγώματος των τιμών που επηρεάζει τόσο τον καθορισμό όσο και την εξέλιξη των τιμών στο πλαίσιο των ασφαλιστικών συμβάσεων για αστική ευθύνη συνδεόμενη με την κυκλοφορία του αυτοκινήτου όσον αφορά κίνδυνο κείμενο στο ιταλικό έδαφος (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 32 και 48).
24 Η φύση του επίδικου στην παρούσα προσφυγή γαλλικού συστήματος bonus-malus διαφέρει, όσον αφορά τις επιπτώσεις του στα τιμολόγια των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, από την επίδικη στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας ιταλική νομοθεσία. Το σύστημα αυτό επηρεάζει ασφαλώς την εξέλιξη των ασφαλίστρων. Εντούτοις, δεν καταλήγει σε άμεσο καθορισμό των τιμών από το κράτος, καθότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι ελεύθερες να καθορίσουν το ύψος των βασικών ασφαλίστρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γαλλικό σύστημα bonus-malus δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα σύστημα εγκρίσεως των τιμών αντίθετο προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας, όπως την όρισε το Δικαστήριο με τη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας.
25 Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πλήρης εναρμόνιση του τιμολογιακού τομέα σε θέματα ασφαλίσεων, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, αποκλείουσα οποιοδήποτε εθνικό μέτρο ικανό να επηρεάσει τις τιμές, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει εκφράσει σαφώς τη βούλησή του προς αυτή την κατεύθυνση.
26 Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία στην οποία στηρίζεται η προσφυγή της Επιτροπής και κατά την οποία, μολονότι τα βασικά ασφάλιστρα μπορούν να καθοριστούν εντελώς ελεύθερα, το γαλλικό σύστημα bonus-malus είναι αντίθετο προς την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας για τον λόγο και μόνον ότι επηρεάζει την εξέλιξη των εν λόγω ασφαλίστρων.
27 Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι το εν λόγω σύστημα συνεπάγεται την επιβολή υποχρεώσεως προηγούμενης ή συστηματικής γνωστοποιήσεως των τιμών που μια ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους ασφαλιζομένους ή ένα σύστημα εγκρίσεως των εν λόγω τιμολογίων.
28 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, έχοντας καθιερώσει και διατηρήσει σε ισχύ το σύστημα του bοnus-malus, παραβίασε την αρχή της τιμολογιακής ελευθερίας και της καταργήσεως των προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων επί των τιμολογίων και των ασφαλιστήριων συμβολαίων, όπως αυτή διατυπώνεται στα άρθρα 6, 29 και 39 της οδηγίας 92/49.
29 Επομένως, δεδομένου ότι η Επιτροπή περιόρισε το αντικείμενο της αιτιολογημένης γνώμης και της παρούσας προσφυγής στη διαπίστωση και μόνον της παραβιάσεως της αρχής της τιμολογιακής ελευθερίας και της καταργήσεως προηγούμενων ή συστηματικών ελέγχων επί των τιμολογίων και των ασφαλιστήριων συμβολαίων, όπως η αρχή αυτή απορρέει από τις αναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, η προσφυγή αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy