Υπόθεση C-377/02
Léon Van Parys NV
κατά
Belgisch Interventie- en Restitutiebureau (BIRB)
[αίτηση του Raad van State (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή οργάνωση των αγορών – Μπανάνες – Συμφωνία ΓΣΔΕ του 1994 – Άρθρα I και XIII – Συμφωνία-πλαίσιο της 23ης Απριλίου 1993 μεταξύ της ΕΟΚ και του ομίλου της Καρθαγένης – Άμεσο αποτέλεσμα – Συστάσεις και αποφάσεις του Οργάνου Επιλύσεως Διαφορών του ΠΟΕ – Έννομα αποτελέσματα»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 18ης Νοεμβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 1ης Μαρτίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Προδικαστικά ερωτήματα – Εκτίμηση του κύρους – Αδυναμία επικλήσεως των Συμφωνιών ΠΟΕ για να αμφισβητηθεί η νομιμότητα κοινοτικής πράξεως – Εξαιρέσεις – Κοινοτική πράξη η οποία έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την εκτέλεση μιας Συμφωνίας ΠΟΕ ή παραπέμπει ρητώς και επακριβώς σε μια τέτοια Συμφωνία – Απόφαση του Οργάνου Επιλύσεως Διαφορών του ΠΟΕ – Δεσμεύσεις της Κοινότητας – Δικαίωμα επικλήσεως των Συμφωνιών ΠΟΕ – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 234 ΕΚ)
Λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του όλου πνεύματός τους, οι Συμφωνίες ΠΟΕ κατ’ αρχήν δεν περιλαμβάνονται στους κανόνες με γνώμονα τους οποίους το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων. Μόνο στην περίπτωση που η Κοινότητα θέλησε να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση που είχε αναλάβει στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή στην περίπτωση που η κοινοτική πράξη ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των Συμφωνιών ΠΟΕ εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της σχετικής κοινοτικής πράξεως με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ
Όταν ανέλαβε τη δέσμευση, μετά μια απόφαση του Οργάνου Επιλύσεως Διαφορών (ΟΕΔ) του ΠΟΕ, να συμμορφωθεί προς τους κανόνες του ΠΟΕ και ειδικότερα προς τα άρθρα I, παράγραφος 1, και XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994, η Κοινότητα δεν θέλησε να αναλάβει μια ειδική υποχρέωση στο πλαίσιο του ΠΟΕ, ικανή να δικαιολογήσει εξαίρεση από την αδυναμία επικλήσεως των κανόνων του ΠΟΕ ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και να καταστήσει δυνατό τον από τον κοινοτικό δικαστή έλεγχο της νομιμότητας των σχετικών κοινοτικών διατάξεων με γνώμονα τους κανόνες αυτούς.
Συγκεκριμένα, από τη μια πλευρά, ακόμη και όταν υφίσταται απόφαση του ΟΕΔ με την οποία διαπιστώνεται το ασύμβατο μέτρων ενός μέλους με τους κανόνες του ΠΟΕ, το σύστημα διευθετήσεως διαφορών εντός του ΠΟΕ δίνει εξ ίσου σημαντική θέση στη διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το να επιβληθεί στα δικαστικά όργανα η υποχρέωση να μην εφαρμόζουν κανόνες του εσωτερικού δικαίου οι οποίοι προβάλλεται ότι είναι ασύμβατοι με τις Συμφωνίες ΠΟΕ θα είχε ως συνέπεια να στερηθούν τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα των συμβαλλομένων μερών της δυνατότητας, την οποία παρέχει ειδικά το άρθρο 22 του Μνημονίου συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών, να βρουν, έστω και προσωρινά, λύση κατόπιν διαπραγματεύσεων.
Από την άλλη πλευρά, το να γίνει δεκτό ότι η εξασφάλιση της συμφωνίας του κοινοτικού δικαίου με τους κανόνες του ΠΟΕ είναι ευθέως έργο του κοινοτικού δικαστή θα κατέληγε να στερήσει τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα της Κοινότητας του περιθωρίου χειρισμών το οποίο έχουν τα ανάλογα όργανα των εμπορικών εταίρων της Κοινότητας.
Κατά συνέπεια, ένας επιχειρηματίας δεν δύναται να προβάλει ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ότι μια κοινοτική ρύθμιση είναι ασύμβατη με ορισμένους κανόνες του ΠΟΕ, ακόμη και αν το ΟΕΔ έχει κηρύξει την εν λόγω ρύθμιση ασύμβατη με τους κανόνες αυτούς.
(βλ. σκέψεις 39-42, 48, 53-54 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως)
της 1ης Μαρτίου 2005 (*)
«Κοινή οργάνωση των αγορών – Μπανάνες – Συμφωνία ΓΣΔΕ του 1994 – Άρθρα I και XIII – Συμφωνία-πλαίσιο της 23ης Απριλίου 1993 μεταξύ της ΕΟΚ και του ομίλου της Καρθαγένης – Άμεσο αποτέλεσμα – Συστάσεις και αποφάσεις του Οργάνου Επιλύσεως Διαφορών του ΠΟΕ – Έννομα αποτελέσματα»
Στην υπόθεση C-377/02,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Raad van State (Βέλγιο), με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Οκτωβρίου 2002, στο πλαίσιο της δίκης
Léon Van Parys NV
κατά
Belgisch Interventie- en Restitutiebureau (BIRB),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζoνoς συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans και A. Borg Barthet, προέδρους τμήματος, J.-P. Puissochet, R. Schintgen (εισηγητή), N. Colneric, S. von Bahr, Γ. Αρέστη, M. Ilešič, J. Malenovský, J. Klučka και U. Lõhmus, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Léon Van Parys NV, εκπροσωπούμενη από τους P. Vlaemminck και C. Huys, advocaten,
– το Belgisch Interventie- en Restitutiebureau (BIRB), εκπροσωπούμενο από τον E. Vervaeke, advocaat,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τις M. Balta και K. Michoel και τον F. P. Ruggeri Laderchi,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. van Rijn, C. Brown και L. Visaggio,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΟK) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕK) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (EE L 210, σ. 28), του κανονισμού (ΕK) 2362/98 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (EE L 293, σ. 32), του κανονισμού (ΕK) 2806/98 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το πρώτο τρίμηνο του 1999 και την υποβολή νέων αιτήσεων (ΕΕ L 349, σ. 32), του κανονισμού (ΕK) 102/1999 της Επιτροπής, της 15ης Ιανουαρίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το πρώτο τρίμηνο του 1999 (δεύτερη περίοδος) (ΕΕ L 11, σ. 16), και του κανονισμού (ΕK) 608/1999 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το δεύτερο τρίμηνο του 1999 και για την υποβολή νέων αιτήσεων (ΕΕ L 75, σ. 18), με γνώμονα τα άρθρα Ι και ΧΙΙΙ της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (EE 1994, L 336, σ. 103, στο εξής: Συμφωνία ΓΣΔΕ του 1994), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1Α της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ), η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), κατά το μέρος που αφορά θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (EE L 336, σ. 1), και το άρθρο 4 της Συμφωνίας-πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Συμφώνου της Καρθαγένης και των χωρών μελών του, της Δημοκρατίας της Βολιβίας, της Δημοκρατίας της Κολομβίας, της Δημοκρατίας του Ισημερινού, της Δημοκρατίας του Περού και της Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 98/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998 (ΕΕ L 127, σ. 10, στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Léon Van Parys NV (στο εξής: Van Parys) και του Belgisch Interventie- en Restitutiebureau (βελγικού οργανισμού παρεμβάσεως και επιστροφών, στο εξής: BIRB) σχετικά με άρνηση του τελευταίου να χορηγήσει στην πιο πάνω εταιρία πιστοποιητικά εισαγωγής για ορισμένες ποσότητες μπανανών προελεύσεως Ισημερινού και Παναμά.
Το νομικό πλαίσιο
Οι Συμφωνίες ΠΟΕ
3 Με την απόφαση 94/800, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ενέκρινε τη Συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ καθώς και τις Συμφωνίες που περιέχονται στα παραρτήματα 1, 2 και 3 της πρώτης Συμφωνίας (στο εξής: Συμφωνίες ΠΟΕ), στις οποίες περιλαμβάνεται η Συμφωνία ΓΣΔΕ του 1994.
4 Το άρθρο ΙΙ, παράγραφος 2, της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ ορίζει:
«Οι συμφωνίες και οι συναφείς νομικές πράξεις που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1, 2 και 3 [...] αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας και δεσμεύουν όλα τα μέρη.»
5 Κατά το άρθρο I, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994:
«Κάθε πλεονέκτημα, κάθε εύνοια, κάθε προνόμιο ή κάθε ατέλεια που χορηγείται από συμβαλλόμενο μέρος σε προϊόν καταγωγής ή προορισμού οποιασδήποτε άλλης χώρας θα εκτείνεται αμέσως και άνευ όρων σε κάθε όμοιο προϊόν που έχει ως καταγωγή ή προορισμό το έδαφος οποιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Η διάταξη αυτή αφορά τους τελωνειακούς δασμούς και τις πάσης φύσεως επιβαρύνσεις που εισπράττονται λόγω εισαγωγής ή εξαγωγής ή επ’ ευκαιρία εισαγωγής ή εξαγωγής […]».
6 Το άρθρο XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994, το οποίο αφορά τη μη γενεσιουργό δυσμενών διακρίσεων εφαρμογή ποσοτικών περιορισμών, ορίζει:
«1. Ουδεμία απαγόρευση ή ουδείς περιορισμός θα εφαρμόζεται από συμβαλλόμενο μέρος για την εισαγωγή οποιουδήποτε προϊόντος καταγωγής άλλου συμβαλλόμενου μέρους [...], εκτός αν η εισαγωγή όμοιου προϊόντος οποιασδήποτε τρίτης χώρας [...] απαγορεύεται ή περιορίζεται με όμοιο τρόπο.
2. Κατά την εφαρμογή περιορισμών επί της εισαγωγής οποιουδήποτε προϊόντος, τα συμβαλλόμενα μέρη θα προσπαθούν να επιτύχουν την κατανομή της εμπορίας του προϊόντος αυτού κατά τρόπον που προσεγγίζει όσο περισσότερο είναι δυνατόν τα μερίδια που τα διάφορα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να αναμένουν ότι θα είχαν αν δεν υφίσταντο οι περιορισμοί αυτοί, και προς τούτο τα συμβαλλόμενα μέρη θα τηρούν τις ακόλουθες διατάξεις:
a) Κάθε φορά που θα είναι δυνατόν, θα καθορίζονται ποσοστώσεις που αντιπροσωπεύουν τη συνολική ποσότητα των επιτρεπομένων εισαγωγών (ανεξαρτήτως του αν οι ποσοστώσεις αυτές κατανέμονται μεταξύ προμηθευτριών χωρών ή όχι) […].
b) Όταν δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν συνολικές ποσοστώσεις, οι περιορισμοί μπορούν να εφαρμοστούν μέσω αδειών εισαγωγής χωρίς συνολική ποσόστωση·
c) Εκτός από τις περιπτώσεις που πρόκειται για διαχείριση των ποσοστώσεων που έχουν κατανεμηθεί σύμφωνα με το στοιχείο d της παρούσας παραγράφου, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θα απαιτούν να χρησιμοποιούνται άδειες εισαγωγής για την εισαγωγή του σχετικού προϊόντος που προέρχεται από συγκεκριμένη χώρα ή συγκεκριμένη πηγή εφοδιασμού·
d) Στις περιπτώσεις που μια ποσόστωση κατανέμεται μεταξύ προμηθευτριών χωρών, το συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει τους περιορισμούς δύναται να ζητήσει από όλα τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη που έχουν σημαντικό συμφέρον για την προμήθεια του σχετικού προϊόντος να συμφωνήσουν ως προς την κατανομή της ποσοστώσεως. Στις περιπτώσεις που λογικά η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί, το σχετικό συμβαλλόμενο μέρος θα κατανείμει την ποσόστωση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που έχουν σημαντικό συμφέρον για την προμήθεια του σχετικού προϊόντος, βάσει μεριδίων αναλόγων με τη συμμετοχή των εν λόγω συμβαλλομένων μερών στη συνολική ποσότητα ή στη συνολική αξία των εισαγωγών του σχετικού προϊόντος κατά τη διάρκεια παλαιότερης αντιπροσωπευτικής περιόδου, λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των ειδικών παραγόντων που μπόρεσαν ή μπορούν να επηρεάσουν την εμπορία του σχετικού προϊόντος. [...]
[...]
5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επί οποιασδήποτε δασμολογικής ποσοστώσεως που επιβάλλεται ή διατηρείται από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος [...]».
7 Κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 3, 5 και 7, του Μνημονίου συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών (στο εξής: Μνημόνιο συμφωνίας) , το οποίο αποτελεί το παράρτημα 2 της Συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ:
«2. Το σύστημα επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την παροχή ασφάλειας και την εξασφάλιση της δυνατότητας πρόβλεψης σε ένα πολυμερές εμπορικό σύστημα. […]
3. Η ταχεία ρύθμιση των καταστάσεων, κατά τις οποίες ένα μέλος θεωρεί ότι οποιαδήποτε ωφέλεια η οποία απορρέει γι’ αυτό άμεσα ή έμμεσα από τις καλυπτόμενες συμφωνίες θίγεται εξαιτίας μέτρων που λαμβάνονται από άλλο μέρος, είναι ουσιαστική για την αποτελεσματική λειτουργία του ΠΟΕ και τη διατήρηση της δέουσας ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μελών.
[…]
5. Όλες οι λύσεις που δίδονται σε θέματα τα οποία προκύπτουν στο πλαίσιο των διατάξεων των καλυπτόμενων συμφωνιών για τις διαβουλεύσεις και την επίλυση διαφορών, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων διαιτησίας, συνάδουν με τις εν λόγω συμφωνίες και δεν αναιρούν εν όλω ή εν μέρει οφέλη που απορρέουν για οποιοδήποτε μέλος από τις συμφωνίες αυτές, ούτε παρεμποδίζουν την επίτευξη των στόχων των εν λόγω συμφωνιών.
[…]
7. Προτού να ασκηθεί προσφυγή, τα μέλη εξετάζουν τη σκοπιμότητα ανάληψης δράσεων στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών. Στόχος του μηχανισμού επίλυσης διαφορών είναι η εξασφάλιση της θετικής επίλυσης των διαφορών. Προτιμούνται σαφώς λύσεις αμοιβαία αποδεκτές στους διαδίκους και σύμφωνες με τις καλυπτόμενες συμφωνίες. Ελλείψει αμοιβαία αποδεκτών λύσεων, πρώτος στόχος του μηχανισμού επίλυσης διαφορών είναι, συνήθως, η εξασφάλιση της ανάκλησης των σχετικών μέτρων, εάν αυτά αποδεικνύεται ότι αντιβαίνουν στις διατάξεις οποιασδήποτε από τις καλυπτόμενες συμφωνίες. Η προσφυγή στις διατάξεις παροχής αντισταθμιστικού ανταλλάγματος είναι δυνατή μόνο σε περίπτωση που η άμεση ανάκληση του μέτρου είναι πρακτικώς αδύνατη, και προσωρινή, μέχρις ότου ανακληθεί το μέτρο που αντιβαίνει σε καλυπτόμενη συμφωνία. Η τελευταία δυνατότητα που παρέχεται βάσει του παρόντος μνημονίου συμφωνίας στο μέρος που επικαλείται τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών είναι το δικαίωμα αναστολής της εφαρμογής παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων στο πλαίσιο των καλυπτομένων συμφωνιών σε διακριτική βάση εις βάρος του άλλου μέλους, υπό τον όρο χορήγησης σχετικής άδειας από το [Όργανο Επίλυσης Διαφορών, στο εξής:] ΟΕΔ.»
8 Το επιγραφόμενο «Παρακολούθηση της εφαρμογής των συστάσεων και αποφάσεων» του ΟΕΔ άρθρο 21 του Μνημονίου συμφωνίας ορίζει:
«1. Η ταχεία συμμόρφωση με τις συστάσεις ή αποφάσεις του ΟΕΔ είναι ουσιαστικής σημασία προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική επίλυση των διαφορών προς όφελος όλων των μελών.
[…]
3. Στο πλαίσιο συνεδρίασης του ΟΕΔ που πραγματοποιείται εντός 30 ημερών […] μετά την ημερομηνία έγκρισης της έκθεσης της ειδικής ομάδας ή του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου, το ενδιαφερόμενο μέλος ενημερώνει το ΟΕΔ σχετικά με τις προθέσεις του, όσον αφορά την υλοποίηση των συστάσεων και αποφάσεων του ΟΕΔ. Εάν η άμεση συμμόρφωση με τις συστάσεις και αποφάσεις είναι πρακτικώς αδύνατη, παρέχεται για τον σκοπό αυτό εύλογο χρονικό διάστημα στο ενδιαφερόμενο μέλος. […]
[…]
5. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την ύπαρξη μέτρων ή ως προς το αν συμβιβάζονται με καλυπτόμενη συμφωνία μέτρα που λαμβάνονται προς συμμόρφωση με τις συστάσεις και αποφάσεις, η εν λόγω διαφορά ρυθμίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών, με προσφυγή, όταν είναι δυνατόν, στην αρχική ειδική ομάδα. Η ειδική ομάδα υποβάλλει την έκθεσή της εντός ενενήντα ημερών από την ημερομηνία παραπομπής του θέματος σε αυτή. Σε περίπτωση που η ειδική ομάδα εκτιμά ότι δεν δύναται να υποβάλει την έκθεσή της εντός καθορισμένης προθεσμίας, γνωστοποιεί εγγράφως στο ΟΕΔ τους λόγους της καθυστέρησης, παρέχοντας ταυτόχρονα εκτίμηση του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου θα υποβάλει την έκθεσή της. […]
6. Το ΟΕΔ παρακολουθεί την εφαρμογή των εγκεκριμένων συστάσεων ή αποφάσεων. Το θέμα της εφαρμογής των συστάσεων ή αποφάσεων ενδέχεται να θιγεί στο ΟΕΔ από κάθε μέλος και οποτεδήποτε μετά την έγκρισή τους. […]»
9 Τέλος, το επιγραφόμενο «Παροχή αντισταθμιστικών ανταλλαγμάτων και αναστολή των παραχωρήσεων» άρθρο 22 του Μνημονίου συμφωνίας έχει ως εξής:
«1. Η παροχή αντισταθμιστικών ανταλλαγμάτων και η αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων αποτελούν προσωρινά μέτρα που λαμβάνονται σε περίπτωση που οι συστάσεις και οι αποφάσεις δεν εφαρμόζονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, ούτε η παροχή αντισταθμιστικών ανταλλαγμάτων ούτε η αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων δεν προτιμώνται έναντι της πλήρους εφαρμογής σύστασης για τη συμμόρφωση μέτρου με τις καλυπτόμενες συμφωνίες. Τα αντισταθμιστικά ανταλλάγματα αποτελούν εθελοντικά μέτρα και, όταν παρέχονται, είναι σύμφωνα με τις καλυπτόμενες συμφωνίες.
2. Εάν το ενδιαφερόμενο μέλος δεν επιτύχει τη συμμόρφωση ενός μέτρου που απεδείχθη ασυμβίβαστο με καλυπτόμενη συμφωνία, ή τη συμμόρφωσή του με τις συστάσεις και αποφάσεις εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος που καθορίζεται βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3, το μέλος αυτό, εάν ζητηθεί, και όχι αργότερα από το πέρας του ευλόγου χρονικού διαστήματος, προβαίνει σε διαβουλεύσεις με οποιοδήποτε μέρος έχει επικαλεσθεί τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών, προκειμένου να συμφωνηθούν αμοιβαία αποδεκτά αντισταθμιστικά ανταλλάγματα. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία για την παροχή ικανοποιητικού αντισταθμιστικού ανταλλάγματος, εντός είκοσι ημερών από το πέρας του ευλόγου χρονικού διαστήματος, κάθε μέλος που έχει επικαλεσθεί τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών δύναται να ζητήσει τη χορήγηση άδειας από το ΟΕΔ για να αναστείλει έναντι του ενδιαφερόμενου μέλους την εφαρμογή παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων που απορρέουν από τις καλυπτόμενες συμφωνίες.
[…]
8. Η αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων είναι προσωρινή και εφαρμόζεται μόνον έως ότου καταργηθεί το μέτρο που απεδείχθη ότι δεν είναι σύμφωνο με καλυπτόμενη συμφωνία ή έως ότου το μέλος, το οποίο οφείλει να εφαρμόσει συστάσεις ή αποφάσεις, εξεύρει λύση ως προς το θέμα της μερικής ή ολικής αναίρεσης οφελών, ή επιτευχθεί αμοιβαίως ικανοποιητική λύση. Σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 6, το ΟΕΔ συνεχίζει να παρακολουθεί την εφαρμογή εγκεκριμένων συστάσεων ή αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που έχουν παρασχεθεί αντισταθμιστικά ανταλλάγματα ή που έχουν ανασταλεί παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις, αλλά δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή συστάσεις για τη συμμόρφωση του μέτρου με τις καλυπτόμενες συμφωνίες.»
Η συμφωνία-πλαίσιο
10 Το άρθρο 4 της συμφωνίας-πλαίσιο ορίζει:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν αμοιβαία μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου κράτους κατά τις εμπορικές τους σχέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ).
Τα δύο μέρη επιβεβαιώνουν τη βούλησή τους να πραγματοποιούν τις εμπορικές τους συναλλαγές τηρουμένης της εν λόγω συμφωνίας.»
Η κοινοτική ρύθμιση
11 Ο τίτλος IV του κανονισμού 404/93 αντικατέστησε, στον τομέα της μπανάνας, τα διάφορα παλαιότερα εθνικά καθεστώτα με ένα κοινό καθεστώς συναλλαγών με τα τρίτα κράτη.
12 Κατόπιν καταγγελιών που υπέβαλαν ορισμένα τρίτα κράτη, το κοινό αυτό καθεστώς εισαγωγής έγινε το αντικείμενο διαδικασίας διευθετήσεως διαφορών στο πλαίσιο του ΠΟΕ.
13 Με έκθεση της 9ης Σεπτεμβρίου 1997, το μόνιμο δευτεροβάθμιο όργανο, που προβλέπεται από το άρθρο 17 του Μνημονίου συμφωνίας, διαπίστωσε ότι ορισμένα στοιχεία του καθεστώτος συναλλαγών με τα τρίτα κράτη το οποίο καθιέρωσε ο κανονισμός 404/93 είναι ασύμβατα με τα άρθρα I, παράγραφος 1, και XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994. Η έκθεση αυτή εγκρίθηκε από το ΟΕΔ με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1997.
14 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο τροποποίησε τον τίτλο IV του κανονισμού 404/93 με τον κανονισμό 1637/98, για να τηρηθούν, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, «οι διεθνείς δεσμεύσεις, οι οποίες αναλήφθηκαν από την Κοινότητα στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ)», και «οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν έναντι των μερών που υπέγραψαν την τέταρτη σύμβαση ΑΚΕ-ΕΚ, με ταυτόχρονη επίτευξη των στόχων της κοινής οργάνωσης της αγοράς στον τομέα της μπανάνας». Κατά το άρθρο του 2, δεύτερο εδάφιο, ο κανονισμός 1637/98 κατέστη εφαρμοστέος την 1η Ιανουαρίου 1999, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας δεκαπέντε μηνών που χορηγήθηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από το ΟΕΔ για να συμμορφωθεί προς την απόφασή του της 25ης Σεπτεμβρίου 1997.
15 Το τροποποιημένο κατ’ αυτόν τον τρόπο καθεστώς εισαγωγής μπανανών διατηρεί τη γενομένη υπό το παλαιό καθεστώς συναλλαγών διάκριση μεταξύ, αφενός, παραδοσιακών και μη παραδοσιακών μπανανών με προέλευση κράτη της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: κράτη ΑΚΕ) και, αφετέρου, μπανανών καταγωγής τρίτων κρατών.
16 Το άρθρο 16, σημείο 2, του κανονισμού 404/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98 (στο εξής: κανονισμός 404/93) , ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου [«Καθεστώς των συναλλαγών με τα τρίτα κράτη»], νοούνται ως:
1) “παραδοσιακές εισαγωγές κρατών ΑΚΕ”: οι εισαγωγές στην Κοινότητα μπανανών καταγωγής των κρατών που απαριθμούνται στο παράρτημα, μέχρι την ποσότητα 857 700 τόνων (καθαρό βάρος) ετησίως· ονομάζονται “παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”·
2) “μη παραδοσιακές εισαγωγές κρατών ΑΚΕ”: οι εισαγωγές στην Κοινότητα μπανανών καταγωγής κρατών ΑΚΕ, που δεν εμπίπτουν στον ορισμό του σημείου 1· ονομάζονται “μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”·
3) “εισαγωγές τρίτων κρατών μη ΑΚΕ”: οι μπανάνες που εισάγονται στην Κοινότητα καταγωγής τρίτων κρατών εκτός των κρατών ΑΚΕ· ονομάζονται “μπανάνες τρίτων κρατών ”.
17 Κατά το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 404/93, «[γ]ια κάθε εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής, το οποίο εκδίδεται από τα κράτη μέλη σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο, […] με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που θεσπίζονται για την εφαρμογή των άρθρων 18 και 19».
18 Το άρθρο 18 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«1. Ανοίγεται κάθε έτος δασμολογική ποσόστωση 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρό βάρος) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων κρατών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ.
Στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης, οι εισαγωγές μπανανών τρίτων κρατών υπόκεινται σε δασμό 75 ECU ανά τόνο, ενώ οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ εισάγονται ατελώς.
2. Ανοίγεται κάθε έτος συμπληρωματική δασμολογική ποσόστωση 353 000 τόνων (καθαρό βάρος) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων κρατών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ.
Στο πλαίσιο της δασμολογικής αυτής ποσόστωσης, οι εισαγωγές μπανανών τρίτων κρατών υπόκεινται σε είσπραξη δασμού 75 ECU ανά τόνο και οι μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ εισάγονται ατελώς.
3. Δεν καταβάλλεται δασμός για τις εισαγωγές παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ.
4. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα ήταν λογικά δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία με όλα τα συμβαλλόμενα μέρη του ΠΟΕ, τα οποία έχουν σημαντικά συμφέροντα στον τομέα της προμήθειας μπανανών, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να κατανείμει τις δασμολογικές ποσοστώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 καθώς επίσης και την παραδοσιακή ποσότητα ΑΚΕ, μεταξύ των κρατών που έχουν σημαντικά συμφέροντα στον τομέα της προμήθειας μπανανών σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27.»
19 Το παράρτημα του κανονισμού 404/93, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού, παράρτημα που και αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, περιέχει κατάλογο δώδεκα κρατών προμηθευτών παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για τα οποία ισχύει η ετήσια ποσόστωση των 857 700 τόνων (καθαρό βάρος), χωρίς να χορηγηθούν σε κανένα από αυτά τα κράτη ανώτατες ποσότητες.
20 Το άρθρο 19 του κανονισμού 404/93 ορίζει ότι η διαχείριση των εισαγωγών γίνεται σύμφωνα με μια «μέθοδο που στηρίζεται στον συνυπολογισμό των παραδοσιακών ροών συναλλαγών (“παραδοσιακοί/νεοαφιχθέντες”)».
21 Έχοντας επιφορτιστεί από το άρθρο 20 του κανονισμού 404/93 με την εφαρμογή του νέου καθεστώτος των συναλλαγών με τα τρίτα κράτη, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2362/98. Το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«1. Κάθε παραδοσιακός εμπορικός φορέας, που είναι καταχωρημένος σε ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 5, λαμβάνει, για κάθε έτος, για το σύνολο των προελεύσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, εφάπαξ, μια ποσότητα αναφοράς που καθορίζεται σε συνάρτηση με τις ποσότητες μπανανών που εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
2. Για εισαγωγές που πραγματοποιούνται το 1999, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, η περίοδος αναφοράς αποτελείται από τα έτη 1994, 1995 και 1996.»
22 Το άρθρο 5 του κανονισμού 2362/98 αφορά τον τρόπο καθορισμού της ποσότητας αναφοράς.
23 Όσο για τον τρόπο χορηγήσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής, το άρθρο 17 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Εάν για ένα τρίμηνο και για μία ή περισσότερες χώρες καταγωγής που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, οι ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων έκδοσης πιστοποιητικού υπερβαίνουν αισθητά την ενδεικτική ποσότητα που καθορίζεται, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, ή υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες, καθορίζεται ποσοστό μείωσης που εφαρμόζεται στις αιτήσεις.»
24 Το άρθρο 18 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«1. Όταν για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες χώρες καταγωγής, καθορίζεται ποσοστό μείωσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17, ο εμπορικός φορέας που υπέβαλε αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής για την ή τις εν λόγω χώρες καταγωγής μπορεί κυρίως:
α) να αρνηθεί τη χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού με ανακοίνωση προς την αρμόδια αρχή που εκδίδει τα πιστοποιητικά, εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση του κανονισμού που καθορίζει το ποσοστό μείωσης· σε παρόμοια περίπτωση η εγγύηση που αφορά το πιστοποιητικό αποδεσμεύεται αμέσως ή
β) εντός του συνολικού ορίου μιας ποσότητας ίσης ή χαμηλότερης της ποσότητας της αίτησης που δεν έχει κατακυρωθεί, να υποβληθούν μία ή περισσότερες άλλες νέες αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικού για τις χώρες καταγωγής για τις οποίες οι διαθέσιμες ποσότητες δημοσιεύονται από την Επιτροπή. Μια τέτοια αίτηση υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο α΄ και υπόκειται στην τήρηση όλων των όρων που ισχύουν για την υποβολή αίτησης εκδόσεως πιστοποιητικού.
2. Η Επιτροπή καθορίζει, χωρίς αναβολή, τις ποσότητες για τις οποίες μπορούν να εκδοθούν πιστοποιητικά για την ή τις εν λόγω χώρες καταγωγής.»
25 Το άρθρο 29 του κανονισμού 2362/98 ορίζει:
«Εάν, για μία ή περισσότερες από τις προελεύσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, οι ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων πιστοποιητικού εισαγωγής για το πρώτο τρίμηνο του έτους 1999 υπερβαίνουν κατά 26 % τις ποσότητες που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα, η Επιτροπή καθορίζει ένα ποσοστό μείωσης το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε αίτηση που αφορά την ή τις σχετική(-ές) καταγωγή(-ές).»
26 Κατ’ εφαρμογήν του πιο πάνω άρθρου 29, το άρθρο 1 του κανονισμού 2806/98 καθορίζει τους συντελεστές μειώσεως ως εξής:
«Στο πλαίσιο του καθεστώτος εισαγωγής μπανάνας, της δασμολογικής ποσόστωσης και παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, για το πρώτο τρίμηνο του 1999, τα πιστοποιητικά εισαγωγής εκδίδονται για την ποσότητα που αναφέρεται στην αίτηση για την έκδοση πιστοποιητικού, με την εφαρμογή των συντελεστών μείωσης 0,5793, 0,6740 και 0,7080, για τις αιτήσεις που αναφέρουν τις χώρες καταγωγής “Κολομβία”, “Κόστα Ρίκα” και “Ισημερινός”, αντιστοίχως.»
27 Ο κανονισμός 2806/98 καθόρισε, βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 2362/98, και τις ποσότητες για τις οποίες μπορούσαν ακόμη να υποβληθούν κατά το πρώτο τρίμηνο του 1999 αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών. Οι νέες αυτές αιτήσεις έγιναν το αντικείμενο του κανονισμού 102/1999, ο οποίος ορίζει, στο άρθρο του 1, σημείο 1, συντελεστές μειώσεως 0,9701 για τις αιτήσεις εισαγωγής παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ καταγωγής Παναμά και 0,7198 για τις μπανάνες των οποίων η καταγωγή περιγράφεται ως «Λοιπές», ενώ οι αιτήσεις σχετικά με τις άλλες καταγωγής μπορούσαν, βάσει του σημείου 2 του ίδιου άρθρου, να ικανοποιηθούν στο ακέραιο.
28 Ο κανονισμός 608/1999 αφορά τις αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών για το δεύτερο τρίμηνο του 1999. Καθορίζει τους συντελεστές μειώσεως για τις αιτήσεις εισαγωγής μπανανών καταγωγής «Κολομβίας», «Κόστα Ρίκα» και «Ισημερινού» αντιστοίχως στο 0,5403, 0,6743 και 0,5934. Για τις άλλες καταγωγές, πιστοποιητικά εισαγωγής μπορούσαν να χορηγηθούν από τα κράτη μέλη για τις ποσότητες που αναγράφονταν στην αίτηση.
29 Μια ad hoc ομάδα, η οποία συγκροτήθηκε κατόπιν αιτήσεως της Δημοκρατίας του Ισημερινού κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21, παράγραφος 5, του Μνημονίου συμφωνίας, διαπίστωσε, με έκθεση της 12ης Απριλίου 1999, ότι το νέο καθεστώς των συναλλαγών με τα τρίτα κράτη, όπως το καθεστώς αυτό προκύπτει από τον κανονισμό 1637/98, δεν ήρε την παράβαση των άρθρων I, παράγραφος 1, και XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994. Το ΟΕΔ ενέκρινε την έκθεση αυτή στις 6 Μαΐου 1999.
30 Στη συνέχεια, το κοινοτικό καθεστώς έγινε το αντικείμενο νέων τροποποιήσεων, τις οποίες εισήγαγε ο κανονισμός (ΕK) 216/2001 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2001, για τροποποίηση του κανονισμού 404/93 (ΕΕ L 31, σ. 2).
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
31 Η Van Parys, η οποία εδρεύει στο Βέλγιο, εισάγει πάνω από 20 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπανάνες προελεύσεως Ισημερινού.
32 Στις 14 Δεκεμβρίου 1998, η Van Parys υπέβαλε στον BIRB αίτηση χορηγήσεως πιστοποιητικών για την εισαγωγή, κατά το πρώτο τρίμηνο του 1999, 26 685 935 kg μπανανών προελεύσεως Ισημερινού. Ο BIRB χορήγησε τα πιστοποιητικά για τις ποσότητες που ανέγραφαν οι αιτήσεις, στις οποίες ποσότητες εφάρμοσε τον ίσο με 0,7080 συντελεστή μειώσεως που είχε καθορίσει ο κανονισμός 2806/98.
33 Εντός των ορίων της μη χορηγηθείσας ποσότητας, η Van Parys υπέβαλε στις 8 Ιανουαρίου 1999, σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού 2362/98, τρεις νέες αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών για την εισαγωγή μπανανών προελεύσεως Παναμά και άλλων τρίτων κρατών. Ο BIRB εφάρμοσε στις αιτήσεις αυτές συντελεστή μειώσεως σύμφωνα με τον κανονισμό 102/1999.
34 Στις 5 Μαρτίου 1999, η Van Parys υπέβαλε, για το δεύτερο τρίμηνο του 1999, αίτηση χορηγήσεως πιστοποιητικών για την εισαγωγή 35 224 757 kg μπανανών προελεύσεως Ισημερινού. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή, μετά από αφαίρεση της ποσότητας που αντιστοιχούσε στον ίσο με 0,5934 συντελεστή μειώσεως που είχε καθορίσει ο κανονισμός 608/1999.
35 Η Van Parys υπέβαλε ενώπιον του Raad van State δύο αιτήσεις ακυρώσεως των αποφάσεων του BIRB με τις οποίες δεν της χορηγήθηκαν πιστοποιητικά εισαγωγής για το σύνολο των ποσοτήτων που ζητήθηκαν. Με τις αιτήσεις ακυρώσεως ισχυρίστηκε ότι οι αποφάσεις αυτές είναι ακυρωτέες λόγω του ότι, με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ, στερούνται νομιμότητας οι κανονισμοί οι οποίοι διέπουν την εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα και στους οποίους στηρίζονται οι αποφάσεις αυτές.
36 Εκτιμώντας ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν είναι έργο του εθνικού δικαστή να αποφανθεί επί του κύρους κοινοτικών πράξεων, το Raad van State αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Παραβαίνουν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 [...], όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98 [...], ο κανονισμός (ΕΚ) 2362/98 [...], ο κανονισμός (ΕΚ) 2806/98 [...], ο κανονισμός (ΕΚ) 102/[19]99 […] και ο κανονισμός (ΕΚ) 608/[19]99 [...],ο καθένας χωριστά ή όλοι μαζί, το άρθρο I, το άρθρο XIII, παράγραφος 1, και το άρθρο XIII, παράγραφος 2, στοιχείο d, της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994, καθόσον οι κανονισμοί αυτοί:
– καθιερώνουν υπέρ των δώδεκα χωρών που παρατίθενται σε παράρτημα του κανονισμού 1637/98 συνολική ποσόστωση 857 700 [τόνων] μπανάνας (“οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”) και, συνακόλουθα, καθόσον η ποσόστωση αυτή, στο μέτρο που περιλαμβάνεται στο καθεστώς που συνέστησε ο κανονισμός 1637/98 κατά το οποίο η εισαγωγή μπανανών μπορεί να γίνει μόνο βάσει δασμολογικής ποσοστώσεως, δεν συνάδει με επιμερισμό ο οποίος πλησιάζει ένα εμπόριο χωρίς περιορισμούς·
– καθιερώνουν δασμολογική ποσόστωση για συνολική ποσότητα 2 535 000 τόνων έναντι τρίτων κρατών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και καθόσον στη συνέχεια επιμερίζουν τη δασμολογική αυτή ποσόστωση βάσει μη αντιπροσωπευτικής περιόδου αναφοράς, δεδομένου ότι κατά τα έτη 1994-1996 η εισαγωγή μπανανών ήδη υπέκειτο σε περιοριστικές προϋποθέσεις;
2) Παραβαίνουν οι προαναφερθέντες στο πρώτο ερώτημα κανονισμοί το άρθρο 4 της συμφωνίας-πλαίσιο […] καθόσον με τη συμφωνία αυτή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ανέλαβε τη δέσμευση να συναλλάσσεται με τον Ισημερινό σύμφωνα με τις διατάξεις της ΓΣΔΕ και να επιφυλάσσει στη χώρα αυτή τη μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου έθνους;
3) Παραβιάζουν οι προαναφερθέντες στο πρώτο ερώτημα κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της καλής πίστεως κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο και τα διεθνή έθιμα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απορρέουν για την Κοινότητα από τη ΓΣΔΕ του 1994, καθόσον η Επιτροπή καταστρατήγησε νομικές διαδικασίες και δεν έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα διεθνούς διαδικασίας για τη διευθέτηση διαφορών και καθόσον, παρά τις δηλώσεις που έγιναν όταν εκδόθηκε ο κανονισμός 1637/98, δεν δημιούργησε ένα καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου να χορηγούνται άδειες εισαγωγής μπανανών σε “γνήσιους εισαγωγείς”;
4) Υπερέβη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την εξουσία που της έχει χορηγήσει ο κανονισμός 404/93 […], όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, όταν η Επιτροπή καθιέρωσε δασμολογική ποσόστωση για την εισαγωγή μπανανών παραγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν για την Κοινότητα από τη ΓΣΔΕ του 1994 και από τη ΓΣΣΤΥ [Γενική Συμφωνία σχετικά με τις υπηρεσίες] ή που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν ενσωματωθεί, ως κανόνας θετικού δικαίου, στο κοινοτικό δίκαιο λόγω της εκπεφρασμένης προθέσεως να προσαρμοστεί στις ισχύουσες Συμφωνίες ΠΟΕ το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα;»
Επί του πρώτου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
37 Με το πρώτο, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην ουσία από το Δικαστήριο να εκτιμήσει το κύρος του κανονισμού 404/93, καθώς και των κανονισμών 2362/98, 2806/98, 102/1999 και 608/1999 με γνώμονα τα άρθρα I και XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994.
38 Πριν γίνει η εξέταση αυτή, πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα αν οι Συμφωνίες ΠΟΕ δημιουργούν για τα υποκείμενα δικαίου στην Κοινότητα το δικαίωμα να επικαλεστούν τις συμφωνίες αυτές ενώπιον της δικαιοσύνης προκειμένου να αμφισβητήσουν το κύρος μιας κοινοτικής ρυθμίσεως στην περίπτωση που το ΟΕΔ έχει κρίνει ότι τόσο αυτή όσο και η μεταγενέστερη ρύθμιση την οποία θέσπισε η Κοινότητα ειδικά για να συμμορφωθεί προς τους σχετικούς κανόνες του ΠΟΕ είναι ασύμβατες με τους κανόνες αυτούς.
39 Εν προκειμένω, αποτελεί πάγια νομολογία ότι, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του όλου πνεύματός τους, οι Συμφωνίες ΠΟΕ κατ’ αρχήν δεν περιλαμβάνονται στους κανόνες με γνώμονα τους οποίους το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-149/96, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. I-8395, σκέψη 47· διάταξη της 2ας Μαΐου 2001, C-307/99, OGT Fruchthandelsgesellschaft, Συλλογή 2001, σ. I-3159, σκέψη 24· αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 2002, C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑2569, σκέψη 93· της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-76/00 P, Petrotub και Republica κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-79, σκέψη 53, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-93/02 P, Biret International κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I‑10497, σκέψη 52).
40 Μόνο στην περίπτωση που η Κοινότητα θέλησε να εκπληρώσει μια ειδική υποχρέωση που είχε αναλάβει στο πλαίσιο του ΠΟΕ ή στην περίπτωση που η κοινοτική πράξη ρητώς παραπέμπει σε συγκεκριμένες διατάξεις των Συμφωνιών ΠΟΕ εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της σχετικής κοινοτικής πράξεως με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ (βλ., όσον αφορά τη Συμφωνία ΓΣΔΕ του 1947, τις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1989, 70/87, Fediol κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1781, σκέψεις 19 έως 22, και της 7ης Μαΐου 1991, C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. I-2069, σκέψη 31, καθώς και, όσον αφορά τις Συμφωνίες ΠΟΕ, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 49, και Biret International κατά Συμβουλίου, σκέψη 53).
41 Πάντως, όταν εν προκειμένω ανέλαβε τη δέσμευση, μετά την απόφαση του ΟΕΔ της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, να συμμορφωθεί προς τους κανόνες του ΠΟΕ και ειδικότερα προς τα άρθρα I, παράγραφος 1, και XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994, η Κοινότητα δεν θέλησε να αναλάβει μια ειδική υποχρέωση στο πλαίσιο του ΠΟΕ, ικανή να δικαιολογήσει εξαίρεση από την αδυναμία επικλήσεως των κανόνων του ΠΟΕ ενώπιον του κοινοτικού δικαστή και να καταστήσει δυνατό τον από τον κοινοτικό δικαστή έλεγχο της νομιμότητας των σχετικών κοινοτικών διατάξεων με γνώμονα τους κανόνες αυτούς.
42 Συγκεκριμένα, πρώτον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ακόμη και όταν υφίσταται απόφαση του ΟΕΔ με την οποία διαπιστώνεται το ασύμβατο μέτρων ενός μέλους με τους κανόνες του ΠΟΕ, το σύστημα διευθετήσεως διαφορών εντός του ΠΟΕ δίνει, όπως ήδη έχει επισημάνει το Δικαστήριο, εξ ίσου σημαντική θέση στη διαπραγμάτευση μεταξύ των μερών (προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 36 έως 40) .
43 Έτσι, ναι μεν, όταν δεν υφίσταται λύση συμπεφωνημένη μεταξύ των μερών και συμβατή με τις πιο πάνω συμφωνίες, ο πρωταρχικός σκοπός του μηχανισμού διευθετήσεως των διαφορών είναι συνήθως, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 7, του Μνημονίου συμφωνίας, να επιτευχθεί ανάκληση των σχετικών μέτρων αν διαπιστωθεί ότι τα μέτρα αυτά είναι ασύμβατα με τους κανόνες του ΠΟΕ, πλην όμως η ίδια διάταξη προβλέπει, όταν η άμεση ανάκληση των μέτρων αυτών είναι πρακτικώς αδύνατη, τη δυνατότητα να δοθούν αντισταθμίσματα ή να ανασταλούν παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις μέχρις ότου ανακληθεί το ασύμβατο μέτρο (βλ., στο ίδιο πνεύμα, την προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 37).
44 Είναι αλήθεια ότι, κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 22, παράγραφος 1, του εν λόγω μνημονίου, τα αντισταθμίσματα και η αναστολή παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων αποτελούν προσωρινά μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν στην περίπτωση που οι συστάσεις και αποφάσεις του ΟΕΔ δεν εφαρμόστηκαν εντός εύλογης προθεσμίας, ενώ η τελευταία διάταξη προτιμά να εφαρμοστεί πλήρως η σύσταση που έχει ως αντικείμενο να προσαρμοστεί στις Συμφωνίες ΠΟΕ το μέτρο που ελήφθη από το σχετικό μέλος (προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 38).
45 Ωστόσο, η παράγραφος 2 του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζει ότι, αν το σχετικό μέλος δεν τηρήσει την υποχρέωσή του να εφαρμόσει τις πιο πάνω συστάσεις και αποφάσεις εντός εύλογης προθεσμίας, το μέλος αυτό θα προχωρήσει, αν κάτι τέτοιο του ζητηθεί μέχρι τη λήξη της εύλογης προθεσμίας, σε διαπραγματεύσεις με κάθε άλλο μέρος το οποίο επικαλέστηκε τις διαδικασίες διευθετήσεως διαφορών, προκειμένου να βρεθεί αμοιβαίως αποδεκτή αντιστάθμιση. Αν δεν συμφωνηθεί ικανοποιητική αντιστάθμιση εντός προθεσμίας 20 ημερών από την ημερομηνία λήξεως της εύλογης προθεσμίας, ο καταγγέλλων δύναται να ζητήσει από το ΟΕΔ άδεια αναστολής, έναντι του πιο πάνω μέλους, παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων βάσει των Συμφωνιών ΠΟΕ.
46 Επιπλέον, το άρθρο 22, παράγραφος 8, του Μνημονίου συμφωνίας ορίζει ότι η διαφορά παραμένει εγγεγραμμένη στην ημερήσια διάταξη του ΟΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 6, του μνημονίου αυτού, έως ότου η διαφορά αυτή λυθεί, δηλαδή έως ότου «καταργηθεί» το μέτρο που κρίθηκε ασύμβατο με τους κανόνες του ΠΟΕ ή έως ότου τα μέρη βρουν «αμοιβαίως ικανοποιητική λύση».
47 Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς το συμβατό των μέτρων που ελήφθησαν για τη συμμόρφωση σε συστάσεις και αποφάσεις του ΟΕΔ, το άρθρο 21, παράγραφος 5, του Μνημονίου συμφωνίας ορίζει ότι η διαφορά θα διευθετηθεί «σύμφωνα με τις σχετικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών», πράγμα που περιλαμβάνει την αναζήτηση από τα μέρη λύσεως κατόπιν διαπραγματεύσεων.
48 Υπό τις συνθήκες αυτές, το να επιβληθεί στα δικαστικά όργανα η υποχρέωση να μην εφαρμόζουν κανόνες του εσωτερικού δικαίου οι οποίοι προβάλλεται ότι είναι ασύμβατοι με τις Συμφωνίες ΠΟΕ θα είχε ως συνέπεια να στερηθούν τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα των συμβαλλομένων μερών της δυνατότητας την οποία παρέχει ειδικά το άρθρο 22 του πιο πάνω μνημονίου, να βρουν, έστω και προσωρινά, λύση κατόπιν διαπραγματεύσεων (προαναφερθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 40).
49 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από τη δικογραφία προκύπτουν τα εξής:
– η Κοινότητα, αφότου δήλωσε ενώπιον του ΟΕΔ την πρόθεσή της να συμμορφωθεί προς την απόφαση του τελευταίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, τροποποίησε, όταν έληξε η προθεσμία που της είχε χορηγηθεί προς τούτο, το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών·
– λόγω της αμφισβητήσεως από τη Δημοκρατία του Ισημερινού του συμβατού με τους κανόνες του ΠΟΕ του καθιερωθέντος με τον κανονισμό 1637/98 νέου καθεστώτος των συναλλαγών με τα τρίτα κράτη, η υπόθεση έφθασε σε μια ad hoc ομάδα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21, παράγραφος 5, του Μνημονίου συμφωνίας, η οποία διαπίστωσε, με έκθεση την οποία το ΟΕΔ ενέκρινε στις 6 Μαΐου 1999, ότι το εν λόγω καθεστώς συνεχίζει να αποτελεί παράβαση των άρθρων I, παράγραφος 1, και XIII της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994·
– το 1999 επετράπη στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22, παράγραφος 2, του Μνημονίου συμφωνίας και μετά από διαδικασία διαιτησίας, να αναστείλουν έναντι της Κοινότητας τις παραχωρήσεις μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο·
– το κοινοτικό καθεστώς έγινε το αντικείμενο νέων τροποποιήσεων που εισήγαγε ο κανονισμός 216/2001, ο οποίος βάσει του άρθρου του 2, δεύτερο εδάφιο, τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Απριλίου 2001·
– η συμμόρφωση της κοινοτικής ρυθμίσεως προς τους κανόνες του ΠΟΕ επιδιώχθηκε με τη διαπραγμάτευση συμφωνιών οι οποίες συνήφθησαν, αντιστοίχως, με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στις 11 Απριλίου 2001 και με τη Δημοκρατία του Ισημερινού στις 30 Απριλίου 2001.
50 Η εξέλιξη αυτή, με την οποία η Κοινότητα προσπάθησε να συμβιβάσει τις δεσμεύσεις της βάσει των Συμφωνιών ΠΟΕ με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι των κρατών ΑΚΕ καθώς και με τις επιταγές που είναι σύμφυτες με την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής, θα μπορούσε να διακυβευθεί με το να αναγνωριστεί στον κοινοτικό δικαστή η δυνατότητα να ελέγξει τη νομιμότητα των σχετικών κοινοτικών μέτρων με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ μετά τη λήξη, τον Ιανουάριο του 1999, της προθεσμίας που το ΟΕΔ χορήγησε για την εφαρμογή της αποφάσεώς του της 25ης Σεπτεμβρίου 1997.
51 Συγκεκριμένα, η λήξη της προθεσμίας αυτής δεν συνεπάγεται ότι η Κοινότητα εξάντλησε τις προβλεπόμενες από το Μνημόνιο συμφωνίας δυνατότητες να λυθεί η διαφορά της με άλλα μέρη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το να επιβληθεί στον κοινοτικό δικαστή, απλώς και μόνον λόγω της λήξεως της προθεσμίας αυτής, να ελέγξει τη νομιμότητα των σχετικών κοινοτικών μέτρων με γνώμονα τους κανόνες του ΠΟΕ, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η θέση της Κοινότητας κατά την αναζήτηση αμοιβαίως αποδεκτής και σύμφωνης με τους πιο πάνω κανόνες λύσεως της διαφοράς.
52 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο επίμαχος στην κύρια δίκη κανονισμός 1637/98 και οι επίσης επίμαχοι στην κύρια δίκη εκτελεστικοί του κανονισμοί δεν μπορούν να θεωρηθούν μέτρα για την εκτέλεση, στην κοινοτική έννομη τάξη, ειδικής υποχρεώσεως που ανελήφθη στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Επιπλέον, τα νομοθετήματα αυτά δεν παραπέμπουν ρητώς σε συγκεκριμένες διατάξεις των Συμφωνιών ΠΟΕ.
53 Δεύτερον, όπως το Δικαστήριο έκρινε στις σκέψεις 43 έως 46 της προαναφερθείσας αποφάσεώς του Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, το να γίνει δεκτό ότι η εξασφάλιση της συμφωνίας του κοινοτικού δικαίου με τους κανόνες του ΠΟΕ είναι ευθέως έργο του κοινοτικού δικαστή θα κατέληγε να στερήσει τα νομοθετικά ή εκτελεστικά όργανα της Κοινότητας του περιθωρίου χειρισμών το οποίο έχουν τα ανάλογα όργανα των εμπορικών εταίρων της Κοινότητας. Δεν αμφισβητείται ότι ορισμένα συμβαλλόμενα μέρη, και μεταξύ αυτών οι σημαντικότεροι από εμπορικής απόψεως εταίροι της Κοινότητας, συνήγαγαν, υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού των Συμφωνιών ΠΟΕ, ακριβώς τη συνέπεια ότι οι συμφωνίες αυτές δεν περιλαμβάνονται στους κανόνες με γνώμονα τους οποίους τα δικαστικά τους όργανα ελέγχουν τη νομιμότητα των κανόνων του εσωτερικού τους δικαίου. Μια τέτοια έλλειψη αμοιβαιότητας, αν γινόταν δεκτή, θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να υπάρξει ανισορροπία στην εφαρμογή των κανόνων του ΠΟΕ.
54 Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι, σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, ένας επιχειρηματίας δεν δύναται να προβάλει ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ότι μια κοινοτική ρύθμιση είναι ασύμβατη με ορισμένους κανόνες του ΠΟΕ, ακόμη και αν το ΟΕΔ έχει κηρύξει την εν λόγω ρύθμιση ασύμβατη με τους κανόνες αυτούς.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
55 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν οι κανονισμοί 404/93, 2362/98, 2806/98, 102/1999 και 608/1999 είναι συμβατοί με το άρθρο 4 της συμφωνίας-πλαίσιο.
56 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο αυτό, βάσει του οποίου τα συμβαλλόμενα μέρη επιφυλάσσουν την προβλεπόμενη από το άρθρο I της Συμφωνίας ΓΣΔΕ του 1994 μεταχείριση του μάλλον ευνοουμένου έθνους, δεν προσθέτει τίποτα στις υποχρεώσεις που τα εν λόγω μέρη ήδη είχαν βάσει των κανόνων του ΠΟΕ.
57 Όπως ορθώς σημείωσε η Επιτροπή, το πιο πάνω άρθρο 4 εισήχθη στη συμφωνία-πλαίσιο όταν τα κράτη μέλη του Συμφώνου των Άνδεων δεν ήσαν ακόμη μέλη του ΠΟΕ, και τούτο χωρίς να μεταβληθεί το περιεχόμενο ή η φύση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία ΓΣΔΕ του 1994.
58 Υπό τις συνθήκες αυτές, το σκεπτικό που παρατέθηκε σε απάντηση του πρώτου, του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος, σχετικά με τη δυνατότητα επικλήσεως των κανόνων του ΠΟΕ ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, ισχύει και για την ερμηνεία του άρθρου 4 της συμφωνίας-πλαίσιο.
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, εκτός των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
Ένας επιχειρηματίας, σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν δύναται να προβάλει ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ότι μια κοινοτική ρύθμιση είναι ασύμβατη με ορισμένους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ακόμη και αν κήρυξε την πιο πάνω ρύθμιση ασύμβατη με τους κανόνες αυτούς το Όργανο Επιλύσεως Διαφορών που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Μνημονίου συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών, το οποίο αποτελεί το παράρτημα 2 της Συμφωνίας για την ίδρυση του Οργανισμού αυτού η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) κατά το μέρος που αφορά θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy