Υπόθεση C-384/02
Ποινική διαδικασία
κατά
Knud Grøngaard
και
Allan Bang
(αίτηση του Københavns Byret για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 89/592/ΕΟΚ — Πράξεις κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών — Ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών σε τρίτους — Απαγόρευση»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 25ης Μαΐου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 22ας Νοεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών — Πράξεις κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών — Οδηγία 89/592 — Απαγόρευση ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών σε τρίτον — Εξαίρεση — Ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών εντός του συνήθους πλαισίου ασκήσεως της εργασίας — Έννοια — Ανακοίνωση τέτοιων πληροφοριών εκ μέρους μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή μέλους της επιτροπής συνδέσμου ενός ομίλου επιχειρήσεων στον πρόεδρο της επαγγελματικής οργανώσεως στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι που διόρισαν το πρόσωπο αυτό — Επιτρέπεται — Προϋποθέσεις — Ανακοίνωση των πληροφοριών αυτών από τον πρόεδρο στους συνεργάτες του — Επιτρέπεται — Προϋποθέσεις
(Οδηγία 89/592 του Συμβουλίου, άρθρο 3, στοιχ. α΄)
Το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592, για τον συντονισμό των ρυθμίσεων όσον αφορά τις πράξεις προσώπων τα οποία είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, το οποίο απαγορεύει σε ορισμένα πρόσωπα να ανακοινώνουν εμπιστευτική πληροφορία σε τρίτον, εκτός εάν ενεργούν εντός του συνήθους πλαισίου άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους, απαγορεύει σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο εταιρίας ή υπό την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής συνδέσμου ενός ομίλου επιχειρήσεων να τις ανακοινώνει στον πρόεδρο της επαγγελματικής οργανώσεως στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι αυτοί και η οποία διόρισε το πρόσωπο αυτό ως μέλος της επιτροπής συνδέσμου, εκτός εάν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της ανακοινώσεως και της ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του και εάν η ανακοίνωση αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση της εν λόγω εργασίας, του εν λόγω επαγγέλματος ή των εν λόγω καθηκόντων.
Στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, υπό το φως των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, να λάβει ιδίως υπόψη ότι η εν λόγω εξαίρεση από την απαγόρευση ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ότι κάθε πρόσθετη ανακοίνωση είναι ικανή να αυξήσει τον κίνδυνο εκμεταλλεύσεως των πληροφοριών αυτών για σκοπό αντιβαίνοντα στην οδηγία 89/592, καθώς και το κατά πόσον η εμπιστευτική πληροφορία αποτελεί ευαίσθητη πληροφορία.
Το άρθρο 3, στοιχείο α΄, απαγορεύει στον πρόεδρο επαγγελματικής οργανώσεως να ανακοινώνει εμπιστευτικές πληροφορίες σε συνεργάτες του, όπως οι αντιπρόεδροι της οργανώσεως αυτής και ο ανώτατος διευθυντής της διοικήσεως της γραμματείας της οργανώσεως, εκτός αν τούτο γίνεται υπό τις ίδιες αυτές προϋποθέσεις. Στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, υπό το φως των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, να λάβει υπόψη τα ίδια αυτά κριτήρια.
(βλ. σκέψεις 48, 54, διατακτ. 1-2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 22ης Νοεμβρίου 2005 (*)
«Οδηγία 89/592/ΕΟΚ – Πράξεις κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών – Ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών σε τρίτους – Απαγόρευση»
Στην υπόθεση C-384/02,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Københavns Byret (Δανία) με απόφαση της 14ης Αυγούστου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Οκτωβρίου 2002, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά
Knud Grøngaard,
Allan Bang,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, προέδρους τμήματος, J.-P. Puissochet, R. Schintgen, S. von Bahr (εισηγητή), J. N. Cunha Rodrigues και R. Silva de Lapuerta, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Μαρτίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο K. Grøngaard, εκπροσωπούμενος από τον L. Kjeldsen, advokat,
– ο A. Bang, εκπροσωπούμενος από τον J. Juul, advokat,
– η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Bering Liisberg και, στη συνέχεια, από τον J. Molde,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Kruse,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους N. B. Rasmussen και Γ. Ζαββό,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των ρυθμίσεων όσον αφορά τις πράξεις προσώπων τα οποία είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών (ΕΕ L 334, σ. 30).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά των Κ. Grøngaard και Α. Bang για παράβαση του νόμου περί αγοραπωλησίας κινητών αξιών (værdipapirhandelsloven), με τον οποίο η οδηγία 89/592 μεταφέρθηκε στο δανικό δίκαιο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 89/592 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1) εμπιστευτική πληροφορία: μια πληροφορία η οποία δεν έχει γίνει γνωστή στο κοινό, έχει χαρακτήρα συγκεκριμένο και αφορά έναν ή περισσότερους εκδότες κινητών αξιών ή μία ή περισσότερες κινητές αξίες, και η οποία, εάν γινόταν γνωστή στο κοινό, θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την τιμή αυτή ή αυτών των κινητών αξιών».
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Όλα τα κράτη μέλη απαγορεύουν στα πρόσωπα τα οποία:
– λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών των διοικητικών, διευθυντικών και εποπτικών οργάνων του εκδότη,
– λόγω της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο του εκδότη
ή
– επειδή έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές λόγω της άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους,
είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, να αποκτούν ή να εκχωρούν, για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, είτε άμεσα είτε έμμεσα, τις κινητές αξίες του ή των εκδοτών τους οποίους αφορούν οι πληροφορίες αυτές, εκμεταλλευόμενα εν γνώσει τους αυτές τις εμπιστευτικές πληροφορίες.»
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Όλα τα κράτη μέλη απαγορεύουν στα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2 απαγόρευση και είναι κάτοχοι εμπιστευτικής πληροφορίας:
α) να ανακοινώνουν αυτή την εμπιστευτική πληροφορία σε τρίτο, εκτός εάν ενεργούν εντός του συνήθους πλαισίου άσκησης της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους·
β) να συνιστούν σε τρίτο, βάσει αυτής της εμπιστευτικής πληροφορίας, να αποκτήσει ή να εκχωρήσει ο ίδιος ή μέσω άλλου κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις εγχώριες αγορές κινητών αξιών, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1, σημείο 2, στο τέλος.»
6 Το άρθρο 4 της οδηγίας 89/592 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Κάθε κράτος μέλος επιβάλλει επίσης την προβλεπόμενη στο άρθρο 2 απαγόρευση, πέραν των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, και σε κάθε πρόσωπο το οποίο, εν γνώσει του, κατέχει μια εμπιστευτική πληροφορία η οποία δεν μπορεί να προέρχεται άμεσα ή έμμεσα, παρά μόνον από πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 2.»
7 Το άρθρο 6 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Όλα τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία ή και συμπληρωματικές διατάξεις, υπό τον όρο ότι οι διατάξεις αυτές θα είναι γενικής εφαρμογής. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την απαγόρευση του άρθρου 2 και να επιβάλλουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 4 τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Η οδηγία 89/592 μεταφέρθηκε στο δανικό δίκαιο με τα άρθρα 34 έως 39 και 93 έως 96 του νόμου περί αγοραπωλησίας κινητών αξιών.
9 Το άρθρο 35, παράγραφος 1, του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
«Η αγορά, η πώληση ή η προτροπή προς αγορά ή πώληση κινητών αξιών δεν επιτρέπεται στον κάτοχο εμπιστευτικών πληροφοριών που μπορούν να έχουν σημασία για την αγοραπωλησία.»
10 Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως:
«Απαγορεύεται σε οποιονδήποτε είναι κάτοχος εμπιστευτικής πληροφορίας να την ανακοινώνει σε άλλο πρόσωπο, εκτός αν ενεργεί εντός του συνήθους πλαισίου της ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του.»
11 Η απαγόρευση ανακοινώσεως την οποία θεσπίζει το εν λόγω άρθρο 36, παράγραφος 1, ισχύει για κάθε πρόσωπο το οποίο είναι κάτοχος εμπιστευτικής πληροφορίας, ανεξαρτήτως του αν το πρόσωπο αυτό περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που μνημονεύονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 89/592 ή αν μια τέτοια πληροφορία περιήλθε σε γνώση του με άλλον τρόπο.
12 Το άρθρο 94, παράγραφος 1, σημείο 1, του νόμου περί αγοραπωλησίας κινητών αξιών ορίζει ότι η παράβαση του άρθρου 36, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου τιμωρείται με πρόστιμο ή φυλάκιση δεκαοκτώ μηνών κατ’ ανώτατο όριο.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Ο Α. Bang είναι πρόδρος της Finansforbundet, συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η Finansforbundet αριθμεί περίπου 50 000 μέλη.
14 Ο Κ. Grøngaard ήταν εκλεγμένο από το προσωπικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας RealDanmark, σημαντικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος εισηγμένου στο Χρηματιστήριο και αριθμούντος 7 000 υπαλλήλους. Είχε επίσης οριστεί από τη Finansforbundet μέλος της επιτροπής συνδέσμου του ομίλου της RealDanmark (στο εξής: επιτροπή συνδέσμου). Η επιτροπή αυτή είχε συσταθεί με σύμβαση μεταξύ της Finansforbundet και της RealDanmark. Ο Κ. Grøngaard εκπροσωπούσε τη συνδικαλιστική οργάνωση στο πλαίσιο της επιτροπής αυτής. Τέλος, ο Κ. Grøngaard ήταν πρόεδρος του Kapitalkreds, ενός από τους 11 κλάδους της Finansforbundet, στα 6 500 μέλη περίπου του οποίου περιλαμβανόταν άνω του 90 % του προσωπικού της RealDanmark.
15 Μετά από έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της RealDanmark, ο Κ. Grøngaard ανακοίνωσε, στις 23 Αυγούστου 2000, στον Α. Bang πληροφορίες σχετικά με σχεδιαζόμενες διαπραγματεύσεις συγχωνεύσεως με την Danske Bank, άλλο σημαντικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Δανίας.
16 Μεταξύ 28ης Αυγούστου και 4ης Σεπτεμβρίου 2000, ο Α. Bang συμβουλεύθηκε τις δύο αντιπροέδρους του, την κ. Madsen και την κ. Nielsen, καθώς και τον κ. Christensen, συνεργάτη του στη γραμματεία της Finansforbundet, ανακοινώνοντάς τους τις ίδιες πληροφορίες που είχε λάβει από τον Κ. Grøngaard. Στις 31 Αυγούστου 2000, ο κ. Christensen αγόρασε μετοχές της RealDanmark αξίας 48 000 ευρώ περίπου.
17 Στις 18 Σεπτεμβρίου 2000, ο Κ. Grøngaard μετέσχε σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της RealDanmark, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες της συγχωνεύσεως. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2000, ο ανωτέρω μετέσχε σε έκτακτη συνεδρίαση της επιτροπής συνδέσμου, κατά την οποία επίσης συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες της συγχωνεύσεως. Ο Κ. Grøngaard απευθύνθηκε και πάλι στον Α. Bang, στις 26 Σεπτεμβρίου 2000, με σκοπό να βοηθήσει το προσωπικό να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της συγχωνεύσεως. Συζήτησαν, μεταξύ άλλων, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα της συγχωνεύσεως, καθώς και την αναμενόμενη άνοδο κατά 60 έως 70 % της τιμής των μετοχών της RealDanmark.
18 Στις 27 και 28 Σεπτεμβρίου 2000 αντιστοίχως, ο Α. Bang ανακοίνωσε πληροφορίες στον κ. Larsen, προϊστάμενο της γραμματείας της Finansforbundet, και στον συνάδελφό του κ. Christensen, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την προβλεπόμενη ημερομηνία αναγγελίας της συγχωνεύσεως και την αναμενόμενη αναλογία ανταλλαγής. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, ο κ. Christensen αγόρασε και άλλες μετοχές της RealDanmark αξίας 214 000 ευρώ περίπου.
19 Στις 2 Οκτωβρίου 2000, δημοσιοποιήθηκε η συγχώνευση μεταξύ της RealDanmark και της Danske Bank και η τιμή των μετοχών της RealDanmark αυξήθηκε κατά 65 % περίπου. Στις 2 και 3 Οκτωβρίου 2000, ο κ. Christensen πώλησε τις μετοχές της RealDanmark που κατείχε, πραγματοποιώντας συνολικό κέρδος περίπου 180 000 ευρώ. Αργότερα, καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξι μηνών για πράξεις κατόχου εμπιστευτικών πληροφοριών συνιστώσες παράβαση του άρθρου 35, παράγραφος 1, του νόμου περί αγοραπωλησίας κινητών αξιών.
20 Οι Κ. Grøngaard και Α. Bang διώκονται ποινικώς ενώπιον του Københavns Byret με την κατηγορία ότι ανακοίνωσαν εμπιστευτικές πληροφορίες κατά παράβαση του άρθρου 36, παράγραφος 1, του νόμου αυτού.
21 Επιληφθέν της υποθέσεως, το Københavns Byret αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμποδίζει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 το να ανακοινώνει ένα πρόσωπο εμπιστευτικές πληροφορίες όταν το πρόσωπο αυτό έχει λάβει τις εμπιστευτικές πληροφορίες υπό την ιδιότητά του ως εκλεγμένου από τους εργαζομένους μέλους του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως την οποία αφορούν οι εμπιστευτικές αυτές πληροφορίες, η δε ανακοίνωση αυτή γίνεται προς τον πρόεδρο της συνδικαλιστικής οργανώσεως στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι που εξέλεξαν το πρόσωπο αυτό ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου;
2) Εμποδίζει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 το να ανακοινώνει ένα πρόσωπο εμπιστευτικές πληροφορίες όταν το πρόσωπο αυτό έχει λάβει τις εμπιστευτικές πληροφορίες υπό την ιδιότητά του ως μέλους της επιτροπής συνδέσμου ομίλου της επιχειρήσεως, η δε ανακοίνωση αυτή γίνεται προς τον πρόεδρο της συνδικαλιστικής οργανώσεως η οποία έχει ορίσει το πρόσωπο αυτό ως μέλος της επιτροπής συνδέσμου ομίλου;
3) Εμποδίζει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 το να ανακοινώνει ο πρόεδρος συνδικαλιστικής οργανώσεως εμπιστευτικές πληροφορίες όταν τις έχει λάβει υπό τις εκτιθέμενες στο ερώτημα 1 περιστάσεις, η δε ανακοίνωση γίνεται, αντιστοίχως, προς:
α) τους δύο αντιπροέδρους της οργανώσεως,
β) τον ανώτατο διευθυντή της διοικήσεως της γραμματείας της οργανώσεως και
γ) τους συνεργάτες του προέδρου στη γραμματεία της οργανώσεως;
4) Εμποδίζει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 το να ανακοινώνει ο πρόεδρος συνδικαλιστικής οργανώσεως εμπιστευτικές πληροφορίες όταν τις έχει λάβει υπό τις εκτιθέμενες στο ερώτημα 2 περιστάσεις, η δε ανακοίνωση γίνεται, αντιστοίχως, προς:
α) τους δύο αντιπροέδρους της οργανώσεως,
β) τον ανώτατο διευθυντή της διοικήσεως της γραμματείας της οργανώσεως και
γ) τους συνεργάτες του προέδρου στη γραμματεία της οργανώσεως;
5) Ποια σημασία για την απάντηση στα τέσσερα πρώτα ερωτήματα έχει το ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες που ανακοινώθηκαν είναι
α) πληροφορίες για το ότι άρχισαν διαπραγματεύσεις για τη συγχώνευση δύο εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών,
β) πληροφορίες για την ημερομηνία της συγχωνεύσεως μεταξύ δύο εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών ή
γ) πληροφορίες για το μέγεθος της αναμενομένης αυξήσεως της τιμής των μετοχών μιας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο εταιρίας λόγω του ότι η εταιρία αυτή πρόκειται να συγχωνευθεί με άλλη εισηγμένη στο Χρηματιστήριο εταιρία;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22 Η οδηγία 89/592 απαγορεύει τις πράξεις κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών με σκοπό την προστασία της εμπιστοσύνης των επενδυτών στη δευτερογενή αγορά κινητών αξιών και, κατά συνέπεια, την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας της αγοράς αυτής.
23 Έτσι, το άρθρο 2 της οδηγίας 89/592 απαγορεύει στα πρόσωπα τα οποία, ιδίως λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών των διοικητικών οργάνων ή λόγω της ασκήσεως της εργασίας τους, του επαγγέλματός τους ή των καθηκόντων τους, είναι κάτοχοι εμπιστευτικής πληροφορίας, δηλαδή συγκεκριμένης πληροφορίας η οποία δεν έχει γίνει γνωστή στο κοινό και είναι ικανή να επηρεάσει αισθητά την τιμή μιας ή πλειόνων κινητών αξιών, να εκμεταλλευτούν την πληροφορία αυτή αποκτώντας ή εκχωρώντας τις εν λόγω κινητές αξίες.
24 Με σκοπό τον περιορισμό του αριθμού των προσώπων που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν μια τέτοια πληροφορία εκχωρώντας ή αποκτώντας τις κινητές αξίες τις οποίες αφορά η πληροφορία αυτή, το άρθρο 3 της οδηγίας 89/592 προβλέπει επίσης, για τα πρόσωπα που μνημονεύονται στο άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας, απαγόρευση ανακοινώσεως των εμπιστευτικών πληροφοριών σε τρίτους.
25 Η απαγόρευση αυτή δεν είναι, ωστόσο, απόλυτη.
26 Κατά το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592, η απαγόρευση ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών δεν ισχύει για την περίπτωση που η ανακοίνωση αυτή γίνεται από ένα πρόσωπο που ενεργεί εντός του συνήθους πλαισίου ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του.
27 Ο κανόνας αυτός, έστω και αν, λαμβανομένων υπόψη των χρησιμοποιουμένων όρων, μπορεί να καλύπτει πολύ διαφορετικές καταστάσεις, πρέπει, ως εισάγων εξαίρεση από μια γενική απαγόρευση και λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας 89/592, να ερμηνεύεται στενά.
28 Η ανάγκη στενής ερμηνείας του άρθρου 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 δεν επηρεάζεται από την ποινική φύση της διαδικασίας που έχει κινηθεί κατά των Κ. Grøngaard και Α. Bang και την αρχή της νομιμότητας των ποινών που ισχύει στη διαδικασία αυτή. Όπως αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 24 των προτάσεών του, η ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής μιας οδηγίας δεν μπορεί να εξαρτάται από την αστική, διοικητική ή ποινική φύση της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας γίνεται επίκληση της οδηγίας.
29 Εξάλλου, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου όταν ερμηνεύει, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού μιας οδηγίας, το εθνικό δίκαιο που θεσπίστηκε προς εφαρμογήν της (βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C‑74/95 και C‑129/95, Χ, Συλλογή 1996, σ. I‑6609, σκέψη 26).
30 Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο της οδηγίας όταν ερμηνεύει του σχετικούς κανόνες του εθνικού του δικαίου περιορίζεται, ιδίως όταν μια τέτοια ερμηνεία οδηγεί, βάσει της οδηγίας και ανεξαρτήτως του νόμου που εκδόθηκε προς εφαρμογήν της, στη θεμελίωση ή την επίταση της ποινικής ευθύνης των ενεργούντων κατά παράβαση των διατάξεών της (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen, Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 13, και προμνησθείσα απόφαση Χ, σκέψη 24).
31 Όσον αφορά το περιεχόμενο της εξαιρέσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, η εν λόγω εξαίρεση, απαιτώντας να γίνεται η ανακοίνωση της εμπιστευτικής πληροφορίας εντός του συνήθους πλαισίου της ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων ενός προσώπου, θέτει, προς δικαιολόγηση μιας τέτοιας ανακοινώσεως, την προϋπόθεση της υπάρξεως στενής σχέσεως μεταξύ αυτής της ανακοινώσεως και της ασκήσεως αυτής της εργασίας, αυτού του επαγγέλματος ή αυτών των καθηκόντων.
32 Το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής προϋποθέσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της οδηγίας 89/592.
33 Από τη δεύτερη έως πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/592 προκύπτει ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί στη διασφάλιση της καλής λειτουργίας της δευτερογενούς αγοράς κινητών αξιών και στην προστασία της εμπιστοσύνης των επενδυτών η οποία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την εγγύηση που τους παρέχεται ότι θα απολαύουν ίσης μεταχειρίσεως και θα προστατεύονται από την παράνομη χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών.
34 Υπό το φως των σκοπών αυτών και λαμβανομένου υπόψη του ότι το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 συνιστά εξαίρεση η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά, η ανακοίνωση μιας τέτοιας πληροφορίας δικαιολογείται μόνον αν είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση μιας εργασίας, ενός επαγγέλματος ή ορισμένων καθηκόντων και αν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.
35 Στην περίπτωση διαδοχικών ανακοινώσεων, κάθε ανακοίνωση πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις αυτές προκειμένου να εμπίπτει στην εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592.
36 Προς εκτίμηση της αναγκαιότητας της ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών πρέπει, επιπλέον, να λαμβάνεται υπόψη το ότι κάθε πρόσθετη ανακοίνωση είναι ικανή να αυξήσει τον κίνδυνο εκμεταλλεύσεως των πληροφοριών αυτών για σκοπό αντιβαίνοντα στην οδηγία 89/592.
37 Προκειμένου να εκτιμηθεί το κατά πόσον, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογείται η ανακοίνωση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο ευαίσθητος χαρακτήρας της επίμαχης εμπιστευτικής πληροφορίας.
38 Επιβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή όταν πρόκειται για ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών οι οποίες είναι προδήλως ικανές να επηρεάσουν αισθητά την τιμή των κινητών αξιών τις οποίες αφορούν. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικές με συγχώνευση μεταξύ δύο εταιριών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο αποτελούν συνήθως ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες.
39 Πρέπει, επίσης, να παρατηρηθεί ότι η εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.
40 Πράγματι, το τι πρέπει να θεωρείται ως εμπίπτον στο σύνηθες πλαίσιο της ασκήσεως μιας εργασίας, ενός επαγγέλματος ή ορισμένων καθηκόντων εξαρτάται, ελλείψει εναρμονίσεως στον τομέα αυτόν, σε μεγάλο βαθμό από τους κανόνες που διέπουν τα ζητήματα αυτά στα διάφορα εθνικά νομικά συστήματα.
41 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 89/592 καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την απαγόρευση εκμεταλλεύσεως ή ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών.
42 Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 89/592, κάθε κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει διατάξεις γενικής ισχύος αυστηρότερες από εκείνες τις οποίες προβλέπει η οδηγία αυτή.
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
43 Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 απαγορεύει σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο εταιρίας ή υπό την ιδιότητά του ως μέλους της επιτροπής συνδέσμου ενός ομίλου επιχειρήσεων να τις ανακοινώνει στον πρόεδρο της επαγγελματικής οργανώσεως στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι αυτοί και η οποία διόρισε το πρόσωπο αυτό ως μέλος της επιτροπής συνδέσμου.
44 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το καθεστώς και η λειτουργία των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων των κεφαλαιουχικών εταιριών, καθώς και το καθεστώς και ο ρόλος των εκπροσώπων των εργαζομένων στο πλαίσιο των οργάνων αυτών, ρυθμίζονται, κατά τα ουσιώδη, από τον νόμο στις έννομες τάξεις των κρατών μελών.
45 Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά το καθεστώς και τη λειτουργία της επιτροπής συνδέσμου.
46 Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών από ένα τέτοιο πρόσωπο προς τον πρόεδρο της εν λόγω επαγγελματικής οργανώσεως εμπίπτει στο σύνηθες πλαίσιο των καθηκόντων του εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τους κανόνες που διέπουν τα καθήκοντα αυτά στο συγκεκριμένο εθνικό νομικό σύστημα.
47 Έστω και αν η οικεία εθνική έννομη τάξη επιτρέπει μια τέτοια ανακοίνωση, η ανακοίνωση αυτή πρέπει, για να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592, να πληροί και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις σκέψεις 22 έως 42 της παρούσας αποφάσεως.
48 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 απαγορεύει σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο εταιρίας ή υπό την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής συνδέσμου ενός ομίλου επιχειρήσεων να τις ανακοινώνει στον πρόεδρο της επαγγελματικής οργανώσεως στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι αυτοί και η οποία διόρισε το πρόσωπο αυτό ως μέλος της επιτροπής συνδέσμου, εκτός
– εάν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της ανακοινώσεως και της ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του και
– εάν η ανακοίνωση αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση της εν λόγω εργασίας, του εν λόγω επαγγέλματος ή των εν λόγω καθηκόντων.
Στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, υπό το φως των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, να λάβει ιδίως υπόψη:
– ότι η εν λόγω εξαίρεση από την απαγόρευση ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών πρέπει να ερμηνεύεται στενά·
– ότι κάθε πρόσθετη ανακοίνωση είναι ικανή να αυξήσει τον κίνδυνο εκμεταλλεύσεως των πληροφοριών αυτών για σκοπό αντιβαίνοντα στην οδηγία 89/592, και
– το κατά πόσον η εμπιστευτική πληροφορία αποτελεί ευαίσθητη πληροφορία.
Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
49 Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν και υπό ποιες προϋποθέσεις το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 επιτρέπει στον πρόεδρο επαγγελματικής οργανώσεως ο οποίος λαμβάνει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα να τις ανακοινώνει στους συνεργάτες του.
50 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η δραστηριότητα μιας επαγγελματικής οργανώσεως, όπως αυτή την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, και ο ρόλος του προέδρου της οργανώσεως αυτής διέπονται, κατά τα ουσιώδη, όπως και τα διοικητικά όργανα και η επιτροπή συνδέσμου που αποτελούν το αντικείμενο των δύο πρώτων ερωτημάτων, από το οικείο εθνικό νομικό σύστημα.
51 Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον ο πρόεδρος μιας τέτοιας επαγγελματικής οργανώσεως μπορεί να ανακοινώνει εμπιστευτικές πληροφορίες σε τρίτους στο πλαίσιο των καθηκόντων του εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
52 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως διευκρινίστηκε στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, έστω και αν η οικεία εθνική έννομη τάξη επιτρέπει μια τέτοια ανακοίνωση, η ανακοίνωση αυτή πρέπει, για να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592, να πληροί και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις σκέψεις 22 έως 42 της παρούσας αποφάσεως.
53 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592, πέραν των προσώπων που είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών των διοικητικών, διευθυντικών ή εποπτικών οργάνων ή λόγω της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο της εκδούσας τις κινητές αξίες εταιρίας, η απαγόρευση ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ισχύει μόνο για τα πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες πληροφορίες λόγω της ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων τους.
54 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 απαγορεύει στον πρόεδρο επαγγελματικής οργανώσεως να ανακοινώνει εμπιστευτικές πληροφορίες σε συνεργάτες του, όπως αυτοί που περιγράφονται στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν τούτο γίνεται υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην απάντηση που δόθηκε στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα. Στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, υπό το φως των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, να λάβει ιδίως υπόψη τα κριτήρια που επίσης αναφέρονται στην απάντηση αυτή.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
55 Κατόπιν των απαντήσεων που δόθηκαν στα τέσσερα πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο πέμπτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των εξόδων των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 1989, για το συντονισμό των ρυθμίσεων όσον αφορά τις πράξεις προσώπων τα οποία είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, απαγορεύει σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο εταιρίας ή υπό την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής συνδέσμου ενός ομίλου επιχειρήσεων να τις ανακοινώνει στον πρόεδρο της επαγγελματικής οργανώσεως στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι αυτοί και η οποία διόρισε το πρόσωπο αυτό ως μέλος της επιτροπής συνδέσμου, εκτός:
– εάν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της ανακοινώσεως και της ασκήσεως της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του και
– εάν η ανακοίνωση αυτή είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση της εν λόγω εργασίας, του εν λόγω επαγγέλματος ή των εν λόγω καθηκόντων.
Στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, υπό το φως των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, να λάβει ιδίως υπόψη:
– ότι η εν λόγω εξαίρεση από την απαγόρευση ανακοινώσεως εμπιστευτικών πληροφοριών πρέπει να ερμηνεύεται στενά·
– ότι κάθε πρόσθετη ανακοίνωση είναι ικανή να αυξήσει τον κίνδυνο εκμεταλλεύσεως των πληροφοριών αυτών για σκοπό αντιβαίνοντα στην οδηγία 89/592, και
– το κατά πόσον η εμπιστευτική πληροφορία αποτελεί ευαίσθητη πληροφορία.
2) Το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/592 απαγορεύει στον πρόεδρο επαγγελματικής οργανώσεως να ανακοινώνει εμπιστευτικές πληροφορίες σε συνεργάτες του, όπως αυτοί που περιγράφονται στα ερωτήματα αυτά, εκτός αν τούτο γίνεται υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην απάντηση που δόθηκε στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα.
Στο πλαίσιο της εξετάσεώς του, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, υπό το φως των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων, να λάβει ιδίως υπόψη τα κριτήρια που επίσης αναφέρονται στην απάντηση αυτή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy