Υπόθεση C-397/02
Clinique La Ramée ASBL
και
Winterthur Europe Assurance SA
κατά
Jean-Pierre Riehl
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
[αίτηση του Cour d’appel de Bruxelles (Bέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Υπάλληλοι – Κοινωνικές παροχές – Υποκατάσταση των Κοινοτήτων στα δικαιώματα υπαλλήλου κατά τρίτου υπευθύνου ζημιογόνου γεγονότος»
Περίληψη της αποφάσεως
Υπάλληλοι – Υποκατάσταση των Κοινοτήτων στα δικαιώματα υπαλλήλου κατά τρίτου υπευθύνου ζημιογόνου γεγονότος – Όρια – Εφαρμογή του εθνικού δικαίου για τον καθορισμό της εκτάσεως της υποχρεώσεως αποκαταστάσεως – Εθνική νομοθεσία αποκλείουσα τη σύνταξη επιζώντος από την εν λόγω υποχρέωση
(Οργανισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρο 85α § 1)
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85α του ΚΥΚ υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως. Η υποκατάσταση αυτή χωρεί κατά τον χρόνον επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που γεννά την ευθύνη του τρίτου, εντός των ορίων των υποχρεώσεων που επιβάλλουν στις Κοινότητες οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
Πάντως, από την παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου.
Το άρθρο 85α του ΚΥΚ δεν έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση των εθνικών κανόνων που εφαρμόζονται για να καθοριστεί εάν και σε ποιο μέτρο πρέπει να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του τρίτου υπαιτίου ζημίας. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα, δηλαδή, καταρχήν στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία.
Επομένως αν οι εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί ευθύνης αποκλείουν σύνταξη επιζώντος, όπως αυτή που προβλέπεται στα άρθρα 79 και 79α του ΚΥΚ, από το πεδίο της υποχρεώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας που ενέχει ο υπεύθυνος της παράνομης πράξεως, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες δεν μπορούν να επιτύχουν την επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν σ’ αυτή τη σύνταξη επιζώντος μέσω της υποκαταστάσεως που προβλέπει το άρθρο 85α του εν λόγω ΚΥΚ.
(βλ. σκέψεις 15-18)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Υπάλληλοι – Κοινωνικές παροχές – Υποκατάσταση των Κοινοτήτων στα δικαιώματα υπαλλήλου κατά τρίτου υπευθύνου ζημιογόνου γεγονότος»
Στην υπόθεση C-397/02,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ,
την οποία υπέβαλε το Cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο), με απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2002 στο πλαίσιο της δίκης
Clinique La Ramée ASBL,
Winterthur Europe Assurance SA
κατά
Jean-Pierre Riehl,
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Rosas και S. von Bahr, R. Silva de Lapuerta και K. Lenaerts, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: Múgica Arzamendi, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2003,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Clinique La Ramée ASBL και η Winterthur Europe Assurance SA, εκπροσωπούμενες από τον M. Mahieu, avocat,
– ο J.-P. Riehl, εκπροσωπούμενος από τον J. Buekenhoudt, avocat,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από την M. Sims και τον M. Bauer, επικουρούμενους από τον F. Lagasse, avocat,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall και την F. Clotuche-Duvieusart,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Φεβρουαρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 85α του κανονισμού (EΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 10), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2799/85 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985 (ΕΕ L 265, σ. 1, στο εξής: ΚΥΚ).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Clinique La Ramée ASBL (στο εξής: κλινική La Ramée) και του ασφαλιστή της Winterthur Europe Assurance SA (στο εξής: Winterthur) και, αφετέρου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και του J.-P. Riehl ως προς την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο J.-P. Riehl κατόπιν του θανάτου της συζύγου του στην εν λόγω κλινική και της υποκαταστάσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαιώματα του J.- P. Riehl.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 85α του ΚΥΚ ορίζει:
«1. Όταν ένας τρίτος ευθύνεται για το θάνατο, το ατύχημα ή την ασθένεια ατόμου που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, οι Κοινότητες υποκαθίστανται αυτοδικαίως, μέσα στα όρια των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου.
2. Η υποκατάσταση της παραγράφου 1 καλύπτει ιδίως:
– τις αποδοχές που εξακολουθούν να καταβάλλονται στον υπάλληλο, σύμφωνα με το άρθρο 59, κατά την περίοδο της προσωρινής ανικανότητάς του προς εργασία,
– τις καταβολές που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 70, μετά το θάνατο υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης,
– τις παροχές που γίνονται, με βάση τα άρθρα 72 και 73 και τις ρυθμίσεις που αποφασίστηκαν για την εφαρμογή τους, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας και ατυχήματος,
– την πληρωμή των εξόδων μεταφοράς της σορού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75,
– τις καταβολές επιπλέον οικογενειακών επιδομάτων λόγω βαριάς ασθένειας, αναπηρίας ή μειονεκτήματος που προσβάλλει ένα συντηρούμενο τέκνο σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 3 και το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 5 του παραρτήματος VII,
– τις καταβολές συντάξεων αναπηρίας λόγω ατυχήματος ή ασθενείας, τα οποία καθιστούν τον υπάλληλο οριστικώς ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντά του,
– τις καταβολές συντάξεων επιζώντων λόγω θανάτου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ή θανάτου του συζύγου του συνταξιούχου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, που ο ίδιος δεν είναι μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος δικαιούχος σύνταξης,
[…]
4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν μπορούν να παρακωλύσουν την άσκηση αγωγής εξ ονόματος και εκ μέρους των Κοινοτήτων.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
4 Η κ. Guette, σύζυγος Riehl, ήταν υπάλληλος του Συμβουλίου και ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας βάσει του άρθρου 78 του ΚΥΚ. Η κ. Guette απεβίωσε στις 25 Σεπτεμβρίου 1990 κατά τη νοσηλεία της στην κλινική La Ramée. Αποδείχθηκε ότι ο θάνατός της οφείλεται σε πταίσμα υπαλλήλου της κλινικής αυτής.
5 Κατόπιν του θανάτου της κ. Guette, το Συμβούλιο κατέβαλε στον J.-P. Riehl:
– αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10 της κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων του Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
– ποσό που αντιστοιχεί με το ποσό της συντάξεως αναπηρίας που ελάμβανε η κ. Guette, καταβληθέν μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ΚΥΚ, και
– σύνταξη επιζώντος, χορηγουμένη μηνιαίως μετά τον τέταρτο μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου, δυνάμει των άρθρων 79 και 79α του ιδίου κανονισμού.
6 Με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1997, το Tribunal de première instance de Bruxelles (Βέλγιο) αποφάνθηκε επί των συνεπειών της αστικής ευθύνης της κλινικής La Ramée.
7 Το εν λόγω Tribunal, κρίνοντας επί των αιτήσεων του J.-P. Riehl, υποχρέωσε την κλινική La Ramée καθώς και την Winterthur να αποκαταστήσει τόσο τη ζημία που του προκάλεσε η απώλεια της οικιακής βοήθειας που του παρείχε η σύζυγός του καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε από τον θάνατο της συζύγου του. Αντιθέτως, το Tribunal απέρριψε το υποβληθέν από τον J.-P. Riehl αίτημα αποκαταστάσεως της απώλειας των εισοδημάτων του για τον λόγο ότι η απώλεια αυτή είναι κατώτερη του ποσού της καταβαλλομένης από το Συμβούλιο συντάξεως επιζώντος.
8 Όσον αφορά το Συμβούλιο, το Tribunal de première instance de Bruxelles έκανε δεκτά τα αιτήματα που είχε υποβάλει το όργανο αυτό, βάσει του άρθρου 85α του ΚΥΚ, για να επιτύχει την επιστροφή, εκ μέρους της κλινικής La Ramée και της Winterthur, των ποσών που είχε καταβάλει ή θα κατέβαλλε στον J.-P. Riehl.
9 Η κλινική La Ramée και η Winterthur εφεσίβαλαν την απόφαση αυτή. Ισχυρίστηκαν ότι το εν λόγω Tribunal υπερέβη τα όρια της μεταβιβάσεως αξιώσεων που συνεπάγεται η υποκατάσταση καθόσον χορήγησε στο Συμβούλιο, το οποίο υποκατέστησε τον J.-P. Riehl στα δικαιώματά του, σημαντικότερα ποσά από αυτά που μπορούσε να απαιτήσει ο J.-P. Riehl έναντι των τρίτων υπευθύνων της ζημίας.
10 Ο J.-P. Riehl και το Συμβούλιο άσκησαν αντέφεση. Ο J.-P. Riehl ζήτησε, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη λόγω της απώλειας οικογενειακών εισοδημάτων. Το Συμβούλιο ζήτησε την επικαιροποίηση του ποσού των ζημιών αυτών κατά την ημερομηνία της εκδοθησομένης αποφάσεως.
11 Όσον αφορά την αίτηση αποκαταστάσεως λόγω της απωλείας των εισοδημάτων που υπέστη ο J.-P. Riehl, το Cour d’appel de Bruxelles, με την απόφασή του περί παραπομπής, έκρινε ότι, στο βελγικό δίκαιο, το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπευθύνου παράνομης πράξης να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία και, επομένως, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να καθορισθεί το ύψος των απολεσθέντων οικογενειακών εισοδημάτων χωρίς να ληφθεί υπόψη η χορηγουμένη στον J.-P. Riehl σύνταξη επιζώντος. Το μόνο ποσόν που πρέπει να αφαιρεθεί από το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στον J.-P. Riehl είναι η σύνταξη αναπηρίας της αποθανούσης, η οποία καταβλήθηκε μέχρι και τον τρίτο μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου της. Εφαρμόζοντας αυτή τη μέθοδο υπολογισμού, το εν λόγω δικαστήριο εκτίμησε την υλική ζημία που υπέστη ο J.-P. Riehl λόγω της απωλείας των εισοδημάτων της συζύγου του σε 479,80 ευρώ μηνιαίως, από 1ης Οκτωβρίου 1990, ήτοι ποσό κατώτερο του ποσού της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλει το Συμβούλιο.
12 Όσον αφορά την προβληθείσα από το Συμβούλιο υποκατάσταση, το Cour d’appel de Bruxelles έκρινε ότι η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί εγείρει ζήτημα ως προς τη φύση και το περιεχόμενο της υποκαταστάσεως αυτής και, ως εκ τούτου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 85α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως θεσπίστηκε με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (EΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, καθώς και με τους κανονισμούς που τον τροποποίησαν, την έννοια ότι παρέχει στις Κοινότητες το δικαίωμα να ζητούν από τρίτον υπεύθυνο θανάτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων την εξ ολοκλήρου επιστροφή της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω ΚΥΚ, ενώ η νομοθεσία που εφαρμόζεται επί της αξιώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπαιτίου παρανόμου πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία, η δε ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απωλείας των εισοδημάτων της αποβιώσασας συζύγου του είναι μικρότερη από το ποσό της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
13 Σύμφωνα με την κλινική La Ramée και τη Winterthur, το άρθρο 85α του ΚΥΚ προβλέπει υποκατάσταση των Κοινοτήτων μέχρι των ποσών που αντιστοιχούν στη σύνταξη επιζώντος την οποία υποχρεούνται να καταβάλλουν στον επιζώντα σύζυγο αποβιώσαντος υπαλλήλου και δεν επιτρέπει στον επιζώντα αυτόν σύζυγο να σωρεύει τη σύνταξη επιζώντος και την αποζημίωση την αντισταθμίζουσα, υπέρ αυτού, την συνεπεία του θανάτου απώλεια εισοδημάτων. Πάντως, επειδή ο υποκαθιστάμενος δεν μπορεί να διαθέτει περισσότερα δικαιώματα από τον υποκαθιστώντα, το δικαίωμα των Κοινοτήτων να απαιτούν την επιστροφή του συνόλου της καταβαλλομένης στον επιζώντα σύζυγο συντάξεως επιζώντος πρέπει να περιοριστεί στο ποσόν που αντιστοιχεί στην πραγματοποιούμενη, κατά τους κανόνες του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, εκτίμηση των ζημιών που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απωλείας εισοδημάτων που προκύπτουν από τον θάνατο του συζύγου του.
14 Ο J.-P. Riehl, το Συμβούλιο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν ότι η προβλεπομένη στο άρθρο 85α του ΚΥΚ υποκατάσταση είναι ιδιαίτερος μηχανισμός του κοινοτικού δικαίου, που δεν μπορεί να παρακαμφθεί δυνάμει οποιουδήποτε κανόνα του εθνικού δικαίου. Η παρεχόμενη στις Κοινότητες δυνατότητα υποκαταστάσεως δεν περιορίζεται στην αποζημίωση που χορηγείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο σε υπάλληλο θύμα ζημίας ή τους δικαιούχους του, αλλά εκτείνεται στο σύνολο των απαριθμουμένων στην παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως παροχών.
15 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 85α του ΚΥΚ υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως. Η υποκατάσταση αυτή χωρεί κατά τον χρόνον επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που γεννά την ευθύνη του τρίτου, εντός των ορίων των υποχρεώσεων που επιβάλλουν στις Κοινότητες οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-333/90, Royale belge, Συλλογή 1992, σ. I-1135, σκέψη 8).
16 Πάντως, το άρθρο 85α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διευκρινίζει ότι οι Κοινότητες υποκαθίστανται «στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου». Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 26 των προτάσεών του, απ’ αυτό το τμήμα της φράσεως προκύπτει σαφώς ότι οι Κοινότητες δεν διαθέτουν έναντι του τρίτου υπευθύνου περισσότερα δικαιώματα απ’ ό,τι το θύμα ή οι δικαιούχοι του.
17 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι το άρθρο 85α του ΚΥΚ δεν έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση των εθνικών κανόνων που εφαρμόζονται για να καθοριστεί εάν και σε ποιο μέτρο πρέπει να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του τρίτου υπαιτίου ζημίας. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα, δηλαδή, καταρχήν στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία [βλ., όσον αφορά την υποκατάσταση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), απόφαση της 2ας Ιουνίου 1994, της 2ας Ιουνίου 1994, C-428/92, DAK, Συλλογή 1994, σ. I-2259, σκέψη 21].
18 Επομένως αν οι εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί ευθύνης αποκλείουν σύνταξη επιζώντος, όπως αυτή που προβλέπεται στα άρθρα 79 και 79α του ΚΥΚ, από το πεδίο της υποχρεώσεως αποκαταστάσεως της ζημίας που ενέχει ο υπεύθυνος της παράνομης πράξεως, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες δεν μπορούν να επιτύχουν την επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν σ’ αυτή τη σύνταξη επιζώντος μέσω της υποκαταστάσεως που προβλέπει το άρθρο 85α του εν λόγω ΚΥΚ.
19 Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 85α του ΚΥΚ έχει την έννοια ότι δεν απονέμει στις Κοινότητες το δικαίωμα να λάβουν από τον τρίτο. υπαίτιο του θανάτου ενός υπαλλήλου, την επιστροφή του συνόλου της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω ΚΥΚ, όταν ο νόμος που εφαρμόζεται στην απαίτηση αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπευθύνου της παράνομης πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία και η ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απώλειας των εισοδημάτων της αποβιώσασας συζύγου είναι κατώτερη του ποσού της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται.
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 85α του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2799/85 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απονέμει στις Κοινότητες το δικαίωμα να λάβουν από τον τρίτο, υπαίτιο του θανάτου ενός υπαλλήλου, την επιστροφή του συνόλου της συντάξεως επιζώντος που καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 79 και 79α του εν λόγω ΚΥΚ, όταν ο νόμος που εφαρμόζεται στην απαίτηση αποκαταστάσεως της ζημίας προβλέπει ότι το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος δεν έχει σχέση με την υποχρέωση του υπευθύνου της παράνομης πράξεως να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία και η ζημία που υπέστη ο επιζών σύζυγος λόγω της απώλειας των εισοδημάτων της αποβιώσασας συζύγου είναι κατώτερη του ποσού της συντάξεως επιζώντος που του καταβάλλεται.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy