Υπόθεση C-472/02
Siomab SA
κατά
Institut bruxellois pour la gestion de l’environnement
(αίτηση του Cour d’appel de Bruxelles για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Περιβάλλον – Απόβλητα – Κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 περί μεταφοράς αποβλήτων – Αρμοδιότητα της αρχής αποστολής για τον έλεγχο του χαρακτηρισμού του αντικειμένου της μεταφοράς (αξιοποίηση ή διάθεση) και αρμοδιότητά της να προβάλλει αντιρρήσεις επικαλούμενη πεπλανημένο χαρακτηρισμό – Τρόπος προβολής των αντιρρήσεων»
Περίληψη της αποφάσεως
Περιβάλλον – Απόβλητα – Κανονισμός 259/93 για τη μεταφορά αποβλήτων – Απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση – Πεπλανημένος χαρακτηρισμός της μεταφοράς από τον κοινοποιούντα – Αρμοδιότητα της αρχής αποστολής να προβεί, αυτεπαγγέλτως, σε επαναχαρακτηρισμό της συγκεκριμένης μεταφοράς και να προβάλει άρνηση κοινοποιήσεως του εγγράφου παρακολουθήσεως – Δεν υφίσταται – Υποχρέωση της εν λόγω αρχής να γνωστοποιήσει στον κοινοποιούντα τις αντιρρήσεις της επί του χαρακτηρισμού
(Κανονισμός 259/93 του Συμβουλίου, άρθρα 6 § 8, και 7 § 2)
Ο κανονισμός 259/93, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 98/368 και 1999/816, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος εφαρμόζει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού, την ειδική διαδικασία κοινοποιήσεως, η οποία παρέχει στην αρμόδια αρχή αποστολής τη δυνατότητα να κοινοποιήσει η ίδια, αντί του κοινοποιούντος, στην αρμόδια αρχή προορισμού το έγγραφο παρακολουθήσεως που αφορά μεταφορά αποβλήτων προοριζομένων για αξιοποίηση, η εν λόγω αρμόδια αρχή αποστολής, αν κρίνει ότι επιβάλλεται να προβάλει αντιρρήσεις για τη μεταφορά λόγω του εσφαλμένου χαρακτήρα του χαρακτηρισμού της εν λόγω πράξεως μεταφοράς από τον κοινοποιούντα, δεν μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως στον επαναχαρακτηρισμό της συγκεκριμένης μεταφοράς και υποχρεούται να κοινοποιήσει το έγγραφο στις άλλες αρμόδιες αρχές και στον αποδέκτη, καθώς και να γνωστοποιήσει, με κάθε δυνατό μέσο, το αργότερο δε κατά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, τις αντιρρήσεις της στον κοινοποιούντα και στις άλλες αρμόδιες αρχές.
(βλ. σκέψη 35 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 19ης Οκτωβρίου 2004 (*)
«Περιβάλλον – Απόβλητα – Κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 περί μεταφοράς αποβλήτων – Αρμοδιότητα της αρχής αποστολής για τον έλεγχο του χαρακτηρισμού του αντικειμένου της μεταφοράς (αξιοποίηση ή διάθεση) και αρμοδιότητά της να προβάλλει αντιρρήσεις επικαλούμενη πεπλανημένο χαρακτηρισμό – Τρόπος προβολής των αντιρρήσεων»
Στην υπόθεση C-472/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο) με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Δεκεμβρίου 2002, στο πλαίσιο της δίκης
Siomab SA
κατά
Institut bruxellois pour la gestion de l’environnement
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από την R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, τους C. Gulmann (εισηγητή), και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Ιουνίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Siomab SA, εκπροσωπούμενη από τους J. Vanden Eynde και J.-M. Wolter, avocats,
– το Institut bruxellois pour la gestion de l’environnement (IBGE), εκπροσωπούμενο από τον J. Sambon, avocat,
– η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing, M. Lumma και C.-D. Quassowski,
– η Ιταλική Δημοκρτία, εκπροσωπούμενη από τον I. Braguglia, επικουρούμενο από τον F. Fiorilli, avvocato dello Stato,
– το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την H. Sevenster,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την F. Simonetti και τον Μ. Κωνσταντινίδη,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ 1993, L 30, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 98/368/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1998 (ΕΕ L 165, σ. 20), και 1999/816/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1999 (ΕΕ L 316, σ. 45, στο εξής: κανονισμός).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Siomab SA (στο εξής: Siomab) και του Institut bruxellois pour la gestion de l’environnement (στο εξής IBGE) αναφορικά με τη μεταφορά αποβλήτων που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει η Siomab προς τη Γερμανία.
I – Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32), και με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32, στο εξής: οδηγία), αποσκοπεί κυρίως στην προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεντρώσεως, μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθηκεύσεως και αποθέσεως των αποβλήτων.
4 Στο άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας ορίζεται ως «διάθεση» «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Α», στο δε στοιχείο στ΄ του ιδίου άρθρου ορίζεται ως «αξιοποίηση» «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Β».
5 Ο κανονισμός ρυθμίζει, ιδίως, την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών.
6 Στο άρθρο 2, στοιχείο θ΄, του κανονισμού ορίζεται ως «διάθεση» «η διάθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ», στο δε σημείο ια΄ γίνεται παραπομπή ως προς τον ορισμό του όρου «αξιοποίηση» «στο άρθρο 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ».
7 Ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού «μεταφορά αποβλήτων μεταξύ των κρατών μελών», περιλαμβάνει, ιδίως, δύο χωριστά κεφάλαια που ρυθμίζουν, το μεν ένα τη διαδικασία που εφαρμόζεται για τα προς διάθεση απόβλητα (κεφάλαιο Α, άρθρα 3 έως 5), το δε δεύτερο τη διαδικασία που εφαρμόζεται για τα προς αξιοποίηση απόβλητα (κεφάλαιο Β, άρθρα 6 έως 11).
8 Δυνάμει των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, όταν ο παραγωγός ή κάτοχος αποβλήτων (στο εξής: κοινοποιών) προτίθεται να μεταφέρει απόβλητα προς διάθεση ή προς αξιοποίηση από ένα κράτος μέλος σε άλλο ή/και να τα διαμετακομίσει μέσω ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο τερματίζεται η μεταφορά (στο εξής: αρμόδια αρχή προορισμού). Αντίγραφο του σχετικού εγγράφου κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ενάρξεως της μεταφοράς (στο εξής: αρμόδια αρχή αποστολής) και στις αρμόδιες αρχές του κράτους διαμετακομίσεως των αποβλήτων (στο εξής: αρμόδια αρχή διαμετακομίσεως), καθώς και στο πρόσωπο ή την επιχείρηση προς την οποία μεταφέρονται τα απόβλητα (στο εξής: παραλήπτης).
9 Κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 6, παράγραφος 3, του κανονισμού, η κοινοποίηση πραγματοποιείται με το έγγραφο παρακολουθήσεως που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή αποστολής. Στην πέμπτη παράγραφο των εν λόγω άρθρων διευκρινίζονται τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να παρέχει ο κοινοποιών με το έγγραφο παρακολουθήσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα αφορώντα τη διάθεση ή την αξιοποίηση.
10 Δυνάμει των άρθρων 3, παράγραφος 6, και 6, παράγραφος 6, του ιδίου κανονισμού, ο κοινοποιών οφείλει να συνάψει σύμβαση με τον παραλήπτη, αντίγραφο δε αυτής της συμβάσεως πρέπει να υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή, εφόσον αυτή το ζητήσει.
11 Κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, και 6, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού, μία αρμόδια αρχή αποστολής έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να αποφασίσει να διαβιβάσει η ίδια, αντί του κοινοποιούντος, τα στοιχεία στην αρμόδια αρχή προορισμού και να διαβιβάσει αντίγραφο στον παραλήπτη και στην αρμόδια αρχή διαμετακομίσεως.
12 Το άρθρο 3, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού, το οποίο αναφέρεται στα προοριζόμενα για διάθεση απόβλητα, προβλέπει επιπροσθέτως ότι:
«Η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί να αποφασίσει να μην προβεί σε κοινοποίηση εάν έχει να προβάλει άμεσες αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3. Ενημερώνει αμέσως τον κοινοποιούντα για τις αντιρρήσεις αυτές.»
13 Κατά τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, η αρμόδια αρχή προορισμού, μόλις λάβει την κοινοποίηση του σχεδίου μεταφοράς, αποστέλλει, εντός προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών, απόδειξη παραλαβής στον κοινοποιούντα και αντίγραφό της στις λοιπές ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη.
14 Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού, ορίζει σε 30 ημέρες από της επιδόσεως της αποδείξεως παραλαβής την προθεσμία που πρέπει να τηρούν οι αρμόδιες αρχές παραλαβής, αποστολής και διαμετακομίσεως προκειμένου να διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά του κοινοποιηθέντος σχεδίου μεταφοράς αποβλήτων προοριζομένων για αξιοποίηση. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι αντιρρήσεις πρέπει να βασίζονται στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου.
15 Το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού απαριθμεί τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές παραλαβής και αποστολής μπορούν να προβάλλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά.
Η εθνική νομοθεσία
16 Κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 1994 της Région de Bruxelles-Capitale, σχετικά με τη διεθνή εισαγωγή και εξαγωγή αποβλήτων, το IBGE διαβιβάζει το ίδιο, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, τις κοινοποιήσεις που αφορούν την εξαγωγή αποβλήτων στις αρμόδιες αρχές αποστολής, αποστέλλοντας αντίγραφο στον παραλήπτη.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
17 Η Siomab εκμεταλλεύεται στις Βρυξέλλες εργοστάσιο αποτεφρώσεως απορριμμάτων και εξομοιουμένων προς αυτά προϊόντων. Η δραστηριότητα αυτή έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή καταλοίπων, ιδίως αλάτων.
18 Η Siomab συνήψε στις 30 Νοεμβρίου 2001, με την GTS-Grunde Teutschenthal Sicherungs Gmbh & co. KG, σύμβαση για την ταφή των αλάτων στις στοές των αλατωρυχείων του Teutschenthal, της Γερμανίας.
19 Προς μεταφορά αυτών των αποβλήτων, η Siomab διαβίβασε στις 4 Δεκεμβρίου 2001 στο IBGE φάκελο κοινοποιήσεως προς την αρμόδια αρχή αποστολής, το Landesamt für Geologie und Bergwesen Sachsen-Anhalt.
20 Στα έγγραφα που απέστειλε στο IBGE, η Siomab χαρακτήρισε τη σχεδιαζόμενη μεταφορά ως αντιστοιχούσα σε αξιοποίηση του τύπου «R 5 Ανακύκλωση και ανάκτηση άλλων ανόργανων ουσιών» του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας. Το IBGE έκρινε ότι η συγκεκριμένη πράξη αποτελούσε πράξη μεταφοράς αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση, του τύπου «Δ 12 Μόνιμη εναποθήκευση (π.χ. τοποθέτηση κιβωτίων σε ορυχείο κ.λπ.)», του παραρτήματος ΙΙ Α της οδηγίας. Κατόπιν διαβουλεύσεως με την Siomab, το IBGE τροποποίησε, υπ’ αυτήν την έννοια, το έντυπο κοινοποιήσεως και, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, πληροφόρησε την Siomab ότι η αίτησή της για εξαγωγή απεστάλη στην αρμόδια αρχή στη Γερμανία. Η εν λόγω αρχή προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την αίτηση αυτή με το αιτιολογικό ότι, κατά την εθνική νομοθεσία περί ορυχείων, στο ορυχείο του Teutschenthal επιτρέπεται μόνο η αξιοποίηση και όχι η διάθεση.
21 Η Siomab υπέβαλε εκ νέου τον φάκελό της στον IBGE στις 9 Απριλίου 2002 εμμένουσα στον χαρακτηρισμό της πράξεως ως αφορώσας μεταφορά του τύπου R 5, και επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C-6/00, ASA, Συλλογή 2002, σ. I-1961) προκειμένου να υποστηρίξει ότι το IBGE ήταν υποχρεωμένο να διαβιβάσει ως είχε την κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή προορισμού, χωρίς να έχει το δικαίωμα επαναχαρακτηρισμού της μεταφοράς.
22 Στις 29 Απριλίου 2002, το IBGE, εμμένοντας στην εκτίμησή του, επέστρεψε τον φάκελο στην Siomab, με το αιτιολογικό ότι ο χαρακτηρισμός της πράξεως δεν ήταν ορθός.
23 Κατόπιν αυτού, η Siomab άσκησε προσφυγή ενώπιον του Conseil d’État, ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως του IBGE καθόσον δεν εδέχετο να διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή προορισμού την κοινοποίηση περί της μεταφοράς των αποβλήτων.
24 Στις 14 Μαΐου 2002, η Siomab ζήτησε, με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, από τον πρόεδρο του Tribunal de première instance de Bruxelles (Βέλγιο) να υποχρεώσει την IBGE να διαβιβάσει, άνευ τροποποιήσεων, την κοινοποίηση περί της μεταφοράς των αποβλήτων στην αρμόδια αρχή προορισμού. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με διάταξη της 8ης Ιουλίου 2002.
25 Η Siomab άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Cour d’appel de Bruxelles, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι το IBGE δεν μπορούσε να προβεί, αυτεπαγγέλτως, στον επαναχαρακτηρισμό του σκοπού της μεταφοράς των αποβλήτων και ότι, στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται για τις πράξεις αξιοποιήσεως, ο κανονισμός δεν παρέχει στην αρμόδια αρχή αποστολής την εξουσία να αρνείται να προβεί σε διαβίβαση της κοινοποιήσεως. Αντιθέτως, το IBGE υποστήριξε ότι υπέχει την υποχρέωση να ελέγχει τον χαρακτηρισμό του σχεδίου και ότι, κατά συνέπεια, δεν υποχρεούται να προβαίνει σε κοινοποίηση, σε περίπτωση παραβιάσεως του κανονισμού.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour d’appel de Bruxelles, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί εξαρτάται από την ερμηνεία του κανονισμού, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη διαδικασία κοινοποιήσεως του εγγράφου παρακολούθησης εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 3, παράγραφος 8, και 6, παράγραφος 8, του κανονισμού 259/93 […], έχουν τα άρθρα 3, παράγραφος 8, 4, παράγραφος 3, 6, παράγραφος 8, 7, παράγραφος 4, και 26 του κανονισμού αυτού την έννοια
α) ότι η αρμόδια αρχή αποστολής, κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, η οποία έχει την εξουσία να ελέγχει αν ένα σχέδιο μεταφοράς το οποίο χαρακτηρίζεται στην κοινοποίηση ως “μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση” αντιστοιχεί πράγματι στον χαρακτηρισμό αυτό, μπορεί, όταν θεωρεί ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εσφαλμένος,
– να αρνείται τη διαβίβαση του εγγράφου παρακολούθησης λόγω αυτού του εσφαλμένου χαρακτηρισμού, καλώντας τον κοινοποιούντα να της διαβιβάσει νέο έγγραφο παρακολούθησης,
– να προβαίνει στη διαβίβαση του εγγράφου παρακολούθησης αφού χαρακτηρίσει εκ νέου το σχέδιο μεταφοράς ως “μεταφορά αποβλήτων προς διάθεση”,
– να προβαίνει στη διαβίβαση του εγγράφου παρακολούθησης που περιέχει τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό, συνοδεύοντας άμεσα τη διαβίβαση αυτή με αντίρρηση στηριζόμενη στο εν λόγω σφάλμα χαρακτηρισμού,
β) ή, αντιθέτως, ότι η αρμόδια αρχή αποστολής οφείλει να διαβιβάζει την κοινοποίηση, όπως την έχει χαρακτηρίσει ο κοινοποιών, στην αρμόδια αρχή προορισμού, διατηρώντας ωστόσο την ευχέρεια, αν θεωρεί ότι ο σκοπός της μεταφοράς έχει χαρακτηριστεί εσφαλμένα, να διατυπώνει ταυτοχρόνως ή εκ των υστέρων αντίρρηση αιτιολογούμενη από το εν λόγω σφάλμα χαρακτηρισμού;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
27 Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο του προβλεπομένου από τον κανονισμό συστήματος, όλες οι αρμόδιες αρχές που είναι παραλήπτες της κοινοποιήσεως ενός σχεδίου μεταφοράς αποβλήτων οφείλουν να ελέγχουν αν ο χαρακτηρισμός του κοινοποιούντος είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του κανονισμού και να προβάλλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς όταν ο χαρακτηρισμός είναι εσφαλμένος (αποφάσεις ASA, προαναφερθείσα, σκέψη 40, και της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-458/00, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2003, σ. Ι-1553, σκέψη 21).
28 Αν η αρμόδια αρχή αποστολής κρίνει ότι ο σκοπός της μεταφοράς χαρακτηρίστηκε κατά τρόπο εσφαλμένο στην κοινοποίηση, πρέπει να στηρίξει τις αντιρρήσεις της κατά της μεταφοράς σε λόγο αντλούμενο από αυτό το σφάλμα ως προς τον χαρακτηρισμό, χωρίς παραπομπή σε κάποια από τις ειδικές διατάξεις του κανονισμού που ορίζουν τις αντιρρήσεις τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλλουν κατά των μεταφορών αποβλήτων. Οι αντιρρήσεις αυτές, όπως και οι λοιπές αντιρρήσεις που προβλέπει ο κανονισμός, έχουν ως αποτέλεσμα τη μη πραγματοποίηση της μεταφοράς (προαναφερθείσα απόφαση ASA, σκέψη 47). Αντιθέτως, δεν εναπόκειται στην αρμόδια αρχή αποστολής να προβαίνει, αυτεπαγγέλτως, σε νέο χαρακτηρισμό του σκοπού της μεταφοράς αποβλήτων, διότι ο νέος αυτός μονομερής χαρακτηρισμός θα είχε ως αποτέλεσμα η ίδια μεταφορά να εξετάζεται από τις διαφορετικές αρμόδιες αρχές με βάση διατάξεις που εμπίπτουν σε διαφορετικά κεφάλαια του κανονισμού, πράγμα ασυμβίβαστο με το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός (προαναφερθείσα απόφαση ASA, σκέψη 48).
29 Επιβάλλεται, περαιτέρω, να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η καθοριζόμενη με τον κανονισμό διαδικασία εγγυάται στον κοινοποιούντα ότι το σχέδιο μεταφοράς θα εξεταστεί εντός των προθεσμιών που τάσσει ο κανονισμός και ότι θα ενημερωθεί, το αργότερο κατά την εκπνοή των προθεσμιών, εάν, και ενδεχομένως υπό ποιες προϋποθέσεις, μπορεί να πραγματοποιηθεί η μεταφορά. Επομένως, η αντίρρηση της αρμόδιας αρχής αποστολής που ερείδεται στον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της κοινοποιηθείσας μεταφοράς ως μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση πρέπει να προβληθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (προαναφερθείσα απόφαση ASA, σκέψη 49).
30 Αυτή η ερμηνεία του κανονισμού εφαρμόζεται, επίσης, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως εν προκειμένω, η αρμόδια αρχή αποστολής, η οποία εκτιμά ότι πρέπει να διατυπώσει αντιρρήσεις για τη μεταφορά αποβλήτων που έχουν χαρακτηρισθεί προοριζόμενα για αξιοποίηση, επελήφθη του σχεδίου στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 6, παράγραφος 8, του κανονισμού, κατά την οποία η εν λόγω αρχή προβαίνει η ίδια αντί του κοινοποιούντος, στην κοινοποίηση του συγκεκριμένου σχεδίου προς τις υπόλοιπες αρχές και τον αποδέκτη.
31 Πράγματι, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το γεγονός και μόνο ότι η ακολουθητέα διαδικασία προς κοινοποίηση του σχεδίου στους ενδιαφερομένους πρέπει να είναι διαφορετική από εκείνη που κανονικώς προβλέπεται πρέπει να έχει ως συνέπεια την παροχή στην αρμόδια αρχή αποστολής της εξουσίας αυτεπάγγελτου επαναχαρακτηρισμού του σκοπού της μεταφοράς.
32 Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού, το οποίο ρυθμίζει τη διαδικασία μεταφοράς αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση, παρέχει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή αποστολής να αρνηθεί να προβεί σε διαβίβαση της κοινοποιήσεως του σχεδίου «όταν έχει να προβάλει άμεσες αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3». Επομένως, μη παρέχοντας αυτήν τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή αποστολής, στο πλαίσιο της διαδικασίας μεταφοράς αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση, ο κοινοτικός νομοθέτης εξέφρασε, εμμέσως πλην αναγκαίως, την πρόθεσή του να αποκλείσει τη δυνατότητα αυτή στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας.
33 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, επιβάλλεται να κριθεί ότι, σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η αρμόδια αρχή αποστολής η οποία κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός του σκοπού της μεταφοράς είναι εσφαλμένος δεν μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως σε επαναχαρακτηρισμό αυτού του σκοπού και να αρνηθεί να διαβιβάσει το έγγραφο παρακολουθήσεως στις άλλες αρχές και στον αποδέκτη. Έχει απλώς τη δυνατότητα, το αργότερο κατά την εκπνοή της προθεσμίας των 30 ημερών από της αποστολής της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως της μεταφοράς από την αρχή προορισμού, να γνωστοποιήσει, με κάθε δυνατό τρόπο, στον κοινοποιούντα και τις άλλες αρμόδιες αρχές τις αντιρρήσεις της τις στηριζόμενες στον εσφαλμένο χαρακτήρα αυτού του χαρακτηρισμού.
34 Για τους λόγους που εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 37 και 38 των προτάσεών του, μία υπ’ αυτή την έννοια ερμηνεία του κανονισμού ουδόλως περιορίζει τις εξουσίες που η αρμόδια αρχή αποστολής έλκει εκ του κανονισμού αυτού προκειμένου να προβάλει αντιρρήσεις για μια μεταφορά, σε περίπτωση εσφαλμένου εκ μέρους του κοινοποιούντος χαρακτηρισμού μιας πράξεως, διασφαλίζοντας παραλλήλως το ενδιαφέρον του κοινοποιούντος να πληροφορηθεί τις απόψεις που διατύπωσαν σχετικά με το συγκεκριμένο σχέδιο οι άλλες αρχές.
35 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι ο κανονισμός έχει την έννοια ότι σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος εφαρμόζει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού, την ειδική διαδικασία κοινοποιήσεως, από την αρμόδια αρχή αποστολής, του εγγράφου παρακολουθήσεως που αφορά μεταφορά απόβλήτων προοριζομένων για αξιοποίηση, η εν λόγω αρχή, αν κρίνει ότι επιβάλλεται να προβάλει αντιρρήσεις για τη μεταφορά λόγω του εσφαλμένου χαρακτήρα του χαρακτηρισμού της εν λόγω πράξεως μεταφοράς από τον κοινοποιούντα, δεν μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως στον επαναχαρακτηρισμό της συγκεκριμένης μεταφοράς και υποχρεούται να κοινοποιήσει το έγγραφο στις άλλες αρμόδιες αρχές και στον αποδέκτη. Κατά συνέπεια, στην εν λόγω αρχή εναπόκειται να γνωστοποιήσει, με κάθε δυνατό μέσο, το αργότερο δε κατά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού, τις αντιρρήσεις της στον κοινοποιούντα και στις άλλες αρμόδιες αρχές.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβερνήσεις της Γερμανίας, Ιταλίας και Κάτω Χωρών, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 98/368/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1998, και 1999/816/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1991, έχει την έννοια ότι σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος εφαρμόζει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού, την ειδική διαδικασία κοινοποιήσεως, από την αρμόδια αρχή αποστολής, του εγγράφου παρακολουθήσεως που αφορά μεταφορά απόβλήτων προοριζομένων για αξιοποίηση, η εν λόγω αρχή, αν κρίνει ότι επιβάλλεται να προβάλει αντιρρήσεις για τη μεταφορά λόγω του εσφαλμένου χαρακτήρα του χαρακτηρισμού της εν λόγω πράξεως μεταφοράς από τον κοινοποιούντα, δεν μπορεί να προβεί αυτεπαγγέλτως στον επαναχαρακτηρισμό της συγκεκριμένης μεταφοράς και υποχρεούται να κοινοποιήσει το έγγραφο στις άλλες αρμόδιες αρχές και στον αποδέκτη. Κατά συνέπεια, στην εν λόγω αρχή εναπόκειται να γνωστοποιήσει, με κάθε δυνατό μέσο, το αργότερο δε κατά την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, τις αντιρρήσεις της στον κοινοποιούντα και στις άλλες αρμόδιες αρχές.
Υπογραφές.
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy