Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων - ρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της συμβάσεως από το Δικαστήριο - Εθνικά δικαστήρια δυνάμενα να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - Γαλλικό tribunal de commerce αποφαινόμενο σε πρώτο βαθμό - Δεν περιλαμβάνεται - ρόδηλη αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων
(ρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971, άρθρο 2)
2. ροδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Κανονισμός 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων- Εθνικά δικαστήρια δυνάμενα να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως - Δικαστήρια εκδίδοντα αποφάσεις μη υποκείμενες σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου
(Άρθρα 61, στοιχ. γ_, ΕΚ και 68 § 1 ΕΚ· κανονισμός 44/2001 του Συμβουλίου)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-24/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de commerce de Marseille (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Marseille Fret SA
και
Seatrano Shipping Company Ltd,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1), καθώς και ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιανουαρίου 2002, το tribunal de commerce de Marseille υπέβαλε τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1, στο εξής, αντιστοίχως: σύμβαση και συμβάσεις προσχωρήσεως), καθώς και ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Marseille Fret SA (στο εξής: Marseille Fret), με έδρα τη Μασσαλία, και της εταιρίας Seatrano Shipping Company Ltd (στο εξής:
Seatrano Shipping), με έδρα τη Λεμεσσό (Κύπρος).
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
3 Στις 6 Νοεμβρίου 2000 η Marseille Fret άσκησε αγωγή κατά της Seatrano Shipping ενώπιον του tribunal de commerce de Marseille, με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει αποζημίωση λόγω της χρηματοοικονομικής ζημίας που της προκάλεσε η κακοβουλία που επέδειξε η εναγομένη στο πλαίσιο προηγούμενης ένδικης διαφοράς, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1999 προκριματική απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου συσταθέντος στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο).
4 Στις 20 Μαρτίου 2001, κατόπιν αιτήσεως της Seatrano Shipping, το High Court of Justice (Ηνωμένο Βασίλειο) εξέδωσε «anti suit injuction», με την οποία υποχρεώνει τη Marseille Fret να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής της ενώπιον του tribunal de commerce de Marseille, επ' απειλή επιβολής κυρώσεων εντός του Ηνωμένου Βασιλείου.
5 Κατόπιν τούτου, η Marseille Fret αποφάσισε να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής της. Η Seatrano Shipping αντιτάχθηκε και ζήτησε ανταγωγικώς την καταβολή αποζημιώσεως λόγω καταστρατηγήσεως διαδικασίας.
6 Υπό τις συνθήκες αυτές, το tribunal de commerce de Marseille, αναφερόμενο στο άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ), αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιτρέπει η Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, η οποία επαναλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, με τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ, σε δικαστήριο κράτους μέλους να απαγορεύσει σε πολίτη άλλου συμβαλλομένου κράτους μέλους να προσφύγει στον φυσικό του δικαστή, τόσο από απόψεως του εθνικού του δικαίου, όσο και από απόψεως κοινοτικού δικαίου;
2) Μπορεί το αγγλικό δικαστήριο, με τη διαδικασία της "anti suit injunction", να απαγορεύσει οποιαδήποτε πρόσβαση σε άλλο κοινοτικό δικαστήριο, το οποίο μπορεί εντούτοις να είναι αρμόδιο δυνάμει της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, η οποία επαναλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, της 22ας Δεκεμβρίου 2000;
3) Μπορεί το αγγλικό δικαστήριο, με τη διαδικασία αυτή, να στερήσει από τα άλλα κοινοτικά δικαστήρια την εξουσία να αποφανθούν επί της αρμοδιότητάς τους, ενώ η εξουσία αυτή απορρέει προφανώς από τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού (EK) 44/2001, της 22ας Δεκεμβρίου 2000;
4) Συνάδει προς τη θεμελιώδη αρχή του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη, όπως προστατεύεται από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το γεγονός ότι, υπό την απειλή των ποινικών κυρώσεων της αγγλικής διαδικασίας της "anti suit injunction", επιβάλλεται σε κοινοτικό υπήκοο να παραιτηθεί της ήδη ασκηθείσας αυτοτελούς αγωγής ενώπιον γαλλικού δικαστηρίου;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
7 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
8 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο, μολονότι έχουν διαφορετική διατύπωση, έχουν το ίδιο αντικείμενο. Συγκεκριμένα, με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει ποια αποτελέσματα μπορεί να έχει η «anti suit injunction» που εξέδωσε το High Court of Justice, βάσει της συμβάσεως και του κανονισμού 44/2001, στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιόν του.
9 Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την ερμηνεία της συμβάσεως καθορίζεται από το πρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία της συμβάσεως από το Δικαστήριο (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με τις συμβάσεις προσχωρήσεως (στο εξής: πρωτόκολλο).
10 Αντιθέτως προς το άρθρο 234 ΕΚ, το οποίο δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, το πρωτόκολλο επιφυλάσσει σε ορισμένα δικαστήρια, απαριθμούμενα στο άρθρο του 2, τη δυνατότητα να ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της ερμηνείας της συμβάσεως και, επομένως, πρέπει να εξετασθεί συναφώς αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των υποβληθέντων ερωτημάτων.
11 Τα σημεία 1 και 3 του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου απαριθμούν ρητώς και περιοριστικώς - το πρώτο ευθέως, το δεύτερο διά παραπομπής στο άρθρο 37 της συμβάσεως - τα δικαστήρια που δύνανται να υποβάλλουν ερωτήματα στο Δικαστήριο. Το σημείο 2 του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι δύνανται επίσης να υποβάλλουν ερωτήματα τα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών όταν δικάζουν σε δεύτερο βαθμό.
12 Oύτε το άρθρο 2, σημείο 1, του πρωτοκόλλου ούτε το άρθρο 37 της συμβάσεως αναφέρουν τα γαλλικά tribunaux de commerce. Εξάλλου, από τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι η απόφαση περί παραπομπής εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας σε πρώτο βαθμό.
13 Επομένως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το tribunal de commerce de Marseille δεν δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της συμβάσεως.
14 Όσον αφορά τον κανονισμό 44/2001, αρκεί να επισημανθεί ότι ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει μόλις την 1η Μαρτίου 2002, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως περί παραπομπής. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 61, στοιχείο γ_, ΕΚ, από το άρθρο 68, παράγραφος 1, ΕΚ προκύπτει ότι μόνον τα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου δύνανται να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί της ερμηνείας του.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και να διαπιστωθεί ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί των ερωτημάτων που υπέβαλε το tribunal de commerce de Marseille.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
Full & Egal Universal Law Academy