Υπόθεση C-259/02
La Mer Technology Inc.
κατά
Laboratoires Goemar SA
[αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division,για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Σήματα – Οδηγία 89/104/EΟΚ – Άρθρα 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1 – Έκπτωση από τα δικαιώματα του δικαιούχου του σήματος – Έννοια της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος»
Διάταξη του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 27ης Ιανουαρίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
1.. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Σήματα – Οδηγία 89/104 – Λόγοι εκπτώσεως από τα δικαιώματα επί του σήματος – Μη ουσιαστική χρήση του σήματος – Έννοια
(Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου, άρθρα 10 § 1 και 12 § 1)
2.. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Σήματα – Οδηγία 89/104 – Λόγοι εκπτώσεως από τα δικαιώματα επί του σήματος – Μη ουσιαστική χρήση του σήματος – Συνεκτίμηση περιστάσεων μεταγενέστερων της υποβολής αιτήσεως εκπτώσεως – Επιτρέπεται – Συμπέρασμα η εξαγωγή του οποίου απόκειται στον εθνικό δικαστή
(Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου, άρθρο 12 § 1)
1. Τα άρθρα 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104 περί σημάτων, έχουν την έννοια ότι γίνεται ουσιαστική χρήση ενός σήματος οσάκις το σήμα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που έγκειται στην εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλείοντας τη συμβολική χρήση που αποσκοπεί στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα αυτό. Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υπαρκτό της εμπορικής εκμεταλλεύσεως στον κύκλο των συναλλαγών, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίου αγοράς για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος αυτού. Εφόσον υπαγορεύεται από πραγματικό λόγο εμπορικής φύσεως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ακόμη και μία ελάχιστη χρήση του σήματος ή μία χρήση που αφορά έναν μόνον εισαγωγέα στο οικείο κράτος μέλος μπορεί να είναι επαρκής προκειμένου να θεμελιωθεί η ύπαρξη ουσιαστικού χαρακτήρα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. βλ. σκέψη 27, διατακτ. 1
2. Η πρώτη οδηγία 89/104 περί σημάτων εξαρτά μεν τον χαρακτηρισμό της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος από τη συνεκτίμηση αποκλειστικά των περιστάσεων που ανακύπτουν κατά την κρίσιμη για την υπόθεση περίοδο και είναι προγενέστερες της υποβολής αιτήσεως εκπτώσεως, αλλά δεν απαγορεύει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως στη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ενδεχόμενες περιστάσεις μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει εάν τέτοιες περιστάσεις, μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως περί εκπτώσεως, επιβεβαιώνουν ότι η χρήση του σήματος ήταν ουσιαστική κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ή, αντιθέτως, εκφράζουν τη βούληση του δικαιούχου για απόρριψη της αιτήσεως αυτής. βλ. σκέψη 33, διατακτ. 2
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 27ης Ιανουαρίου 2004 (*)
«.ρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας - Σήματα - Οδηγία 89/104/ΕΟΚ - .ρθρα 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1 - .κπτωση από τα δικαιώματα του δικαιούχου του σήματος - .ννοια της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος»
Στην υπόθεση C-259/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
La Mer Technology, Inc.
Και
Laboratoires Goemar SA
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, προεδρεύοντα του τρίτου τμήματος, J.-P. Puissochet (εισηγητή) και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruíz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού πληροφόρησε το παραπέμπον δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη κατ' άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του,
αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους που αναφέρονται στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με διάταξή του της 19ης Δεκεμβρίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Ιουλίου 2002, το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, επτά προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1, στο εξής: η οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης που κίνησε η εταιρία αμερικανικού δικαίου La Mer Technology Inc. (στο εξής: La Mer Technology) κατά της εταιρίας γαλλικού δικαίου Laboratoires Goemar SA (στο εξής: Laboratoire Goemar), στην οποία επιδιώκεται να κηρυχθεί έκπτωτη η Laboratoires Goemar των δικαιωμάτων της επί των δύο σημάτων «Laboratoire de la mer», τα οποία έχουν καταχωριστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για προϊόντα που η εταιρία αυτή διαθέτει στο εμπόριο.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Εάν σε διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία έληξε η διαδικασία της καταχώρισης, ο δικαιούχος δεν έχει κάνει ουσιαστική χρήση του σήματος στο οικείο κράτος μέλος, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί, ή εάν έχει διακόψει τη χρήση του επί μια συνεχή πενταετία, το σήμα υποβάλλεται στις κυρώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, εκτός νομίμου αιτίας για τη μη χρήση.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως χρήση θεωρείται επίσης :
1:
α) η χρήση του σήματος υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία τα οποία δεν μεταβάλλουν το διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή·
β) η επίθεση του σήματος επί προϊόντων ή της συσκευασίας τους μέσα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, αποκλειστικά προς εξαγωγή.
3. Η χρήση του σήματος με τη συγκατάθεση του δικαιούχου ή η χρήση του από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα να χρησιμοποιούν σήμα συλλογικό, εγγύησης ή πιστοποίησης θεωρείται ως χρήση από τον δικαιούχο.»
4 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Ο δικαιούχος του σήματος είναι δυνατόν να κηρυχθεί έκπτωτος των δικαιωμάτων του εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στο οικείο κράτος μέλος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί και δεν υπάρχει νόμιμη αιτία για τη μη χρήση. Κανείς δεν μπορεί ωστόσο να επικαλεσθεί την έκπτωση του δικαιούχου από τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα εάν, κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της λήξης αυτής της χρονικής περιόδου και της υποβολής της αίτησης έκπτωσης, υπήρξε έναρξη ή επανάληψη της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος· πάντως, η έναρξη ή επανάληψη της χρήσεως εντός περιόδου τριών μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης έκπτωσης, η οποία δεν αρχίζει να τρέχει νωρίτερα από τη συμπλήρωση της συνεχούς πενταετίας μη χρήσεως, δεν λαμβάνεται υπόψη, στην περίπτωση κατά την οποία οι προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έναρξη ή την επανάληψη της χρήσεως συνέβησαν αφού ο δικαιούχος έλαβε γνώση του γεγονότος ότι υπήρχε πιθανότητα να υποβληθεί η αίτηση έκπτωσης.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Το άρθρο 46, παράγραφος 1, του Trade Marks Act 1994 (νόμου 1994 επί των σημάτων) ορίζει τα εξής:
«.κπτωση από τα δικαιώματα επί του σήματος μπορεί να κηρυχθεί για τους κάτωθι λόγους:
α) αν, εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε η διαδικασία καταχωρίσεως, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεση αυτού, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίστηκε, εκτός εάν υπάρχει σοβαρός λόγος για τη μη χρήση·
β) αν τέτοια χρήση ανεστάλη για συνεχή περίοδο πέντε ετών, χωρίς σοβαρό λόγο για τη μη χρήση.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Η Laboratoires Goemar έχει έδρα το Saint-Malo (Γαλλία) και ειδικεύεται στα προϊόντα με βάση τα φύκη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο καταχώρισαν το σήμα Laboratoire de la mer, αφενός το 1988, για «παρασκευάσματα φαρμακευτικά και κτηνιατρικά, παρασκευάσματα υγιεινής για ιατρικές χρήσεις [...] περιέχοντα θαλάσσια προϊόντα» υπαγόμενα στην κλάση 5, όπως καθορίζεται από τον Διακανονισμό της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών για την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας), και, αφετέρου το 1989, για «αρώματα και καλλυντικά περιέχοντα θαλάσσια προϊόντα», υπαγόμενα στη κλάση 3 του ίδιου Διακανονισμού.
7 Η La Mer Technology επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το σήμα La Mer για να διαθέσει στο εμπόριο σειρά καλλυντικών και άλλων ομοειδών προϊόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 27 Μαρτίου 1998, ήτοι πέντε έτη μετά την ημερομηνία καταχωρίσεως των σημάτων Laboratoire de la mer, υπέβαλε ενώπιον του Trade Mark Registry (γραφείου σημάτων) δύο αιτήσεις περί εκπτώσεως από τα δικαιώματα επί των δύο αυτών σημάτων, ισχυριζόμενη ότι η Laboratoires Goemar δεν είχε κάνει ουσιαστική χρήση αυτών στο διάστημα των πέντε ετών προ της υποβολής των εν λόγω αιτήσεων.
8 Στις 19 Ιουνίου 2001, ο Hearing Officer (αρμόδιος υπάλληλος του γραφείου σημάτων) δέχθηκε τις αιτήσεις περί εκπτώσεως από τα δικαιώματα επί των σημάτων Laboratoire de la mer, αλλά μόνο για τα «αρώματα» που υπάγονται στην κλάση 3 του Διακανονισμού της Νίκαιας και για τα «παρασκευάσματα φαρμακευτικά και κτηνιατρικά και παρασκευάσματα υγεινής» της κλάσεως 5 αυτού. Το μέρος αυτό της αποφάσεως του Hearing Officer δεν αμφισβητήθηκε. Ο τελευταίος, ωστόσο, απέρριψε τις αιτήσεις κατά το λοιπό μέρος, το σχετικό με την κήρυξη εκπτώσεως από τα δικαιώματα επί των σημάτων για τα «καλλυντικά περιέχοντα θαλάσσια προϊόντα», σύμφωνα με την ως άνω κλάση 3, και για τα «διαιτητικά προϊόντα για ιατρική χρήση» υπαγόμενα στην ως άνω κλάση 5.
9 Η La Mer Technology άσκησε προσφυγή κατά του τελευταίου αυτού μέρους της αποφάσεως του Hearing Officer ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division.
10 Στις 19 Δεκεμβρίου 2001 κατατέθηκαν στο High Court οι προτάσεις της εφέσεως σχετικά με τα υπαγόμενα στην κλάση 5 του Διακανονισμού της Νίκαιας προϊόντα και στη συνέχεια το δικαστήριο αυτό κήρυξε την έκπτωση από τα δικαιώματα επί του επιδίκου σήματος.
11 Αντιθέτως, όσον αφορά το σήμα που είχε καταχωριστεί για τα «καλλυντικά περιέχοντα θαλάσσια προϊόντα» τα υπαγόμενα στην κλάση 3 του Διακανονισμού της Νίκαιας, το High Court αποφάνθηκε ότι κατά την περίοδο των πέντε ετών προ των αιτήσεων περί εκπτώσεως η Laboratoires Goemar είχε αναθέσει στην εταιρία Health Scope Direct Ltd, με έδρα τη Σκωτία, τη διάθεση τέτοιων προϊόντων στο εμπόριο του Ηνωμένου Βασιλείου. Το High Court έκρινε ότι η πώληση των προϊόντων αυτών κατά την περίοδο αυτή είχε αποφέρει πολύ περιορισμένο κύκλο εργασιών μερικών εκατοντάδων στερλινών, αλλά και ότι η κατάσταση αυτή, εκτός από την εμπορική αποτυχία της δικαιούχου του σήματος εταιρίας, καταδείκνυε και το γεγονός ότι η χρήση του σήματος αυτού είχε μοναδικό σκοπό τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της καταχωρίσεως. Εξάλλου, το High Court επισήμανε ότι, λίγο αργότερα από την περίοδο αυτήν, η Laboratoires Goemar ανέθεσε σε νέον εμπορικό μεσάζοντα στο Ηνωμένο Βασίλειο να προωθήσει τις πωλήσεις της.
12 Το High Court έκρινε ότι το κύριο ζήτημα της διαφοράς ήταν να διαπιστωθεί αν το σήμα Laboratoire de la mer αποτελούσε υπ' αυτές τις συνθήκες αντικείμενο ουσιαστικής χρήσεως κατά την έννοια του Trade Marks Act 1994. Επισήμανε ότι αυτή η έννοια της ουσιαστικής χρήσεως είχε το ίδιο περιεχόμενο με αυτό των σχετικών διατάξεων της οδηγίας.
13 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ποιοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη διαπίστωση του αν έγινε ουσιαστική χρήση ενός σήματος σε ένα κράτος μέλος κατά την έννοια των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της [οδηγίας];
Ειδικότερα:
2) Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έκταση της χρήσεως του σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί στο κράτος μέλος;
3) Αρκεί οποιαδήποτε χρήση, όσο περιορισμένη και αν είναι, αν ο μοναδικός της σκοπός είναι η διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων ή η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ποιο είναι το κριτήριο προσδιορισμού του βαθμού της επαρκούς χρήσεως και, ειδικότερα, συνεπάγεται το κριτήριο αυτό ότι λαμβάνονται υπόψη η φύση και η έκταση της δραστηριότητας του δικαιούχου του σήματος;
5) Πρέπει να αποκλειστεί η συμβολική ή εικονική χρήση και, ειδικότερα, οποιαδήποτε χρήση της οποίας ο μόνος ή ο κύριος σκοπός είναι η απόκρουση ενδεχόμενης αιτήσεως εκπτώσεως;
6) Ποια είναι τα είδη χρήσεως που μπορούν να ληφθούν υπ' όψη και, ειδικότερα, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το σήμα χρησιμοποιήθηκε στον κύκλο των συναλλαγών εντός του εν λόγω κράτους μέλους και, ακόμη ειδικότερα, αρκεί η εισαγωγή στο κράτος μέλος αυτό από έναν μόνο πελάτη;
7) Απαγορεύεται να λαμβάνεται υπ' όψη χρήση μεταγενέστερη της καταθέσεως της αιτήσεως εκπτώσεως, ακόμη και προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η χρήση στη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ήταν ουσιαστική;»
Επί της εφαρμογής του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας
14 Δεδομένου ότι η απάντηση στα έξι πρώτα ερωτήματα μπορεί να συναχθεί σαφώς από την απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, C-40/01, Ansul (Συλλογή 2003, σ. Ι-2439), η οποία εκδόθηκε μετά την έκδοση της διατάξεως περί παραπομπής, και ότι η απάντηση στο έβδομο ερώτημα δεν αφήνει περιθώρια για εύλογη αμφιβολία, το Δικαστήριο ενημέρωσε το παραπέμπον δικαστήριο, με επιστολή της 22ας Μα.ου 2003, κατ' άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Δικαδικασίας, για την πρόθεσή του να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και, με επιστολή της 27ης Οκτωβρίου 2003, κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς.
15 Η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις ως προς στο σημείο αυτό.
16 Αντιθέτως, με απόφαση της 20ής Ιουνίου 2003, το παραπέμπον δικαστήριο, καίτοι δήλωσε ότι απέσυρε το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, ανακοίνωσε ότι ενέμενε στα υπόλοιπα ερωτήματα, ζητώντας από το Δικαστήριο να μην εφαρμόσει το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Δικαδικασίας. Με την από 4 Ιουλίου 2003 επιστολή της, η La Mer Technology δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι η συνεδρίαση ήταν αναγκαία, βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού. Με κοινή τους επιστολή της 17ης Νοεμβρίου 2003, υπογεγραμμένη από τους νομικούς τους συμβούλους, η Laboratoires Goemar και η La Mer Technology δήλωσαν ότι συμμερίζονταν την ανάλυση του παραπέμποντος δικαστηρίου όπως εκτέθηκε στην απόφαση αυτή της 20ής Ιουνίου 2003. Με επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 2003, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξέφρασε την ίδια άποψη.
17 Οι παρατηρήσεις της ανωτέρω σκέψεως δεν έχουν σκοπό να αμφισβητήσουν την απόφαση του Δικαστηρίου περί εφαρμογής του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Δικαδικασίας και περί μη διεξαγωγής συνεδριάσεως.
Επί του πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και έκτου ερωτήματος
18 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία είναι σκόπιμο να εξεταστούν μαζί, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν ποια είναι τα κριτήρια και τα είδη χρήσεως ενός σήματος που επιτρέπουν να προσδιοριστεί αν «γίνεται ουσιαστική χρήση αυτού» εντός κράτους μέλους, κατά την έννοια των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά ιδίως αν μία έστω και ελάχιστη χρήση μπορεί να χαρακτηριστεί ουσιαστική, όταν μοναδικός σκοπός του δικαιούχου είναι η διάθεση των προϊόντων και των υπηρεσιών που προστατεύονται από το σήμα.
19 Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να συναχθεί σαφώς από τις σκέψεις 35 έως 39 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ansul, με τις οποίες το Δικαστήριο διατύπωσε τις ακόλουθες κρίσεις:
«35 [...] όπως ισχυρίζεται και η Ansul, η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προβλέπει ότι είναι αναγκαία η ουσιαστική χρησιμοποίηση των [...] σημάτων επί ποινή εκπτώσεως. Ουσιαστική χρήση είναι, επομένως, η πραγματική χρήση του σήματος. Αυτή η ανάλυση επιβεβαιώνεται, ιδίως, από το ολλανδικό κείμενο της οδηγίας, το οποίο, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη, αναφέρει τους όρους werkelijk wordt gebruikt, καθώς και από άλλα κείμενα, όπως το ισπανικό (uso efectivo), το ιταλικό (uso effettivo) ή το αγγλικό (genuine use).
36 Ουσιαστική χρήση είναι, επομένως, η χρήση που δεν γίνεται συμβολικώς για τη διατήρηση μόνον των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα. Πρόκειται για χρήση που συνάδει με τη βασική λειτουργία του σήματος, που είναι η εγγύηση στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας της ταυτότητας προελεύσεως του προϊόντος ή υπηρεσίας, αφού του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση.
37 Επομένως, η ουσιαστική χρήση του σήματος προϋποθέτει τη χρήση του στην αγορά των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα και όχι μόνον εντός της οικείας επιχειρήσεως. Η προστασία του σήματος και τα αποτελέσματα της καταχώρισής του, τα οποία μπορούν να αντιταχθούν στους τρίτους, δεν μπορούν να διατηρηθούν αν το σήμα απολέσει την εμπορική του λειτουργία, που είναι η εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών που φέρουν το συστατικό του σήματος σημείο σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες που προέρχονται από άλλες επιχειρήσεις. Η χρήση του σήματος πρέπει να αφορά προϊόντα ή υπηρεσίες που ήδη διατίθενται στο εμπόριο ή των οποίων επίκειται η εμπορία, την οποία προετοίμασε η επιχείρηση με σκοπό την απόκτηση πελατείας, ιδίως στο πλαίσιο διαφημιστικών εκστρατειών. Σ'αυτή τη χρήση μπορεί να προβεί τόσο ο δικαιούχος του σήματος, όπως προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας, όσο και ένας τρίτος ο οποίος επιτρέπεται να χρησιμοποιεί το σήμα.
38 Τέλος, κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υπαρκτό της εμπορικής του εκμεταλλεύσεως, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα.
39 Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων στην παρούσα υπόθεση μπορεί να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η φύση του εν λόγω προϊόντος ή υπηρεσίας, τα χαρακτηριστικά της οικείας αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος. .τσι, για να χαρακτηριστεί η χρήση του σήματος ουσιαστική, δεν χρειάζεται να είναι πάντοτε ποσοτικά σημαντική, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του εν λόγω προϊόντος ή υπηρεσίας στην αντίστοιχη αγορά.»
20 Από τις ως άνω κρίσεις προκύπτει ότι η διατήρηση των δικαιωμάτων του δικαιούχου του σήματος προϋποθέτει ουσιαστική χρήση αυτού στον κύκλο των συναλλαγών της αγοράς των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωριστεί στο οικείο κράτος μέλος.
21 Εξάλλου, από τη σκέψη 39 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ansul προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση του σήματος μπορεί να είναι ουσιαστική κατά την έννοια της οδηγίας, ακόμη και όταν δεν είναι ποσοτικώς σημαντική. Επομένως, ακόμη και η ελάχιστη χρήση μπορεί να είναι αρκετή για να χαρακτηριστεί ως ουσιαστική, υπό τον όρο ότι θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα προκειμένου να διατηρηθεί ή να δημιουργηθεί μερίδιο στην αγορά για τα προϊόντα ή υπηρεσίες που προστατεύονται από το σήμα.
22 Το ερώτημα αν μία χρήση είναι επαρκής ποσοτικώς προκειμένου να διατηρηθεί ή να δημιουργηθεί μερίδιο στην αγορά για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και από την κατά περίπτωση εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβαίνει κάθε φορά το εθνικό δικαστήριο.Τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, η συχνότητα ή η κανονικότητα της χρήσεως του σήματος, το γεγονός ότι το σήμα χρησιμοποιείται για τη διάθεση στο εμπόριο του συνόλου πανομοιότυπων προϊόντων ή υπηρεσιών της δικαιούχου επιχειρήσεως ή απλώς μερικών από αυτά, ή ακόμη οι αποδείξεις που ο δικαιούχος μπορεί να προσκομίσει σχετικά με τη χρήση του σήματος, συγκαταλέγονται μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να ληφθούν υπόψη.
23 Επιπλέον, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες σκέψεις 35 έως 39 της αποφάσεως Ansul, τα χαρακτηριστικά της οικείας αγοράς, τα οποία ασκούν άμεση επίδραση στην εμπορική στρατηγική του δικαιούχου του σήματος, μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως.
24 Επίσης, η χρήση του σήματος από έναν και μόνον πελάτη, εισαγωγέα των προϊόντων για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα αυτό, μπορεί να αρκεί προς απόδειξη του ότι μία τέτοια χρήση είναι ουσιαστική, αν αυτή η δραστηριότητα της εισαγωγής μπορεί πραγματικά να δικαιολογηθεί εμπορικώς για τον δικαιούχο του σήματος.
25 Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αφηρημένα εκ των προτέρων το ελάχιστο που πρέπει να πληρούται για να προσδιοριστεί αν η χρήση έχει ή όχι ουσιαστικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί, επομένως, να καθοριστεί ένας de minimis κανόνας, ο οποίος δεν θα επέτρεπε στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει το σύνολο των περιστάσεων της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του.
26 Τέλος, από τη σκέψη 36 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ansul συνάγεται σαφώς ότι η χρήση του σήματος που δεν έχει ως ουσιαστικό σκοπό τη διατήρηση ή τη δημιουργία μεριδίου στην αγορά για τα προϊόντα ή υπηρεσίες που προστατεύει πρέπει να θεωρείται ότι στην πραγματικότητα έχει σκοπό την απόρριψη ενδεχόμενης αιτήσεως περί εκπτώσεως. Μία τέτοια χρήση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ουσιαστική» κατά την έννοια της οδηγίας.
27 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της οδηγίας έχουν την έννοια ότι γίνεται «ουσιαστική χρήση» ενός σήματος οσάκις το σήμα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που έγκειται στην εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλείοντας τη συμβολική χρήση που αποσκοπεί στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα αυτό. Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υπαρκτό της εμπορικής εκμεταλλεύσεως στον κύκλο των συναλλαγών, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίου αγοράς για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος αυτού. Εφόσον υπαγορεύεται από πραγματικό λόγο εμπορικής φύσεως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ακόμη και μία ελάχιστη χρήση του σήματος ή μία χρήση που αφορά έναν μόνον εισαγωγέα στο οικείο κράτος μέλος μπορεί να είναι επαρκής προκειμένο να θεμελιωθεί η ύπαρξη ουσιαστικού χαρακτήρα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
Επί του εβδόμου ερωτήματος
28 Με το έβδομο ερώτημά του το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν εάν η οδηγία μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει να λαμβάνεται υπόψη η χρήση ενός σήματος μετά την υποβολή της αιτήσεως περί εκπτώσεως, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η χρήση κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου, δηλαδή των πέντε ετών που προηγήθηκαν της υποβολής αυτής, έχει ουσιαστικό χαρακτήρα.
29 Από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει, αφενός, ότι η διατήρηση των δικαιωμάτων του δικαιούχου του σήματος προϋποθέτει ουσιαστική χρήση αυτού σε κάθε περίπτωση προ της υποβολής της αιτήσεως περί εκπτώσεως και, αφετέρου, ότι η έναρξη ή η συνέχιση της χρήσεως του σήματος, ακόμη και όταν συμβαίνουν προ της υποβολής της αιτήσεως αυτής, δεν επιτρέπουν σε όλες τις περιπτώσεις τη διατήρηση των δικαιωμάτων του δικαιούχου, αν είναι προφανές ότι οι δραστηριότητες αυτές πραγματοποιούνται μόνον αφού έχει πληροφορηθεί αυτός την πιθανότητα υποβολής τέτοιας αιτήσεως.
30 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η οδηγία εξαρτά τον χαρακτηρισμό της «ουσιαστικής χρήσεως» του σήματος από την εκτίμηση αποκλειστικά των περιστάσεων που ανακύπτουν κατά την κρίσιμη για την υπόθεση περίοδο και που είναι, επομένως, προγενέστερες της υποβολής αιτήσεως περί εκπτώσεως.
31 Εντούτοις, η οδηγία δεν αποκλείει ρητώς τo ενδεχόμενο να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως στη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ενδεχόμενες περιστάσεις μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως. Τέτοιες περιστάσεις είναι δυνατόν να συμβάλλουν στην επιβεβαίωση ή στην καλύτερη εκτίμηση της εκτάσεως της χρήσεως του σήματος κατά την κρίσιμη για την υπόθεση περίοδο, καθώς και στις πραγματικές προθέσεις του δικαιούχου κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.
32 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει εάν ενδεχόμενες περιστάσεις, μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως περί εκπτώσεως, επιβεβαιώνουν ότι η χρήση του σήματος ήταν ουσιαστική κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ή εάν, αντιθέτως, εκφράζουν τη βούληση του δικαιούχου για απόρριψη της αιτήσεως αυτής.
33 Στο έβδομο ερώτημα, επομένως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία εξαρτά μεν τον χαρακτηρισμό της «ουσιαστικής χρήσεως» του σήματος από τη συνεκτίμηση αποκλειστικά των περιστάσεων που ανακύπτουν κατά την κρίσιμη για την υπόθεση περίοδο και είναι προγενέστερες της υποβολής αιτήσεως εκπτώσεως, αλλά δεν απαγορεύει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως στη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ενδεχόμενες περιστάσεις μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει εάν τέτοιες περιστάσεις, μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως περί εκπτώσεως, επιβεβαιώνουν ότι η χρήση του σήματος ήταν ουσιαστική κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ή, αντιθέτως, εκφράζουν τη βούληση του δικαιούχου για απόρριψη της αιτήσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 2001 το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 10, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, έχουν την έννοια ότι έχει γίνει «ουσιαστική χρήση» ενός σήματος οσάκις το σήμα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που είναι η εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλείοντας τη συμβολική χρήση που αποσκοπεί στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα αυτό. Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υπαρκτό της εμπορικής εκμεταλλεύσεως στον κύκλο των συναλλαγών, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίου αγοράς για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος αυτού. Ακόμη και ελάχιστη χρήση του σήματος ή χρήση του από έναν μόνο εισαγωγέα μπορεί να είναι αρκετή για να θεμελιωθεί η ύπαρξη του ουσιαστικού χαρακτήρα κατά την έννοια της οδηγίας, όταν η χρήση αυτή θεωρείται δικαιολογημένη υπό τις προπαρατεθείσες συνθήκες. Εφόσον υπαγορεύεται από πραγματικό λόγο εμπορικής φύσεως, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, ακόμη και μία ελάχιστη χρήση του σήματος ή μία χρήση που αφορά έναν μόνον εισαγωγέα στο οικείο κράτος μέλος μπορεί να είναι επαρκής προκειμένο να θεμελιωθεί η ύπαρξη ουσιαστικού χαρακτήρα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
2) Η πρώτη οδηγία 89/104 εξαρτά μεν τον χαρακτηρισμό της «ουσιαστικής χρήσεως» του σήματος από τη συνεκτίμηση αποκλειστικά των περιστάσεων που ανακύπτουν κατά την κρίσιμη για την υπόθεση περίοδο και είναι προγενέστερες της υποβολής αιτήσεως περί εκπτώσεως, αλλά δεν απαγορεύει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως στη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ενδεχόμενες περιστάσεις μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει εάν τέτοιες περιστάσεις, μεταγενέστερες της υποβολής αιτήσεως περί εκπτώσεως, επιβεβαιώνουν ότι η χρήση του σήματος ήταν ουσιαστική κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την υπόθεση περιόδου ή, αντιθέτως, εκφράζουν τη βούληση του δικαιούχου για απόρριψη της αιτήσεως αυτής.
Λουξεμβούργο, 27 Ιανουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy