Υπόθεση C-446/02
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
κατά
Gouralnik & Partner GmbH
(αίτηση του Bundesfinanzhof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Γεωργία – Κοινή οργάνωση αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Ανακριβής διασάφηση – Συνέπειες επί του κύρους της διασαφήσεως»
Περίληψη της διατάξεως
Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Ανακριβής διασάφηση ως προς τμήμα του εξαχθέντος προϊόντος – Διόρθωση της διασαφήσεως – Διατήρηση του δικαιώματος εισπράξεως επιστροφής – Δηλωθέν εμπόρευμα που δεν αντιστοιχεί προς το εμπόρευμα που πράγματι εξήχθη – Προσδιορισμός του εφαρμοζόμενου συντελεστή επιστροφής – Αναλογία μεταξύ δηλωθέντος και εξαχθέντος προϊόντος – Δεν ασκεί επιρροή
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2913/92, άρθρο 78 § 3, και 3665/87, άρθρα 3 § 5, στοιχ. α΄, και 11)
Για τις ζητηθείσες προ της 1ης Απριλίου 1995 επιστροφές, το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και το άρθρο 3, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υφίσταται δικαίωμα για είσπραξη επιστροφής κατά την εξαγωγή, τουλάχιστον βάσει του συντελεστή επιστροφής που ίσχυε για το πράγματι εξαχθέν προϊόν, όταν στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου διαπιστώνεται ότι τα δηλωθέντα και εξαχθέντα εμπορεύματα δεν αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από το δηλωθέν προϊόν, αλλά περιελάμβαναν εν μέρει και άλλο προϊόν για το οποίο ίσχυε χαμηλότερος συντελεστής επιστροφής, και οι τελωνειακές αρχές προέβησαν σε διόρθωση της διασαφήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
Δεν είναι κρίσιμο για την έκβαση της δίκης το ζήτημα αν το ανακριβώς δηλωθέν εμπόρευμα είναι παρεμφερές προς το εμπόρευμα που πράγματι δηλώθηκε.
Στις ζητηθείσες μετά την 1η Απριλίου 1995 επιστροφές εφαρμόζεται το άρθρο 11 του κανονισμού 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2945/94.
(βλ. σκέψη 37, διατακτ.1)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 30ής Απριλίου 2004 (*)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Γεωργία – Κοινή οργάνωση αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Ανακριβής διασάφηση – Συνέπειες επί του κύρους της διασαφήσεως»
Στην υπόθεση C-446/02,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
και
Gouralnik & Partner GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της ισχύουσας για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή κανονιστικής ρυθμίσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του,
αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος αυτού,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2002, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Δεκεμβρίου 2002, το Bundesfinanzhοf υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 EΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της ισχύουσας για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή κανονιστικής ρυθμίσεως.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Hauptzοllamt Hamburg-Jοnas (στο εξής: Hauptzοllamt) και της εταιρίας Gοuralnik & Partner GmbH (στο εξής: Gοuralnik) ως προς το δικαίωμα της Gοuralnik να εισπράξει επιστροφές κατά την εξαγωγή για χοιρινό τύπου «Kassel» το οποίο δηλώθηκε εσφαλμένα υπό άλλη δασμολογική διάκριση.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας)
3 Το άρθρο 65 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Κατόπιν αιτήσεως του διασαφητή, του επιτρέπεται να διορθώσει ένα ή περισσότερα στοιχεία της διασάφησης μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές. Η διόρθωση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αφορά η διασάφηση εμπορεύματα άλλα από εκείνα τα οποία αφορούσε αρχικά.
Ωστόσο, δεν επιτρέπεται να γίνει καμία διόρθωση όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές:
α) είτε έχουν πληροφορήσει τον διασαφητή ότι προτίθενται να εξετάσουν τα εμπορεύματα,
β) είτε έχουν διαπιστώσει ανακρίβεια των εν λόγω στοιχείων,
γ) είτε έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων.»
4 Το άρθρο 78, παράγραφοι 1 και 3, του ίδιου κώδικα ορίζει:
«1. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατόν να επανεξετάσουν τη διασάφηση, αυτεπαγγέλτως ή εφόσον το ζητήσει ο διασαφητής, μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων.
[...]
3. Όταν από την επανεξέταση της διασάφησης ή τους εκ των υστέρων ελέγχους προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, οι τελωνειακές αρχές, τηρώντας τις διατάξεις που έχουν ενδεχομένως θεσπιστεί, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1)
5 Το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 5 και 6, του κανονισμού 3665/87 ορίζει:
«2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής προσδιορίζει:
α) το ποσοστό της ισχύουσας επιστροφής [...]
[...]
5. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως:
α) την ονομασία των προϊόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές,
[...]
6. Τη στιγμή της αποδοχής αυτής ή της πράξεως αυτής, τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.»
6 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 5 και 16, η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της απόδειξης ότι τα προϊόντα για τα οποία έγινε αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής εγκατέλειψαν ως έχουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας το αργότερο σε προθεσμία 60 ημερών από την αποδοχή αυτή.»
7 Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994, για τροποποίηση του κανονισμού 3665/87 όσον αφορά την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και τις κυρώσεις (ΕΕ 1994, L 310, σ. 57), το οποίο εφαρμόζεται στις εξαγωγές για τις οποίες έχουν ολοκληρωθεί από 1ης Απριλίου 1995 οι διατυπώσεις του άρθρου 3 του κανονισμού 3665/87, ορίζει:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι, για τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή, ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη, η οφειλόμενη επιστροφή για τις σχετικές εξαγωγές, θα αντιστοιχεί στην επιστροφή που εφαρμόζεται για το προϊόν που εξήχθη πράγματι, μειωμένη κατά ποσό που αντιστοιχεί:
α) στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται στο πραγματικώς εξαχθέν προϊόν,
β) στο διπλάσιο της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται, εφόσον ο εξαγωγέας παρέσχε εκ προθέσεως ψευδή στοιχεία.
Ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή του άρθρου 25, παράγραφος 2. [...]
[...]
3. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης πληρωμών αρνητικών ποσών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, τέταρτο εδάφιο, σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής, ο δικαιούχος υποχρεούται να αποδώσει τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα ποσά –στα οποία περιλαμβάνεται η κύρωση που προβλέπεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο– τα οποία προσαυξάνονται με τόκους που υπολογίζονται ανάλογα με το χρονικό διάστημα μεταξύ της καταβολής και της απόδοσης του ποσού.
[...]»
Το εθνικό δίκαιο
8 […]
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Στις 21 Iουνίου 1994, στις 10 Οκτωβρίου 1994 και στις 9 Ιουνίου 1995 η Gοuralnik δήλωσε προς εξαγωγή στη Ρωσία ορισμένες ποσότητες βραστού χοιρομηρίου άνευ οστών, προερχόμενου από κατοικίδια χοιροειδή, υπό τη δασμολογική κλάση 1602 4110 2100, ζητώντας ταυτοχρόνως την καταβολή επιστροφής κατά την εξαγωγή, την οποία το Hauptzοllamt, με αποφάσεις της 26ης Αυγούστου 1994, της 9ης Μαρτίου 1995 και της 25ης Αυγούστου 1995, τής χορήγησε για συνολικό ποσό ύψους 35 999,06 γερμανικών μάρκων (DEM). Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποιήθηκε, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς, στις εγκαταστάσεις της εταιρίας που προμήθευε την Gοuralnik, διαπιστώθηκε ότι ένα μέρος των δηλωθέντων από την Gοuralnik εμπορευμάτων αποτελείτο από χοιρινό τύπου «Kassel» (δασμολογική διάκριση 1602 4911 1900 της συνδυασμένης ονοματολογίας).
10 Κατόπιν αυτών των διαπιστώσεων, με εντολή εισπράξεως της 17ης Μαρτίου 1998, το Hauptzollamt ζήτησε από την Gouralnik να αποδώσει τη χορηγηθείσα επιστροφή κατά την εξαγωγή, συνολικού ύψους 8 069,22 γερμανικών μάρκων (DEM), κατ’ αναλογίαν του διαπιστωθέντος, εκ μέρους της τελωνειακής υπηρεσίας επιθεωρήσεως, ποσοστού χοιρινού τύπου «Kassel». Το Hauptzollamt θεώρησε ότι η Gouralnik δεν είχε δικαίωμα να λάβει επιστροφές κατά την εξαγωγή για την περιλαμβανόμενη στις επίμαχες παρτίδες ποσότητα χοιρινού τύπου «Kassel». Κατά το Hauptzollamt, καθόσον η Gouralnik δεν είχε υποβάλει σχετική διασάφηση εξαγωγής, τα εν λόγω εμπορεύματα δεν είχαν υποβληθεί σε τελωνειακό έλεγχο και, ως εκ τούτου, δεν υφίστατο καμία απόδειξη για την εξαγωγή τους.
11 […]
12 […]
13 […]
14 […]
15 Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το περιεχόμενο της αποφάσεώς του εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί ζήτημα αν για την ποσότητα χοιρινού τύπου «Kassel», που περιλαμβάνεται στις εξαχθείσες παρτίδες, υποβλήθηκε διασάφηση εξαγωγής και αν, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να καταβληθεί στην Gouralnik επιστροφή κατά την εξαγωγή, υπολογιζόμενη βάσει του ισχύοντος για το χοιρινό τύπου «Kassel» συντελεστή επιστροφής. [...]
16 Το αιτούν δικαστήριο δεν αμφιβάλλει ως προς τη νομική βάση της αξιώσεως για απόδοση της καταβληθείσας επιστροφής. Συναφώς, κατά το αιτούν δικαστήριο, το Finanzgericht ορθώς έκρινε ότι νομική βάση των αποφάσεων της 26ης Αυγούστου 1994 και της 9ης Μαρτίου 1995, περί αποδόσεως της χορηγηθείσας για το χοιρινό τύπου «Kassel» επιστροφής κατά την εξαγωγή, αποτελεί, ελλείψει κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η εθνική διάταξη και, συγκεκριμένα, το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του [Gesetz zur Durchführung der gemeinsamen Marktοrganisatiοnen (νόμου για την εφαρμογή των κοινών οργανώσεων αγοράς, στο εξής: ΜΟG), ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 27 Αυγούστου 1986]. Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι επίσης αληθές ότι νομική βάση της αποφάσεως της 25ης Αυγούστου 1995 αποτελεί αντιστοίχως το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87, το οποίο ισχύει για τις εξαγωγές από 1ης Απριλίου 1995.
17 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα που ανακύπτει είναι αν για την ποσότητα χοιρινού τύπου «Kassel», που, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της εκθέσεως των τελωνειακών αρχών, περιλαμβανόταν στα επίμαχα εμπορεύματα, δεν υφίσταται καμία υποχρέωση καταβολής επιστροφής κατά την εξαγωγή, όπως υποστηρίζει το Hauptzollamt, ή αν το ποσό της επιστροφής πρέπει να υπολογισθεί τουλάχιστον βάσει του ισχύοντος για το χοιρινό τύπου «Kassel» συντελεστή επιστροφής, όπως έκρινε το Finanzgericht. Κατά το αιτούν δικαστήριο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς είναι το ζήτημα αν για το χοιρινό τύπου «Kassel» πληρούνται τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87. Κατά το αιτούν δικαστήριο, εφόσον θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες παρτίδες εξήχθησαν εμπροθέσμως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι αν η περιλαμβανόμενη στις διάφορες παρτίδες ποσότητα χοιρινού τύπου «Kassel» καλύπτεται από τη διασάφηση εξαγωγής του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι αυτό πρέπει να γίνει δεκτό εν προκειμένω.
18 Κατά το Bundesfinanzhοf, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87, η διασάφηση εξαγωγής θα πρέπει να περιλαμβάνει την ονομασία των προϊόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή. Αυτό σημαίνει ότι η ονομασία αυτή πρέπει να είναι ακριβής. Εντούτοις, η ανακρίβεια στην αναγραφόμενη ονομασία δεν συνεπάγεται τη μη κάλυψη της δηλωθείσας παρτίδας από τη διασάφηση εξαγωγής. Αυτό ισχύει τουλάχιστον στην περίπτωση κατά την οποία το πράγματι περιλαμβανόμενο στην επίμαχη παρτίδα εμπόρευμα δεν είναι τελείως διαφορετικό από το προϊόν του οποίου η ονομασία αναγράφεται στη δήλωση διασαφήσεως. Κατά το Bundesfinanzhοf, όπως ορθώς έκρινε το Finanzgericht, η περίπτωση αυτή συντρέχει εν προκειμένω. Πράγματι, τόσο το δηλωθέν βραστό χοιρομήριο όσο και το χοιρινό τύπου «Kassel» υπάγονται στην ίδια κλάση 1602 του εναρμονισμένου συστήματος και διαφοροποιούνται μόνο λόγω της υπαγωγής τους σε διαφορετικές διακρίσεις του συστήματος. Κατά το Bundesfinanzhοf, το γεγονός ότι για τις δύο περιπτώσεις ισχύει διαφορετικός συντελεστής επιστροφής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η διασάφηση εξαγωγής δεν αφορούσε και το χοιρινό τύπου «Kassel».
19 Το γεγονός ότι το περιλαμβανόμενο στις εξαχθείσες παρτίδες χοιρινό τύπου «Kassel» δηλώθηκε εσφαλμένα ως βραστό χοιρομήριο πρέπει να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη, για τον λόγο ότι η επίμαχη διασάφηση πρέπει να διορθωθεί στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και δεδομένου ότι αναζητείται το αχρεωστήτως καταβληθέν τμήμα του ποσού της επιστροφής κατά την εξαγωγή. Το Bundesfinanzhοf επισημαίνει ότι η διόρθωση αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι, βάσει του άρθρου 65, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, καμία διόρθωση δεν επιτρέπεται μετά τη χορήγηση, εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων. Πράγματι, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, του ίδιου κώδικα, ο έλεγχος και η διόρθωση της διασαφήσεως εξαγωγής μπορούν να γίνουν ανά πάσα στιγμή.
20 Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-35, σκέψη 75), την οποία επικαλείται το Hauptzollamt, δεν δύνανται να αρθούν παντελώς οι αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της ανωτέρω συλλογιστικής του. Αν ο κανόνας που διατυπώνεται με τη σκέψη 75 της ως άνω αποφάσεως εφαρμοζόταν στη διαφορά της κύριας δίκης, τότε, εν προκειμένω, η Gouralnik δεν θα είχε δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή επιστροφής κατά την εξαγωγή βάσει του ισχύοντος για το χοιρινό τύπου «Kassel» συντελεστή επιστροφής, εφόσον θα ήταν υπαίτια για την εσφαλμένη διασάφηση.
21 Το αιτούν δικαστήριο φρονεί πάντως ότι από τη σκέψη 75 της προπαρατεθείσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο κανόνας αυτός ισχύει μόνον εφόσον η διασάφηση δεν διορθώθηκε ούτε από τον δικαιούχο ούτε από τις τελωνειακές αρχές. Δεδομένου, όμως, ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης οι τελωνειακές αρχές προέβησαν σε έλεγχο της διασαφήσεως κατά την έννοια του άρθρου 78 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, στο πλαίσιο του οποίου προσδιορίσθηκε η σύνθεση των παρτίδων που δηλώθηκαν προς εξαγωγή, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το ζήτημα αν, εν προκειμένω, είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο η καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη του αιτήματος περί καταβολής της επιστροφής κατά την εξαγωγή για το χοιρινό τύπου «Kassel». Οι επιφυλάξεις αυτές ενισχύονται από το γεγονός ότι ο κανόνας του άρθρου 11 του κανονισμού 3665/87 προβλέπει ένα σύστημα επιβολής κυρώσεων για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιστροφή που ζήτησε ο εξαγωγέας είναι υψηλότερη από αυτήν που πράγματι δικαιούται. Κατά το αιτούν δικαστήριο, με τη ρύθμιση αυτή είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν και περιπτώσεις όπως η παρούσα, τουλάχιστον όσον αφορά την απόφαση της 25ης Αυγούστου 1995, χωρίς να απαιτείται η καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη του αιτήματος περί καταβολής επιστροφής για εσφαλμένως δηλωθέντα προϊόντα.
22 Το Bundesfinanzhοf έκρινε, ως εκ τούτου, αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπάρχει απαίτηση προς καταβολή επιστροφής κατά την εξαγωγή, τουλάχιστον βάσει του συντελεστή επιστροφής που ίσχυε για το προϊόν που πράγματι εξήχθη, στην περίπτωση που στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι τα δηλωθέντα και εξαχθέντα εμπορεύματα δεν αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από το δηλωθέν προϊόν, αλλά περιελάμβαναν εν μέρει και ένα άλλο προϊόν για το οποίο ίσχυε χαμηλότερος συντελεστής επιστροφής;
2) Ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης το αν το ανακριβώς δηλωθέν προϊόν είναι παρεμφερές προς το εμπόρευμα που πράγματι δηλώθηκε;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: Βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει να καθορίζεται το αν η διασάφηση καλύπτει και το ανακριβώς δηλωθέν εμπόρευμα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Παρατηρήσεις των διαδίκων
23 […]
24 […]
25 […]
26 […]
27 […]
28 [Η Επιτροπή] υποστηρίζει επίσης ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται το άρθρο 78 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ότι το άρθρο αυτό παρέχει τη δυνατότητα στις τελωνειακές αρχές να επανεξετάζουν τη διασάφηση ως προς τις αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές, αλλά ότι, ελλείψει πρόσθετης νομικής βάσεως, το εν λόγω άρθρο δεν τους παρέχει τη δυνατότητα να επιβάλλουν κυρώσεις όπως μη καταβολή του συνόλου των επιστροφών για τα επίμαχα προϊόντα.
29 Η Επιτροπή θέτει επίσης ζήτημα αναλογικότητας και υποστηρίζει ότι η καθ’ ολοκληρίαν απόρριψη του αιτήματος περί καταβολής επιστροφών, σε περίπτωση διαπιστώσεως ανακριβών στοιχείων, δεν κρίνεται αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, εν προκειμένω, σκοπού, ήτοι της καταστολής της απάτης. Η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι προτιμότερο να προβλέπονται κυρώσεις για την υπερβαίνουσα την πραγματική οφειλή είσπραξη ύψους ανάλογου με το μέγεθος της ενδεχόμενης απάτης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κανονισμού 2945/94.
30 Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα των επιστροφών κατά την εξαγωγή. […]
31 […]
32 […]
Απάντηση του Δικαστηρίου
33 Το Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα δεν αφήνει περιθώρια εύλογης αμφιβολίας, ενημέρωσε, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το αιτούν δικαστήριο για την πρόθεσή του να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος.
34 […]
35 Η αιτιολογία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο και την οποία υπενθυμίζει το Δικαστήριο με τις σκέψεις 18 έως 21 της παρούσας διατάξεως προκαθορίζει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα. Η αιτιολογία αυτή ενισχύεται από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο η Επιτροπή.
36 Η επίκληση της σκέψεως 75 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Επιτροπής δεν είναι δυνατή στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η εν λόγω σκέψη πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με τη σκέψη 77 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν με τον προβλεπόμενο για τα ζώα σφαγείου συντελεστή θα ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη μόνον εάν οι τελωνειακές διασαφήσεις σχετικά με την εξαγωγή βοοειδών αναπαραγωγής καθαρόαιμου γένους είχαν διορθωθεί εκ των υστέρων, κατόπιν προσκομίσεως των απαιτουμένων από την κοινοτική νομοθεσία εγγράφων για την εξαγωγή ζώων σφαγείου (κτηνιατρικών πιστοποιητικών, εγγράφων μεταφοράς και τελωνειακών εγγράφων της χώρας εισαγωγής, κ.λπ.). Επιπλέον, στην προπαρατεθείσα υπόθεση δεν είχε διεξαχθεί ούτε εκ νέου εξέταση των τελωνειακών δηλώσεων σύμφωνα με το άρθρο 78 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ενώ, κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα μιας τέτοιας εξετάσεως τίθεται στην υπόθεση της κύριας δίκης.
37 Συνεπώς, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
– για τις ζητηθείσες προ της 1ης Απριλίου 1995 επιστροφές, το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και το άρθρο 3, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υφίσταται δικαίωμα για είσπραξη επιστροφής κατά την εξαγωγή, τουλάχιστον βάσει του συντελεστή επιστροφής που ίσχυε για το πράγματι εξαχθέν προϊόν, όταν στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου διαπιστώνεται ότι τα δηλωθέντα και εξαχθέντα εμπορεύματα δεν αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από το δηλωθέν προϊόν, αλλά περιελάμβαναν εν μέρει και άλλο προϊόν για το οποίο ίσχυε χαμηλότερος συντελεστής επιστροφής, και οι τελωνειακές αρχές προέβησαν σε διόρθωση της διασαφήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα·
– δεν είναι κρίσιμο για την έκβαση της δίκης το ζήτημα αν το ανακριβώς δηλωθέν εμπόρευμα είναι παρεμφερές προς το εμπόρευμα που πράγματι δηλώθηκε·
– στις ζητηθείσες μετά την 1η Απριλίου 1995 επιστροφές εφαρμόζεται το άρθρο 11 του κανονισμού 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2945/94.
Επί των δικαστικών εξόδων
38 […]
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2002 το Bundesfinanzhοf, αποφαίνεται:
1) Για τις ζητηθείσες προ της 1ης Απριλίου 1995 επιστροφές, το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και το άρθρο 3, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υφίσταται δικαίωμα για είσπραξη επιστροφής κατά την εξαγωγή, τουλάχιστον βάσει του συντελεστή επιστροφής που ίσχυε για το πράγματι εξαχθέν προϊόν, όταν στο πλαίσιο τελωνειακού ελέγχου διαπιστώνεται ότι τα δηλωθέντα και εξαχθέντα εμπορεύματα δεν αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από το δηλωθέν προϊόν, αλλά περιελάμβαναν εν μέρει και άλλο προϊόν για το οποίο ίσχυε χαμηλότερος συντελεστής επιστροφής, και οι τελωνειακές αρχές προέβησαν σε διόρθωση της διασαφήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
2) Δεν είναι κρίσιμο για την έκβαση της δίκης το ζήτημα αν το ανακριβώς δηλωθέν εμπόρευμα είναι παρεμφερές προς το εμπόρευμα που πράγματι δηλώθηκε.
3) Στις ζητηθείσες μετά την 1η Απριλίου 1995 επιστροφές εφαρμόζεται το άρθρο 11 του κανονισμού 3665/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994, για τροποποίηση του κανονισμού 3665/87 όσον αφορά την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και τις κυρώσεις.
Λουξεμβούργο, 30 Απριλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
R. Grass
A. Rosas
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy