ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 27ης Μαρτίου 2003 ( *1 )
Στην υπόθεση C-1/02 SA,
Antippas, εταιρία κονγκολέζικου δικαίου, με έδρα την Κινσάσα (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό), εκπροσωπούμενη από τον Μ. Spandre, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Μ. De Pauw και Β. Martenczuk, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αδείας κατασχέσεως στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, C W. Α. Timmermans, P. Jann, S. von Bahr (εισηγητή) και Α. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. Α. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Αυγούστου 2002, η εταιρία κονγκολέζικου δικαίου Antippas, με έδρα την Κινσάσα (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό), ζήτησε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1, τρίτη περίοδος, του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: πρωτόκολλο), την άδεια να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για ορισμένα ποσά που ισχυρίζεται ότι οφείλει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καθώς και στην Εθνική Τράπεζα του Κονγκό.
Ιστορικό της διαφοράς
2
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
3
Με απόφαση του Tribunal de grande instance της Κινσάσα, της 18ης Οκτωβρίου 1996, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και η Εθνική Τράπεζα του Κονγκό καταδικάστηκαν να καταβάλουν εις ολόκληρο στην Antippas το ποσό των 549750 δολαρίων ΗΠΑ (USD), πλέον τόκων με επιτόκιο 12 % ετησίως, από την επίδοση της αποφάσεως και μέχρι την πλήρη εξόφληση του. Με δεύτερη απόφαση του ίδιου Tribunal, της 22ας Απριλίου 1997, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Antippas το ποσό των 2080302 USD, πλέον τόκων με επιτόκιο 8 % ετησίως από την επίδοση της αποφάσεως μέχρι την πλήρη εξόφληση του.
4
Το Tribunal de première instance των Βρυξελλών (Βέλγιο), με δύο αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1997, περιήψε τον εκτελεστήριο τύπο στις εν λόγω αποφάσεις.
5
Στις 10 Ιουνίου 2002, η Antippas κατέσχεσε στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ποσά που ισχυρίζεται ότι όφειλε η Επιτροπή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καθώς και στην Εθνική Τράπεζα του Κονγκό.
6
Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2002, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε γεγεννημένη ή υπό αίρεση οφειλή ούτε έναντι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ούτε έναντι της Εθνικής Τράπεζας του Κονγκό.
Αιτήματα των διαδίκων
7
Με την αίτηση της, η Antippas ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός, να της επιτρέψει να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια της Επιτροπής και, αφετέρου, να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή εσφαλμένα δήλωσε ότι δεν έχει γεγεννημένη ή υπό αίοεση οφειλή έναντι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ή της Εθνικής Τράπεζας του Κονγκό.
8
Η Antippas επισημαίνει ότι η αίτηση αποβλέπει στην κατάσχεση των πόρων που χορήγησε η Επιτροπή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στο πλαίσιο του έβδομου και όγδοου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως.
9
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι παρέλκει η απόφανση επί της αιτήσεως της Antippas και, επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση της. Ζητεί επιπλέον από το Δικαστήριο να καταδικάσει την Antippas στα δικαστικά έξοδα.
10
Η Επιτροπή θεωρεί ότι παρέλκει η απόφανση επί της αιτήσεως της Antippas στο μέτρο που δεν έχει ουδεμία γεγεννημένη ή υπό αίρεση οφειλή ούτε έναντι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ούτε έναντι της Εθνικής Τράπεζας του Κονγκό. Τα ποσά που δέσμευσε η Επιτροπή δυνάμει των χρηματοδοτικών συμβάσεων που συνή-φθησαν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως δεν συνεπάγονται καμία κίνηση κεφαλαίων προς τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεδομένου ότι, λόγω της δύσκολης καταστάσεως της εν λόγω χώρας, η Επιτροπή αναλαμβάνει η ίδια την εκτέλέση των σχεδίων που χρηματοδοτεί η Κοινότητα. Επιπλέον, δεν είχε ακόμη συναφθεί καμία χρηματοδοτική σύμβαση βάσει του ενδεικτικού εθνικού προγράμματος του όγδοου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως.
11
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η κατάσχεση κεφαλαίων που έχουν χορηγηθεί, στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής συνεργασίας για την ανάπτυξη, για την υλοποίηση σχεδίων και την εκτέλεση προγραμμάτων υπέρ της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό θα είχε ως συνέπεια την παρακώλυση της χρηματοδοτήσεως και, κατ' επέκταση, της εκτελέσεως των εν λόγω κοινοτικών σχεδίων ή προγραμμάτων. Συνεπώς, η κατάσχεση αυτή, αν γινόταν δεκτή, θα ήταν ικανή να παρακωλύσει τη λειτουργία της Κοινότητας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
12
Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου προβλέπει ότι «τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου». Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να αποτραπεί η παρακώλυση της λειτουργίας των Κοινοτήτων και ο περιορισμός της ανεξαρτησίας τους (διατάξεις της 11ης Απριλίου 1989, 1/88 SA, Générale de Banque κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 857, σκέψη 2, και της 29ης Μαΐου 2001, C-1/00 SA, Cotecna Inspection κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-4219, σκέψη 9).
13
Αντιθέτως, το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου δεν έχει ως σκοπό ή ως συνέπεια να υποκαθιστά τον έλεγχο του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο να διαπιστώνει αν πληρούνται πράγματι όλες οι προϋποθέσεις κατασχέσεως, με τον έλεγχο του Δικαστηρίου. 'Ετσι, αρμόδιο για την εκτίμηση του υποστατού της οφειλής του καθού η κατάσχεση οφειλέτη έναντι του τρίτου, στα χέρια του οποίου ζητείται να γίνει η κατάσχεση, δεν είναι το Δικαστήριο αλλά το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο.
14
Κατά συνέπεια, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε περίπτωση αιτήσεως αδείας κατασχέσεως περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν ένα τέτοιο μέτρο μπορεί, ενόψει των αποτελεσμάτων που συνεπάγεται κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, να παρακωλύσει την εύρυθμη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να περιορίσει την ανεξαρτησία τους (προπαρατεθείσα διάταξη Cotecna Inspection κατά Επιτροπής, σκέψη 10).
15
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η λειτουργία των Κοινοτήτων μπορεί να παρακωλυθεί από αναγκαστικά μέτρα που επηρεάζουν τη χρηματοδότηση των κοινών πολιτικών ή την υλοποίηση των προγραμμάτων δράσεων που καταρτίζουν οι Κοινότητες (προπαρατεθείσα διάταξη Cotecna Inspection κατά Επιτροπής, σκέψη 12).
16
Κατά το άρθρο 177, παράγραφος 1, ΕΚ, η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη ευνοεί, μεταξύ άλλων, τη σταθερή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των αναπτυσσομένων χωρών.
17
Η Κοινότητα έχει οργανώσει τη συνεργασία της για την ανάπτυξη των χωρών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού με μια σειρά συμφωνιών που έχει συνάψει διαδοχικά με τις χώρες αυτές. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η οικονομική συνεργασία της Κοινότητας για την ανάπτυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Το ειδικό πλαίσιο της συνεργασίας αυτής ορίζεται στα ενδεικτικά εθνικά προγράμματα που σχετίζονται με το έκτο, το έβδομο και το όγδοο ευρωπαϊκό ταμείο αναπτύξεως. Τα προγράμματα αυτά καθορίζουν το συνολικό ποσό που είναι διαθέσιμο για τη συνεργασία για την ανάπτυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ορίζουν τους τομείς καθώς και τους σκοπούς και τους τρόπους της κοινοτικής παρεμβάσεως (βλ., όσον αφορά τη συνεργασία για την ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Djibouti, προπαρατεθείσα διάταξη Cotecna Inspection κατά Επιτροπής, σκέψη 14).
18
Η αίτηση της Antippas αφορά προφανώς τα κεφάλαια που η Επιτροπή αποφάσισε να εκταμιεύσει από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως και να χορηγήσει, στο πλαίσιο της κοινοτικής πολιτικής συνεργασίας για την ανάπτυξη, για την εκτέλεση ειδικών προγραμμάτων υπέρ της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
19
Η άδεια κατασχέσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είχε ως συνέπεια να διατεθούν για ιδιωτικά συμφέροντα, ξένα προς την πολιτική συνεργασίας για την ανάπτυξη, κεφάλαια που η Κοινότητα προόριζε ρητά για την πολιτική αυτή.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η αίτηση της Antippas πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
21
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Antippas και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Καταδικάζει την Antippas στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 27 Μαρτίου 2003.
Ο Γραμματέας
R. Grass
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
M. Wathelet
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy