ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 31ης Μαρτίου 2004
Υπόθεση T-10/02
Marie-Claude Girardot
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Δημόσια διοίκηση – Άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ – Μόνιμη απασχόληση αμειβόμενη βάσει των πιστώσεων έρευνας και επενδύσεων – Έκτακτος υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, του ΚΛΠ – Απόρριψη υποψηφιότητας – Παράλειψη συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων – Παρεμπίπτουσα απόφαση»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή έχουσα ως αντικείμενο, πρώτον, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 2001 με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα για επτά θέσεις μονίμων υπαλλήλων οι κάτοχοι των οποίων αμείβονται από τις πιστώσεις για έρευνα, δεύτερον, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Μαρτίου 2001 με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα για θέση μονίμου υπαλλήλου όπου ο μισθός καταβάλλεται από τις πιστώσεις για έρευνα και, τρίτον, αίτημα ακυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με διορισμό στις εν λόγω θέσεις.
Απόφαση: Ακυρώνεται η απόφαση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 2001, με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα της Girardot για επτά θέσεις μονίμου υπαλλήλου αμειβομένου από τις πιστώσεις για έρευνα. Ακυρώνεται η απόφαση της Επιτροπής της 15ης Μαρτίου 2001 με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα της Girardot για θέση μονίμου υπαλλήλου ό,που ο μισθός καταβάλλεται από τις πιστώσεις για έρευνα. Απορρίπτεται, κατά τα λοιπά, η προσφυγή. Οι διάδικοι θα γνωστοποιήσουν στο Πρωτοδικείο, εντός προθεσμίας τριών μηνών υπολογιζομένης από της εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, είτε το καθορισμένο με κοινή συμφωνία ποσό της χρηματικής αποζημιώσεως λόγω του παράνομου χαρακτήρα των αποφάσεων της 13ης και της 15ης Μαρτίου 2001, είτε, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας, τις συνοδευόμενες με αριθμητικά στοιχεία προτάσεις τους σχετικά με το ποσό αυτό. Το Πρωτοδικείο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Κενή θέση – Θέση δυνάμενη να καλυφθεί από μόνιμο ή έκτακτο υπάλληλο – Αιτήσεις υποψηφιότητας που όλες προέρχονται από έκτακτους υπαλλήλους – Απόρριψη χωρίς εξέταση – Παράνομος χαρακτήρας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 4 και 29 § 1)
2. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Κενή θέση – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Το βάρος αποδείξεως της πραγματοποιήσεως της εν λόγω εξετάσεως φέρει, ενόψει ενός συνόλου ενδείξεων περί του αντιθέτου, η διοίκηση
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Ακυρωτική απόφαση – Αποτελέσματα – Ακύρωση απορριπτικής μιας υποψηφιότητας πράξεως – Αποκατάσταση της πρότερης νομικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου – Συνακόλουθη ακύρωση μεταγενεστέρων πράξεων αφορωσών τρίτους – Προϋποθέσεις – Συνακόλουθη ακύρωση μη συνιστώσα υπερβολικά αυστηρή κύρωση – Τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Υπηρεσιακό συμφέρον
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1)
4. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας του Πρωτοδικείου – Δυνατότητα να υποχρεωθεί αυτεπαγγέλτως το καθού κοινοτικό όργανο στην καταβολή αποζημιώσεως – Δυνατότητα να κληθεί το καθού κοινοτικό όργανο να προστατεύσει πλήρως τα δικαιώματα του προσφεύγοντος αναζητώντας μια δίκαιη για την περίπτωσή του λύση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1)
1. Μολονότι η διάρθρωση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ συνεπάγεται την εξέταση, με τη μεγαλύτερη προσοχή, των δυνατοτήτων που υφίστανται στο πλαίσιο της πρώτης φάσεως της διαδικασίας πληρώσεως των κενών θέσεων, τούτο δεν εμποδίζει, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως, να λαμβάνεται επίσης υπόψη η δυνατότητα επιτεύξεως καλυτέρων υποψηφιοτήτων στο πλαίσιο των επομένων φάσεων της διαδικασίας αυτής. Επομένως, η Επιτροπή δύναται να προχωρήσει σε μία από αυτές τις επόμενες φάσεις έστω και αν υφίστανται υποψηφιότητες πληρούσες όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Παρ’ όλ’ αυτά, όταν οι θέσεις μονίμως υπαλλήλων, όπου ο μισθός καταβάλλεται από τις πιστώσεις για έρευνα, πρόκειται να πληρωθούν εντός της Επιτροπής, είτε η ύπαρξη κενής θέσεως έχει δημοσιοποιηθεί μέσω σχετικής ανακοινώσεως για θέση ειδικού ερευνητή, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 29, παράγραφος 1, στοιχεία α΄, του ΚΥΚ, είτε υφίστανται μόνο υποψηφιότητες εκτάκτων υπαλλήλων, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δ΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είτε αυτές οι υποψηφιότητες πληρούν τις απαιτούμενες από την Επιτροπή προϋποθέσεις αποδοχής, η Επιτροπή δεν δικαιούται να απορρίψει την υποψηφιότητα ενός εκτάκτου υπαλλήλου χωρίς καν να την έχει εξετάσει.
(βλ. σκέψεις 58 και 59)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 14 Ιουλίου 1983, 10/82, Mogensen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2397, σκέψη 10· ΔΕΚ 13 Ιουλίου 2000, C-174/99 P, Κοινοβούλιο κατά Richard, Συλλογή 2000, σ. I-6189, σκέψεις 39 και 40· ΠΕΚ 17 Οκτωβρίου 2002, T-330/00 και T-114/01, Cocchi και Hainz κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-193 και II-987, σκέψεις 38 και 39
2. Ενόψει ενός συνόλου επαρκώς συμπιπτουσών μεταξύ τους ενδείξεων στηριζουσών την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας σχετικά με την ανυπαρξία πραγματικής εξετάσεως των προσόντων των υποψηφίων για την κενή θέση, στην Επιτροπή εμπίπτει η απόδειξη, μέσω αντικειμενικών στοιχείων δυναμένων να αποτελέσουν το αντικείμενου δικαστικού ελέγχου, του ότι όντως έγινε σε μια τέτοια εξέταση.
(βλ. σκέψη 62)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 30 Ιανουαρίου 1992, T-25/90, Schönherr κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1992, σ. II-63, σκέψη 25· ΠΕΚ 16 Δεκεμβρίου 1999, T-143/98, Cendrowicz κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-273 και II-1341, σκέψη 59
3. Η ακύρωση από τον δικαστή μιας πράξεως έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική εξάλειψη της πράξεως αυτής από την έννομη τάξη. Όταν η ακυρωθείσα πράξη έχει ήδη εκτελεστεί, η εξαφάνιση αυτών των αποτελεσμάτων επιβάλλει, κατ’ αρχήν, την επαναφορά της νομικής καταστάσεως στην οποία ο προσφεύγων βρισκόταν πριν από την λήψη της.
Όμως, όταν η επαναφορά της προγενέστερης της ακυρωθείσας πράξεως καταστάσεως συνεπάγεται την ακύρωση πράξεων που είναι μεν μεταγενέστερες πλην όμως αφορούν τρίτους, μια τέτοια κύρωση δεν απαγγέλλεται, όπως είναι επόμενο, παρά μόνο εάν, ενόψει, ιδίως, της φύσεως της διαπραχθείσας παρανομίας και του υπηρεσιακού συμφέροντος, δεν προκύπτει ότι είναι υπερβολική.
Πράγματι, οι αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιβάλλουν την εναρμόνιση του συμφέροντος του προσφεύγοντος, θύματος της παρανόμου πράξεως, για αποκατάσταση στα δικαιώματά του με τα συμφέροντα τρίτων, των οποίων η νομική κατάσταση συνετέλεσε στη δημιουργία, ως προς αυτούς, δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Διάφορες ενέργειες, που έχουν λάβει χώρα μετά το πέρας των προβλεπομένων από το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, διαδικασιών, όπως η εγγραφή του επιτυχόντος ενός διαγωνισμού σε εφεδρικό πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις, η προαγωγή ενός υπαλλήλου ή ακόμα ο διορισμός ενός υπαλλήλου σε προς κάλυψη θέση, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν δημιουργήσει μια νομική κατάσταση σχετικά με τον νόμιμο χαρακτήρα της οποίας είναι λογικό ο ενδιαφερόμενος να διατηρεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
(βλ. σκέψεις 84 έως 86)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 31 Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-71, σ. 729, σκέψη 60· ΔΕΚ, 5 Ιουνίου 1980, 24/79, Oberthür κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 229, σκέψεις 11 και 13· ΔΕΚ, 26 Απριλίου 1988, 97/86, 99/86, 193/86 και 215/86, Αστέρις κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψη 30· ΔΕΚ, 6 Ιουλίου 1993, C-242/90 P, Επιτροπή κατά Albani κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. I-3839, σκέψεις 13 και 14· ΔΕΚ, 1 Ιουνίου 1995, C-119/94 P, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-1439, σκέψη 24· ΠΕΚ, 23 Φεβρουαρίου 1994, T-18/92 και T-68/92, Κούσιος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-47 και II-171, σκέψη 105· ΠΕΚ, 12 Μαΐου 1998, T-159/96, Wenk κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-193 και II-593, σκέψη 121· ΠΕΚ, 13 Μαρτίου 2002, T-357/00, T-361/00, T-363/00 και T-364/00, Martínez Alarcón κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-37 και II-161, σκέψη 97· ΠΕΚ, 23 Απριλίου 2002, T-372/00, Campolargo κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-49 και II-223, σκέψη 109
4. Όταν από τη σύγκριση των υφισταμένων συμφερόντων προκύπτει ότι το υπηρεσιακό συμφέρον και το συμφέρον των τρίτων εμποδίζουν τη συνακόλουθη ακύρωση αποφάσεων που ναι μεν είναι μεταγενέστερες της ακυρωθείσας πλην όμως έχουν δημιουργήσει δικαιολογημένη όσον αφορά τους τελευταίους εμπιστοσύνη, ο κοινοτικός δικαστής δύναται, προκειμένου να διασφαλίσει, προς το συμφέρον του προσφεύγοντος, λυσιτελές στην ακυρωτική απόφαση αποτέλεσμα, να κάνει χρήση της αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας που διαθέτει όσον αφορά διαφορές οικονομικού χαρακτήρα και να υποχρεώσει, έστω και αυτεπαγγέλτως, το καθού κοινοτικό όργανο στην καταβολή αποζημιώσεως. Μπορεί επίσης να καλέσει το εν λόγω όργανο να προστατεύσει καταλλήλως τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, αναζητώντας μια δίκαιη γι’ αυτόν λύση.
(βλ. σκέψη 89)
Παραπομπή: Προπαρατεθείσα απόφαση Oberthür κατά Επιτροπής, σκέψη 14· προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Albani κ.λπ., σκέψη 13, προπαρατεθείσα απόφαση Κούσιος κατά Επιτροπής, σκέψη 107, και προπαρατεθείσα απόφαση Wenk κατά Επιτροπής, σκέψη 122.
Full & Egal Universal Law Academy