ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 6ης Οκτωβρίου 2004
Υπόθεση T-294/02
Miguel Vicente-Nuñez
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Εκτέλεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Απόφαση της διοικήσεως σχετικά με προαγωγή υπαλλήλου – Αρχαιότητα στον βαθμό – Ημερομηνία από την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα ?II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής να προαγάγει τον προσφεύγοντα στον βαθμό Α5/3 στο πλαίσιο της περιόδου προαγωγών 1998, αποφάσεως η οποία ελήφθη προς εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 9ης Μαρτίου 2000 στην υπόθεση Τ-10/99, καθόσον περιορίζει τα αποτελέσματά της ορίζοντας ότι ισχύει από την 1η Απριλίου 2000, και, αφετέρου, αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουνίου 2002 ακυρώνεται κατά το μέρος που δεν θέτει τον M. Vicente-Nuñez σε κατάσταση συγκρίσιμη, από πλευράς αρχαιότητας στον βαθμό, προς την κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν είχε προαχθεί στον βαθμό Α5 την 1η Απριλίου 1998. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Καταδικάζεται η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Απόφαση ακυρώσεως – Αποτελέσματα – Υποχρέωση λήψεως μέτρων εκτελέσεως – Τήρηση του κοινοτικού δικαίου – Αποκατάσταση ζημίας του προσφεύγοντος συνδεόμενης με την ακυρωθείσα πράξη – Ιδιαίτερες δυσχέρειες – Παροχή δίκαιης αντιστάθμισης για το μειονέκτημα που υπέστη ο προσφεύγων
(Άρθρο 233 § 1 ΕΚ)
2. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Προαγωγή συνεπαγόμενη αλλαγή σταδιοδρομίας – Προαγωγή δυνάμενη να αφορά μόνον την πλήρωση θέσης κηρυχθείσας κενής – Αποκλείεται κάθε αναδρομικός χαρακτήρας – Αναδρομικότητα προοριζόμενη να εκτελέσει δικαστική απόφαση ακυρώσεως – Δεν ασκεί επιρροή – Ανάγκη εξουδετέρωσης, με τα κατάλληλα μέτρα, των συνεπειών καθυστερημένης προαγωγής
(Άρθρο 233 § 1, ΕΚ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 4 §§ 1 και 2 και 45)
3. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των κοινοτικών οργάνων – Προϋποθέσεις – Έλλειψη νομιμότητας – Ζημία – Αιτιώδης σύνδεσμος – Υποχρέωση προσκομίσεως των στοιχείων που είναι αναγκαία για την εκτίμηση της ζημίας και τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης
4. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των κοινοτικών οργάνων – Προϋποθέσεις – Ζημία – Υλική ζημία η οποία φέρεται να προκλήθηκε από καθυστερημένη προαγωγή και η οποία υπονομεύει τη συνέχεια της σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου – Μη βέβαιη ζημία λόγω του ότι δεν υφίσταται δικαίωμα για προαγωγή
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)
5. Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25)
1. Για να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση του άρθρου 233, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το οικείο θεσμικό όργανο πρέπει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως ακυρώσεως ασκώντας, υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή, την εξουσία εκτίμησης που διαθέτει προς τούτο, τηρώντας τόσο το διατακτικό και το σκεπτικό της δικαστικής απόφασης που οφείλει να εκτελέσει όσο και τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Όταν η εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως ακυρώσεως παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες, το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 233 ΕΚ λαμβάνοντας κάθε απόφαση που μπορεί να αντισταθμίσει δικαίως το μειονέκτημα που προέκυψε, για τους ενδιαφερομένους, από την ακυρωθείσα απόφαση.
(βλ. σκέψεις 46 και 79)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 10 Μαΐου 2000, T-177/97, Simon κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-75 και II-319, σκέψη 23, και παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 15 Ιουνίου 2000, T-298/97, T-312/97, T-313/97, T-315/97, T-600/97 έως T-607/97, T-1/98, T-3/98 έως T-6/98 και T-23/98, Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2319, σκέψη 42
2. Μια προαγωγή που συνεπάγεται αλλαγή σταδιοδρομίας μπορεί να επέλθει μόνο για την πλήρωση κενής θέσης, για την κένωση της οποίας υπήρξε σχετική δημοσίευση. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν πρόκειται να εκτελεστεί μια δικαστική απόφαση ακυρώσεως, η προαγωγή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, τούτο δε ανεξάρτητα από το τι συνεπάγονται οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της προσδοκίας εξελίξεως της σταδιοδρομίας.
Η διοίκηση οφείλει ωστόσο, για να εκτελέσει πλήρως την εν λόγω δικαστική απόφαση, να λάβει μέτρα ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση ζημίας κατά την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του ενδιαφερομένου λόγω της καθυστερημένης προαγωγής του, δεδομένου ότι η αρχαιότητα στον βαθμό αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεων περί προαγωγής.
(βλ. σκέψεις 54, 63, 86 έως 91)
Παραπομπή: ΔΕΚ 1η Ιουλίου 1976, 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1139, σκέψη 17
3. Η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας εξαρτάται από ένα σύνολο προϋποθέσεων, ήτοι από τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης στα κοινοτικά όργανα συμπεριφοράς, από το υποστατό της ζημίας και από την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου και της προβαλλομένης ζημίας. Ως εκ τούτου, μια αγωγή με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που προκάλεσε κοινοτικό όργανο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να προσδιοριστεί, μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας και το μέγεθος της ζημίας. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο, όταν προβαίνει σε εκτίμηση ex aequo et bono μιας ζημίας, υπόκειται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως η οποία συνίσταται, ειδικότερα, στην αναφορά των κριτηρίων που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της ζημίας. Εντεύθεν προκύπτει ότι ο ενάγων πρέπει, προς στήριξη των ισχυρισμών του, να προβάλει τα κατάλληλα κριτήρια που θα παράσχουν τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο να πραγματοποιήσει την εκτίμηση αυτή.
(βλ. σκέψεις 66, 103 και 104)
Παραπομπή: ΔΕΚ 1η Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 42· ΔΕΚ, 14 Μαΐου 1998, C-259/96 P, Συμβούλιο κατά De Nil και Impens, Συλλογή 1998, σ. I-2915, σκέψεις 32 και 33· ΔΕΚ, 5 Οκτωβρίου 1999, C-327/97 P, Αποστολίδης κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-6709, σκέψη 37· ΠΕΚ, 26 Μαΐου 1998, T-205/96, Bieber κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-231 και II-723, σκέψη 48
4. Δεδομένου ότι ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) δεν παρέχει κανένα δικαίωμα επί προαγωγής, ούτε καν στους υπαλλήλους που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να προαχθούν, και δεδομένου ότι οι δυνατότητες εξελίξεως είναι πολύ αβέβαιες και υποθετικές, το γεγονός ότι ένας υπάλληλος δεν μπόρεσε, λόγω των κανόνων του ΚΥΚ, να προαχθεί αναδρομικώς, παρά την ύπαρξη δικαστικής αποφάσεως ακυρώνουσας την άρνηση προαγωγής του, δεν καθιστά δυνατό, αυτό και μόνον, τον χαρακτηρισμό και, κατά μείζονα λόγο, την ακριβή εκτίμηση μιας υλικής ζημίας του ενδιαφερομένου όσον αφορά τη μετέπειτα εξέλιξη της σταδιοδρομίας του.
(βλ. σκέψη 68)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 27 Οκτωβρίου 1977, 126/75, 34/76 και 92/76, Giry κατά Επιτροπής, Συλλογή 1977, σ. 1937, σκέψεις 27 και 28· ΠΕΚ, 22 Φεβρουαρίου 2000, T-22/99, Rose κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-27 και II-115, σκέψη 37
5. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως, που προβλέπεται στο άρθρο 25 του ΚΥΚ, σκοπεί, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις για να εκτιμήσει το βάσιμο της αποφάσεως της διοικήσεως και τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και, αφετέρου, να επιτρέψει στο Πρωτοδικείο να ασκήσει τον έλεγχό του. Η έκτασή της πρέπει να εκτιμάται βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που μπορεί να έχει ο αποδέκτης να λάβει εξηγήσεις.
(βλ. σκέψη 94)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 9 Μαρτίου 2000, T-10/99, Vicente-Nuñez κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-47 και II-203, σκέψη 41
Full & Egal Universal Law Academy