Υπόθεση T-309/02
Acegas-APS SpA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Σύστημα ενισχύσεων τις οποίες χορήγησαν οι ιταλικές αρχές σε ορισμένες επιχειρήσεις παροχής δημοσίων υπηρεσιών, υπό τη μορφή φορολογικών απαλλαγών και δανείων με προνομιακό επιτόκιο – Απόφαση κηρύσσουσα τις ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά – Προσφυγή ακυρώσεως – Η απόφαση δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά – Απαράδεκτο»
Περίληψη της αποφάσεως
Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Απόφαση της Επιτροπής απαγορεύουσα τομεακό σύστημα ενισχύσεων – Προσφυγή επιχειρήσεως η οποία δεν έτυχε ατομικής ενισχύσεως χορηγηθείσας δυνάμει του συστήματος αυτού
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πλην του αποδέκτη μιας αποφάσεως, δύναται να ισχυριστεί ότι η πράξη αυτή το αφορά ατομικώς μόνον αν η εν λόγω απόφαση το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
Μια επιχείρηση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής που απαγορεύει ένα τομεακό σύστημα ενισχύσεων, αν η απόφαση αυτή αφορά την εν λόγω επιχείρηση μόνο λόγω του ότι η επιχείρηση δραστηριοποιείται στον οικείο τομέα και μπορεί να επωφεληθεί του εν λόγω συστήματος. Πράγματι, η απόφαση αυτή αποτελεί, όσον αφορά την εν λόγω επιχείρηση, μέτρο γενικής ισχύος που εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα για μια κατηγορία προσώπων τα οποία αφορά γενικώς και αφηρημένως.
Ωστόσο, εφόσον η επίμαχη απόφαση δεν αφορά επιχείρηση μόνον ως επιχείρηση του οικείου τομέα, δυνητικώς υπαγόμενη στο ως άνω σύστημα ενισχύσεων, αλλά και υπό την ιδιότητά της ως πραγματικής λήπτριας ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει του συστήματος αυτού και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή, η εν λόγω απόφαση την αφορά ατομικά, οπότε η προσφυγή της κατά της αποφάσεως αυτής είναι παραδεκτή.
Εφόσον πρόκειται περί προσφυγής ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία απαγορεύεται τομεακό σύστημα ενισχύσεων συνιστάμενο σε τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών, η απόφαση αυτή δεν αφορά επιχείρηση η οποία έχει πραγματοποιήσει αποκλειστικώς και μόνο ζημίες και η οποία δεν προσκομίζει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι, παρά ταύτα, ωφελήθηκε από το επίμαχο σύστημα. Η προσφυγή αυτή είναι απαράδεκτη.
Εξάλλου, η εκ μέρους της Επιτροπής δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως συνεπάγεται ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά τα υποκείμενα αυτά ατομικώς.
(βλ. σκέψεις 46-48, 51, 54-55)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (όγδοο πενταμελές τμήμα)
της 11ης Ιουνίου 2009 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Σύστημα ενισχύσεων τις οποίες χορήγησαν οι ιταλικές αρχές σε ορισμένες επιχειρήσεις παροχής δημοσίων υπηρεσιών, υπό τη μορφή φορολογικών απαλλαγών και δανείων με προνομιακό επιτόκιο – Απόφαση κηρύσσουσα τις ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά – Προσφυγή ακυρώσεως – Η απόφαση δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-309/02,
Acegas-APS SpA, πρώην Acqua, Elettricità, Gas e servizi SpA (Acegas), με έδρα την Τεργέστη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους F. Devescovi, F. Ferletic, L. Daniele, F. Spitaleri και S. Gobbato, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον V. Di Bucci,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή περί ακυρώσεως των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως 2003/193/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 2002, [αφορώσας] κρατική ενίσχυση σχετικά με φορολογικές απαλλαγές και προνομιακά [έντοκα] δάνεια υπέρ επιχειρήσεων κοινής ωφελείας με πλειοψηφική συμμετοχή του Δημοσίου (ΕΕ 2003, L 77, σ. 21),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (όγδοο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Martins Ribeiro, πρόεδρο, D. Šváby, Σ. Παπασάββα, N. Wahl (εισηγητή) και A. Dittrich, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Απριλίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Η προσφεύγουσα, Acegas-APS SpA, πρώην Acqua, Elettricità, Gas e servizi SpA (Acegas), αποτελεί κεφαλαιουχική εταιρία, την πλειοψηφία του κεφαλαίου της οποίας κατέχει ο Δήμος Τεργέστης (Ιταλία). Συστάθηκε το 1997, κατόπιν μετατροπής της δημοτικής επιχειρήσεως Azienda Comunale Elettricità Gas e Acqua, την οποία διαδέχθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της. Η πράξη συστάσεως της προσφεύγουσας προβλέπει ότι της ανατίθεται η παροχή των δημοσίων υπηρεσιών τις οποίες διασφάλιζε προηγουμένως η δημοτική επιχείρηση. Σύμφωνα με τον εταιρικό σκοπό της, η προσφεύγουσα διασφαλίζει κυρίως τη διανομή του νερού, του ηλεκτρισμού και του αερίου μεθανίου καθώς και την αποκομιδή, τη μεταφορά και την επεξεργασία των αποβλήτων στην περιφέρεια του Δήμου Τεργέστης (Ιταλία) και διαφόρων δήμων της επαρχίας Τεργέστης. Βάσει του καταστατικού της, η προσφεύγουσα μπορεί επίσης να παρεμβαίνει σε συμπληρωματικούς τομείς ή στους τομείς που της ανατίθενται από τον Δήμο Τεργέστης ή, κατόπιν προηγούμενης συναινέσεως αυτού, από άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου.
Επί του εθνικού νομικού πλαισίου
2 Ο legge n° 142 ordinamento delle autonomie locali (νόμος αριθ. 142 για την οργάνωση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, της 8ης Ιουνίου 1990, GURI αριθ. 135, της 12ης Ιουνίου 1990, στο εξής: νόμος 142/90) εισήγαγε στην Ιταλία μεταρρύθμιση των οργανωτικών μέσων που παρέχει ο νόμος στους δήμους για τη διαχείριση των δημοσίων υπηρεσιών, ιδίως στους τομείς της διανομής ύδατος, αερίου, ηλεκτρισμού και των μεταφορών. Το άρθρο 22 του εν λόγω νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί, προέβλεψε τη δυνατότητα των δήμων να συνιστούν εταιρίες υπό διάφορες νομικές μορφές, προκειμένου να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η σύσταση εμπορικών εταιριών ή εταιριών περιορισμένης ευθύνης στις οποίες το Δημόσιο κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου (στο εξής: εταιρίες του νόμου 142/90). Η προσφεύγουσα είναι εταιρία του νόμου 142/90.
3 Στο πλαίσιο αυτό, δυνάμει του άρθρου 9 bis του legge n° 488 di conversione in legge, con modificazioni, del decreto-legge 1° luglio 1986, n° 318, recante provvedimenti urgenti per la finanza locale (νόμου αριθ. 488, περί της μετατροπής σε νόμο, με τροποποιήσεις, του νομοθετικού διατάγματος 318, της 1ης Ιουλίου 1986, περί θεσπίσεως επειγόντων μέτρων υπέρ των οικονομικών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, της 9ης Αυγούστου 1986, GURI αριθ. 190, της 18ης Αυγούστου 1986), χορηγήθηκαν δάνεια με ειδικό επιτόκιο από το Cassa Depositi e Prestiti (στο εξής: CDDPP) μεταξύ του 1994 και του 1998 προς τις εταιρίες του νόμου 142/90 που παρείχαν δημόσιες υπηρεσίες (στο εξής: δάνεια του CDDPP).
4 Επιπλέον, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφοι 69 και 70, του legge nº 549 (su) misure di razionalizzazione della finanza pubblica (νόμου αριθ. 549 περί των μέτρων εξορθολογισμού των δημοσίων οικονομικών, της 28ης Δεκεμβρίου 1995, τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1995, στο εξής: νόμος 549/95) και του decreto-legge n° 331 (su) armonizzazione delle disposizioni in materia di imposte sugli oli minerali, sull’alcole, sulle bevande alcoliche, sui tabacchi lavorati e in materia di IVA con quelle recate da direttive CEE e modificazioni conseguenti a detta armonizzazione, nonché disposizioni concernenti la disciplina dei centri autorizzati di assistenza fiscale, le procedure dei rimborsi di imposta, l’esclusione dall’ILOR dei redditi di impresa fino all’ammontare corrispondente al contributo diretto lavorativo, l’istituzione per il 1993 di un’imposta erariale straordinaria su taluni beni ed altre disposizioni tributarie (νομοθετικού διατάγματος αριθ. 331, περί εναρμονίσεως των φορολογικών διατάξεων σε διαφόρους τομείς, της 30ής Αυγούστου 1993, GURI αριθ. 203, της 30ής Αυγούστου 1993, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 331/9), θεσπίσθηκαν τα ακόλουθα μέτρα υπέρ των εταιριών του νόμου 142/90:
– η απαλλαγή από όλους τους φόρους μεταβιβάσεως στοιχείων του ενεργητικού κατά τη μετατροπή ειδικών και δημοτικών επιχειρήσεων σε επιχειρήσεις του νόμου 142/90 (στο εξής: απαλλαγή από τους φόρους μεταβιβάσεως),
– η πλήρης απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών, δηλαδή από τον φόρο επί του κέρδους των νομικών προσώπων και από τον τοπικό φόρο εισοδήματος, επί τρία έτη και το αργότερο μέχρι το οικονομικό έτος 1999 (στο εξής: τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών).
Η διοικητική διαδικασία
5 Κατόπιν υποβολής καταγγελίας αφορώσας τα εν λόγω μέτρα, η Επιτροπή ζήτησε, με έγγραφα της 12ης Μαΐου, της 16ης Ιουνίου και της 21ης Νοεμβρίου 1997, από τις ιταλικές αρχές να της παράσχουν σχετικά πληροφοριακά στοιχεία.
6 Με έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1997, οι ιταλικές αρχές παρέσχαν μέρος των στοιχείων που ζητήθηκαν. Εξάλλου, στις 19 Ιανουαρίου 1998, διεξήχθη συνεδρίαση κατόπιν αιτήματος των ιταλικών αρχών.
7 Με έγγραφο της 17ης Μαΐου 1999, η Επιτροπή κοινοποίησε στις ιταλικές αρχές την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ C 220, σ. 14).
8 Αφού παρέλαβε παρατηρήσεις εκ μέρους των ενδιαφερομένων τρίτων και των ιταλικών αρχών, η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένως συμπληρωματικά στοιχεία από τις αρχές αυτές. Πραγματοποιήθηκαν επίσης συναντήσεις μεταξύ, αφενός, της Επιτροπής και, αφετέρου, των ιταλικών αρχών καθώς και των ενδιαφερομένων τρίτων που παρενέβησαν στη διαδικασία.
9 Ορισμένες εταιρίες του νόμου 142/90, όπως οι ACEA SpA, AEM SpA και Azienda Mediterranea Gas e Acqua SpA (AMGA), οι οποίες εξάλλου άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως (αντιστοίχως, υποθέσεις T-297/02, T-301/02 και T-300/02), προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι τα εν λόγω τρία είδη μέτρων δεν αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις.
10 Οι ιταλικές αρχές και η Confederazione Nazionale dei Servizi (Confservizi), συνομοσπονδία στην οποία μετέχουν, μεταξύ άλλων, οι εταιρίες του νόμου 142/90 και οι ειδικές κοινοτικές επιχειρήσεις στην Ιταλία, συντάχθηκαν, κατ’ ουσίαν, προς την άποψη αυτή.
11 Αντιθέτως, η Bundesverband der deutschen Industrie eV (BDI), γερμανική ένωση της βιομηχανίας και των επιχειρήσεων παροχής των σχετικών υπηρεσιών, θεώρησε ότι τα εν λόγω μέτρα μπορούσαν να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά και στη Γερμανία.
12 Ομοίως, η Gas-it, ιταλική ένωση ιδιωτών επιχειρηματιών του τομέα της διανομής γκαζιού, δήλωσε ότι τα εν λόγω μέτρα, ιδίως η τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών, συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις.
13 Στις 5 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2003/193/ΕΚ, [αφορώσα] κρατική ενίσχυση σχετικά με φορολογικές απαλλαγές και προνομιακά [έντοκα] δάνεια υπέρ επιχειρήσεων κοινής ωφελείας με πλειοψηφική συμμετοχή του Δημοσίου (ΕΕ 2003, L 77, σ. 21, στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
Η προσβαλλομένη απόφαση
14 Η Επιτροπή υπογραμμίζει κατ’ αρχάς ότι η εξέτασή της αφορά μόνον τα συστήματα ενισχύσεων γενικής ισχύος τα οποία θεσπίστηκαν με τα επίδικα μέτρα και όχι τις ατομικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σε διάφορες επιχειρήσεις, οπότε η εξέταση στην οποία προβαίνει με την προσβαλλομένη απόφαση είναι γενική και αφηρημένη. Συναφώς, διαπιστώνει ότι η Ιταλική Δημοκρατία «δεν χορήγησε φορολογικά πλεονεκτήματα μεμονωμένα και δεν [της] κοινοποίησε […] καμία ατομική περίπτωση ενίσχυσης, ενώ της διαβίβασε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκτίμησή της». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι υποχρεούται να προβεί σε γενική και αφηρημένη εξέταση των επιμάχων συστημάτων τόσον ως προς τον χαρακτηρισμό τους όσο και ως προς τη συμβατότητά τους προς την κοινή αγορά (αιτιολογικές σκέψεις 42 έως 45 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
15 Κατά την Επιτροπή, τα δάνεια του CDDPP και η τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών (στο εξής, από κοινού: επίμαχα μέτρα) συνιστούν κρατικές ενισχύσεις. Συγκεκριμένα, η χορήγηση, με κρατικούς πόρους, τέτοιων πλεονεκτημάτων στις εταιρίες του νόμου 142/90 έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της από πλευράς ανταγωνισμού θέσεώς τους σε σχέση με όλες τις λοιπές επιχειρήσεις που επιθυμούν να παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες (αιτιολογικές σκέψεις 48 έως 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τα επίμαχα μέτρα δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις ούτε του άρθρου 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ ούτε του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και ότι, επιπλέον, αντιβαίνουν στο άρθρο 43 ΕΚ (αιτιολογικές σκέψεις 94 έως 122 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
16 Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, η απαλλαγή από τους φόρους μεταβιβάσεως δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεδομένου ότι οι φόροι αυτοί οφείλονται κατά τη σύσταση νέας οικονομικής οντότητας ή κατά τη μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού μεταξύ διαφόρων οικονομικών οντοτήτων. Από ουσιαστικής απόψεως, οι δημοτικές επιχειρήσεις, αφενός, και οι εταιρίες του νόμου 142/90, αφετέρου, αποτελούν την ίδια οικονομική οντότητα. Επομένως, η απαλλαγή τους από τους εν λόγω φόρους δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος (αιτιολογικές σκέψεις 76 έως 81 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
17 Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Η απαλλαγή από τους φόρους μεταβίβασης […] δεν συνιστά ενίσχυση δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 1, [ΕΚ].
Άρθρο 2
Η τριετής απαλλαγή από τους φόρους εισοδήματος […] καθώς και τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τα δάνεια [του CDDPP] συνιστούν κρατικές ενισχύσεις δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 1, [ΕΚ].
Οι ενισχύσεις αυτές είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
Άρθρο 3
Η Ιταλία λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να απαιτήσει από τους δικαιούχους την επιστροφή της ενίσχυσης που περιγράφεται στο άρθρο 2 και η οποία χορηγήθηκε παράνομα.
Η ανάκτηση της ενίσχυσης γίνεται αμελλητί, σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες, υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της [προσβαλλομένης] απόφασης.
Η προς ανάκτηση ενίσχυση περιλαμβάνει τους τόκους που υπολογίζονται από την ημερομηνία που τέθηκε η ενίσχυση στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής ανάκτησης, βάσει του επιτοκίου αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης στο πλαίσιο των ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα.
[…]»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Οκτωβρίου 2002, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
19 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
20 Στις 28 Φεβρουαρίου 2003, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
21 Στις 8 Αυγούστου 2002, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε επίσης προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό C-290/02. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφυγή αυτή και οι προσφυγές στις υποθέσεις T-292/02, T-297/02, T-300/02, T-301/02 και T-309/02 είχαν το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ήσαν συναφείς, δεδομένου ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν σε καθεμία από τις υποθέσεις αυτές αλληλοκαλύπτονταν σε μεγάλο βαθμό. Με διάταξη της 10ης Ιουνίου 2003, το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία στην υπόθεση C-290/02, σύμφωνα με το άρθρο 54, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που περατώνει τη δίκη στις υποθέσεις T-292/02, T-297/02, T-300/02, T-301/02 και T-309/02.
22 Με διάταξη της 8ης Ιουνίου 2004, το Δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση C-290/02 ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο έχει καταστεί αρμόδιο για την εκδίκαση των προσφυγών των κρατών μελών κατά της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 2 της αποφάσεως 2004/407/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, που τροποποιεί τα άρθρα 51 και 54 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΕ L 132, σ. 5). Κατ’ αυτόν τον τρόπο η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με τον αριθμό T-222/04.
23 Με διάταξη της 5ης Αυγούστου 2004, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να εξετάσει την προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
24 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (όγδοο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, απηύθυνε, εγγράφως, ερωτήσεις προς τους διαδίκους, στις οποίες αυτοί απάντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
25 Με διάταξη του προέδρου του ογδόου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 13ης Μαρτίου 2008, οι υποθέσεις T-292/02, T-297/02, T-300/02, T-301/02, T-309/02, T-189/03 και T-222/04 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας.
26 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Απριλίου 2008.
27 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή·
– να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση·
– επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέτρο που επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία την ανάκτηση των επιμάχων ενισχύσεων·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
29 Η Επιτροπή αμφισβητεί, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της προσφυγής, κατά το μέτρο που η προσφυγή της σκοπεί την ακύρωση του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αφορά τα δάνεια του CDDPP. Συγκεκριμένα, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν εμφαίνει ότι η προσφεύγουσα έτυχε των δανείων αυτών.
30 Περαιτέρω, η Επιτροπή αμφισβητεί την ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας. Η προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
31 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να χαρακτηρισθεί ως πράξη γενικής ισχύος, κατά το μέτρο που αφορά σύστημα ενισχύσεων και, συνεπώς, έναν αόριστο και μη προσδιορίσιμο αριθμό επιχειρήσεων, καθοριζομένων με βάση ένα γενικό κριτήριο, όπως είναι η υπαγωγή τους σε μια κατηγορία επιχειρήσεων. Κατ’ αυτήν, η γενική ισχύς και, συνεπώς, η κανονιστική φύση μιας πράξεως δεν αναιρείται από τη δυνατότητα προσδιορισμού, με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία η πράξη αυτή έχει εφαρμογή σε δεδομένο χρονικό σημείο, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται βάσει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως την οποία προσδιορίζει η πράξη, σε σχέση με τον σκοπό της πράξεως αυτής.
32 Κατά την Επιτροπή, προκειμένου μια πράξη γενικής ισχύος να αφορά έναν ιδιώτη ατομικά, η πράξη αυτή πρέπει να θίγει τα ειδικά δικαιώματά του ή το κοινοτικό όργανο που την κατάρτισε πρέπει να υποχρεούται να λάβει υπόψη του τις συνέπειες της πράξεως αυτής επί της καταστάσεως του εν λόγω ιδιώτη. Η Επιτροπή θεωρεί ωστόσο ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη απόφαση είχε επιπτώσεις στην κατάσταση όλων των επιχειρήσεων τις οποίες αφορούσαν τα επίμαχα μέτρα. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε προσβολή των ειδικών δικαιωμάτων ορισμένων επιχειρήσεων οι οποίες θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν σε σχέση με κάθε άλλη επιχείρηση την οποία αφορούσαν τα επίμαχα μέτρα. Εξάλλου, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν έλαβε ούτε όφειλε να λάβει υπόψη τις συνέπειες της αποφάσεώς της επί της καταστάσεως μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Ούτε η κήρυξη του ασυμβιβάστου ούτε η διαταγή περί ανακτήσεως που περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται στην κατάσταση των κατ’ ιδίαν ληπτών.
33 Περαιτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάλυσή της επιβεβαιώνεται από τη νομολογία περί κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με την οποία η υπαγωγή σε σύστημα ενισχύσεων το οποίο κρίθηκε ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι ένα πρόσωπο θίγεται ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
34 Οι πιο πρόσφατες αποφάσεις δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την εν λόγω παγία νομολογία. Κατά την Επιτροπή, η λύση που δόθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-8855, στο εξής: απόφαση Sardegna Lines), δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε όλες τις προσφυγές τις οποίες ασκεί ο υπαγόμενος σε σύστημα ενισχύσεων το οποίο έχει κριθεί παράνομο και ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά και των οποίων η αναζήτηση έχει διαταχθεί. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ιδίως εφόσον, όπως εν προκειμένω, το επίμαχο σύστημα ενισχύσεων έχει εξετασθεί κατά τρόπο αφηρημένο. Επιπλέον, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Sardegna Lines, η προσφεύγουσα έτυχε στην πραγματικότητα ατομικής ενισχύσεως, διότι επρόκειτο περί πλεονεκτήματος χορηγηθέντος βάσει πράξεως στηριζόμενης σε περιφερειακό νόμο χαρακτηριζόμενο από ευρεία διακριτική ευχέρεια. Επιπλέον, η κατάσταση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο προσεκτικής εξετάσεως κατά την επίσημη διαδικασία έρευνας.
35 Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν και από εκείνα επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C-298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-4087, στο εξής: απόφαση Alzetta), κατά το μέτρο που, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν γνώριζε τον ακριβή αριθμό ούτε την ταυτότητα των δικαιούχων των επιμάχων ενισχύσεων, δεν διέθετε όλα τα σχετικά στοιχεία και δεν γνώριζε το ύψος της χορηγηθείσας σε εκάστη περίπτωση ενισχύσεως. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση, η τριετής απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών εφαρμόζεται αυτομάτως, ενώ οι ενισχύσεις που ήσαν επίμαχες στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Alzetta είχαν χορηγηθεί με μεταγενέστερη πράξη.
36 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, αυτό που έχει σημασία στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού δεν είναι η γνώση της ταυτότητας μιας επιχειρήσεως, αλλά το γεγονός ότι τέθηκαν υπόψη της Επιτροπής ορισμένα χαρακτηριστικά της υπό κρίση υποθέσεως ικανά να δικαιολογήσουν την κατ’ ιδίαν εξέταση. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν της είχε παρασχεθεί κανένα στοιχείο αποδεικνύον ότι, ως προς την προσφεύγουσα, τα επίμαχα μέτρα δεν συνιστούσαν ενισχύσεις ή συνιστούσαν υφιστάμενες ή σύμφωνες με την κοινή αγορά ενισχύσεις.
37 Εν πάση περιπτώσει, ούτε η συμμετοχή στην επίσημη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ ούτε η διαταγή περί ανακτήσεως την οποία περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση αρκούν, κατά την Επιτροπή, για να εξατομικεύσουν την προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οι προσφυγές τις οποίες ασκούν τα πρόσωπα που μπορούν εν δυνάμει να υπαχθούν σε κοινοποιηθέν σύστημα ενισχύσεων δεν είναι παραδεκτές σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, το ίδιο πρέπει να ισχύει για τις προσφυγές που ασκούν τα πρόσωπα που υπάγονται σε μη κοινοποιηθέν σύστημα ενισχύσεων.
38 Τέλος, η κήρυξη ως απαράδεκτης της προσφυγής που άσκησε εν προκειμένω η προσφεύγουσα δεν συνιστά προσβολή της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, διότι αρκούν τα ένδικα βοηθήματα των άρθρων 241 ΕΚ και 234 ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I-6677, στο εξής: απόφαση UPA).
39 Όσον αφορά το έννομο συμφέρον της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση την αφορά ατομικά διότι αποτελεί εταιρία του νόμου 142/90 και, συνεπώς, επιχείρηση την οποία αφορά το επίμαχο σύστημα ενισχύσεων που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Όσον αφορά τα δάνεια του CDDPP, παρατηρεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν παρέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά το ratione temporis πεδίο εφαρμογής της. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή δεν διευκρινίζει το διάστημα κατά το οποίο έπρεπε να έχουν χορηγηθεί τα δάνεια του CDDPP προκειμένου να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστα προς την κοινή αγορά. Συνεπώς, είναι δύσκολο να προσδιορισθεί αν η προσφεύγουσα πράγματι έτυχε των δανείων αυτών. Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη απόφαση δημιουργεί ως προς την προσφεύγουσα μεγάλη ανασφάλεια δικαίου. Επιπλέον, οι ιταλικές αρχές απέστειλαν στην προσφεύγουσα αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων, προκειμένου να αναζητήσουν τις σχετικές με τα δάνεια του CDDPP ενισχύσεις. Επομένως, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι έχει έννομο συμφέρον ασκήσεως προσφυγής. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα δηλώνει ότι είναι έτοιμη να παραιτηθεί από το δικόγραφο της προσφυγής της, κατά το μέτρο που αφορά τα δάνεια του CDDPP, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή επιβεβαιώνει ρητώς ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά μόνον τα δάνεια του CDDPP που χορηγήθηκαν μεταξύ του 1994 και του 1998. Στην περίπτωση αυτή, η προσφεύγουσα ζητεί, για την κατανομή των δικαστικών εξόδων, να ληφθεί υπόψη η ανασφάλεια που απορρέει από την προσβαλλομένη απόφαση όσον αφορά τα δάνεια του CDDPP.
40 Όσον αφορά το ζήτημα του ατομικού επηρεασμού, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως πράξεως γενικής ισχύος.
41 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι αυτή επηρεάζεται ατομικά προκύπτει σαφώς από τη νομολογία περί του παραδεκτού των προσφυγών που έχουν ασκήσει οι πράγματι ωφεληθέντες από ένα σύστημα ενισχύσεων (αποφάσεις Sardegna Lines και Alzetta). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η ιδιότητα του πράγματι ωφεληθέντος από ένα σύστημα ενισχύσεων και η υποχρέωση επιστροφής της ήδη καταβληθείσας ενισχύσεως αποτελούν δύο προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να υπάρχει ατομικός επηρεασμός. Οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται εν προκειμένω.
42 Η Επιτροπή δεν μπορεί να περιορίσει το περιεχόμενο της αποφάσεως Sardegna Lines, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση εκείνη αφορούσε ατομική ενίσχυση. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη αποτέλεσε αντικείμενο ατομικού μέτρου το οποίο έθεσε σε εφαρμογή το εν λόγω σύστημα ενισχύσεων είναι αναπόσπαστο από το σύστημα καθεαυτό. Στην πραγματικότητα, η υπόθεση εκείνη αφορά ένα σύστημα ενισχύσεων.
43 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά αόριστο και μη προσδιορίσιμο αριθμό επιχειρήσεων είναι εσφαλμένος. Συγκεκριμένα, κατ’ αυτήν, πρόκειται αντιθέτως για κλειστή ομάδα, δηλαδή για την ομάδα των δημοτικών επιχειρήσεων που μετατράπηκαν σε εταιρίες του νόμου 142/90 οι οποίες άρχισαν τις δραστηριότητές τους πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999 και/ή συνήψαν δάνεια με το CDDPP μεταξύ του 1994 και του 1998. Εξάλλου, η Επιτροπή γνωρίζει άριστα τις επωνυμίες των εταιριών αυτών.
44 Τέλος, προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα επικαλείται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, η κήρυξη της υπό κρίση προσφυγής παραδεκτής καθιστά δυνατή τη διασφάλιση πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των ιδιωτών, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 13 της Συμβάσεως για τη Διασφάλιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και με το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου η διακήρυξη έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
45 Σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατ’ αποφάσεως που απευθύνεται προς άλλο πρόσωπο μόνον αν η εν λόγω απόφαση το αφορά άμεσα και ατομικά.
46 Όσον αφορά τον ατομικό σύνδεσμο που απαιτεί η προπαρατεθείσα διάταξη, κατά πάγια νομολογία, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πλην του αποδέκτη μιας αποφάσεως, δύναται να ισχυριστεί ότι η πράξη αυτή το αφορά ατομικώς μόνον αν η εν λόγω απόφαση το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, 942, και της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-1651, σκέψεις 7 και 28).
47 Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατ’ αποφάσεως της Επιτροπής που απαγορεύει ένα τομεακό σύστημα ενισχύσεων, αν η απόφαση αυτή αφορά την εν λόγω επιχείρηση μόνο λόγω του ότι η επιχείρηση δραστηριοποιείται στον οικείο τομέα και μπορεί να επωφεληθεί του εν λόγω συστήματος. Πράγματι, η απόφαση αυτή αποτελεί, όσον αφορά την προσφεύγουσα επιχείρηση, μέτρο γενικής ισχύος που εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα για μια κατηγορία προσώπων τα οποία αφορά γενικώς και αφηρημένως (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 15, και προπαρατεθείσα στη σκέψη 36 απόφαση Alzetta, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48 Ωστόσο, με τις σκέψεις 34 και 35 της αποφάσεως Sardegna Lines, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, εφόσον η επίμαχη στην υπόθεση αυτή απόφαση δεν αφορούσε τη Sardegna Lines μόνον ως επιχείρηση του ναυτιλιακού κλάδου στη Σαρδηνία και δυνητικώς υπαγόμενη στο σύστημα ενισχύσεων προς τους υπευθύνους για την εκμετάλλευση πλοίων στη Σαρδηνία, αλλά και υπό την ιδιότητά της ως πραγματικής λήπτριας ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε βάσει του συστήματος αυτού και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή, η εν λόγω απόφαση την αφορούσε ατομικά, οπότε η προσφυγή της κατά της αποφάσεως αυτής ήταν παραδεκτή (βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση Alzetta, σκέψη 39).
49 Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν η προσφεύγουσα έχει την ιδιότητα της πραγματικής λήπτριας ατομικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε στο πλαίσιο τομεακού συστήματος ενισχύσεων και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, T-136/05, Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-4063, σκέψη 70).
50 Όσον αφορά κατ’ αρχάς την τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εταιριών, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι αποτελεί εταιρία την οποία αφορά το επίμαχο σύστημα, ωφελήθηκε πράγματι από το σύστημα αυτό, μολονότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει το ποσό της ενισχύσεως το οποίο έλαβε.
51 Από την έγγραφη απάντηση της Ιταλικής Δημοκρατίας στην έγγραφη ερώτηση του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δήλωσε αρνητικό φορολογικό αποτέλεσμα για το κρίσιμο διάστημα και ότι, επομένως, προέβη σε μηδενική εκκαθάριση φόρου.
52 Ωστόσο, προκύπτει επίσης από την απάντηση αυτή ότι η φορολογική αρχή προέβη σε εξακρίβωση συνεπεία της οποίας εντοπίσθηκαν ορισμένες παρατυπίες στις φορολογικές δηλώσεις της προσφεύγουσας. Κατόπιν της εξακριβώσεως αυτής, η προσφεύγουσα ζήτησε και πέτυχε την εφαρμογή του καθεστώτος που προβλέπει το άρθρο 9 του νόμου 289, περί των διατάξεων για την κατάρτιση του ετήσιου και πολυετούς κρατικού προϋπολογισμού [legge n. 289, disposizioni per la formazione del bilancio annuale e pluriennale dello Stato, της 27ης Σεπτεμβρίου 2002 (τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 240/L στην GURI αριθ. 305, της 31ης Δεκεμβρίου 2002), στο εξής: φορολογική αμνηστία], για την περίοδο 1997-2002. Αυτός ο μηχανισμός φορολογικής αμνηστίας επιτρέπει, δια της πληρωμής κατ’ αποκοπήν ποσού, την παύση κάθε άλλης πράξεως εξακριβώσεως και τη λήξη κάθε εκκρεμοδικίας. Επιπλέον, από την πληροφορία την οποία παρέσχε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή και την οποία δεν αμφισβήτησε η Ιταλική Δημοκρατία προκύπτει ότι η φορολογική αμνηστία είναι οριστική, οπότε τα καταβληθέντα για τον λόγο αυτόν ποσά δεν μπορούν να αναζητηθούν.
53 Σημειωτέον, συναφώς, ότι η προσφεύγουσα δεν εξήγησε πώς το ποσό το οποίο κατέβαλε ή θα καταβάλει σχετίζεται με τα έτη 1997 έως 1999, δεδομένου ότι η φορολογική αμνηστία της οποίας έτυχε αφορά τα έτη 1997-2002, και πώς αυτή η διαγραφή χρεών, έναντι της καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού, σχετίζεται με το επίμαχο σύστημα.
54 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι ωφελήθηκε από το επίμαχο σύστημα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση την αφορά ατομικά.
55 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ανήκει σε κλειστή ομάδα επιχειρήσεων και ότι η Επιτροπή γνωρίζει άριστα τις επωνυμίες των επιχειρήσεων που ανήκουν στην εν λόγω ομάδα, υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως συνεπάγεται ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά τα υποκείμενα αυτά ατομικώς, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, η εφαρμογή αυτή γίνεται βάσει μιας αντικειμενικής, νομικής ή πραγματικής, καταστάσεως η οποία προσδιορίζεται από την επίδικη πράξη (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-8949, σκέψη 52, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 28ης Φεβρουαρίου 2005, T-108/03, von Pezold κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-655, σκέψη 46).
56 Το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από τις επιταγές της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας δεν μπορεί να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό. Αφενός, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την παγία νομολογία του επί της ερμηνείας του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ με την απόφαση της 1ης Απριλίου 2004, C-263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (Συλλογή 2004, σ. I-3425), και με την απόφαση UPA. Αφετέρου, μολονότι είναι αληθές ότι η προϋπόθεση ότι ένα πρόσωπο πρέπει να θίγεται ατομικά, την οποία επιβάλλει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατό να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση (απόφαση UPA, σκέψη 44).
57 Τέλος, όσον αφορά τα δάνεια του CDDPP, από την έγγραφη διαδικασία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, αφού η Επιτροπή επιβεβαίωσε με το υπόμνημα ανταπαντήσεως ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορούσε μόνον τα δάνεια του CDDPP που χορηγήθηκαν μεταξύ του 1994 και του 1998, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της προσφυγής της κατά το μέτρο που αφορούσε τα εν λόγω δάνεια.
58 Επιπλέον, δεδομένου ότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το κρίσιμο χρονικό διάστημα αφορά μόνον τα έτη 1994 έως 1998, το αίτημα της προσφεύγουσας περί κατανομής των δικαστικών εξόδων πρέπει επίσης να απορριφθεί.
59 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα ατομικά, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, και, επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την Acegas-APS SpA στα δικαστικά έξοδα.
Martins Ribeiro
Šváby
Παπασάββας
Wahl
Dittrich
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Ιουνίου 2009.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy