ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 14ης Οκτωβρίου 2004
Υπόθεση T-389/02
Sergio Sandini
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό – Έκθεση σε αμίαντο – Επαγγελματική ασθένεια – Ζημία»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα αποζημιώσεως λόγω σωματικής, ηθικής, επαγγελματικής και οικονομικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων.
Απόφαση: Απορρίπτει την προσφυγή. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως αιτήματος μη προσβληθείσα εμπροθέσμως – Μεταγενέστερη ρητή απόφαση – Επιβεβαιωτική πράξη – Αποκλειστική προθεσμία
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Αίτημα ακυρώσεως της προ της ασκήσεως της προσφυγής εκδοθείσας διοικητικής αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται αίτημα αποζημιώσεως – Αίτημα μη αυτοτελές σε σχέση με τα αιτήματα περί αποζημιώσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των κοινοτικών οργάνων – Προϋποθέσεις – Πταίσμα της διοικήσεως – Βλάβη – Αιτιώδης σύνδεσμος – Σωρευτικώς συντρέχουσες προϋποθέσεις
4. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των κοινοτικών οργάνων – Κατ’ αποκοπήν αποζημίωση βάσει του καθεστώτος του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων – Αίτημα συμπληρωματικής αποζημιώσεως βάσει των κοινών διατάξεων – Επιτρέπεται – Προϋποθέσεις
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)
5. Υπάλληλοι – Κοινωνική ασφάλιση – Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών – Αναπηρία – Έννοια – Ανικανότητα για φυσιολογικό ενεργό βίο – Ανικανότητα σε συναισθηματικό επίπεδο – Περιλαμβάνεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)
6. Διαδικασία – Εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής – Τυπικές προϋποθέσεις – Συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων λόγων
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 44 § 1)
7. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Λόγοι – Κατάχρηση εξουσίας – Έννοια
1. Η απόφαση περί ρητής απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως που ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της σιωπηρής απορρίψεως μπορεί να αποτελέσει βλαπτική πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή μόνο στην περίπτωση που περιέχει επανεξέταση της καταστάσεως του προσφεύγοντος βάσει νέων νομικών ή πραγματικών στοιχείων. Η ρητή απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως που δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σχετικό με τη νομική ή πραγματική κατάσταση που ίσχυε κατά τη στιγμή της σιωπηρής απορρίψεως, συνιστά απλώς επιβεβαιωτική πράξη μη δυνάμενη να προκαλέσει βλάβη και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επανέναρξη των προθεσμιών προς άσκηση δικαστικής προσφυγής.
(βλ. σκέψη 49)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 7 Δεκεμβρίου 1999, T-108/99, Reggimenti κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-243 και II-1205, σκέψη 35· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 2002, T-338/00 και T-376/00, Morello κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-301 και II-1457, σκέψεις 34 και 35
2. Η απόφαση κοινοτικού οργάνου με την οποία απορρίπτεται αίτημα αποζημιώσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διοικητικής διαδικασίας η οποία προηγείται της αγωγής αποζημιώσεως που ασκείται ενώπιον του Πρωτοδικείου και, κατά συνέπεια, τα αιτήματα περί ακυρώσεώς της που υπέβαλε ο ενάγων δεν μπορούν να κριθούν αυτοτελώς σε σχέση με τα αιτήματα περί αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, η πράξη που περιέχει τη θέση του κοινοτικού οργάνου κατά τη φάση της διοικητικής διαδικασίας έχει αποκλειστικά ως σκοπό να επιτρέψει στον ζημιωθέντα να ασκήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή αποζημιώσεως.
(βλ. σκέψη 56)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 18 Δεκεμβρίου 1997, T-90/95, Gill κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-471 και II-1231, σκέψη 45· ΠΕΚ, 6 Μαρτίου 2001, T-77/99, Ojha κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-61 και II-293, σκέψη 68· ΠΕΚ, 5 Δεκεμβρίου 2002, T-209/99, Hoyer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-243 και II-1211, σκέψη 32
3. Στο πλαίσιο αιτήματος αποζημιώσεως που έχει υποβληθεί από υπάλληλο, η στοιχειοθέτηση ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που αφορούν το παράνομο της συμπεριφοράς που αποδίδεται στα κοινοτικά όργανα, το υποστατό της προβαλλομένης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και προβαλλομένης ζημίας, ενώ η απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών απόκειται στον προσφεύγοντα. Οι τρεις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως ευθύνης της Κοινότητας πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, γεγονός που σημαίνει ότι, αν δεν πληρούται μία από αυτές, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Κοινότητας.
(βλ. σκέψεις 58 και 59)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 1η Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 42· ΔΕΚ, 9 Σεπτεμβρίου 1999, C-257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-5251, σκέψη 14· ΠΕΚ, 26 Μαΐου 1998, T-205/96, Bieber κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-231 και II-723, σκέψη 48· ΠΕΚ, 14 Μαΐου 1998, T-165/95, Lucaccioni κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-203 και II-627, σκέψη 57
4. Οι υπάλληλοι δικαιούνται να ζητήσουν αποζημίωση επιπλέον των παροχών του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (ΚΥΚ), σε περίπτωση που το κοινοτικό όργανο είναι υπεύθυνο για το ατύχημα ή την επαγγελματική ασθένεια σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις και που οι δυνάμει του ΚΥΚ των υπαλλήλων παροχές δεν αρκούν για την εξασφάλιση της πλήρους αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας. Υπό την έννοια αυτή, τα δύο συστήματα αποζημιώσεως δεν είναι ανεξάρτητα το ένα του άλλου.
(βλ. σκέψη 62)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 8 Οκτωβρίου 1986, 169/83 και 136/84, Leussink κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2801, σκέψεις 10 έως 14· ΔΕΚ, 9 Σεπτεμβρίου 1999, Lucaccioni κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 19 έως 22
5. Η έννοια της αναπηρίας του άρθρου 73 καλύπτει την ανικανότητα του προσώπου να διάγει φυσιολογικό ενεργό βίο, συμπεριλαμβανομένου του συναισθηματικού τομέα. Επομένως, τίποτε δεν εμποδίζει τον γιατρό που έχει διοριστεί από το κοινοτικό όργανο ή από ιατρική επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως επαγγελματικής ασθένειας, να λάβει υπόψη την ηθική βλάβη που υπέστη ο υπάλληλος κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, όταν η βλάβη αυτή τον καθιστά ανίκανο να διάγει φυσιολογικό ενεργό βίο.
(βλ. σκέψη 92)
6. Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Η αναφορά αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και συγκεκριμένη, ώστε να επιτρέπει στον καθού να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως και χωρίς περαιτέρω σχετικές πληροφορίες. Το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει, ως εκ τούτου, να καθιστά σαφές το περιεχόμενο του ισχυρισμού επί του οποίου βασίζεται η προσφυγή, ενώ μόνη η αόριστη αναφορά του δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Κανονισμού Διαδικασίας.
(βλ. σκέψη 120)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 12 Ιανουαρίου 1995, T-102/92, Viho κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-17, σκέψη 68· ΠΕΚ, 14 Μαΐου 1998, T-352/94, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1989, σκέψη 333
7. Η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο και αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία μία διοικητική αρχή κάνει χρήση των εξουσιών της για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίον της έχουν ανατεθεί οι εξουσίες αυτές. Μία απόφαση αποτελεί προϊόν καταχρήσεως εξουσίας μόνον εάν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κατάλληλων και συμπιπτουσών ενδείξεων, ότι ελήφθη για την επίτευξη σκοπών διαφορετικών από τους προβαλλόμενους.
(βλ. σκέψη 123)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 5 Ιουνίου 2003, C-121/01 P, O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-5553, σκέψη 46· ΠΕΚ, 12 Ιουνίου 1997, T-104/96, Krämer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-151 και II-463, σκέψη 67
Full & Egal Universal Law Academy