Υπόθεση T-34/02 DEP
Le Levant 015 EURL κ.λπ.
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»
Περίληψη της διατάξεως
1. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Αποδοτέα έξοδα – Έννοια – Έξοδα που καταβλήθηκαν από πρόσωπο που δεν έχει την ιδιότητα διαδίκου – Περιλαμβάνονται – Προϋποθέσεις
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 91)
2. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Αποδοτέα έξοδα – Έννοια – Έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι κατά το στάδιο που προηγήθηκε της ασκήσεως της προσφυγής – Δεν περιλαμβάνονται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρα 90 και 91
3. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 91, στοιχείο β΄)
4. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 91, στοιχείο β΄)
1. Από το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν περιορίζονται, αφενός, στα ποσά που δαπανήθηκαν για τους σκοπούς της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης και, αφετέρου, σε όσα ήσαν απαραίτητα για τους ανωτέρω σκοπούς.
Εξάλλου, η φράση «τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι» υποδηλώνει τα έξοδα που συνεπάγεται η δίκη στην οποία συμμετείχαν οι διάδικοι. Η φράση αυτή υποδηλώνει συνεπώς μόνον τα έξοδα στα οποία όντως υποβλήθηκαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, αποδίδονται τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι για την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και ήταν απαραίτητα συναφώς, μολονότι καταβλήθηκαν πράγματι από πρόσωπο που δεν είχε την ιδιότητα διαδίκου. Προκειμένου να μη συμβεί αυτό, το πρόσωπο που καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα πρέπει να αποδείξει επαρκώς ότι τα συμφέροντα του προσώπου που δεν έχει την ιδιότητα διαδίκου είναι διακριτά από αυτά των διαδίκων στην κύρια δίκη.
(βλ. σκέψεις 25-27)
2. Μολονότι στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται του δικαστικού σταδίου συντελείται, γενικώς, ουσιώδης νομική εργασία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με τον όρο «δίκη», το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας εννοεί μόνον την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία, αποκλειομένου του προηγηθέντος αυτού σταδίου. Τούτο προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 90 του ίδιου κανονισμού το οποίο μνημονεύει την «ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία».
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η αίτηση με την οποία ζητείται η απόδοση των δικαστικών εξόδων που αφορούν την περίοδο που προηγήθηκε του δικαστικού σταδίου, και μεταξύ άλλων την εκπροσώπηση από δικηγόρο ενώπιον της Επιτροπής ή αυτή που αφορά την επιστροφή εκ μέρους της Επιτροπής των εξόδων που αφορούν την περίοδο κατά την οποία δεν εκδόθηκε κανένα διαδικαστικό έγγραφο. Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο αυτή δεν είναι μάλλον δυνατό τέτοιου είδους έξοδα να συνδεθούν άμεσα με την εκπροσώπησή τους από δικηγόρο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να θεωρηθούν ως αναγκαία για τη δίκη έξοδα, κατά την έννοια του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση με την οποία ζητείται η απόδοση από την Επιτροπή των εξόδων που σχετίζονται με την προετοιμασία προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 31-33, 35)
3. Ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει την ευχέρεια να καθορίζει τις οφειλόμενες από τους διαδίκους στους δικούς τους δικηγόρους αμοιβές αλλά να προσδιορίζει το ποσό μέχρι το ύψος του οποίου μπορούν να αποδίδονται οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των εξόδων, το Γενικό Δικαστήριο δεν οφείλει να λαμβάνει υπόψη το εθνικό τιμολόγιο σχετικά με τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.
Ελλείψει σχετικών με τιμές διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εκτιμά ελευθέρως τα δεδομένα της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, τον όγκο της εργασίας που η ένδικη διαδικασία προκάλεσε στους απασχοληθέντες εκπροσώπους και συμβούλους καθώς και τα οικονομικά συμφέροντα που η διαφορά αντιπροσώπευε για τους διαδίκους.
(βλ. σκέψεις 37-38)
4. Όσον αφορά την εκτίμηση του όγκου εργασίας που προκάλεσε ενδεχομένως η ένδικη διαδικασία, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να λάβει υπόψη την αντικειμενικώς απαραίτητη για το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας εργασία.
Εντούτοις, εφόσον οι δικηγόροι διαδίκου τον συνέδραμαν ήδη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ή διαβημάτων που προηγήθηκαν της σχετικής διαφοράς, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι οικείοι δικηγόροι διαθέτουν γνώση κρίσιμων στοιχείων της διαφοράς, ώστε να έχει διευκολυνθεί η εργασία τους και να έχει μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας για την ένδικη διαδικασία. Η διαπίστωση αυτή ισχύει καταρχήν και σε περίπτωση μεγάλου αριθμού προσφευγόντων, καθώς όλες οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν στην περίπτωση αυτή είναι τυπικές και τυποποιημένες και δεν ασκούν επιρροή στο νομικό περιεχόμενο της υποθέσεως.
Εξάλλου, καίτοι υπάρχει η ευχέρεια να ανατεθεί η υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων ταυτοχρόνως σε πλείονες δικηγόρους, ώστε να διασφαλιστεί η παροχή υπηρεσιών από πιο έμπειρους δικηγόρους, πρέπει, εντούτοις, να λαμβάνεται κατά κύριο λόγο υπόψη ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς απαραίτητες για την ένδικη διαδικασία, ανεξαρτήτως του αριθμού δικηγόρων μεταξύ των οποίων κατανεμήθηκαν οι παρασχεθείσες υπηρεσίες.
(βλ. σκέψεις 42-44, 46)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 21ης Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Διαδικασία – Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»
Στην υπόθεση T‑34/02 DEP,
Le Levant 015 EURL, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
Le Levant 271 EURL, με έδρα το Παρίσι,
A, με έδρα το Παρίσι,
B, κάτοικος Βερσαλλιών (Γαλλία), και οι 255 λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε παράρτημα,
εκπροσωπούμενοι από την P. Kirch, δικηγόρο,
προσφεύγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον B. Stromsky,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (πρώτο πενταμελές τμήμα) της 22ας Φεβρουαρίου 2006, T‑34/02, Le Levant 001 κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑267),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, πρόεδρο, O. Czúcz και I. Labucka (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1 Στις 9 Δεκεμβρίου 1996, η A συνέστησε τη συμπλοιοκτησία του κρουαζιερόπλοιου Le Levant, διαιρεμένη σε 740 μερίδες συμπλοιοκτησίας ή «quirats». Κατά τη διάρκεια του 1997, ορισμένα φυσικά πρόσωπα συνέστησαν το καθένα από μία μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης (EURL) στις οποίες η Τράπεζα πώλησε τις μερίδες συμπλοιοκτησίας μέσω δημόσιας προσφοράς.
2 Το συμφέρον των επενδυτών για συμμετοχή στο σχέδιο αυτό συνίστατο στη δυνατότητα που τους παρεχόταν να εκπέσουν από το φορολογητέο εισόδημά τους, κατ’ εφαρμογήν του μηχανισμού που θέσπισε ο νόμος Pons, το κόστος της πραγματοποιηθείσας επένδυσης και τις επιβαρύνσεις που συνδέονται με την κτήση της (τόκους) και την κατοχή της (αποσβέσεις), καθώς και τις ενδεχόμενες ζημίες από την εκμετάλλευσή της.
3 Στις 25 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε την απόφαση 2001/882/EK, για την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλία υπό τη μορφή αναπτυξιακής ενίσχυσης στο κρουαζιερόπλοιο Le Levant που ναυπηγήθηκε στο Alstom Leroux Naval και προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί στο Saint-Pierre-et-Miquelon (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 12 Δεκεμβρίου 2001 (EΕ L 327, σ. 37).
4 Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή επεσήμανε ότι εξέτασε την επίμαχη ενίσχυση με γνώμονα τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 7, της οδηγίας 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 380, σ. 27), «δεδομένου ότι πρόκειται για μια ενίσχυση που συνδέεται με τις ναυπηγικές εργασίες και χορηγήθηκε ως αναπτυξιακή βοήθεια το 1996 στο πλαίσιο καθεστώτος ενισχύσεων [γαλλικός νόμος της 11ης Ιουλίου 1986 (νόμος 86-824 περί διορθωτικού δημοσιονομικού νόμου για το 1986, JORF της 12ης Ιουλίου 1986, σ. 8688), επονομαζόμενος «νόμος Pons»], το οποίο εγκρίθηκε το 1992» (αιτιολογική σκέψη 16).
5 Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, κατά τον εν λόγω έλεγχο, είχε θεωρήσει ότι το επίμαχο σχέδιο δεν είχε γνήσιο «αναπτυξιακό» χαρακτήρα κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑400/92, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑4701), λόγω του ότι ήταν ανεπαρκείς οι διαπιστωθείσες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για το Saint-Pierre-et-Miquelon (Γαλλία) (αιτιολογικές σκέψεις 20, 22 έως 33).
6 Στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή κήρυξε εν τέλει την αναπτυξιακή ενίσχυση στο κρουαζιερόπλοιο Le Levant ασύμβατη προς την κοινή αγορά.
7 Στις 20 Φεβρουαρίου 2002 η EURL Le Levant 001 καθώς και άλλες EURL και φυσικά πρόσωπα άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
8 Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, ανεστάλη η εκδίκαση της υποθέσεως της κύριας δίκης έως την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία επιλύθηκε η διαφορά στην υπόθεση C‑394/01, Γαλλία κατά Επιτροπής. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2002. Κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 2005, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε με απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2006, T‑34/02, Le Levant 001 κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑267). Στην ως λόγω απόφαση το Πρωτοδικείο καταδίκασε επίσης την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα καθώς και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγοντες στην υπόθεση της κύριας δίκης, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων εξόδων.
9 Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ, αφενός, της Επιτροπής και της Α και, αφετέρου, της Επιτροπής και του δικηγόρου των προσφευγόντων η Επιτροπή ενημέρωσε με το από 29 Νοεμβρίου 2007 έγγραφο τον δικηγόρο των προσφευγόντων ότι αρνούνταν να καταβάλει το ποσό των 509 561,71 ευρώ που ζητήθηκε για δικαστικά έξοδα και αμοιβές δικηγόρων, στα οποία αυτοί χρειάστηκε να υποβληθούν για την προάσπιση των συμφερόντων τους στην υπόθεση της κύριας δίκης λόγω του ότι ο A, που επιβαρύνθηκε με το σύνολο των εξόδων, δεν ήταν διάδικος στην κύρια δίκη.
10 Με αίτηση που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 31 Ιουλίου 2008 οι προσφεύγοντες υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Ζήτησαν από το Πρωτοδικείο να καθορίσει, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, το ύψος των εν προκειμένω δυνάμενων να αναζητηθούν δικαστικών εξόδων στο ποσό των 509 561,71 ευρώ πλέον τόκων.
11 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Νοεμβρίου 2008 η Επιτροπή υπέβαλε τις σχετικές παρατηρήσεις της. Ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απορρίψει ως απαράδεκτη την υπό κρίση αίτηση καθορισμού δικαστικών εξόδων όσον αφορά τον A και να καθορίσει το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων που πρέπει να καταβάλει στους προσφεύγοντες στην υπόθεση της κύριας δίκης σε 0 ευρώ.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
12 Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Επιτροπή, κατά την οποία, δεδομένου ότι η A δεν ήταν διάδικος στην κύρια δίκη, δεν μπορεί να αξιώνει την καταβολή των δικαστικών εξόδων, πρέπει να απορριφθεί.
13 Οι προσφεύγοντες προβάλλουν επίσης ότι το ποσό των 509 561,71 ευρώ, πλέον τόκων, την καταβολή του οποίου αξιώνουν, αντιστοιχεί στην περίοδο από 1ης Αυγούστου 2001, ημερομηνία κατά την οποία τους κοινοποιήθηκε η επίμαχη απόφαση και κατά την οποία ξεκίνησαν να προετοιμάζουν την προσφυγή ακυρώσεως, έως την 27η Σεπτεμβρίου 2005, ημερομηνία της τελευταίας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το συγκεκριμένο ποσό περιελάμβανε τα σχετικά με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων έξοδα και τον μη δυνάμενο να αναζητηθεί φόρο προστιθέμενης αξίας.
14 Οι προσφεύγοντες διευκρινίζουν ότι, «[κ]ατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι αμοιβές των δικηγόρων και τα δικαστικά έξοδα περιορίζονται σε αυτά του δικηγορικού γραφείου M, στο οποίο ανέθεσαν οι προσφεύγοντες την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, αποκλειομένου κάθε άλλου συμβούλου, συμπεριλαμβανομένης και της C.-N., από το δικηγορικό γραφείο AO».
15 Καταρχάς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων που υπέβαλε η A είναι απαράδεκτη. Το ζήτημα των δικαστικών εξόδων είναι παρεπόμενο σε σχέση με την κύρια δίκη, και από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι αφενός μόνον οι διάδικοι στην κύρια δίκη μπορούν να ζητήσουν την καταβολή των δικαστικών εξόδων και αφετέρου τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι μπορούν να καταβληθούν μόνον στους διαδίκους της κύριας δίκης.
16 Όσον αφορά το επιχείρημα της A, κατά το οποίο ήταν προσφεύγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης λόγω της ιδιότητάς της ως μοναδική εταίρος της EURL Le Levant 132, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η EURL είναι «ειδική μορφή» εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που θεσπίστηκε από τον νόμο 85-697, της 11ης Ιουλίου 1985, σκοπός του οποίου είναι ο περιορισμός των κινδύνων που φέρει πρόσωπο που ενεργεί μόνο του. Επιπλέον, η EURL είναι νομικό πρόσωπο με πλήρη νομική αυτοτέλεια.
17 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, παρότι οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη ήταν 259 φυσικά πρόσωπα, προσέφυγαν ιδίω ονόματι. Προβάλλει ότι η εν λόγω ιδιότητα του προσφεύγοντος δεν προκύπτει από το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν ο μοναδικός εταίρος μιας EURL, κάτοχος ενός εκ των quirat του κρουαζιερόπλοιου Le Levant, η οποία EURL ήταν επίσης προσφεύγουσα, αλλά μέσω της ρητής δηλώσεως βουλήσεως καθενός εκ των εν λόγω προσώπων. Αντιθέτως, η A ουδόλως εξέφρασε την επιθυμία να καταστεί, ιδίω ονόματι, προσφεύγουσα στη δίκη αυτή, πριν τεθεί το ζήτημα των εξόδων. Η αυτοτέλεια των εμπλεκόμενων νομικών προσώπων δεν καθιστά δυνατή την επέκταση στην Α της ιδιότητας της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, απλώς και μόνο λόγω της ιδιότητάς της ως μοναδικό εταίρο της EURL Le Levant 132.
18 Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγόντων κατά το οποίο η A ήταν το μόνο μέλος της «κοινότητας των ενδιαφερομένων» κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως το οποίο ήταν σε θέση να διεξαγάγει τη δίκη, η Επιτροπή αντιτείνει ότι, καίτοι αληθεύει ότι η άσκηση συλλογικής προσφυγής και η επιλογή του ίδιου καθού διευκόλυνε σημαντικά το εγχείρημά τους, όλες οι δυσκολίες που προβάλλουν οι προσφεύγοντες μπορούσαν να επιλυθούν από την ίδια την A. Η A θα μπορούσε πράγματι να αρκεστεί στο να συνασπίσει τους ιδιώτες επενδυτές, διατηρώντας την ανωνυμία τους. Θα μπορούσε επίσης να γνωστοποιήσει σε αυτούς τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την επίμαχη πράξη και να διαθέσει στους επενδυτές τα αναγκαία για την υπεράσπισή τους κονδύλια.
19 Επιπλέον, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι EURL που κατείχαν quirat του κρουαζιερόπλοιου Le Levant διέθεταν νομική προσωπικότητα, και μπορούσαν συνεπώς να παρασταθούν δικαστικώς, όπως, εξάλλου, και έπραξαν. Ομοίως, τα φυσικά πρόσωπα–εταίροι τους μπορούσαν να καταθέσουν προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως και όντως έπραξαν ορισμένοι εξ αυτών.
20 Η Επιτροπή τονίζει ότι, παρότι η A είχε πλήρη επίγνωση, εξαρχής, των κινδύνων που η επίμαχη πράξη ενείχε υπό το πρίσμα των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, προέτρεψε, εντούτοις, τους «ιδιώτες επενδυτές» να γίνουν συγκύριοι εφοπλιστές του πλοίου. Στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης η A είχε επομένως ιδιαίτερα συμφέροντα, διακριτά από αυτά των προσφευγόντων επενδυτών, που σχετίζονταν με τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει έναντι των εν λόγω «ιδιωτών επενδυτών» (μεταξύ άλλων την υποχρέωση εξαγοράς των EURL που κατείχαν quirat του κρουαζιερόπλοιου Le Levant κατά το πέρας της επίμαχης πράξεως σε καθορισμένη τιμή).
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η ίδια η A, που προσπαθεί μάλλον να αντλήσει επιχείρημα από τη διάρθρωση της επίμαχης πράξεως, συνέλαβε το νομικό και οικονομικό σχέδιο της πράξεως και προέβη σε επιλογή τακτικής όσον αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο προτίθετο να συμμετάσχει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
22 Τέλος, κατά την Επιτροπή, οι προσφεύγοντες στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν υποβλήθηκαν σε κανένα έξοδο που να μην ανέλαβε η Α. Από τη δικογραφία της υποθέσεως στην κύρια δίκη προκύπτει ότι αποδέκτης όλων των αποδείξεων αμοιβών δικηγόρων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή και, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως, στο Πρωτοδικείο ήταν η A. Αυτή επιβαρύνθηκε τελικώς με τα έξοδα και τις αμοιβές, και οι προσφεύγοντες στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν οφείλουν να επιστρέψουν τα ποσά αυτά στην Α, προκειμένου να διασφαλίσουν την υπεράσπισή τους. Δεν είναι σε καμία περίπτωση οφειλέτες των εν λόγω εξόδων και αμοιβών. Συνεπώς, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη δεν μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή την επιστροφή τους.
23 Επικουρικώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το ποσό των 509 561,71 ευρώ υπερβαίνει καταφανώς το ποσό που θα δικαιολογούσε η άμυνα των προσφευγόντων στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου, και τούτο σύμφωνα με τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, του αντικειμένου και της φύσεως της διαφοράς, της σημασίας της υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης και των δυσκολιών της υποθέσεως. Το συγκεκριμένο ποσό περιελάμβανε μεταξύ άλλων έξοδα που δεν αποδίδονται κατά την έννοια του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
24 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν γεννηθεί αμφισβήτηση σχετικά με τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν, το Πρωτοδικείο αποφαίνεται με διάταξη που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου και αφού ο αντίδικος υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
Επί του παραδεκτού
25 Κατά το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας, ως δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα νοούνται «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων». Από τη διάταξη αυτή απορρέει ότι τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα περιορίζονται, αφενός, στα έξοδα που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας και, αφετέρου, στα έξοδα που είναι απαραίτητα για τον σκοπό αυτό (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 28ης Ιουνίου 2004, T‑342/99 DEP, Airtours κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑1785, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26 Εξάλλου, όπως έχει ήδη κριθεί, η φράση «τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι» υποδηλώνει τα έξοδα που συνεπάγεται η δίκη στην οποία συμμετείχαν οι διάδικοι. Η φράση αυτή υποδηλώνει συνεπώς μόνον τα έξοδα, στα οποία όντως υποβλήθηκαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, αποδίδονται τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι για την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και ήταν απαραίτητα συναφώς, μολονότι καταβλήθηκαν πράγματι από πρόσωπο που δεν είχε την ιδιότητα διαδίκου, όπως εν προκειμένω η Α (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, διάταξη του Πρωτοδικείου της 2ας Μαρτίου 2009, T‑373/04 DEP, Fries Guggenheim κατά Cedefop, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 24).
27 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς ότι τα συμφέροντα της Α ήταν σχετικώς διακριτά από αυτά των φυσικών και νομικών προσώπων, διαδίκων στην κύρια δίκη, και, επομένως, ότι η παρούσα κατάσταση ήταν δυνατό να διαφέρει από αυτήν, επ’ αφορμή της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη Fries Guggenheim κατά Cedefop.
28 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως καθορισμού των εξόδων, εφόσον ασκήθηκε από προσφεύγοντες που ήταν επίσης διάδικοι στην κύρια δίκη.
29 Αντιθέτως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η A, προκειμένου να αποδείξει την ιδιότητά της ως διάδικος στην κύρια δίκη, πρέπει να απορριφθούν. Αφενός, η ιδιότητα του μοναδικού εταίρου EURL, που ήταν προσφεύγων στην κύρια δίκη, πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων του δικαίου των εταιριών που διέπει το εν λόγω νομικό πρόσωπο. Η νομική αυτοτέλεια της εν λόγω EURL δεν επιτρέπει την ταύτιση του μοναδικού εταίρου με το νομικό πρόσωπο, που, εν προκειμένω, άσκησε την προσφυγή στην κύρια δίκη. Αφετέρου, το γεγονός ότι κατά την A το νομικό πρόσωπο ήταν το μόνο μέλος της «κοινότητας των ενδιαφερόμενων προσώπων» κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που ήταν σε θέση να «συνασπίσει τους ιδιώτες επενδυτές κατά της [εν λόγω] αποφάσεως», ουδόλως αποστερεί από το εν λόγω νομικό πρόσωπο τη δυνατότητα να συμμετάσχει ιδίω ονόματι στην κύρια δίκη και εμπίπτει στους πρακτικούς όρους της χρηματοδοτήσεως της προσφυγής στη δικαιοσύνη και δεν ασκεί, στην προκείμενη περίπτωση, καμία επιρροή στην ιδιότητα του διαδίκου της κύριας δίκης.
Επί της ουσίας
30 Σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι μόνο τα αναγκαία για τη δίκη έξοδα δύνανται να αναζητηθούν (βλ. σκέψη 25 ανωτέρω).
31 Εξάλλου, κατά τη νομολογία, μολονότι στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται του δικαστικού σταδίου συντελείται γενικώς, ουσιώδης νομική εργασία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ως διαδικασία, το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας εννοεί μόνον την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία, αποκλειομένου του προηγηθέντος αυτής σταδίου. Τούτο προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 90 του ίδιου κανονισμού το οποίο μνημονεύει την «ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία» (διάταξη του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 2002, T‑38/95 DEP, Groupe Origny κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑217, σκέψη 29).
32 Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η αίτηση των προσφευγόντων, καθόσον ζητείται με αυτή η απόδοση των δικαστικών εξόδων που αφορούν την περίοδο που προηγήθηκε του δικαστικού σταδίου, και μεταξύ άλλων την εκπροσώπηση από δικηγόρο ενώπιον της Επιτροπής.
33 Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση των προσφευγόντων, καθόσον αφορά την επιστροφή εκ μέρους της Επιτροπής των εξόδων που αφορούν την περίοδο κατά την οποία δεν εκδόθηκε κανένα διαδικαστικό έγγραφο. Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο αυτή δεν είναι μάλλον δυνατό τέτοιου είδους έξοδα να συνδεθούν άμεσα με την εκπροσώπησή τους από δικηγόρο ενώπιον του Πρωτοδικείου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να θεωρηθούν ως αναγκαία για τη δίκη έξοδα, κατά την έννοια του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 27ης Νοεμβρίου 2000, T‑78/99 DEP, Elder κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3717, σκέψη 17, και προπαρατεθείσα Groupe Origny κατά Επιτροπής, σκέψη 31).
34 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι κανένα διαδικαστικό έγγραφο δεν εκδόθηκε, αφενός, μεταξύ της 30ής Απριλίου 2002, ημερομηνία της διατάξεως του προέδρου του πέμπτου τμήματος περί αναστολής της κύριας δίκης έως την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, με την οποία επιλύθηκε η διαφορά στην υπόθεση C‑394/01, και της 3ης Οκτωβρίου 2002, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση C‑394/01, και, αφετέρου, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως που έλαβε χώρα στις 27 Σεπτεμβρίου 2005. Πρέπει, εντούτοις, στα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν να συμπεριληφθούν τα έξοδα που σχετίζονται με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πρωτοδικείου, τα οποία προέκυψαν μεταξύ της 23ης Απριλίου και της 13ης Ιουνίου 2002, ενόσω η κύρια δίκη είχε ανασταλεί.
35 Εξάλλου, σκόπιμο είναι να απορριφθεί η αίτηση των προσφευγόντων, καθόσον αφορά την επιστροφή εκ μέρους της Επιτροπής των εξόδων που σχετίζονται με την προετοιμασία προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
36 Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση των προσφευγόντων, καθόσον αφορά τα έξοδα που αναφέρονται στα παραστατικά δαπανών, τα οποία εμφαίνονται στο παράρτημα 8 του δικογράφου, που δεν συνδέονται με κανένα διαδικαστικό έγγραφο της κύριας υποθέσεως. Ειδικότερα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν τα έξοδα αυτά ως αναγκαία για τη κύρια δίκη έξοδα.
37 Τέλος, όσον αφορά τα λοιπά έξοδα, των οποίων την επιστροφή αξιώνουν οι προσφεύγοντες, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει την ευχέρεια να καθορίζει τις οφειλόμενες από τους διαδίκους στους δικούς τους δικηγόρους αμοιβές αλλά να προσδιορίζει το ποσό μέχρι το ύψος του οποίου μπορούν να αποδίδονται οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των εξόδων, το Γενικό Δικαστήριο δεν οφείλει να λαμβάνει υπόψη το εθνικό τιμολόγιο σχετικά με τις αμοιβές των δικηγόρων ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Airtours κατά Επιτροπής, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38 Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, ελλείψει διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικών με τις τιμές, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της υπό κρίση υπόθεσης από πλευράς δικαίου της Ένωσης καθώς και τις δυσκολίες που παρουσιάζει, τον όγκο εργασίας που προκάλεσε η ένδικη διαδικασία στους απασχοληθέντες εκπροσώπους και συμβούλους, καθώς και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Airtours κατά Επιτροπής, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39 Βάσει αυτών των κριτηρίων, πρέπει να καθορισθεί το ύψος των εν προκειμένω δυνάμενων να αναζητηθούν δικαστικών εξόδων. Συναφώς, επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία.
Όσον αφορά το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς και τη σημασία υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης και των δυσκολιών της υποθέσεως
40 Επισημαίνεται ότι αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης ήταν προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Δεν ήγειρε κανένα νέο νομικό ζήτημα και τα ζητήματα που έθεσε δεν ήταν περίπλοκα ούτε από νομικής απόψεως ούτε από απόψεως πραγματικών περιστατικών, ώστε να δικαιολογείται ενδελεχής εξέταση της νομοθεσίας ή ιδιαίτερη έρευνα. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών, διαπιστώνεται ότι η κύρια υπόθεση δεν προϋπέθεσε σημαντικό φόρτο εργασίας των εκπροσώπων των προσφευγόντων.
Όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους·
41 Διαπιστώνεται ότι παρότι η κύρια υπόθεση μάλλον αντιπροσώπευε αδιαμφισβήτητα οικονομικά συμφέροντα για τους προσφεύγοντες που ήταν δικαιούχοι του επίμαχου φορολογικού πλεονεκτήματος, τα εν λόγω οικονομικά συμφέροντα δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ότι έχουν μεγάλη σημασία. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη ενίσχυση ύψους 11,9 εκατομμυρίων ευρώ, κατανεμόταν σε μεγάλο αριθμό επενδυτών, γεγονός που απομειώνει εξίσου τα αντίστοιχα οικονομικά συμφέροντα των προσφευγόντων. Η επίμαχη υπόθεση δεν συνεπάγεται συνεπώς κανένα μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον για τους διαδίκους.
Όσον αφορά τον όγκο της παρασχεθείσας εργασίας
42 Όσον αφορά την εκτίμηση του όγκου της εργασίας που προκάλεσε ενδεχομένως η ένδικη διαδικασία, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να λάβει υπόψη την αντικειμενικώς απαραίτητη για το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας εργασία (προπαρατεθείσα διάταξη Airtours κατά Επιτροπής, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 Εντούτοις, εφόσον οι δικηγόροι διαδίκου τον συνέδραμαν ήδη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ή διαβημάτων που προηγήθηκαν της σχετικής διαφοράς, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι επιληφθέντες της διαφοράς δικηγόροι διαθέτουν γνώση συναφών στοιχείων αυτής, ώστε να έχει διευκολυνθεί η εργασία τους και να έχει μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος προετοιμασίας για την ένδικη διαδικασία (διάταξη του Πρωτοδικείου της 13ης Ιανουαρίου 2006 T‑331/94 DEP, IPK-München κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑51, σκέψη 59).
44 Η διαπίστωση αυτή ισχύει καταρχήν και σε περίπτωση μεγάλου αριθμού προσφευγόντων, καθώς όλες οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν στην περίπτωση αυτή είναι τυπικές και τυποποιημένες και δεν ασκούν επιρροή στο νομικό περιεχόμενο της υποθέσεως.
45 Εξάλλου, δεδομένου ότι η A, που προκάλεσε την επίμαχη πράξη, ήταν σε θέση να διαβιβάσει οποιαδήποτε κρίσιμη πληροφορία στους δικηγόρους που συμμετείχαν στην υπόθεση της κύριας δίκης, αυτοί ήταν, επομένως, σε θέση να παράσχουν τις υπηρεσίες τους με αυξημένη αποτελεσματικότητα και ταχύτητα. Η εκτίμηση αυτή είναι ικανή εν πάση περιπτώσει να διευκολύνει την εργασία τους και να περιορίσει τον χρόνο που διατέθηκε για τις παρατηρήσεις επί της ανακοπής (διατάξεις της 6ης Μαρτίου 2003, T‑226/00 DEP και T‑227/00 DEP, Nan Ya Plastics και Far Eastern Textiles κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑685, σκέψη 42, και προπαρατεθείσα Airtours κατά Επιτροπής, σκέψη 29).
46 Σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ακολούθως ότι, καίτοι υπήρχε η ευχέρεια να ανατεθεί η υπεράσπιση των συμφερόντων των προσφευγόντων στην κύρια δίκη ταυτοχρόνως σε πλείονες δικηγόρους, ώστε να διασφαλιστεί η παροχή υπηρεσιών από πιο έμπειρους δικηγόρους, πρέπει, εντούτοις, να λαμβάνεται κατά κύριο λόγο υπόψη ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς απαραίτητες για την ένδικη διαδικασία, ανεξαρτήτως του αριθμού δικηγόρων μεταξύ των οποίων κατανεμήθηκαν οι παρασχεθείσες υπηρεσίες (διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Οκτωβρίου 1998, T‑290/94 DEP, Kaysersberg κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑4105, σκέψη 20).
47 Από το παραστατικό δαπανών που επισυνάφθηκε στην παρούσα αίτηση καθορισμού συνάγεται ότι ο συνολικός αριθμός ωρών, για τις οποίες ζητείται η καταβολή αμοιβής, με ενιαίο ωριαίο συντελεστή 240 ευρώ, ανέρχεται περίπου σε 1 889 ώρες.
48 Μολονότι αυτές οι ώρες εργασίας προκύπτουν πράγματι από τις λογιστικές εγγραφές, απόκειται εντούτοις στο Γενικό Δικαστήριο να λάβει κυρίως υπόψη του το κριτήριο που υπενθυμίζεται στη σκέψη 25 ανωτέρω, ήτοι τον αντικειμενικώς απαιτούμενο χαρακτήρα των συγκεκριμένων ωρών εργασίας.
49 Πρώτον, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 34 ανωτέρω, από την επιστροφή πρέπει να αποκλεισθούν τα έξοδα που δεν αντιστοιχούν στο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, ήτοι οι αμοιβές των δικηγόρων που αφορούν την περίοδο από 13ης Ιουνίου έως την 4η Οκτωβρίου 2002. Πρέπει επίσης να αποκλεισθούν οι αμοιβές των δικηγόρων που αφορούν την περίοδο από 20ής Μαρτίου 2003 έως την 22α Οκτωβρίου 2004 που, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, δεν αντιστοιχούν σε κανένα από τα στάδια της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
50 Δεύτερον, σκόπιμο είναι να επισημανθεί ότι από τις λεπτομέρειες των ωρών εργασίας προκύπτει ότι ορισμένες παροχές δεν συνδέονται μάλλον άμεσα με την προετοιμασία της κύριας προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, και συγκεκριμένα όσον αφορά τις ώρες που αφιερώθηκαν στην προετοιμασία προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου (βλ. σκέψη 35 ανωτέρω).
51 Τρίτον, η κατανομή της εργασίας προετοιμασίας των υπομνημάτων μεταξύ πλειόνων δικηγόρων συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αλληλοεπικάλυψη σε ορισμένο βαθμό των προσπαθειών που καταβλήθηκαν σχετικώς (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Οκτωβρίου 2008, T‑324/00 DEP, CDA Datenträger Albrechts κατά Επιτροπής, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 91), με αποτέλεσμα το Γενικό Δικαστήριο να μην μπορεί να αναγνωρίσει το σύνολο των ωρών εργασίας που ζητούνται.
52 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα παραστατικά αμοιβών, τέσσερα διαδοχικά προσχέδια δικογράφου καθώς και υπομνημάτων αντικρούσεως καταρτίστηκαν στο πλαίσιο της κύριας υποθέσεως. Εντούτοις, οι δικηγορικές αμοιβές σχετικά με τη σύνταξη περισσότερων διαδοχικών προσχεδίων δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ήταν απολύτως αναγκαία για την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και δεν μπορεί συνεπώς να δικαιολογηθεί η επιστροφή τους.
53 Ομοίως, αφενός, ο χρόνος που αφιερώθηκε στη σύνταξη του δικογράφου της προσφυγής ακυρώσεως και της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, που υπερβαίνει τις 1 000 ώρες, και, αφετέρου, ο χρόνος που αφιερώθηκε στη σύνταξη του υπομνήματος αντικρούσεως, που υπερβαίνει τις 450 ώρες, υπερβαίνουν σημαντικά αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαίο προς τον σκοπό αυτό.
54 Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι ο ωριαίος συντελεστής που ζητήθηκε για τις υπηρεσίες της δικηγόρου K., ήτοι μεταξύ 380 και 400 ευρώ, υπερβαίνει καταφανώς την προσήκουσα αμοιβή για τις υπηρεσίες ιδιαιτέρως έμπειρου επαγγελματία, ικανού να εργαστεί κατά τρόπο πολύ αποτελεσματικό και ταχύ (βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, διάταξη του Πρωτοδικείου της 13ης Φεβρουαρίου 2008, T‑310/00 DEP, Verizon Business Global κατά Επιτροπής, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 44). Επιπλέον, αναγκαίο αντιστάθμισμα της λήψεως υπόψη αμοιβής τέτοιου επιπέδου είναι ο αυστηρός υπολογισμός του συνολικού αριθμού των απαραίτητων για την ένδικη διαδικασία ωρών (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2008, T‑33/01 DEP, Infront WM κατά Επιτροπής, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, σκόπιμο είναι να καθοριστεί σε 600 ώρες το σύνολο του αντικειμενικώς απαιτούμενου χρόνου εργασίας των δικηγόρων των προσφευγόντων στην κύρια υπόθεση για την εκπροσώπησή τους κατά το δικαστικό στάδιο της διαφοράς.
56 Βάσει των στοιχείων που προηγούνται, το προβαλλόμενο στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων κόστος των 509 561, 71 ευρώ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένο για τους σκοπούς της κύριας δίκης.
57 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ενδείκνυται να καθοριστεί σε 144 000 ευρώ το ποσό των δικηγορικών αμοιβών που δύνανται να αναζητηθούν ως αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγοντες για την κύρια δίκη.
58 Σκόπιμο είναι, εξάλλου, να καθοριστεί σε 2 000 ευρώ το ύψος των εξόδων που αντιστοιχούν στα διάφορα έξοδα για τους σκοπούς της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, όπως τα έξοδα μετακινήσεως και τα έξοδα για φωτοαντίγραφα.
59 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων που προηγήθηκαν, το ποσό των 146 000 ευρώ συνιστά δίκαιη εκτίμηση των δυνάμενων να αναζητηθούν από τους προσφεύγοντες εξόδων, προκειμένου να αποδοθούν στην Α τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε για την υπεράσπιση των τελευταίων στην υπόθεση T‑34/02.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
Το συνολικό ποσό των καταβλητέων από την προς Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς στους προσφεύγοντες, καθόσον αυτοί ήταν διάδικοι στην κύρια δίκη, ορίζεται σε 146 000 ευρώ.
Λουξεμβούργο, 21 Δεκεμβρίου 2010.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
M. Jaeger
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy