Υπόθεση T-206/02
Εθνικό Κογκρέσο του Κουρδιστάν (KNK)
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Προσφυγή ακυρώσεως — Ειδικά περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας — Ενεργητική νομιμοποίηση — Ένωση προσώπων — Παραδεκτό»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 15ης Φεβρουαρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Προσφυγή ενώσεως που προωθεί τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας φυσικών ή νομικών προσώπων — Προϋπόθεση — Ενεργητική νομιμοποίηση των μελών της ατομικώς — Συνεκτίμηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των πρώην μελών — Αποκλείεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
Μια πράξη η οποία θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, την ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα της κατηγορίας αυτής και, συνεπώς, η ένωση αυτή δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως όταν τα μέλη της δεν νομιμοποιούνται ατομικώς προς τούτο. Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ανήκε κατά το παρελθόν σε μια ένωση επιτρέπει στην τελευταία να κάνει χρήση του δικαιώματος του εν λόγω προσώπου να κινηθεί ενδεχομένως δικαστικώς. Πράγματι, η αποδοχή παρόμοιας συλλογιστικής θα ισοδυναμούσε με την παροχή σε δεδομένη ένωση μιας μορφής διαρκούς δικαιώματος προς άσκηση προσφυγής, και τούτο παρά το γεγονός ότι η ως άνω ένωση δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα του πρώην μέλους της.
(βλ. σκέψεις 27, 32)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 15ης Φεβρουαρίου 2005 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Ειδικά περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας – Ενεργητική νομιμοποίηση – Ένωση προσώπων – Παραδεκτό»
Στην υπόθεση T-206/02,
Εθνικό Κογκρέσο του Κουρδιστάν (KNK), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενο από τον J. Boisseau, δικηγόρο,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους Μ. Βιτσεντζάτο και S. Marquardt,
καθού,
υποστηριζομένου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τον G. zur Hausen και την G. Boudot και, εν συνεχεία, από τον J. Enegren και την G. Boudot, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο, αρχικώς, από τον J. Collins και, εν συνεχεία, από την R. Caudwell, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες,
με αντικείμενο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως 2002/334/EΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαΐου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την κατάργηση της απόφασης 2001/927/EΚ (ΕΕ L 116, σ. 33),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Pirrung, πρόεδρο, N. J. Forwood και Σ. Παπασάββα, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) εμφανίστηκε το 1978 και ανέλαβε ένοπλο αγώνα κατά της Τουρκικής Κυβερνήσεως προκειμένου να αναγνωριστεί στους Κούρδους το δικαίωμα αυτοδιαθέσεως. Τον Ιούλιο του 1999, το PKK κήρυξε μονομερώς κατάπαυση του πυρός, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος αυτοάμυνας. Τον Απρίλιο του 2002, το συνέδριο του PKK ανακοίνωσε τη διάλυση του τελευταίου.
2 Το Εθνικό Κογκρέσο του Κουρδιστάν (KNK), που ιδρύθηκε το 1999, είναι μια οργάνωση στην οποία έχουν ενταχθεί περίπου τριάντα οργανώσεις. Το ΚΝΚ έχει ως σκοπό την «ενίσχυση της ενότητας και της συνεργασίας των Κούρδων σε όλα τα τμήματα του Κουρδιστάν και την υποστήριξη του αγώνα τους υπό το πρίσμα των υπέρτατων συμφερόντων του κουρδικού έθνους» (άρθρο 7, παράγραφος Α, του καταστατικού χάρτη του ΚΝΚ). Το ΡΚΚ ήταν μέλος του ΚΝΚ κατά το χρονικό σημείο ιδρύσεως του τελευταίου.
3 Στις 27 Δεκεμβρίου 2001, το Συμβούλιο, θεωρώντας ότι η δράση της Κοινότητας ήταν αναγκαία προκειμένου να εφαρμοστεί το ψήφισμα 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, εξέδωσε την κοινή θέση 2001/930/ΚΕΠΠΑ για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 90) και την κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 93).
4 Σύμφωνα με το άρθρο 2 της κοινής θέσης 2001/931:
«Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ενεργούσα εντός των ορίων των εξουσιών που της απονέμει η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αποφασίζει τη δέσμευση κεφαλαίων και άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πηγών προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα.»
5 Στις 27 Δεκεμβρίου 2001, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 70).
6 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 2580/2001:
«1. Εκτός εάν επιτρέπεται δυνάμει των άρθρων 5 και 6:
α) δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια, χρηματικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικοί πόροι που ανήκουν ή βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή φυσικού ή νομικού προσώπου, ομάδας ή οντότητας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3,
β) κανένα κεφάλαιο, άλλο χρηματικό περιουσιακό στοιχείο ή οικονομικός πόρος δεν διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3.
2. Εκτός εάν επιτρέπεται δυνάμει των άρθρων 5 και 6, απαγορεύεται η παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε οποιοδήποτε ή προς όφελος οποιουδήποτε από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τις ομάδες ή τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3.
3. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ομοφωνία, καταρτίζει, αναθεωρεί και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 4, 5 και 6 της κοινής θέσης 2001/931/ΚΕΠΠΑ. Ο κατάλογος αυτός αποτελείται από:
i) φυσικά πρόσωπα που διαπράττουν, ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·
ii) νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που διαπράττουν, ή επιχειρούν να διαπράξουν, συμμετέχουν ή διευκολύνουν τη διάπραξη οιασδήποτε τρομοκρατικής πράξης·
iii) νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ανήκουν σε ή ελέγχονται από ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) και ii)· ή
iv) φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ομάδες ή οντότητες που ενεργούν εξ ονόματος ή υπό την καθοδήγηση ενός ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία i) και ii).»
7 Στις 2 Μαΐου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2002/334/ΕΚ για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2001/927/ΕΚ (ΕΕ L 116, σ. 33· στο εξής: επίδικη απόφαση). Με την ως άνω απόφαση το PKK συμπεριελήφθη στον προβλεπόμενο από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 κατάλογο (στο εξής: επίδικος κατάλογος).
8 Στις 17 Ιουνίου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2002/460/ΕΚ για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2002/334 (ΕΕ L 160, σ. 26). Το όνομα του PKK διατηρήθηκε στον επίδικο κατάλογο. Εν συνεχεία, ο ως άνω κατάλογος αναπροσαρμοζόταν με αποφάσεις του Συμβουλίου.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Ιουλίου 2002, το ΚΝΚ, εκπροσωπούμενο από τον πρόεδρό του Seryf Vanly, άσκησε την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως.
10 Με διάταξη της 24ης Φεβρουαρίου 2003, επετράπη στην Επιτροπή και στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
11 Με χωριστό δικόγραφο, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Το προσφεύγον και η Επιτροπή κατέθεσαν εμπροθέσμως τις παρατηρήσεις τους επί της ως άνω ενστάσεως. Το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε από την υποβολή παρατηρήσεων συναφώς.
12 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·
– να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
13 Το προσφεύγον ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ορίσει γενικό εισαγγελέα·
– να διατάξει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διαβιβάσει την ηχογράφηση της συνεδριάσεως της μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής ΕΕ-Τουρκίας της 17ης και 18ης Ιουνίου 2002·
– να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα της παρούσας παρεμπίπτουσας διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
14 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορά άμεσα και ατομικά το ΚΝΚ.
15 Πρώτον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προβάλλουν ότι το ΚΝΚ δεν είναι αποδέκτης της ως άνω αποφάσεως και δεν μνημονεύεται ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς στην απόφαση αυτή. Ισχυρίζονται δε ότι το μόνο συμφέρον που επικαλείται το ΚΝΚ –ήτοι η προσβολή της διπλωματικής δράσεώς του, της φήμης και της αξιοπιστίας του– δεν αρκεί προκειμένου να το εξατομικεύσει.
16 Δεύτερον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι το ΚΝΚ δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει προσφυγή στο όνομα ενός από τα μέλη του. Αφενός, το ΡΚΚ δεν είναι πλέον μέλος του ΚΝΚ. Αφετέρου, το Συμβούλιο ισχυρίζεται, επικουρικώς, ότι το ΚΝΚ δεν είναι μια ένωση η οποία έχει συσταθεί για τη διασφάλιση της προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των μελών της, κατά την έννοια της νομολογίας, λαμβανομένης υπόψη της ποικιλομορφίας των μελών της.
17 Τρίτον, κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, το επιχείρημα του προσφεύγοντος –σύμφωνα με το οποίο η έλλειψη αποτελεσματικού ενδίκου βοηθήματος καθιστά την προσφυγή παραδεκτή– πρέπει να απορριφθεί, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-6677, σκέψη 43).
18 Τέταρτον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν ότι το ΚΝΚ στερείται ενεργητικής νομιμοποιήσεως κατά το μέτρο που δεν ισχυρίζεται ότι τα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία του εθίγησαν από τη δέσμευση κεφαλαίων στην οποία προέβη η επίδικη απόφαση.
19 Το ΚΝΚ προβάλλει, ευθύς εξ αρχής, ότι δεν προσπαθεί τόσο να προστατεύσει τα δικά του συμφέροντα όσο να αποκαταστήσει μια ιστορική αλήθεια, ήτοι την αυτοδιάλυση του ΡΚΚ καθώς και την εκ μέρους του τελευταίου παύση κάθε βίαιης ενέργειας. Έτσι, το ΚΝΚ δεν σκοπεύει, με την προσφυγή του, να καταπολεμήσει τα αποτελέσματα του κανονισμού 2580/2001 ούτε να αμφισβητήσει μελλοντικές οικονομικές κυρώσεις που ουδέποτε θα του επιβληθούν.
20 Αντιθέτως, η προσφυγή του ΚΝΚ αποσκοπεί στην ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, καθόσον η εν λόγω απόφαση θίγει σοβαρά τη νομιμότητα της πολιτικής δράσης του. Η καταχρηστική αναγραφή του ΡΚΚ στον επίδικό κατάλογο κλονίζει αισθητά την αξιοπιστία του αγώνα που έχει αναλάβει το ΚΝΚ. Συναφώς, το ΚΝΚ υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος Α, του καταστατικού χάρτη του, τα μέλη του ΚΝΚ τού έχουν αναθέσει την αποστολή «να υποστηρίζει τον αγώνα των εν λόγω μελών υπό το πρίσμα των υπέρτατων συμφερόντων του κουρδικού έθνους».
21 Το ΚΝΚ υπενθυμίζει ότι το ΡΚΚ διαλύθηκε τον Απρίλιο του 2002, οπότε δεν επιτρέπεται στο τελευταίο να προσβάλει την απόφαση που απευθύνεται σε αυτό. Η εν λόγω διάλυση υποχρεώνει το ΚΝΚ να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως. Συναφώς, το ΚΝΚ επισημαίνει ότι το Συμβούλιο αναγνώρισε ότι, αν το ΡΚΚ είχε παραμείνει μέλος του ΚΝΚ, η επίδικη απόφαση θα αφορούσε ατομικά το τελευταίο.
22 Πλείονα περιστατικά έλαβαν χώρα στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης ορισμένες ημέρες μόνο μετά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως. Ειδικότερα, δύο εκ των εξεχόντων μελών του ΚΝΚ στερήθηκαν του προνομίου να παραστούν στη συνεδρίαση της μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής ΕΕ-Τουρκίας της 17ης και 18ης Ιουνίου 2002, για τον λόγο ότι ήσαν τρομοκράτες.
23 Εξάλλου, κατά το ΚΝΚ, κανένα άλλο ένδικο βοήθημα δεν παρείχε τη δυνατότητα να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή, προκειμένου να αποφευχθεί η παραβίαση των γενικών αρχών που απορρέουν από τα άρθρα 6 και 13 της Συμβάσεως για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Συναφώς, η απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 17, δεν συνιστά εμπόδιο, καθόσον, εν προκειμένω, δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί το εθνικό δικονομικό δίκαιο, εφόσον η ίδια η έκδοση της επίδικης αποφάσεως θίγει το ΚΝΚ.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
24 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
25 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι δεν παρίσταται ανάγκη να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της σαφήνειας της νομολογίας, δεν παρίσταται ανάγκη να οριστεί γενικός εισαγγελέας. Ομοίως, το αίτημα προσκομίσεως ενός εγγράφου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να απορριφθεί εφόσον, έστω και αν υποτεθεί ότι ένα τέτοιο έγγραφο αποδεικνύει τα λεγόμενα του προσφεύγοντος, τούτο δεν θα μετέβαλλε την απόφαση επί του παραδεκτού της προσφυγής.
26 Δεν αμφισβητείται ότι το προσφεύγον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως, εφόσον το όνομά του δεν αναγράφεται στον επίδικο κατάλογο.
27 Κατά πάγια νομολογία, μια πράξη η οποία θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, την ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα της κατηγορίας αυτής και, συνεπώς, η ένωση αυτή δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, όταν τα μέλη της δεν νομιμοποιούνται ατομικώς προς τούτο (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 19/62 έως 22/62, Fédération nationale de la boucherie en gros et du commerce en gros des viandes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 845, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Μαρτίου 2001, Τ‑69/96, Hamburger Hafen- und Lagerhaus κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1037, σκέψη 49).
28 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος Α, του καταστατικού χάρτη του προσφεύγοντος, το τελευταίο έχει ως αποστολή την ενίσχυση της ενότητας και της συνεργασίας των Κούρδων σε όλα τα τμήματα του Κουρδιστάν και την υποστήριξη του αγώνα τους υπό το πρίσμα των υπέρτατων συμφερόντων του κουρδικού έθνους. Επομένως, το προσφεύγον πρέπει να θεωρηθεί ως ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών.
29 Το ως άνω συμπέρασμα αποδεικνύεται επίσης από το πρώτο επιχείρημα του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το οποίο η αναγραφή του ΡΚΚ στον επίδικο κατάλογο θίγει σοβαρά τη νομιμότητα και την άσκηση της πολιτικής δράσης του. Έτσι, το προσφεύγον επικαλείται την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των μελών του. Δυνάμει της προμνησθείσας νομολογίας, η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να αφορά ατομικά το προσφεύγον.
30 Εν συνεχεία, πρέπει να εξακριβωθεί αν το προσφεύγον δύναται να επικαλεσθεί το γεγονός ότι ένα ή περισσότερα από τα μέλη του μπορούν παραδεκτώς να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως.
31 Το προσφεύγον επικαλείται το γεγονός ότι το ΡΚΚ ήταν ένα από τα μέλη του και ότι το τελευταίο θα μπορούσε παραδεκτώς να ασκήσει προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως.
32 Με το ως άνω επιχείρημα, το προσφεύγον αναγνωρίζει, χωρίς να συντρέχει λόγος να αμφισβητηθεί ο εν λόγω ισχυρισμός, ότι το ΡΚΚ δεν είναι πλέον ένα από τα μέλη του. Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ανήκε κατά το παρελθόν σε μια ένωση επιτρέπει στην τελευταία να κάνει χρήση του δικαιώματος του εν λόγω προσώπου να κινηθεί ενδεχομένως δικαστικώς. Πράγματι, η αποδοχή παρόμοιας συλλογιστικής θα ισοδυναμούσε με την παροχή σε δεδομένη ένωση μιας μορφής διαρκούς δικαιώματος προς άσκηση προσφυγής, και τούτο παρά το γεγονός ότι η ως άνω ένωση δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα του πρώην μέλους της.
33 Το ως άνω συμπέρασμα δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, κατά το προσφεύγον, το ΡΚΚ αυτοδιαλύθηκε και ότι, ως εκ τούτου, μόνον το προσφεύγον μπορεί εφεξής να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός, έστω και αν υποτεθεί ότι είναι ακριβής, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι το ΡΚΚ δεν είναι πλέον σε θέση να ασκήσει προσφυγή. Κατά συνέπεια, το προσφεύγον δεν μπορεί να επικαλεστεί, προκειμένου να ασκήσει το ίδιο προσφυγή, ούτε τη δυνατότητα ενός από τα μέλη του να ασκήσει ατομικώς προσφυγή.
34 Επίσης, το προσφεύγον επικαλείται το γεγονός ότι ορισμένα από τα μέλη του εμποδίστηκαν να παραστούν σε συνεδριάσεις τόσο ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και ενώπιον του Συμβουλίου της Ευρώπης, λίγο μετά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
35 Έστω και αν υποτεθεί ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά έχουν αποδειχθεί, το προσφεύγον δεν αναφέρει με ποιον τρόπο τα εν λόγω μέλη μπορούσαν τα ίδια να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τα περιστατικά αυτά απορρέουν από τα έννομα αποτελέσματα της επίδικης αποφάσεως.
36 Τέλος, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι κανένα άλλο ένδικο βοήθημα, εκτός από την παρούσα προσφυγή, δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως, καθόσον η εν λόγω απόφαση αφορά το ΡΚΚ.
37 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο ως άνω ισχυρισμός είναι εσφαλμένος. Το γεγονός ότι το προσφεύγον αδυνατεί το ίδιο να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως ουδόλως σημαίνει ότι κανένα άλλο πρόσωπο, αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως ή θιγόμενος εξ αυτής άμεσα και ατομικά, δεν μπορεί να ασκήσει παρόμοια προσφυγή.
38 Συναφώς, είναι πασίγνωστο ότι το Συμβούλιο, με την απόφασή του 2004/306/ΕΚ, της 2ας Απριλίου 2004, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 και την κατάργηση της απόφασης 2003/902/ΕΚ (ΕΕ L 99, σ. 28), ενέγραψε το KADEK και το Kongra-Gel ως συμμάχους του ΡΚΚ στον επίδικο κατάλογο. Με προσφυγή η οποία ασκήθηκε στις 25 Ιουνίου 2004 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό Τ-253/04 (ΕΕ C 262, σ. 28), το Kongra-Gel ζήτησε την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως.
39 Δεδομένου ότι το προσφεύγον αδυνατεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι ένα από τα μέλη του μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως, επιβάλλεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω απόφαση δεν το αφορά ατομικώς.
40 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα του Συμβουλίου.
42 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Το προσφεύγον φέρει τα δικαστικά του έξοδα, καθώς και εκείνα του Συμβουλίου.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Λουξεμβούργο, 15 Φεβρουαρίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy