Υπόθεση T-235/02
Strongline A/S
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Εμπορικά σήματα – Διαδικασία ανακοπής – Μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής – Κανόνας 17, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 – Προσφυγή προδήλως αβάσιμη»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 17ης Νοεμβρίου 2003
Περίληψη της διατάξεως
Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία καταχωρίσεως – Ανακοπή – Παράλειψη προσκομίσεως, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, της μεταφράσεως των αποδεικτικών και δικαιολογητικών εγγράφων προς στήριξη της ανακοπής – Δυνατότητα του Γραφείου να απορρίψει την ανακοπή
(Κανονισμός της Επιτροπής 2868/95, άρθρο 1, κανόνες 16 και 17 § 2)Αν, στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής, που ασκήθηκε κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δυνάμει των άρθρων 42 επ. του κανονισμού 40/94, για το κοινοτικό σήμα, ο ανακόπτων δεν προσκομίσει, όπως απαιτεί ο κανόνας 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94, τη μετάφραση των αποδεικτικών και δικαιολογητικών στοιχείων προς στήριξη της ανακοπής στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής πριν από τη λήξη της ταχθείσας συναφώς προθεσμίας από το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), το τελευταίο μπορεί νομίμως να απορρίψει την ανακοπή ως αβάσιμη εκτός αν μπορεί να αποφανθεί άλλως περί αυτής, στηριζόμενος στις αποδείξεις που ενδεχομένως ήδη διαθέτει, σύμφωνα με τον κανόνα 20, παράγραφος 3, του κανονισμού εκτελέσεως. Η απόρριψη της ανακοπής δικαιολογείται ακόμη και αν ο ανακόπτων πληροί τις προϋποθέσεις του κανόνα 16 του κανονισμού εκτελέσεως που αφορά την προσκόμιση των εν λόγω αποδεικτικών και δικαιολογητικών στοιχείων, εφόσον η παράβαση του κανόνα 17, παράγραφος 2, δεν επιτρέπει στον αιτούντα την καταχώριση σήματος να ασκήσει τα δικαιώματά του άμυνας στο πλαίσιο της inter partes διαδικασίας και στο τμήμα προσφυγών να βεβαιωθεί, επαρκώς, για το αληθές των δικαιωμάτων που επικαλείται ο ανακόπτων.βλ. σκέψεις 39, 43, 45
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 17ης Νοεμβρίου 2003 (*)
””Κοινοτικό σήμα - Διαδικασία ανακοπής - Μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής - Κανόνας 17, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 - Προσφυγή προδήλως αβάσιμη
Στην υπόθεση T-235/02,
Strongline A/S, με έδρα το Glostrup (Δανία), εκπροσωπούμενη από τον J. S. Ørndrup, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον O. Waelbroeck,
καθού
παρεμβαίνουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου:
η εταιρία Scala Inc., με έδρα το Exton, Πεννσυλβάνια (Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής), εκπροσωπούμενη από τον R. M. Hiddleston, solicitor,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) της 27ης Μα.ου 2002 (υπόθεση R 830/2001-1), που αφορά την απόρριψη ανακοπής λόγω ελλείψεως αποδείξεως των δικαιωμάτων που αντλούνται από προγενέστερα σήματα,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑ.ΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Pirrung, πρόεδρο, A. W. H. Meij και N. J. Forwood, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
έχοντας υπόψη την αίτηση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Αυγούστου 2002,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του Γραφείου που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Νοεμβρίου 2002, όπως διορθώθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2002,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Δεκεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 23 Μαρτίου 1998 δημοσιεύτηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 20/98 αίτηση προς καταχώρηση κοινοτικού σήματος, καταταθείσα από την παρεμβαίνουσα Scala Inc., στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: Γραφείο), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί, και αφορώσα το λεκτικό σημείο SCALA για τον προσδιορισμό των «λογισμικών υπολογιστών» που υπάγονται στην κλάση 9, υπό την έννοια του διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με την ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών όσον αφορά την καταχώρηση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε.
2 H αίτηση κατατέθηκε στην αγγλική. Η γαλλική ορίστηκε ως δεύτερη γλώσσα δυνάμει του άρθρου 115, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94.
3 Στις 15 Ιουνίου 1998, η προσφεύγουσα Strongline Software A/S, καλούμενη επίσης Strongline A/S, άσκησε ανακοπή δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94, βάλλουσα κατά του αιτουμένου σήματος, όσον αφορά όλα τα προϊόντα που αφορά το τελευταίο, βασιζόμενη στην ταυτότητα του αιτουμένου σήματος με δύο προγενέστερα εθνικά σήματα, δηλαδή τα λεκτικά σήματα SCALA που καταχωρήθηκαν το 1989 στη Δανία και το 1994 στη Γερμανία για προϊόντα υπαγόμενα στις κλάσεις 9 και 16 υπό την έννοια του διακανονισμού της Νίκαιας. Η προσφεύγουσα στήριξε ειδικότερα την ανακοπή της σε ορισμένα από τα προϊόντα για τα οποία είχαν καταχωρηθεί τα προγενέστερα σήματα και τα οποία είχαν περιγραφεί ως «προγράμματα επεξεργασίας αποθηκευμένα σε φορείς δεδομένων» (computerprogrammes stored on data carriers) της κλάσεως 9.
4 Στο δικόγραφό της ανακοπής, η προσφεύγουσα επέλεξε την αγγλική γλώσσα ως γλώσσα διαδικασίας ενώπιον του Γραφείου. Στο δικόγραφο αυτό επισύναψε γερμανικό έγγραφο σχετικά με την καταχώρηση στη Γερμανία και μετάφραση στα Αγγλικά του πλήρους καταλόγου των προϊόντων για τα οποία, κατ' αυτήν, είχε καταχωρηθεί έκαστο των δύο προγενεστέρων σημάτων.
5 Στις 17 Ιουνίου 1998, η προσφεύγουσα προσκόμισε στο Γραφείο τυποποιημένο έντυπο του Γραφείου στα δανέζικα παρέχον εξουσιοδότηση στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοπής σε εγκεκριμένο εκπρόσωπο. Επισύναψε επιπλέον δύο έγγραφα στα δανέζικα, περιγραφόμενα στη συνοδευτική επιστολή ως αντίγραφο της καταχωρήσεως στη Δανία με δικαιούχο την Strongline ApS και αντίγραφο της απευθυνομένης στο Patent- og Varemærkestyrelsen αιτήσεως (δανέζικη υπηρεσία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων) προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αλλαγή του ονόματός της σε Strongline Software A/S.
6 Στις 19 Ιουνίου 1998, η προσφεύγουσα προσκόμισε στο Γραφείο έγγραφο στα δανέζικα με τις επικεφαλίδες που έφεραν οι στήλες του εγγράφου μεταφρασμένες στα αγγλικά, περιγραφόμενο ως αντίγραφο της καταχωρήσεως στη Δανία, εκδοθέν τη φορά αυτή επ' ονόματι της Strongline Software, και τη μετάφραση, παρεμφερή με αυτήν που είχε προηγουμένως προσκομισθεί, των προϊόντων για τα οποία είχε καταχωρηθεί το σήμα αυτό.
7 Στις 2 Σεπτεμβρίου 1998, το Γραφείο επεσήμανε στην προσφεύγουσα ότι, παρά τον κανόνα 76, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1), καμία εξουσιοδότηση δεν είχε προσκομισθεί σε μια από τις γλώσσες του Γραφείου. Η προσφεύγουσα προσκόμισε την επομένη το τυποποιημένο έντυπο στα αγγλικά.
8 Στις 16 Απριλίου 1999, το Γραφείο ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την έναρξη της κατ' αντιμωλία διαδικασίας και έταξε προθεσμία τεσσάρων μηνών, παρατεινομένη κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων έως τις 16 Απριλίου 2000, για την κατάθεση όλων των αναγκαίων για τη στήριξη της αιτήσεως ανακοπής πραγματικών περιστατικών, αποδεικτικών στοιχείων ή επιχειρημάτων. Το Γραφείο διευκρίνισε ρητώς ότι όλα τα έγγραφα έπρεπε να υποβληθούν στη γλώσσα της διαδικασίας ανακοπής.
9 Στις 17 Φεβρουαρίου 2000, η παρεμβαίνουσα ζήτησε όπως η προσφεύγουσα προσκομίσει την απόδειξη περί της σοβαρής χρήσεως του δανέζικου σήματος, σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού 40/94, διευκρινίζοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία έπρεπε να έχουν μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα.
10 Στις 30 Αυγούστου 2000, η προσφεύγουσα προσκόμισε τις παρατηρήσεις της και πολλά έγγραφα στα δανέζικα σχετικά με την απόδειξη περί της χρήσεως του δανέζικου σήματος.
11 Στις 15 Δεκεμβρίου 2000, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί των εγγράφων της 30ής Αυγούστου 2000. Παρατήρησε μεταξύ άλλων ότι ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία δεν είχαν μεταφραστεί και ότι η μετάφραση των σχετικών με τα αναφερόμενα σήματα εγγράφων εξακολουθούσε να λείπει. Ισχυρίστηκε ότι η ανεπάρκεια των ανακοινωθέντων στοιχείων δεν επέτρεπε να αρθούν οι αμφιβολίες ως προς το κύρος των προγενεστέρων σημάτων και ότι, συνεπώς, η αίτηση ανακοπής έπρεπε αυτομάτως να απορριφθεί. Οι παρατηρήσεις αυτές διαβιβάστηκαν στην προσφεύγουσα.
12 Στις 13 Φεβρουαρίου 2001, το Γραφείο ζήτησε ρητώς από την προσφεύγουσα να προσκομίσει τη μετάφραση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη χρήση του δανέζικου σήματος, σύμφωνα με τον κανόνα 22 του κανονισμού 2868/95. Στις 22 Μαρτίου 2001, η προσφεύγουσα προσκόμισε τις αιτηθείσες μεταφράσεις, αλλά δεν απάντησε στις αντιρρήσεις της παρεμβαίνουσας και, ειδικότερα, δεν προσκόμισε καμία συμπληρωματική μετάφραση των σχετικών με τα αναφερθέντα σήματα εγγράφων.
13 Στις 14 Ιουλίου 2001, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε νέες παρατηρήσεις κατόπιν συμπληρωματικών μεταφράσεων και, κυρίως, ενέμεινε στον ισχυρισμό της κατά τον οποίο η ανακοπή έπρεπε να απορριφθεί λόγω ελλείψεως αποδείξεως περί της καταχωρήσεως των αναφερθέντων σημάτων.
14 Με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2001, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει, στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής, το κύρος και το νομικό καθεστώς των προγενεστέρων εθνικών σημάτων επί των οποίων βασιζόταν η ανακοπή.
15 Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γραφείου, δυνάμει του άρθρου 59 του κανονισμού 40/94, κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών. Στις 16 Νοεμβρίου 2001, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της προσφυγής αυτής.
16 Με απόφαση της 27ης Μα.ου 2002 (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση), η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 6 Ιουνίου 2002, το πρώτο τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή.
17 Κατ' ουσίαν, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις, στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής, περί του κύρους και της κυριότητας των προβληθέντων προγενεστέρων σημάτων προς στήριξη της ανακοπής. .κρινε, επιπλέον, ότι δεν απόκειται στο Γραφείο να επισημάνει τις πλημμέλειες αυτές στην προσφεύγουσα, ειδικότερα αν, όπως εν προκειμένω, οι πλημμέλειες αυτές είχαν όλως ιδιαιτέρως τονισθεί με τις υποβληθείσες στην προσφεύγουσα παρατηρήσεις της παρεμβαίνουσας.
Αιτήματα των διαδίκων
18 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να αναπέμψει την υπόθεση στο πρώτο τμήμα προσφυγών·
– να καταδικάσει έκαστο διάδικο στα δικαστικά του έξοδα.
19 Το Γραφείο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
20 Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– vα απορρίψει την ανακοπή και να δεχθεί την καταχώρηση του αιτηθέντος σήματος
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
21 Το Γραφείο ισχυρίζεται ότι η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το οποίο «τα υπομνήματα των διαδίκων δεν μπορούν να τροποποιήσουν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς». Στο δικόγραφό της, η προσφεύγουσα επικαλείται την παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α´ ή β´, του κανονισμού 40/94. Πλην όμως, το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών, σύμφωνα με το δικόγραφο βάσει του οποίου το τελευταίο επελήφθη της υποθέσεως, αφορούσε μόνο τη μη τήρηση του κανόνα 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95.
22 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, εν προκειμένω, αντίθετα προς αυτά που ισχυρίζεται το Γραφείο, το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών αφορούσε άμεσα την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 και, επομένως, δεν τροποποιήθηκε από τα αιτήματα της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, πρώτον, η παρούσα διαφορά, αναμφισβήτητα, έχει εισαχθεί με την ασκηθείσα δυνάμει του εν λόγω άρθρου ανακοπή. Δεύτερον, οι άμεσα αναφερόμενοι από το τμήμα προσφυγών κανόνες στην προσβαλλομένη του απόφαση, δηλαδή οι κανόνες 16, παράγραφος 2, και 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, συνιστούν τυπικές ή δικονομικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Τρίτον, το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών, σύμφωνα με το οποίο η προσφυγή απορρίπτεται «για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε τα δικαιώματα επί των οποίων στηρίζει την ανακοπή της» συνιστά σαφώς περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 8.
23 Επομένως, εκτιμάται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
24 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 63, παράγραφος 6, του κανονισμού 40/94, το Γραφείο υποχρεούται να λαμβάνει τα αναγκαία για την εκτέλεση της αποφάσεως του κοινοτικού δικαστή μέτρα. Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές στο Γραφείο [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T-247/01, eCopy κατά ΓΕΕΑ, (ECOPY), Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-5301, σκέψη 13]. Επομένως, το αίτημα της παρεμβαίνουσας να γίνει δεκτή η καταχώρηση του αιτηθέντος σήματος πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι τα υποβληθέντα στο Γραφείο έγγραφα προς στήριξη της ανακοπής της, δηλαδή τα αποσπάσματα των καταχωρήσεων στη Γερμανία και τη Δανία, πληρούν τις προϋποθέσεις του κανόνα 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95. Τα αποσπάσματα αυτά πρέπει να θεωρούνται ως πιστοποιητικά καταχωρήσεως υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Συναφώς, η προσφεύγουσα τονίζει ότι η δανέζικη υπηρεσία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων δεν χορηγεί έγγραφο με τίτλο «πιστοποιητικό καταχωρήσεως», αλλά μόνο τα προσκομισθέντα εν προκειμένω αποσπάσματα. Εν πάση περιπτώσει, τα αποσπάσματα αυτά συνιστούν ασυζητητί επίσημα έγγραφα, ή αντίγραφα αυτών, εκδοθέντα από την αρμόδια για την καταχώρηση του οικείου σήματος αρχή.
26 Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του κανόνα 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95.
27 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η καταχώρηση του σήματος SCALA υπέρ της παρεμβαίνουσας συνιστά παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94, εφόσον τα οικεία σημεία είναι πανομοιότυπα και τα προϊόντα πανομοιότυπα ή, τουλάχιστον, παρόμοια. Το γεγονός ότι ο κανόνας 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 παραβιάστηκε δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια τέτοια παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 40/94.
28 Το Γραφείο ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι σαφώς αβάσιμη στο μέτρο που δεν συντρέχει λόγος να εξεταστεί η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α´ ή β´, του κανονισμού 40/94, εφόσον η προσφεύγουσα δέχθηκε ρητώς ότι δεν τήρησε τον κανόνα 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τον κανόνα 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95, η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί λόγω μη αποδείξεως προγενεστέρων δικαιωμάτων.
29 Το Γραφείο διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της παρούσας προσφυγής, η προσφεύγουσα θα μπορεί ακόμη να υποβάλει αίτηση ακυρότητας δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94.
30 Η παρεμβαίνουσα θεωρεί ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε, εντός της ταχθείσας από το Γραφείο προθεσμίας σύμφωνα με τους κανόνες 16, παράγραφος 3, και και 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, επαρκείς αποδείξεις περί του κύρους του γερμανικού και του δανέζικου σήματος, περί της κυριότητάς της επ' αυτών, περί της χρήσεώς τους και μεταφράσεις των αποδείξεων αυτών στη γλώσσα διαδικασίας. Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν με το δικόγραφο καθώς και η μετάφρασή τους πρέπει να θεωρούνται εκπρόθεσμα, εφόσον η προσφεύγουσα δεν τα προσκόμισε ενώπιον του Γραφείου, ενώ είχε με το παραπάνω τη δυνατότητα να το πράξει. Επομένως, η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί.
31 Η παρεμβαίνουσα τονίζει τη σημασία της προσκομίσεως μεταφράσεως των οικείων αποδεικτικών στοιχείων, τόσο για το Γραφείο όσο και για τον αιτούντα την καταχώρηση σήματος, προκειμένου να κριθεί η ποιότητα μιας ανακοπής και υπενθυμίζει, συναφώς, ότι η προσφεύγουσα αναγνώρισε ότι δεν εξεπλήρωσε τις προϋποθέσεις του κανόνα 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95.
32 Αν το Πρωτοδικείο κρίνει ανεπαρκή τα πιο πάνω επιχειρήματα, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορρίψει την ανακοπή για τον λόγο ότι τα προϊόντα που αφορά η αίτηση για την καταχώρηση σήματος είναι περισσότερα από αυτά που αφορούν τα προγενέστερα σήματα και ότι, επομένως, δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ των σημάτων υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α´, του κανονισμού 40/94.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
33 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή στερείται προδήλως κάθε νομικού ερείσματος, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
34 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, διαθέτει επαρκή στοιχεία βάσει της δικογραφίας και αποφασίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
35 Κατά τον κανόνα 16, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2868/95:
«2. Αν η ανακοπή βασίζεται σε προγενέστερο σήμα το οποίο δεν είναι κοινοτικό σήμα, το δικόγραφο της ανακοπής συνοδεύεται κατά προτίμηση από τα αποδεικτικά στοιχεία της καταχώρησης ή κατάθεσης του εν λόγω προγενέστερου σήματος, όπως πιστοποιητικό καταχώρησης [...]
3. Αν τα στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα και τα λοιπά δικαιολογητικά βάσει της παραγράφου 1, και τα αποδεικτικά στοιχεία κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 δεν έχουν υποβληθεί μαζί με το δικόγραφο της ανακοπής ή ακολούθως, μπορούν να υποβληθούν μετά την έναρξη της διαδικασίας ανακοπής εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, κατ' εφαρμογή του κανόνα 20 παράγραφος 2.»
36 Κατά τον κανόνα 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, «[ό]ταν τα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της ανακοπής που προβλέπονται από τον κανόνα 16, παράγραφοι 1 και 2, δεν κατατίθενται στη γλώσσα της διαδικασίας ανακοπής, ο ανακόπτων υποβάλλει μετάφραση αυτών των αποδεικτικών στοιχείων στην εν λόγω γλώσσα μέσα σε ένα μήνα από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής ή, ενδεχομένως, μέσα στην προθεσμία που τάσσει το Γραφείο σύμφωνα με τον κανόνα 16 παράγραφος 3.»
37 Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών με την προσβαλλομένη απόφαση και όπως αναγνωρίζει η προσφεύγουσα στο δικόγραφό της, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε ενώπιον του Γραφείου, κατά παράβαση του κανόνα 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95, εντός της προθεσμίας που της είχε ταχθεί, επαρκή μετάφραση των αποδεικτικών και δικαιολογητικών στοιχείων των δικαιωμάτων που αυτή αντλεί από προγενέστερα εθνικά σήματα επί των οποίων στηρίζει την ανακοπή της.
38 Πρέπει να υπομνηστεί ότι το γεγονός ότι ο κανόνας 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 2868/95 βαρύνει έναν διάδικο που κινεί διαδικασία inter partes δικαιολογείται από την ανάγκη να τηρούνται πλήρως η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και της ισότητας των όπλων σε μια τέτοια διαδικασία [απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουνίου 2002, T-232/00, Chef Revival USA κατά ΓΕΕΑ - Massagué Marín (Chef), Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2749, σκέψη 42].
39 Αν ο ανακόπτων δεν προσκομίσει τα αποδεικτικά και δικαιολογητικά στοιχεία προς στήριξη της ανακοπής και τη μετάφρασή τους στη γλώσσα διαδικασίας της ανακοπής πριν από τη λήξη της ταχθείσας συναφώς προθεσμίας από το Γραφείο, το τελευταίο μπορεί νομίμως να απορρίψει την ανακοπή ως αβάσιμη εκτός αν μπορεί να αποφανθεί άλλως περί αυτής, στηριζόμενο στις αποδείξεις που ενδεχομένως ήδη διαθέτει, σύμφωνα με τον κανόνα 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 2868/95. Στην περίπτωση αυτή, η απόρριψη της ανακοπής δεν συνδέεται μόνο με τη μη τήρηση εκ μέρους του ανακόπτοντος της ταχθείσας από το Γραφείο προθεσμίας, αλλά συνιστά και τη συνέπεια τη μη πληρώσεως μιας προϋποθέσεως επί της ουσίας της ανακοπής, εφόσον ο ανακόπτων, παραλείποντας να προσκομίσει εμπροθέσμως τα κρίσιμα αποδεικτικά και δικαιολογητικά στοιχεία, των οποίων η προσκόμιση είναι εξάλλου απαραίτητη ενόψει των εκτεθέντων στην πιο πάνω σκέψη λόγων, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη των πραγματικών περιστατικών ή δικαιωμάτων επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή του (απόφαση Chef, παρατέθηκε πιο πάνω στη σκέψη 38, σκέψη 44).
40 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται μόνο ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε πληρούν τις προϋποθέσεις του κανόνα 16 του κανονισμού 2868/95 και ότι η ανακοπή πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή.
41 Εκ προοιμίου διαπιστώνεται ότι τα έγγραφα και οι μεταφράσεις που αφορούν τα προβληθέντα προγενέστερα σήματα προς στήριξη της ανακοπής, που προσαρτώνται στο δικόγραφο, δεδομένου ότι προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του Πρωτοδικείου και, επομένως, δεν εξετάστηκαν από το τμήμα προσφυγών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Επομένως, είναι απορριπτέα, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση της αποδεικτικής αξίας τους [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Πρωτοδικείου ECOPY, προπαρατέθηκε στη σκέψη 24 πιο πάνω, σκέψεις 45 έως 49, και της 5ης Μαρτίου 2003, T-237/01, Alcon κατά ΓΓΕΑ - Dr. Robert Winzer Pharma (BSS), που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 61 και 62].
42 Διαπιστώνεται, στη συνέχεια, ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσα δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
43 Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί, πράγμα που ουδόλως απέδειξε η προσφεύγουσα, ότι τα προσκομισθέντα στο Γραφείο έγγραφα πληρούν τις απαιτήσεις του κανόνα 16 του κανονισμού 2868/95, αντίθετα προς αυτό που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μια τέτοια διαπίστωση δεν θα ακύρωνε το συμπέρασμα του τμήματος προσφυγών κατά το οποίο τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθιστούν δυνατό, ελλείψει μεταφράσεως, την εξακρίβωση του νομικού καθεστώτος και της κυριότητας των αναφερθέντων προγενεστέρων σημάτων.
44 Το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ουσιαστικά ότι «[η προσφεύγουσα] δεν [είχε] υποβάλει, εντός της χορηγηθείσας από το τμήμα ανακοπών προθεσμίας, μετάφραση του εγγράφου που προσκοσμίσθηκε ως απόδειξη περί της κυριότητας και της υπάρξεως της γερμανικής καταχωρήσεως, ούτε επαρκή μετάφραση του δανέζικου πιστοποιητικού καταχωρήσεως, επί των οποίων στήριζε την ανακοπή της» (προσβαλλομένη απόφαση, σκέψη 39). Ειδικότερα, η εν λόγω απουσία μεταφράσεως δεν επέτρεψε να αρθούν οι αμφιβολίες της παρεμβαίνουσας, του τμήματος ανακοπών και του τμήματος πρσφυγών όσον αφορά την προέλευση των προσκομισθέντων εγγράφων, τον πραγματικό δικαιούχο των αναφερθέντων σημάτων ή την ακριβή έκταση των σημάτων αυτών.
45 Συνεπώς, η αναγνωρισθείσα από την προσφεύγουσα παράβαση του κανόνα 17 του κανονισμού 2868/95 μπορούσε να δικαιολογήσει την απόρριψη από το τμήμα προσφυγών της ενώπιον αυτού ασκηθείσας προσφυγής, εφόσον η εν λόγω παράβαση δεν κατέστησε δυνατό στην παρεμβαίνουσα να ασκήσει τα δικαιώματά της άμυνας στο πλαίσιο της inter partes διαδικασίας και στο τμήμα προσφυγών να βεβαιωθεί, επαρκώς, για το αληθές των προβληθέντων δικαιωμάτων.
46 Επομένως, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του Γραφείου και της παρεμβαίνουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 17 Νοεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική:
Full & Egal Universal Law Academy