Υπόθεση T-381/02
Confédération générale des producteurs de lait de brebis et des industriels de roquefort
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2002 — Καταχώριση ονομασίας προελεύσεως — “Φέτα” — Προσφυγή ακυρώσεως — Ενεργητική νομιμοποίηση — Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 13ης Δεκεμβρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Κανονισμός σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης — Προσφυγή διεπαγγελματικής οργάνωσης επιφορτισμένης με την προστασία των συλλογικών συμφερόντων, εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος εκτός αυτού από το οποίο προέρχεται το τυρί «φέτα» — Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· κανονισμός 2081/92 του Συμβουλίου· κανονισμός 1829/2002 της Επιτροπής)
Είναι απαράδεκτη προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται από διεπαγγελματική οργάνωση που αποτελείται από τη Fédération régionale des syndicats des éleveurs de brebis και από τη Fédération des syndicats des industriels de roquefort, εγκατεστημένη στη Γαλλία, κατά του κανονισμού 1829/2002, πoυ τρoπoπoιεί τo παράρτημα τoυ κανoνισμoύ 1107/96 σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92, όσoν αφoρά την καταχώριση της ονομασίας «φέτα» ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως υπό τους τίτλους «Τυριά» και «Ελλάδα».
Αφενός, ο κανονισμός αυτός αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δεδομένου ότι εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων, λαμβανομένων γενικώς και αφηρημένως, αναγνωρίζοντας σε όλες τις επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα πληρούν τις προβλεπόμενες γεωγραφικές και ποιοτικές απαιτήσεις το δικαίωμα εμπορίας των προϊόντων αυτών υπό την ανωτέρω ονομασία και αρνούμενος το δικαίωμα αυτό στις επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα δεν πληρούν αυτές τις ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις προϋποθέσεις. Το γενικό αυτό πεδίο εφαρμογής προκύπτει, κατά τα λοιπά, από το αντικείμενο της εν λόγω ρυθμίσεως, δηλαδή την προστασία, έναντι πάντων και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως που έχουν καταχωριστεί εγκύρως.
Αφετέρου, μολονότι δεν αποκλείεται μια διάταξη που από τη φύση της και το πεδίο εφαρμογής της έχει κανονιστικό χαρακτήρα να αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και συναφώς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μια επαγγελματική ένωση που έχει συσταθεί για την προάσπιση και την εκπροσώπηση των συμφερόντων των μελών της να μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως ακόμη και αν δεν προσβάλλονται τα δικά της συμφέροντα, ως ενώσεως, αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Πρώτον, ο εν λόγω κανονισμός δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα δικονομικού χαρακτήρα υπέρ μιας τέτοιας επαγγελματικής οργανώσεως. Επιπλέον, δεν θεσπίζει ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, σε κοινοτικό επίπεδο, υπέρ των ιδιωτών.
Δεύτερον, η οργάνωση αυτή δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών που νομιμοποιούνται ενεργητικώς για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής εφόσον, σύμφωνα με το καταστατικό της, δεν έχει ως αποστολή τη δικαστική εκπροσώπηση των παραγωγών φέτας και είναι επιφορτισμένη μόνο με την προστασία των συλλογικών συμφερόντων και όχι με την εκπροσώπηση του καθενός από τα μέλη της που είναι δικαιούχος σήματος, και οι παραγωγοί αυτοί δεν νομιμοποιούνται, εν πάση περιπτώσει, ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής.
(βλ. σκέψεις 52-55, 57-58, 82-83)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 13ης Δεκεμβρίου 2005 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2002 – Καταχώριση ονομασίας προελεύσεως – “Φέτα” – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-381/02,
Confédération générale des producteurs de lait de brebis et des industriels de roquefort, με έδρα το Millau (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους M. Jacquot και O. Prost, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τις P. Ormond και R. Caudwell, στη συνέχεια από την C. Jackson, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Iglesias Buhigues και την A.-M. Rouchaud-Joët, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Β. Κοντόλαιμο, τον Ι. Χαλκιά και τη Μ. Τασσοπούλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1829/2002 της Επιτρoπής, της 14ης Οκτωβρίoυ 2002, πoυ τρoπoπoιεί τo παράρτημα τoυ κανoνισμoύ (ΕΚ) 1107/96 όσoν αφoρά την oνoμασία «φέτα» (ΕΕ L 277, σ. 10),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, πρόεδρο, J. Azizi και E. Cremona, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ L 208, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), θεσπίζει, με το άρθρο του 1, τους κανόνες περί κοινοτικής προστασίας των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων, της οποίας μπορούν να τύχουν ορισμένα γεωργικά προϊόντα και ορισμένα τρόφιμα.
2 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του βασικού κανονισμού, η «ονομασία προέλευσης» είναι «το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
– που κατάγεται από αυτή την περιοχή, τον συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
– του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει:
«Θεωρούνται ωσαύτως ως ονομασίες προέλευσης, ορισμένες παραδοσιακές, γεωγραφικές ή μη, ονομασίες, που περιγράφουν γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο καταγωγής μιας περιοχής ή ενός συγκεκριμένου τόπου και το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2[, στοιχείο α΄,] δεύτερη περίπτωση.»
4 Κατά το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού, οι ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές δεν καταχωρίζονται.
5 Η καταχώριση ως προστατευομένης της ονομασίας προελεύσεως ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου οφείλει, συναφώς, να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο βασικός κανονισμός και, ειδικότερα, να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Η καταχώριση αυτή παρέχει στην εν λόγω ονομασία κοινοτική προστασία.
6 Τα άρθρα 5 έως 7 του βασικού κανονισμού θεσπίζουν διαδικασία καταχωρίσεως μιας ονομασίας, την καλούμενη «συνήθη διαδικασία», στο πλαίσιο της οποίας μπορεί κάθε ομάδα, που ορίζεται ως οργάνωση παραγωγών ή/και μεταποιητών τους οποίους αφορά το ίδιο γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο, ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να υποβάλει αίτηση καταχώρισης στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η σχετική γεωγραφική περιοχή. Το κράτος μέλος ελέγχει αν η αίτηση είναι αιτιολογημένη και τη διαβιβάζει στην Επιτροπή. Αυτή, αν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την προστασία της ονομασίας, δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα συγκεκριμένα στοιχεία που αναλυτικώς προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
7 Το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού ορίζει:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβάλει ένσταση κατά της καταχωρίσεως.
2. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μεριμνούν ώστε κάθε πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο οικονομικό συμφέρον να έχει τη δυνατότητα να λάβει γνώση της αίτησης. Επιπλέον, σύμφωνα με την κατάσταση που επικρατεί σ’ αυτά, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την πρόσβαση και άλλων ενδιαφερομένων που έχουν έννομο συμφέρον.
3. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να προβάλει ένσταση για την καταχώριση αποστέλλοντας δήλωση δεόντως αιτιολογημένη στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω παρατηρήσεις ή η προβληθείσα ένσταση εντός των τασσομένων προθεσμιών.
[…]»
8 Εάν δεν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία ένσταση κατά της καταχωρίσεως, η ονομασία καταχωρίζεται σε μητρώο που τηρεί η Επιτροπή με τίτλο «Μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων».
9 Σε περίπτωση παραδεκτώς ασκηθείσας ενστάσεως, εάν τα κράτη μέλη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 του ίδιου κανονισμού (διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής). Το άρθρο 7, παράγραφος 5, στοιχείο β΄, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της, για την έκδοση της αποφάσεώς της, «τις θεμιτές και παραδοσιακές χρήσεις και τους πράγματι υφιστάμενους κινδύνους σύγχυσης».
10 Το άρθρο 14, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού αναφέρεται στη σύγκρουση μεταξύ σήματος και ονομασίας προελεύσεως ή γεωγραφικής ενδείξεως. Ορίζει συναφώς:
«1. Όταν μια ονομασία προέλευσης ή μια γεωγραφική ένδειξη καταχωρίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η αίτηση καταχώρισης σήματος που αντιστοιχεί σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 και αφορά τον ίδιο τύπο προϊόντος απορρίπτεται, εφόσον η αίτηση καταχώρισης του σήματος υποβάλλεται μετά την ημερομηνία δημοσίευσης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2.
Τα σήματα που καταχωρίζονται κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου ακυρώνονται.
Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης όταν η αίτηση καταχώρισης ενός σήματος έχει κατατεθεί πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης της αίτησης καταχώρισης που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, εφόσον η δημοσίευση αυτή γίνεται πριν από την καταχώριση του σήματος.
2. Τηρουμένης της κοινοτικής νομοθεσίας, η χρήση σήματος […], που έχει καλοπίστως καταχωριστεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχώρισης της ονομασίας προέλευσης ή της γεωγραφικής ένδειξης, μπορεί να συνεχιστεί παρά την καταχώριση μιας ονομασίας προέλευσης ή μιας γεωγραφικής ένδειξης, εάν δεν διαπιστωθεί ότι το εν λόγω σήμα θίγεται από τους λόγους ακυρότητας ή έκπτωσης που προβλέπονται αντίστοιχα από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄ και ζ΄, και το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων.
[…]»
11 Το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού προβλέπει διαδικασία καταχωρίσεως, την καλούμενη «απλοποιημένη διαδικασία», που διαφέρει από τη συνήθη διαδικασία. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση επιθυμούν να καταχωρίσουν δυνάμει του βασικού κανονισμού. Η διαδικασία του άρθρου 15 του βασικού κανονισμού εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι η κατά το άρθρο 7 διαδικασία ενστάσεως δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας.
Ιστορικό της διαφοράς
12 Με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 1994, η Ελληνική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή την καταχώριση της ονομασίας «φέτα» ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.
13 Στις 19 Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή κατέθεσε στην κατά το άρθρο 15 του βασικού κανονισμού κανονιστική επιτροπή πρόταση κανονισμού που περιλάμβανε κατάλογο των ονομασιών που ήταν δυνατόν να καταχωρισθούν ως γεωγραφικές ενδείξεις ή προστατευόμενες ονομασίες προελεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Στον κατάλογο αυτό περιλαμβανόταν η ονομασία «φέτα». Δεδομένου ότι η κανονιστική επιτροπή δεν αποφάνθηκε επί της προτάσεως αυτής εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή υπέβαλε την πρόταση στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 15, τέταρτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, στις 6 Μαρτίου 1996. Το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί της προτάσεως αυτής εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 15, πέμπτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
14 Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 15, πέμπτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 12 Ιουνίου 1996, τον κανονισμό (ΕΚ) 1107/96 σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του [βασικού] κανονισμού (ΕΕ L 299, σ. 31). Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1107/96, η ονομασία «φέτα», που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού, στο τμήμα Α, υπό τον τίτλο «Τυριά» και κάτω από το όνομα της χώρας «Ελλάδα», καταχωρίσθηκε ως προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως.
15 Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, C-289/96, C-293/96 και C-299/96, Δανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-1541), το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό 1107/96 στο μέτρο που περιέλαβε την καταχώριση της ονομασίας «φέτα» ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως. Το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση του ζητήματος εάν η «φέτα» συνιστά κοινή ονομασία, δεν έλαβε δεόντως υπόψη όλους τους παράγοντες που όφειλε να λάβει υπόψη δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
16 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 25 Μαΐου 1999, τον κανονισμό (ΕΚ) 1070/1999 για την τροποποίηση του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 (ΕΕ L 130, σ. 18), διαγράφοντας την ονομασία «φέτα» από το μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως και των γεωγραφικών ενδείξεων καθώς και από το παράρτημα του κανονισμού 1107/96.
17 Επανεξετάζοντας στη συνέχεια την αίτηση καταχωρίσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή υπέβαλε στην κανονιστική επιτροπή σχέδιο κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 15, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, προτείνοντας την καταχώριση της ονομασίας «φέτα» βάσει του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού, ως προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως, στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προελεύσεως και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων. Δεδομένου ότι η κανονιστική επιτροπή δεν αποφάνθηκε επί της προτάσεως αυτής εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή υπέβαλε την πρόταση στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 15, τέταρτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
18 Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν αποφάσισε επί της προτάσεως αυτής εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 15, πέμπτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 14 Οκτωβρίου 2002, τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2002 για την τροποποίηση του παραρτήματος του κανονισμού 1107/96 όσον αφορά την ονομασία «φέτα» (ΕΕ L 277, σ. 10, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός). Δυνάμει του κανονισμού αυτού, η ονομασία «φέτα» καταχωρίσθηκε εκ νέου ως προστατευόμενη ονομασία και περιλήφθηκε στο παράρτημα του κανονισμού 1107/96, στο μέρος Α, υπό τους τίτλους «Τυριά» και «Ελλάδα».
Διαδικασία
19 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Δεκεμβρίου 2002, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
20 Με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή ζήτησε την αναστολή της εκδικάσεως της υποθέσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως στις υποθέσεις C-465/02 και C466/02.
21 Με έγγραφο της 24ης Φεβρουαρίου 2003, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι δεν αντιτάσσεται στην αίτηση αναστολής της εκδικάσεως.
22 Με απόφαση της 19ης Μαρτίου 2003, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση αναστολής της διαδικασίας και διέταξε τη συνέχιση της διαδικασίας.
23 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Μαΐου 2003, η Επιτροπή προέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου. Στις 7 Ιουλίου 2003, η προσφεύγουσα κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως αυτής.
24 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Απριλίου 2003 και στις 2 Μαΐου 2003 αντίστοιχα, η Ελληνική Δημοκρατία και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ) ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής.
25 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 28 Απριλίου 2003, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησε να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας.
26 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Απριλίου 2003, η περιφέρεια Languedoc-Roussillon ζήτησε να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας.
27 Με διάταξη της 26ης Αυγούστου 2003, επετράπη στην Ελληνική Δημοκρατία και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν.
28 Με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2003, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας παραιτήθηκε από την κατάθεση υπομνήματος παρεμβάσεως.
29 Στις 6 Οκτωβρίου 2003, η Ελληνική Δημοκρατία κατέθεσε το υπόμνημά της παρεμβάσεως υπέρ της Επιτροπής.
30 Με έγγραφο της 17ης Αυγούστου 2004, η περιφέρεια Languedoc-Roussillon ενημέρωσε το Πρωτοδικείο για την πρόθεσή της να παραιτηθεί από την παρέμβασή της.
31 Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2004, η περιφέρεια Languedoc-Roussillon διαγράφηκε από την υπόθεση ως παρεμβαίνουσα.
Αιτήματα των διαδίκων
32 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό κατά το μέρος που αφορά την καταχώριση της ονομασίας «φέτα»·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
33 Με την ένσταση απαραδέκτου η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
34 Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·
– να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
35 Με το υπόμνημα παρεμβάσεως η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
Σκεπτικό
36 Με την παρούσα προσφυγή, η προσφεύγουσα, η οποία είναι διεπαγγελματική οργάνωση που αποτελείται από τη Fédération régionale des syndicats des éleveurs de brebis (περιφερειακή ομοσπονδία των συνδικάτων εκτροφέων προβάτων) και από τη Fédération des syndicats des industriels de (ομοσπονδία των συνδικάτων βιομηχανικής παραγωγής roquefort), ζητεί την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού. Προβάλλει ειδικότερα παράβαση των άρθρων 2, 3 και 17 του βασικού κανονισμού καθώς και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
37 Η Επιτροπή και η Ελληνική Δημοκρατία, που παρεμβαίνει υπέρ αυτής, εκτιμούν ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι η προσφεύγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει επιπλέον ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
38 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει επί της ουσίας. Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η διαδικασία συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από την εξέταση των στοιχείων της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία επί της ενστάσεως που πρότεινε η Επιτροπή.
Όσον αφορά την προβληθείσα από την Ελληνική Δημοκρατία ένσταση απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της προσφυγής
39 Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι ασκήθηκε εκπροθέσμως. Δεδομένου ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δημοσιεύθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2002 και η προσφυγή ασκήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2002, δεν τηρήθηκε η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ.
40 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει να τρέχει από το τέλος της δέκατης τέταρτης ημέρας από της δημοσιεύσεως της επίδικης πράξεως. Η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως σύμφωνα με το άρθρο 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ήτοι κατά δέκα επιπλέον ημέρες. Λαμβανομένων υπόψη των κανόνων αυτών, οι υπό κρίση προσφυγές ασκήθηκαν εμπροθέσμως.
Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως στο πρόσωπο της προσφεύγουσας
Επιχειρήματα των διαδίκων
41 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή στρέφεται κατά κανονισμού γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, και ότι η προσφεύγουσα δεν θίγεται ατομικά από τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
42 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
43 Υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της προσφυγής διότι είναι εξουσιοδοτημένη να υπερασπίζει τα συμφέροντα των μελών της στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας. Θεωρεί ότι από το καταστατικό της προκύπτει ότι σκοπός της είναι «η προάσπιση των κοινών οικονομικών συμφερόντων των εκτροφέων προβάτων και των παραγωγών roquefort». Κατά την προσφεύγουσα, ο σκοπός που ορίζει το καταστατικό αυτό και τα μέσα που της απονέμονται για την επίτευξή του είναι επαρκώς ευρέα για να συμπεριλάβουν την υπό κρίση προσφυγή. Επιπλέον, η προσφεύγουσα είναι διεπαγγελματική οργάνωση, αναγνωρισμένη με γαλλικό διάταγμα, η οποία έχει ιδίως ως σκοπό τη ρύθμιση της αγοράς του γάλακτος στη λεκάνη παραγωγής του Roquefort και, για τον λόγο αυτό, προασπίζει τα συμφέροντα όλων των εκτροφέων και όλων των βιομηχανικών μεταποιητών του γάλακτος αυτού. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι δόθηκε ειδική προς τούτο εντολή στον πρόεδρό της εξουσιοδοτώντας τον να παρίσταται στο δικαστήριο εξ ονόματός της στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.
44 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι τα μέλη της θίγονται ατομικά από τον κανονισμό 1829/2002. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, πέραν των Ελλήνων παραγωγών του τυριού φέτα που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα οι οποίοι μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την ονομασία «φέτα», οι Γάλλοι παραγωγοί που είναι οργανωμένοι σε αυτήν είναι οι μόνοι που έχουν σημαντική πράγματι παραγωγή και εμπορία του τυριού που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα. Τα μέλη της προσφεύγουσας σχηματίζουν έτσι, λόγω της ιδιαιτερότητας αυτής, έναν «κλειστό κύκλο» επιχειρηματιών κατά την έννοια της νομολογίας.
45 Τρίτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι οι Γάλλοι παραγωγοί του τυριού φέτα που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα κατέθεσαν και χρησιμοποιούν πράγματι σήματα που περιέχουν τον όρο «φέτα». Έτσι, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, όπως έχει κριθεί με την υπόθεση Codorníu (απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorníu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I‑1853), η καταχώριση των σημάτων αυτών έχει ως αποτέλεσμα να θίγονται ατομικά τα μέλη της.
46 Τέταρτον, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, στον βαθμό που ο παραγωγός του τυριού φέτα αποτέλεσε αντικείμενο κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 355/77 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1977, περί κοινής δράσεως για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 149), η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη της την ιδιαίτερη κατάσταση του παραγωγού αυτού του οποίου η θέση διαφοροποιείται σε σχέση με κάθε άλλον επιχειρηματία.
47 Η προσφεύγουσα προβάλλει, τέλος, ότι η εφαρμογή από την Επιτροπή της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 17 του βασικού κανονισμού της στέρησε τις δικονομικές εγγυήσεις που προβλέπει η συνήθης διαδικασία η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 7 του βασικού κανονισμού, παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον να αντιταχθεί στην καταχώριση.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
48 Το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
49 Κατά πάγια νομολογία, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ μιας πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα και μιας αποφάσεως πρέπει να αναζητηθεί στη γενική ή όχι ισχύ της εν λόγω πράξεως (διατάξεις του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. I-4149, σκέψη 28, και της 24ης Απριλίου 1996, C-87/95 P, CNPAAP κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I-2003, σκέψη 33). Μια πράξη έχει γενική ισχύ αν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και αν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων in abstracto (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1996, T-482/93, Weber κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-609, σκέψη 55, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
50 Εν προκειμένω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εξασφαλίζει στην ονομασία «φέτα» την προστασία που προβλέπεται από τον βασικό κανονισμό για τις ονομασίες προελεύσεως.
51 Η προστασία αυτή συνίσταται στο ότι η χρησιμοποίηση της ονομασίας «φέτα» επιφυλάσσεται υπέρ των παραγωγών που κατάγονται από την περιγραφείσα γεωγραφική περιοχή, τα προϊόντα των οποίων πληρούν τις γεωγραφικές και ποιοτικές προδιαγραφές που επιβάλλονται για την παραγωγή της φέτας. Όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, ο προσβαλλόμενος κανονισμός, όχι μόνο δεν απευθύνεται σε καθορισμένους επιχειρηματίες, όπως η προσφεύγουσα, αλλά πολλώ μάλλον αναγνωρίζει σε όλες τις επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα πληρούν τις προβλεπόμενες γεωγραφικές και ποιοτικές απαιτήσεις το δικαίωμα εμπορίας των προϊόντων αυτών υπό την ανωτέρω ονομασία και αρνείται το δικαίωμα αυτό στις επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα δεν πληρούν αυτές τις ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις προϋποθέσεις. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εφαρμόζεται εξίσου σε όλους τους παραγωγούς φέτας –υφιστάμενους και μελλοντικούς– οι οποίοι έχουν λάβει νόμιμα άδεια να χρησιμοποιούν την ονομασία αυτή καθώς και σε όλους αυτούς στους οποίους θα απαγορευθεί η χρήση στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. Δεν έχει ως αντικείμενό του αποκλειστικά τους παραγωγούς των κρατών μελών, αλλά παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι απροσδιόριστου αριθμού παραγωγών τρίτων χωρών που θα είχαν την πρόθεση να προβούν σε εισαγωγές τυριού φέτα στην Κοινότητα, σήμερα ή στο μέλλον (διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2004, T-370/02, Alpenhain-Camembert-Werk κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 54).
52 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί επομένως μέτρο γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων, λαμβανομένων γενικώς και αφηρημένως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-109/97, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-3533, της 26ης Μαρτίου 1999, T-114/96, Biscuiterie-confiserie LOR και Confiserie du Tech κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-913, σκέψεις 27 έως 29, και της 9ης Νοεμβρίου 1999, T-114/99, CSR Pampryl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3331, σκέψεις 42 και 43, και Alpenhain-Camembert-Werk κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 51 ανωτέρω, σκέψη 55). Το γενικό αυτό πεδίο εφαρμογής προκύπτει, κατά τα λοιπά, από το αντικείμενο της εν λόγω ρυθμίσεως, δηλαδή την προστασία, έναντι πάντων και στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως που έχουν καταχωριστεί εγκύρως.
53 Ωστόσο, δεν αποκλείεται μια διάταξη που από τη φύση της και το πεδίο εφαρμογής της έχει κανονιστικό χαρακτήρα να αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
54 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι μία επαγγελματική ένωση που έχει συσταθεί για την προάσπιση και την εκπροσώπηση των συμφερόντων των μελών της μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή ακυρώσεως σε τρεις περιπτώσεις, συγκεκριμένα, πρώτον, όταν μια νομική διάταξη ρητώς αναγνωρίζει στις επαγγελματικές ενώσεις μια σειρά δυνατοτήτων δικονομικού χαρακτήρα, δεύτερον, όταν η ένωση αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα επιχειρήσεων που και οι ίδιες θα μπορούσαν να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή και, τρίτον, όταν η ένωση είναι εξατομικευμένη λόγω του επηρεασμού των δικών της, ως ενώσεως, συμφερόντων, ιδίως επειδή η διαπραγματευτική θέση της θίγεται από την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, T-295/04 έως T-297/04, ASAJA κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50).
55 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η προσφυγή της ασκείται παραδεκτώς διότι θίγονται τα συμφέροντά της, αλλά υποστηρίζει αποκλειστικά ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή βάσει των δύο πρώτων περιπτώσεων.
56 Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, δηλαδή την ύπαρξη νομικής διατάξεως που αναγνωρίζει ρητώς στις επαγγελματικές ενώσεις μια σειρά δυνατοτήτων δικονομικού χαρακτήρα, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι έχει δικαίωμα δικονομικού χαρακτήρα βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, ειδικότερα βάσει του άρθρου 7 του βασικού κανονισμού. Εκτιμά, εξάλλου, ότι, αν η Επιτροπή ακολουθούσε τη συνήθη διαδικασία καταχωρίσεως της ονομασίας «φέτα», θα είχε δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή.
57 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επιβάλλεται η διαπίστωση, συγκεκριμένα, ότι ο βασικός κανονισμός δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα δικονομικού χαρακτήρα υπέρ επαγγελματικών οργανώσεων όπως η προσφεύγουσα.
58 Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το Πρωτοδικείο έχει κρίνει ότι ο βασικός κανονισμός δεν θεσπίζει ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις, σε κοινοτικό επίπεδο, υπέρ των ιδιωτών (διατάξεις Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 67, και Alpenhain-Camembert-Werk κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 51 ανωτέρω, σκέψη 67).
59 Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή με τη διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 2000, C-447/98 P, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-9097, σκέψεις 71 έως 73), βλ., επίσης, υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 2002, C-151/01 P, La Conqueste κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-1179, σκέψεις 43 και 44).
60 Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από την ύπαρξη δικονομικών δικαιωμάτων είτε υπέρ της ενώσεως είτε υπέρ των μελών της δεν είναι ικανό να εξατομικεύσει τις προσφεύγουσες.
61 Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα με την οποία η ένωση μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, πρέπει να εξεταστεί, αφενός, αν η προσφεύγουσα εκπροσωπεί, σύμφωνα με το καταστατικό της, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, τα συμφέροντα των μελών της και, αφετέρου, αν τα μέλη μπορούν να ασκήσουν προσφυγή παραδεκτώς.
62 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, ευθύς εξ αρχής, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της, τα μέλη της Confédération générale des producteurs de lait de brebis et des industriels de roquefort είναι, αφενός, η Fédération régionale des syndicats des éleveurs de brebis και, αφετέρου, η Fédération des syndicats des industriels de roquefort. Το πρώτο μέλος αποτελείται από την ένωση των δημοτικών και διαδημοτικών συνδικαλιστικών ενώσεων εκτροφέων προβάτων και το δεύτερο απαρτίζουν η συνδικαλιστική ένωση των παραγωγών τυριού roquefort της Aveyron και το Chambre syndicale des industriels de roquefort.
63 Επομένως, τα μέλη της προσφεύγουσας είναι ομοσπονδίες συνδικαλιστικών ενώσεων και όχι τυροπαραγωγοί. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα για να αποδείξει ότι τα μέλη που εκπροσωπεί μπορούν να ασκήσουν προσφυγή παραδεκτώς αναφέρονται όχι μόνο στα μέλη της, που είναι οι ομοσπονδίες συνδικαλιστικών ενώσεων, αλλά και σε μεμονωμένους τυροπαραγωγούς, οι οποίοι είναι με τη σειρά τους μέλη των εν λόγω ομοσπονδιών, το παραδεκτό της προσφυγής θα εξεταστεί και για τις δύο περιπτώσεις.
64 Όσον αφορά τις ομοσπονδίες συνδικάτων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι αυτές νομιμοποιούνται ενεργητικώς για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής.
65 Επιπλέον, οι ομοσπονδίες αυτές προασπίζονται μόνον τα γενικά συμφέροντα των μελών τους, όσον αφορά τον τομέα του τυριού, η Fédération régionale des syndicats des éleveurs de brebis προσπίζεται τα συμφέροντα των παραγωγών πρόβειου γάλακτος και η Fédération des syndicats des industriels de roquefort τα συμφέροντα των μεταποιητών. Τα συμφέροντα των δύο αυτών ομοσπονδιών δεν πλήττονται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ο οποίος δεν τις θίγει λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών τους ή λόγω υπάρξεως μιας πραγματικής κατάστασης που τις διακρίνει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
66 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός, ο οποίος δεν αφορά επομένως ατομικά τις ομοσπονδίες συνδικάτων που είναι μέλη της προσφεύγουσας, εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων, λαμβανομένων γενικώς και αφηρημένως.
67 Κατά συνέπεια, οι δύο ομοσπονδίες μέλη της προσφεύγουσας ενώσεως δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς.
68 Όσον αφορά τους μεμονωμένους παραγωγούς τυριού που είναι με τη σειρά τους μέλη των ομοσπονδιών της προσφεύγουσας, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξεταστεί αν η προσφεύγουσα τους εκπροσωπεί εγκύρως για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής.
69 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα προβάλλει επανειλημμένα με τα έγγραφά της ότι εκπροσωπεί γενικά συμφέροντα, που διακρίνονται από τα ατομικά συμφέροντα ορισμένων μελών της. Έτσι, με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα περιορίζεται να προβάλει ότι το έργο της έγκειται στην οργάνωση της συλλογής και του ποιοτικού ελέγχου του πρόβειου γάλακτος, στη ρύθμιση της αγοράς γάλακτος, στη συλλογική διαφήμιση και στην εξασφάλιση ενός συστήματος εξισορροπήσεως της τιμής του γάλακτος μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων που κάνουν χρήση του. Ομοίως, με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, υπογραμμίζει ότι δεν «προασπίζεται […] τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης επιχειρήσεως ή του κάθε εκτροφέα». Υποστηρίζει, επιπλέον, ότι η δράση της «έχει, ειδικότερα, ως σκοπό την εξασφάλιση μεριδίου στην αγορά για τους εκτροφείς πρόβειου γάλακτος και τους παραγωγούς της λεκάνης του Roquefort».
70 Εξάλλου, ο καταστατικός σκοπός της προσφεύγουσας, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του καταστατικού της, θέτει γενικούς στόχους που αφορούν τη μελέτη και την προάσπιση των κοινών οικονομικών συμφερόντων των εκτροφέων προβάτων και των παραγωγών τυριού roquefort.
71 Επομένως, αφενός, δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα έχει ως αποστολή να προστατεύει δικαστικά τα συμφέροντα ορισμένων παραγωγών φέτας και, αφετέρου, τόσο από το καταστατικό της όσο και από τα έγγραφά της, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα δεν είναι επιφορτισμένη με την προάσπιση των ιδιαιτέρων συμφερόντων ορισμένων παραγωγών τυριού φέτα οι οποίοι είναι μέλη των ομοσπονδιών που είναι με τη σειρά τους μέλη της προσφεύγουσας, αλλά μόνο με την προστασία των γενικών και συλλογικών συμφερόντων του τομέα της αγοράς πρόβειου γάλακτος της λεκάνης του Roquefort και της ονομασίας «roquefort».
72 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράγματι εκπροσωπούσα τα συμφέροντα ορισμένων παραγωγών φέτας για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής.
73 Επικουρικώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα μπορεί εγκύρως να εκπροσωπήσει, σύμφωνα με το καταστατικό της, μεμονωμένους παραγωγούς τυριών, πρέπει, στη συνέχεια, να εξεταστεί αν οι παραγωγοί αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν προσφυγή κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού και, ειδικότερα, αν έχουν έννομο συμφέρον και αν ο προσβαλλόμενος κανονισμός τους αφορά ατομικά.
74 Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας σύμφωνα με τους οποίους μόνον οι Γάλλοι παραγωγοί, που είναι μέλη της, έχουν μία πραγματικά σημαντική παραγωγή τυριού φέτα που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα και ότι, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, οι παραγωγοί αυτοί σχηματίζουν έναν κλειστό κύκλο και εξατομικεύονται, πρέπει να επισημανθεί ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας ενώσεως δεν ασκεί επιρροή.
75 Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η γενική ισχύς και επομένως ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα ακριβούς, κατά το μάλλον ή ήττον, προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή, εφόσον διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως καθοριζόμενης από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1968, 6/68, Zuckerfabrik Watenstedt κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 791, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, T-183/94, Cantina cooperativa fra produttori vitivinicoli di Torre di Mosto κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1941, σκέψη 48).
76 Αυτό συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός θίγει αδιακρίτως όλους τους υφιστάμενους και μέλλοντες παραγωγούς που επιθυμούν να διαθέσουν στο εμπόριο τυρί με την ονομασία «φέτα» εντός της Κοινότητας. Οι παραγωγοί τυριού που παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα ή τυριού roquefort θίγονται επομένως κατά τον ίδιο τρόπο που θίγονται όλες οι άλλες επιχειρήσεις τα προϊόντα των οποίων δεν πληρούν ως ένα βαθμό τις επιταγές των διατάξεων του προσβαλλόμενου κανονισμού.
77 Όσον αφορά, δεύτερον, τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, σύμφωνα με τους οποίους ορισμένα μέλη της, παραγωγοί φέτας, κατέθεσαν και χρησιμοποιούν σήματα που περιέχουν τον όρο «φέτα», δηλαδή τα σήματα «Salakis-Feta brebis», «Valbreso feta» και «Salakis, la Feta au bon lait de brebis», η χρήση των οποίων θίγεται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν θίγει ένα ειδικό δικαίωμα, υπό την έννοια της νομολογίας (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 30ής Ιανουαρίου 2001, T‑215/00, La Conqueste κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑181, σκέψη 39, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), κεκτημένο από τους παραγωγούς του τυριού φέτα, δικαιούχους των σημάτων που περιέχουν τον όρο «φέτα».
78 Συγκεκριμένα, οι δικαιούχοι των σημάτων αυτών δεν στερούνται, εξαιτίας της εκδόσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν το δικαίωμά τους που απορρέει από το σήμα στον βαθμό που, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, η χρήση των σημάτων αυτών, υπό την επιφύλαξη της καλόπιστης καταχωρίσεώς τους πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης καταχωρίσεως της ονομασίας «φέτα», μπορεί να συνεχιστεί παρά την καταχώριση αυτής της ονομασίας προελεύσεως. Μόνο στην περίπτωση που τα σήματα θίγονται από τους λόγους ακυρότητας ή εκπτώσεως που προβλέπει η οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 40, σ. 1), είναι δυνατό να στερηθούν οι δικαιούχοι τους το δικαίωμα να τα χρησιμοποιούν.
79 Όσον αφορά τα σήματα που περιέχουν τον όρο «φέτα» τα οποία έχουν καταχωριστεί μετά την αίτηση καταχωρίσεως της ονομασίας «φέτα», πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι οι δικαιούχοι των σημάτων αυτών δεν μπορούν να επικαλεστούν την απόφαση Codorníu κατά Συμβουλίου (σκέψη 45 ανωτέρω), στον βαθμό που, αντίθετα με τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση αυτή, τα επίδικα σήματα δεν καταχωρίστηκαν και δεν χρησιμοποιήθηκαν επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση του κανονισμού με τον οποίο καταχωρίστηκε η ονομασία «φέτα».
80 Επομένως, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν θίγει ένα ειδικό δικαίωμα των παραγωγών του τυριού φέτα, που αποκτήθηκε από την καταχώριση των σημάτων που περιέχουν τον όρο «φέτα», και ενδέχεται να τους εξατομικεύει σε σχέση με κάθε άλλον επιχειρηματία.
81 Όσον αφορά, τρίτον, τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη της την περίπτωση παραγωγού που έλαβε κοινοτική χρηματοδότηση, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε δυνάμει ποιων ειδικών διατάξεων θα έπρεπε η Επιτροπή να λάβει υπόψη της την περίπτωση του μεμονωμένου αυτού παραγωγού (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C‑390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑769, σκέψη 25). Ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτό συμβαίνει, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να συναχθεί από τη διαπίστωση και μόνον ότι η Επιτροπή έχει υποχρέωση να ενημερωθεί για τις αρνητικές συνέπειες που μπορούσε να έχει η απόφασή της για ορισμένες επιχειρήσεις ότι η απόφαση τις αφορούσε ατομικά υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2003, C‑142/00 P, Επιτροπή κατά Nederlandse Antillen, Συλλογή 2003, σ. I‑3483, σκέψη 75).
82 Απ’ όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η προσφεύγουσα, αφενός, δεν έχει η ίδια δικονομικά δικαιώματα και, αφετέρου, δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μελών που νομιμοποιούνται ενεργητικώς για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής εφόσον, σύμφωνα με το καταστατικό της, δεν έχει ως αποστολή τη δικαστική εκπροσώπηση των παραγωγών φέτας και είναι επιφορτισμένη μόνο με την προστασία των συλλογικών συμφερόντων και όχι με την εκπροσώπηση του καθενός από τα μέλη της που είναι δικαιούχος σήματος, και οι παραγωγοί αυτοί δεν νομιμοποιούνται, εν πάση περιπτώσει, ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής.
83 Η υπό κρίση προσφυγή πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
84 Συνεπώς, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως παρεμβάσεως του ΣΕΒΓΑΠ.
Επί των δικαστικών εξόδων
85 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι υπάρχει σχετικό αίτημα της Επιτροπής, η προσφεύγουσα, η οποία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
86 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Εν προκειμένω, η Ελληνική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής.
3) Η Ελληνική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Δεκεμβρίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
M. Jaeger
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy