ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 29ης Σεπτεμβρίου 2004
Υπόθεση T-394/02
Arnaldo Lucaccioni
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Σύνταξη – Διαδικασία κατασχέσεως του μισθού – Εκτέλεση αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να προβεί σε κατάσχεση της συντάξεως του προσφεύγοντος κατόπιν της αποφάσεως ιταλικού δικαστηρίου η οποία υποχρεώνει τον προσφεύγοντα να καταβάλει την αμοιβή του ιατρού τον οποίο ο ίδιος διόρισε προς εκπροσώπησή του ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας και της υγειονομικής επιτροπής, καθώς και αγωγή για την απόδοση ορισμένων ιατρικών δαπανών και την καταβολή αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Έκαστος των διαδίκων φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προθεσμίες – Παραίτηση κατόπιν φιλικού διακανονισμού – Μεταγενέστερη άσκηση νέας προσφυγής η οποία έχει κατ’ ουσίαν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια πραγματική βάση – Εκπρόθεσμη άσκηση – Εξαίρεση – Επέλευση νέου γεγονότος – Έννοια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Υπαγωγή στο εθνικό δίκαιο ως προς τις έννομες σχέσεις της ιδιωτικής ζωής – Κατάσχεση μισθού υπαλλήλου διαταχθείσα από εθνικό δικαστήριο – Ανάγκη λήψεως άδειας από το Δικαστήριο αποκλειστικά σε περίπτωση προβολής αντιρρήσεων εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου
(Πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 1, Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 23, εδ. 1)
1. Στην περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων που άσκησε προσφυγή κατά της απορρίψεως αιτήσεως πληρωμής την οποία είχε υποβάλει στη Διοίκηση παραιτείται από την προσφυγή του κατόπιν φιλικού διακανονισμού, κατά το άρθρο 98, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, στο πλαίσιο του οποίου παραιτήθηκε από μέρος των αξιώσεών του, η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεώς του καθίσταται απρόσβλητη κατά τα λοιπά και αποκλείει την κίνηση νέας διαδικασίας βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών και της ίδιας αιτίας, προκειμένου να επιτευχθεί η καταβολή ποσού υψηλότερου από το συμφωνηθέν στο πλαίσιο της διαδικασίας του φιλικού διακανονισμού.
Η επέλευση νέου και ουσιώδους γεγονότος μπορεί, βεβαίως, να δικαιολογήσει την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως αποφάσεως που κατέστη απρόσβλητη, ο αιτών δεν δύναται, ωστόσο, να επικαλείται προς τούτο το γεγονός ότι ο τρίτος, του οποίου οι οικονομικές απαιτήσεις είχαν αποτελέσει τη βάση της αιτήσεως πληρωμής που ο ίδιος υπέβαλε ενώπιον του κοινοτικού οργάνου, δεν δέχεται να περιορίσει τις εν λόγω απαιτήσεις στο ποσό που καθορίστηκε κατά τη διαδικασία συμβιβασμού στην οποία δεν έλαβε μέρος, διότι ο αιτών όφειλε να λάβει υπόψη του ένα τέτοιο ενδεχόμενο κατά τη διαδικασία συμβιβασμού με τη Διοίκηση.
(βλ. σκέψεις 65, 66 και 70)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 10 Ιουλίου 1986, 153/85, Trenti κατά CES, Συλλογή 1986, σ. 2427, σκέψεις 11 έως 16· ΠΕΚ, 9 Φεβρουαρίου 2000, T-165/97, Gómez de la Cruz Talegón κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-19 και II-79, σκέψεις 46 επ.· ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 2001, T-186/98, Inpesca κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-557, σκέψη 49· ΠΕΚ, 29 Απριλίου 2002, T-68/98, Jung κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-55 και II-251, σκέψεις 38, 39, 41 και 43· ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 2002, T-112/02, Van Dyck κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-317 και II‑1527, σκέψεις 60, 62 και 64
2. Για ιδιωτικής φύσεως σχέσεις με άλλους ιδιώτες οι κοινοτικοί υπάλληλοι υπόκεινται εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με το άρθρο 23, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων (ΚΥΚ), στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως ορισμένων προνομίων και ασυλιών των οποίων απολαύουν δυνάμει του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκομένου από το πρωτόκολλο σκοπού προστασίας, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το κοινοτικό όργανο, εις χείρας του οποίου ο τρίτος σκοπεύει να προβεί σε κατάσχεση συντάξεως πρώην υπαλλήλου, προβάλλει αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι η επιδιωκόμενη κατάσχεση μπορεί να παρακωλύσει τη λειτουργία και να θίξει την ανεξαρτησία των Κοινοτήτων, μπορεί ο ενδιαφερόμενος δανειστής να ζητήσει από το Δικαστήριο την παροχή αδείας για την πραγματοποίηση κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του εν λόγω πρωτοκόλλου.
(βλ. σκέψεις 73 και 75)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 11 Μαΐου 1971, 1/71 SA, Rec. 1971, σ. 363, σκέψη 7· ΔΕΚ, 17 Ιουνίου 1987, 1/87 SA, Universe Tankship κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2807, σκέψη 5· ΠΕΚ, 29 Μαρτίου 1995, T-497/93, Hogan κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1995, σ. II-703, σκέψεις 38, 49 και 60
Full & Egal Universal Law Academy