ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 29ης Ιανουαρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-1/03
Ministère public
κατά
Paul Van de Walle κ.λπ.
[Αίτηση του Cour d’appel των Βρυξελλών (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 75/442 περί στερεών αποβλήτων – Έννοιες του “αποβλήτου”, του “παραγωγού αποβλήτων” και του “κατόχου αποβλήτων”, εδάφη που έχουν μολυνθεί από την απόρριψη υγρών καυσίμων»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975 περί στερεών αποβλήτων (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (3). (Στο εξής: οδηγία πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων), σε σχέση με υγρά καύσιμα τα οποία διέρρευσαν από μη στεγανή δεξαμενή και μόλυναν το γύρω έδαφος. Το Cour d’appel των Βρυξελλών (Βέλγιο) ερωτά αν τα υγρά αυτά καύσιμα και το μολυσμένο έδαφος συνιστούν απόβλητα και αν μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγός και κάτοχος αυτών των αποβλήτων η εταιρία πετρελαίου που μίσθωσε τον σταθμό υγρών καυσίμων και συνήψε σύμβαση εκμεταλλεύσεως με τον διαχειριστή του εν λόγω σταθμού προς τον οποίον παρέδωσε τα υγρά καύσιμα.
II – Το νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοείται:
α) “απόβλητο”: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούταν να απορρίψει·
[…]
β) “παραγωγός”: κάθε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παρήγαγε απόβλητα (αρχικός παραγωγός) ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμειξης ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών·
γ) “κάτοχος”: ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα·
δ) […]»
3. Στο παράρτημα I ορίζονται οι διάφορες κατηγορίες αποβλήτων, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:
«Q4 Ύλες που έχουν κατά τύχη εκχυθεί, απολεσθεί ή για τις οποίες έχει σημειωθεί κάποιο περιστατικό, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους εξοπλισμού κ.λπ., ο οποίος έχει μολυνθεί εξ αιτίας αυτού του περιστατικού»
και
«Q15 Μολυσμένες ύλες, ουσίες ή προϊόντα που προέρχονται από δραστηριότητες αποκατάστασης γαιών».
4. Το άρθρο 15 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων ρυθμίζει ποιος επιβαρύνεται με το κόστος διαθέσεως των αποβλήτων:
«Σύμφωνα με την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, η δαπάνη για τη διάθεση των αποβλήτων βαρύνει:
– τον κάτοχο που παραδίδει απόβλητα σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση προβλεπόμενη από το άρθρο 9
ή/και
– τους προηγούμενους κατόχους ή τον παραγωγό του προϊόντος που παράγει τα απόβλητα.»
5. Οι σχετικές διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας επαναλαμβάνουν κατά λέξη το άρθρο 1, στοιχείο α΄, και το παράρτημα I της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων.
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και τα προδικαστικά ερωτήματα
6. Οι Van de Walle, Laurent και Mersch (στο εξής: οι κατηγορούμενοι) είναι διευθυντικά στελέχη της Texaco SA (στο εξής: Texaco). Στην κύρια δίκη κατηγορούνται για ποινικές παραβάσεις σε σχέση με τη νομοθεσία περί αποβλήτων. Η Texaco μετέχει στη διαδικασία ως αστικώς υπεύθυνη.
7. Το έτος 1981 η Texaco μίσθωσε τον επίμαχο σταθμό υγρών καυσίμων και το έτος 1988 συνήψε σύμβαση εκμεταλλεύσεως με την έχουσα τη διαχείριση του εν λόγω σταθμού. Τον Ιανουάριο του έτους 1993 διαπιστώθηκε ότι από τις δεξαμενές του σταθμού είχαν διαρρεύσει υγρά καύσιμα. Τα υγρά αυτά καύσιμα μόλυναν το έδαφος γύρω από τις δεξαμενές και το υπόγειο του διπλανού κτηρίου.
8. Από τον τεχνικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι σωληνώσεις της δεξαμενής πετρελαίου και της δεξαμενής αμόλυβδης βενζίνης RON 98 παρουσίαζαν διαρροές. Επί πλέον, η δεύτερη δεξαμενή ήταν διάτρητη. Από τον έλεγχο των αποθεμάτων προέκυψε ότι από τις αρχές Οκτωβρίου 1992 υπήρξε απώλεια 800 λίτρων αμόλυβδης βενζίνης RON 98.
9. Τον Φεβρουάριο του 1993 έπαυσε να λειτουργεί ο σταθμός υγρών καυσίμων. Προηγουμένως είχαν καταγγελθεί τόσο η σύμβαση εκμεταλλεύσεως με την έχουσα τη διαχείριση του σταθμού όσο και η μισθωτήρια σύμβαση με την ιδιοκτήτρια του οικοπέδου. Από το θέρος του 1993 η Texaco δεν κατέβαλε πλέον μισθώματα.
10. Μέχρι τον Μάιο του 1994 η Texaco συνέχισε –χωρίς την αναγνώριση νομικής δεσμεύσεως– να εκτελεί εργασίες καθαρισμού του εδάφους. Από μεταγενέστερες, όμως, αναλύσεις δειγμάτων υπογείων υδάτων προέκυψε ότι το έδαφος εξακολουθούσε να είναι μολυσμένο από υγρά καύσιμα.
11. Επειδή η Texaco δεν συνέχισε, μετά τον Μάιο του έτους 1994 τις εργασίες καθαρισμού του μολυσμένου από υγρά καύσιμα εδάφους, η εισαγγελική αρχή άσκησε, στις 10 Σεπτεμβρίου 1998, δίωξη για παραβίαση της νομοθεσίας περί αποβλήτων κατά των τριών κατηγορουμένων, ως διευθυντικών στελεχών της Texaco, και κατά της επιχειρήσεως ως αστικώς υπεύθυνης. Η περιφέρεια Bruxelles-Capitale δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτική αγωγή. Οι κατηγορούμενοι απηλλάγησαν πρωτοδίκως και η πολιτική αγωγή κατά της Texaco δεν εκδικάσθηκε λόγω της αναρμοδιότητας του ποινικού δικαστηρίου μετά την απαλλαγή των κατηγορουμένων.
12. Το Cour d’appel επελήφθη των εφέσεων που άσκησαν η εισαγγελική αρχή και η περιφέρεια Bruxelles-Capitale. Έχει αμφιβολίες ως προς το αν τα μολυσμένα εδάφη μπορούν να θεωρηθούν απόβλητα. Ανέκυψε ζήτημα καθορισμού του περιεχομένου της έννοιας «απόθεση αποβλήτων».
13. Κατά συνέπεια, το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Πρέπει το άρθρο 1α της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, της 18ης Μαρτίου 1991, που ορίζει ως απόβλητο “κάθε ουσία ή αντικείμενο το οποίο ο κάτοχός του αποβάλλει ή υποχρεούται να αποβάλλει δυνάμει των διατάξεων τής εν ισχύι εθνικής νομοθεσίας” και τα άρθρα 1β και 1γ της ίδιας οδηγίας τα οποία ορίζουν ως παραγωγό αποβλήτων “κάθε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παρήγαγε απόβλητα (αρχικός παραγωγός) ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμειξης ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών” και ως κάτοχο τον “παραγωγό των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα” να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιβάλλεται αυτά να εφαρμοστούν επί μιας πετρελαϊκής επιχειρήσεως η οποία παράγει υδρογονάνθρακες τους οποίους και πωλεί σε διαχειριστή εκμεταλλευόμενο ένα από τα πρατήριά της βενζίνης, στο πλαίσιο συμβάσεως αυτόνομης διαχειρίσεως αποκλείουσας οποιαδήποτε σχέση εξαρτήσεως με αυτήν, όταν οι εν λόγω υδρογονάνθρακες έχουν διαποτίσει το έδαφος, με αποτέλεσμα, έτσι, την μόλυνση του υπεδάφους και των υδάτων;
Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο νομικός χαρακτηρισμός απόβλητο, κατά την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων, ισχύει μόνον όταν το κατ’ αυτόν τον τρόπο μολυνθέν έδαφος έχει εκσκαφεί;
IV – Νομική εκτίμηση
14. Το Cour d’appel ζητεί, δηλαδή, να διευκρινισθεί αν το μολυσμένο από τη διαρροή υγρών καυσίμων έδαφος μπορεί να θεωρηθεί ως απόβλητο και αν η Texaco μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγός ή κάτοχος τυχόν αποβλήτων.
Α – Επί της έννοιας του αποβλήτου
1. Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
15. Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι τα διαρρεύσαντα υγρά καύσιμα και το μολυσμένο έδαφος δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόβλητα παρά μόνο αν ο κάτοχός τους τα απορρίψει ή έχει την πρόθεση ή την υποχρέωση να τα απορρίψει.
16. Κατά την άποψη της περιφέρειας Bruxelles-Capitale, ο κάτοχος των υγρών καυσίμων τα απέρριψε όταν σημειώθηκε η διαρροή τους. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατάσταση αναφέρεται, κατά την άποψή της, η κατηγορία αποβλήτων Q4. Οι κατηγορίες Q5, Q12 και Q13 (4) συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι ακόμα και το μολυσμένο έδαφος μπορεί να αποτελέσει απόβλητο. Ανεξαρτήτως του αν ο κάτοχος απέρριψε το μολυσμένο χώμα ή αν έχει την πρόθεση να το απορρίψει, ο χαρακτήρας του αποβλήτου μπορεί να απορρέει από την υποχρέωση απορρίψεως των χωμάτων. Κατά την άποψη της περιφέρειας Bruxelles-Capitale, η υποχρέωση αυτή συνάδει προς τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας, που αποτελεί έναν από τους σκοπούς της οδηγίας-πλαίσιο περί αποβλήτων και στο υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος που πρέπει να επιδιώκεται κατά το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ. Η υποχρέωση αυτή αποκλείει τη δυνατότητα παρακάμψεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κανονιστικές ρυθμίσεις περί αποβλήτων διά της ταφής των αποβλήτων στο έδαφος. Αν τα μολυσμένα εδάφη δεν αποτελούσαν απόβλητα, δεν θα μπορούσαν να τηρηθούν οι υποχρεώσεις περί διαχειρίσεως των αποβλήτων κατά τρόπο που να διασφαλίζει την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος, όπως επιτάσσει το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαίσιο περί αποβλήτων.
17. Επιπροσθέτως, η υποχρέωση απορρίψεως των μολυσμένων χωμάτων μπορεί, επίσης, να συναχθεί από τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας. Στην περιφέρεια Bruxelles-Capitale δεν υφίσταται ειδική υποχρέωση επιβάλλουσα τον καθαρισμό του μολυσμένου εδάφους, μία τέτοια, όμως, υποχρέωση μπορεί να συναχθεί από το αστικό δίκαιο. Ορισμένοι συγγραφείς δέχονται την ύπαρξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως στην περίπτωση που είναι νομικώς ή τεχνικώς αδύνατη οποιαδήποτε άλλη χρήση. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση των υγρών καυσίμων που έχουν διαρρεύσει.
18. Τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και η Texaco υποστηρίζουν ότι δεν έχει σημασία στο πλαίσιο της κύριας δίκης αν υφίστανται απόβλητα, καθόσον, εν πάση περιπτώσει, οι ίδιοι δεν είναι ούτε κάτοχοι ούτε παραγωγοί αποβλήτων.
19. Υπογραμμίζουν ότι ούτε οι ίδιοι ούτε η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού υγρών καυσίμων γνώριζαν τη διαρροή καυσίμων. Δεν είναι, όμως, δυνατόν να υπάρξει απόρριψη πράγματος από κάποιον ο οποίος δεν έχει γνώση σχετικώς, άποψη η οποία δεν προσκρούει, επίσης, στην απόφαση Vessoso και Zanetti (5). Κατά την εν λόγω νομολογία, η έννοια του «αποβλήτου» δεν προϋποθέτει βεβαίως ότι ο κάτοχος που προβαίνει σε απόρριψη μιας ουσίας ή ενός αντικειμένου έχει την πρόθεση να αποκλείσει οποιαδήποτε οικονομική επαναχρησιμοποίηση αυτής της ουσίας ή αυτού του αντικειμένου εκ μέρους άλλων προσώπων. Η άγνοια της διαρροής των υγρών καυσίμων δεν μπορεί να συγκριθεί προς μια τέτοια κατάσταση. Επομένως, κατά τη στιγμή της διαρροής των υγρών καυσίμων δεν μπορεί ακόμα να γίνει λόγος για απόβλητα.
20. Υφίστανται, όμως, απόβλητα από τη στιγμή που ο κάτοχος, ενημερωθείς περί της μολύνσεως του εδάφους, προβαίνει σε απόρριψη των μολυσμένων χωμάτων. Εν προκειμένω, μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη αποβλήτων από τη στιγμή ανακαλύψεως της μολύνσεως και λήψεως των πρώτων μέτρων καθαρισμού. Οι κατηγορούμενοι και η Texaco εμμένουν, πάντως, ότι δεν ήταν κάτοχοι ή παραγωγοί αυτών των αποβλήτων.
21. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ο ορισμός του αποβλήτου προκύπτει από το πρώτο άρθρο της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων ενώ το παράρτημα I της οδηγίας αυτής και ο ευρωπαϊκός κατάλογος στερεών αποβλήτων αποτελούν παραδείγματα εφαρμογής αυτού του ορισμού. Κατά την άποψή της, τα υγρά καύσιμα που διέρρευσαν εμπίπτουν στην κατηγορία Q4 στερεών αποβλήτων. Από την κατηγορία αυτή προκύπτει ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να περιλάβει και την περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος ενός αποβλήτου το «απορρίπτει» εκ παραδρομής. Επομένως, τα υγρά καύσιμα που έχουν διαρρεύσει αποτελούν απόβλητα.
22. Κατά το γράμμα της κατηγορίας αποβλήτων Q4 μπορεί σ’ αυτήν να εμπίπτει και το μολυσμένο έδαφος. Εντούτοις, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν φυσικά στοιχεία όπως το έδαφος, τα ύδατα ή ο αέρας μπορούν να θεωρηθούν ως απόβλητα απλώς και μόνο επειδή μολύνθηκαν. Αντιθέτως, με την οδηγία-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων επιδιώκεται η προστασία αυτών των στοιχείων. Κατά την άποψη της Επιτροπής δύσκολα θα μπορούσαν να εφαρμοστούν επί των στοιχείων αυτών οι έννοιες της διαθέσεως ή της αξιοποιήσεως. Αντιθέτως, σε περίπτωση μολύνσεως αυτών των στοιχείων επιβάλλεται ο καθαρισμός τους ή η επεξεργασία τους προς περιστολή των αρνητικών συνεπειών της μολύνσεως. Επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόβλητα.
23. Πάντως, μετά την εκσκαφή του εδάφους, τα χώματα που εξάγονται δεν αποτελούν πλέον φυσικό στοιχείο αλλά ένα κινητό αγαθό, ένα προϊόν ή μία ουσία που μολύνθηκε τυχαία κατά την κατηγορία αποβλήτων Q4. Η υποχρέωση διαχειρίσεως των υγρών καυσίμων που έχουν διαρρεύσει –τα οποία πρέπει να χαρακτηρισθούν ως απόβλητα– συνεπάγεται την υποχρέωση εκσκαφής του μολυσμένου εδάφους.
2. Εκτίμηση
24. Τα υγρά καύσιμα αναμίχθηκαν με το γύρω έδαφος κατά το χρόνο διαρροής τους και στη συνέχεια. Συνεπώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το στοιχείο ότι το μείγμα αυτό, τουλάχιστον εν μέρει, δεν μπορεί να αποχωριστεί στα στοιχεία που το συνέθεσαν χωρίς τη λήψη ειδικών μέτρων. Συνεπώς, δεν μπορεί να εκτιμηθεί χωριστά αν τα υγρά καύσιμα που διέρρευσαν πρέπει να θεωρηθούν ως απόβλητα. Αντιθέτως, το ζήτημα που ανακύπτει είναι αν το μολυσμένο έδαφος στο σύνολό του μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απόβλητο.
25. Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων, σκοπός της είναι η προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων Κατά το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ σκοπός της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος είναι η διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας, ιδίως, βάσει των αρχών της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως. Εκ της διατάξεως αυτής στο Δικαστήριο συνήγαγε ότι η έννοια του αποβλήτου δεν πρέπει να νοηθεί κατά τρόπο συσταλτικό (6).
26. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων ως στερεό απόβλητο νοείται κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει, προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει. Στο εν λόγω παράρτημα και στον ευρωπαϊκό κατάλογο στερεών αποβλήτων διευκρινίζεται περαιτέρω ο ορισμός αυτός και παρατίθενται κατάλογοι ουσιών και αντικειμένων που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως στερεά απόβλητα. Πάντως, έχουν ενδεικτικό απλώς χαρακτήρα κατά το Δικαστήριο (7).
27. Κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να διευκρινιστεί είναι αν ο κάτοχος απορρίπτει ένα πράγμα όταν έχει την υποχρέωση ή την πρόθεση να το απορρίψει. Κατά την απόφαση ARCO Chemie Nederland κ.λπ. τούτο πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων και ιδίως του σκοπού της οδηγίας, χωρίς να θίγεται η αποτελεσματικότητά της (8).
Επί της κατηγορίας αποβλήτων Q4
28. Στην κατηγορία αποβλήτων Q4 αναφέρεται ότι το μολυσμένο έδαφος συνιστά απόβλητο. Στην κατηγορία εμπίπτουν ύλες που έχουν κατά τύχη εκχυθεί, απολεσθεί ή για τις οποίες έχει σημειωθεί κάποιο περιστατικό, περιλαμβανομένου κάθε είδους εξοπλισμού κ.λπ., ο οποίος έχει μολυνθεί εξ αιτίας αυτού του περιστατικού. Ήδη από την έννοια της «ύλης» η οποία είναι ευρύτατη, μπορεί να συναχθεί ότι σ’ αυτήν εμπίπτει και το χώμα ως συστατικό του εδάφους. Επιπροσθέτως, η κατηγορία αυτή δεν διατυπώνεται κατά τρόπο εξαντλητικό.
29. Έχοντας υπόψη την κατηγορία στερεών αποβλήτων Q15, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, χώματα προερχόμενα από εκσκαφές, ορισμένοι συνήγαγαν το συμπέρασμα ότι το μολυσμένο έδαφος το οποίο δεν έχει ακόμα εκσκαφεί δεν συνιστά στερεό απόβλητο (9). Εντούτοις, από την κατηγορία αποβλήτων Q15 δεν προκύπτει καμία ένδειξη βάσει της οποίας θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στην κατηγορία αυτή ορίζονται κατά τρόπο εξαντλητικό οι περιστάσεις υπό τις οποίες τα χώματα μπορούν να αποτελέσουν απόβλητα. Υπέρ της υπαγωγής στην κατηγορία αυτή του εδάφους που δεν έχει ακόμα εκσκαφεί, συνηγορεί το υποκεφάλαιο του ευρωπαϊκού καταλόγου (10), με τον τίτλο «χώματα και μπάζα εκσκαφών» στο οποίο εμπίπτουν οι κλάσεις 17 05 03 «χώματα και πέτρες που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες» και 17 05 04 «χώματα και πέτρες άλλα από τα αναφερόμενα στο 17 05 03». Στις κατηγορίες αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται, επίσης, τα εδάφη που δεν έχουν ακόμα εκσκαφεί.
30. Η άποψη κατά την οποία τα μη εκσκαφέντα εδάφη δεν μπορούν να αποτελέσουν απόβλητα στηρίζεται, προφανώς, στην αντίληψη ότι ορισμένα κράτη μέλη περιορίζουν την έννοια του αποβλήτου στα κινητά (11).
31. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τέτοια φυσικά στοιχεία δεν μπορούν να αποτελέσουν απόβλητα στηρίζεται στον σκοπό που τίθεται με το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων κατά τον οποίο πρέπει, μεταξύ άλλων, να προστατεύεται το έδαφος από τους απορρέοντες από τα απόβλητα κινδύνους. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, δεν πρόκειται για το έδαφος ως ακαθόριστο φυσικό στοιχείο, αλλά για ακριβώς οριζόμενη ποσότητα χώματος, η οποία συνιστά κίνδυνο για το γύρω έδαφος. Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, είναι δυνατή η διάθεση ή η αξιοποίηση αυτών των χωμάτων.
32. Έχοντας πάντοτε υπόψη το υψηλό επίπεδο προστασίας που πρέπει να επιδιώκεται σύμφωνα με το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ, πρέπει να τονισθεί ότι η αντιμετώπιση ως αποβλήτου του μη ακόμα εκσκαφέντος μολυσμένου εδάφους παρίσταται ως εύλογη. Από το άρθρο 3 της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων προκύπτει ότι μία από τις προτεραιότητες είναι η πρόληψη και η μείωση της ποσότητας και της βλαπτικότητας τέτοιων αποβλήτων. Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, τα μολυσμένα χώματα πρέπει να αξιοποιούνται ή να διατίθενται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον. Ακόμα και το προβλεπόμενο στα άρθρα 5 επ. ευρύτερο νομικό πλαίσιο της διαχειρίσεως των αποβλήτων θα μπορούσε να ισχύσει όσον αφορά την επεξεργασία μολυσμένων χωμάτων και να συμβάλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος.
33. Συνεπώς, επιβάλλεται να προκριθεί η άποψη ότι το μολυσμένο έδαφος που δεν έχει ακόμα εκσκαφεί εμπίπτει στην κατηγορία αποβλήτων Q4.
Επί της εννοίας της «απόρριψης»
34. Πάντως, για τη διαπίστωση της ιδιότητας του αποβλήτου κριτήριο δεν είναι η κατάταξή του σε μια κατηγορία αποβλήτων, αλλά το αν ο κάτοχος των μολυσμένων χωμάτων τα απορρίπτει, έχει την πρόθεση ή έχει την υποχρέωση να τα απορρίψει.
35. Πρόθεση απορρίψεως μολυσμένων χωμάτων αποκλείεται να υπάρχει όταν ο κάτοχός τους αγνοεί ότι τα χώματα είναι μολυσμένα. Αντιθέτως, από τη στιγμή που ο κάτοχός τους πληροφορηθεί ότι η μόλυνση τμήματος εδάφους αποκλείει την κανονική χρησιμοποίησή του μπορεί να υποτεθεί (εκτός αν υπάρξει απόδειξη του εναντίου) ότι έχει την βούληση να το απορρίψει. Για παράδειγμα, μια μόλυνση γεωργικών εδαφών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση των καλλιεργειών· μόλυνση ενός οικοπέδου συνεπάγεται κινδύνους για την υγεία όσων κατοικήσουν σε κατοικίες που θα οικοδομηθούν επ’ αυτού. Αυτή η απώλεια της χρησιμότητας συνιστά τον χαρακτηριστικό κίνδυνο που συνεπάγονται τα απόβλητα: ο κάτοχος δεν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο αγαθό ούτε το διαχειρίζεται κατά τον επιβαλλόμενο τρόπο με αποτέλεσμα αυτό να μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο μολύνσεως για το περιβάλλον. Στην περίπτωση μολυσμένων χωμάτων ο κίνδυνος αυτός επέρχεται από τη στιγμή που δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο καθαρισμού, με αποτέλεσμα την επέκταση της μολύνσεως. Ο κάτοχος, πάντως, μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο ότι έχει την πρόθεση να απορρίψει μολυσμένα χώματα λαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα προς αποκατάσταση της χρησιμότητας του μολυσμένου εδάφους.
36. Πέραν της προθέσεως απορρίψεως των μολυσμένων χωμάτων, μπορεί, επίσης, να συντρέχει υποχρέωση απορρίψεως η οποία να μην προϋποθέτει ούτε τη γνώση του στοιχείου ότι τα χώματα είναι μολυσμένα ούτε την ύπαρξη προθέσεως απορρίψεως. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από κινδύνους συνδεόμενους με την μόλυνση των χωμάτων.
37. Πάντως, από τη γενική ρήτρα περί απορρήτων, την απορρέουσα από το άρθρο 4 της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων, αποκλείεται να συναχθεί η ύπαρξη υποχρεώσεως απορρίψεως μολυσμένων χωμάτων. Καίτοι θα ήταν ευπρόσδεκτη η ύπαρξη γενικής υποχρεώσεως επεξεργασίας των μολυσμένων χωμάτων προς διασφάλιση της προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, η υποχρέωση αυτή δεν αποτελεί παρά την νομική συνέπεια της ιδιότητας του αποβλήτου και δεν μπορεί η υποχρέωση αυτή να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο για την απόδειξη υπάρξεως αυτής της ιδιότητας. Ομοίως αλυσιτελές είναι το επιχείρημα της περιφέρειας Bruxelles-Capitale κατά το οποίο τα μολυσμένα χώματα πρέπει σε κάθε περίπτωση να θεωρούνται ως απόβλητα, ώστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο παρακάμψεως των διατάξεων της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων.
38. Αντιθέτως, σε περίπτωση που υπάρχει υποχρέωση απορρίψεως μιας ουσίας, η ιδιότητα του αποβλήτου απορρέει από τον συνδυασμό μεταξύ της κανονιστικής ρυθμίσεως περί αποβλήτων και των ειδικών διατάξεων που διέπουν τους σχετικούς κινδύνους σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η ειδική αυτή νομοθεσία μπορεί, εν όλω ή εν μέρει, να θεσπίζεται σε κοινοτικό επίπεδο ή να είναι αποκλειστικώς εθνική. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί «φυσικών οικοτόπων» (12), τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που επιβάλλονται ώστε να αποτρέψουν το ενδεχόμενο υποβαθμίσεως, εντός των ειδικών ζωνών διατηρήσεως, των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων συγκεκριμένων ειδών, καθώς και τις διαταραχές που αφορούν είδη για τα οποία έχουν καθοριστεί ειδικές ζώνες προστασίας. Μπορεί, ενδεχομένως, να απαιτείται η απομάκρυνση των μολυσμένων χωμάτων τα οποία απειλούν με υποβάθμιση την ποιότητα των υδάτων σε μια προστατευόμενη υγρή ζώνη. Υποχρέωση απομακρύνσεως των μολυσμένων υδάτων μπορεί, επίσης, να προκύπτει από το νομικό καθεστώς των υδάτων, από τους ειδικούς κανόνες προστασίας του εδάφους και από τους γενικούς κανόνες διαχειρίσεως των κινδύνων. Ακόμα και από τους κανόνες διαχειρίσεως των αποβλήτων είναι δυνατόν να συναχθεί εμμέσως, κατά τη νομολογία, υποχρέωση καθαρισμού του εδάφους (13) η οποία, αναλόγως της συγκεκριμένης υποθέσεως, μπορεί, επίσης, να προϋποθέτει την απομάκρυνση των μολυσμένων χωμάτων. Όπως υπογραμμίζει η περιφέρεια Bruxelles-Capitale, μία τέτοια υποχρέωση μπορεί, επίσης, να προκύπτει από το αστικό δίκτυο (14). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο κάτοχος έχει την υποχρέωση απορρίψεως των μολυσμένων χωμάτων, ανεξαρτήτως του αν θα μπορούσαν αυτά να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό που αυτός τα προόριζε.
39. Υποχρέωση απορρίψεως μολυσμένων χωμάτων, αντιθέτως, δεν μπορεί να συναχθεί από κίνδυνο μολύνσεως, αν ο κίνδυνος αυτός δεν συνεπάγεται απομάκρυνση των χωμάτων, επειδή π.χ. είναι δυνατή η λήψη επαρκών μέτρων προστασίας χωρίς να γίνει εκσκαφή. Στην περίπτωση αυτή δεν υποχρεούται ο κάτοχος να προβεί σε απόρριψη των χωμάτων.
40. Είναι αδύνατον να κριθεί, βάσει των στοιχείων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, αν υφίσταται εν προκειμένω υποχρέωση εκσκαφής των μολυσμένων χωμάτων και κατά πόσον το μολυσμένο έδαφος είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί. Απόκειται στο επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των ζητημάτων αυτών.
41. Από την μέχρι τώρα ανάλυση του προβλήματος προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα αν τα μολυσμένα χώματα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως απόβλητα μόνο μετά την εκσκαφή τους πρέπει να είναι αρνητική. Αντιθέτως, τα μολυσμένα χώματα μπορούν να αποτελέσουν απόβλητα πριν ακόμα εκσκαφούν.
Επί μέρους συμπέρασμα ως προς τον χαρακτηρισμό ενός πράγματος ως αποβλήτου
42. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα μολυσμένα χώματα πρέπει να θεωρούνται ως απόβλητα όταν ο κάτοχος υπέχει την υποχρέωση να προβεί σε εκσκαφή τους λόγω της μολύνσεως. Η ιδιότητα του αποβλήτου συντρέχει, πλην της αποδείξεως του εναντίου, στην περίπτωση κατά την οποία το έδαφος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί λόγω της μολύνσεώς του.
Β – Επί της ευθύνης της Texaco
43. Επιβάλλεται στη συνέχεια να εξετασθεί αν η Texaco μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγός ή κάτοχος αποβλήτων. Προς τούτο, θα εκληφθεί ως δεδομένο ότι, εν προκειμένω, τα μολυσμένα χώματα συνιστούν απόβλητα.
1. Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
44. Η περιφέρεια Bruxelles-Capitale συμπληρώνει την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Cour d’appel. Κατ’ αυτήν, η Texaco συνέχισε να παραδίδει υγρά καύσιμα στον σταθμό και μετά την ανακάλυψη της μολύνσεως. Εξάλλου, η ζημιά στη δεξαμενή προκλήθηκε από σφάλμα της Texaco κατά τη διαδικασία πληρώσεως των δεξαμενών, που σημειώθηκε στη δεκαετία του ΄80, δηλαδή πριν από την ανάληψη του σταθμού υγρών καυσίμων από τον τελευταίο διαχειριστή του. Με τη σύμβαση εκμεταλλεύσεως η Texaco διατήρησε το δικαίωμα να ελέγχει ανά πάσα στιγμή την κατάσταση των αποθεμάτων. Εκπρόσωπος της Texaco προέβαινε μηνιαίως σε έλεγχο των πωλουμένων ποσοτήτων. Η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού είχε το δικαίωμα να τον χρησιμοποιεί προς πώληση υγρών καυσίμων, αλλά δεν είχε το δικαίωμα τροποποιήσεως των εγκαταστάσεων του σταθμού χωρίς προηγούμενη έγκριση της Texaco. Κατά την παράδοση του σταθμού δεν διαπιστώθηκε η κατάσταση των υπογείων δεξαμενών, αντιθέτως προς τα διαλαμβανόμενα στη σύμβαση εκμεταλλεύσεως, παράγραφος 45.
45. Κατά την άποψη της περιφέρειας Bruxelles-Capitale, η έννοια του κατόχου αποβλήτων πρέπει να νοηθεί διασταλτικώς. Εν προκειμένω, περιλαμβάνει την Texaco, διότι αυτή είχε μισθώσει τον σταθμό υγρών καυσίμων, προέβαινε σε έλεγχο της εκμεταλλεύσεως και προχώρησε, τουλάχιστον μερικώς, στον καθαρισμό του μολυσμένου εδάφους. Επίσης, υπήρξε παραγωγός αποβλήτων, καθόσον τα διαρρεύσαντα υγρά καύσιμα δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν κατά σύμφωνο προς τον νόμο τρόπο.
46. Οι κατηγορούμενοι και η Texaco υποστηρίζουν ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν περιλαμβάνει το ερώτημα αν η Texaco μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος ή παραγωγός αποβλήτων.
47. Είναι προφανές ότι η Texaco δεν παρήγαγε απόβλητα, αλλά προϊόντα, συγκεκριμένα υγρά καύσιμα. Αποκλειστικώς υπεύθυνη, κατά την άποψη της Texaco, για το γεγονός ότι τα υγρά καύσιμα μεταβλήθηκαν σε απόβλητα είναι η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού υγρών καυσίμων. Ο αρχικός παραγωγός ενός προϊόντος δεν μπορεί να φέρει ευθύνη για το γεγονός ότι, μεταγενέστερα, το προϊόν αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τον προορισμό του, αλλά μετατράπηκε σε απόβλητο.
48. Η κατοχή διακρίνεται από την πραγματική εξουσία επί του πράγματος. Η Texaco υποστηρίζει ότι δεν είχε μια τέτοια πραγματική εξουσία επί των δεξαμενών και των αποθηκευμένων υγρών καυσίμων. Ο περιορισμός της εξουσίας διαθέσεως του έχοντος την εκμετάλλευση του σταθμού, όσον αφορά τις δεξαμενές, οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι δεν είναι ούτε κύριος ούτε μισθωτής αυτών των δεξαμενών. Στη σύμβαση εκμεταλλεύσεως, όμως, ρητώς προβλέπεται ότι ο έχων την εκμετάλλευση είναι υπεύθυνος για τη συντήρηση και την επιθεώρηση των δεξαμενών. Ομοίως, σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, αποκλειστικώς υπεύθυνος για τις τυχόν ζημίες των δεξαμενών είναι ο έχων την εκμετάλλευση του σταθμού υγρών καυσίμων. Κατά την Texaco, ο έχων την εκμετάλλευση είναι ο μόνος κύριος των αποθεμάτων υγρών καυσίμων ως προς τα οποία έχει την αποκλειστική ευθύνη. Ο εκ μέρους της Texaco έλεγχος των αποθεμάτων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τον τεχνικό έλεγχο των δεξαμενών. Αποσκοπεί απλώς στην καταστολή της απάτης.
49. Κατά την Επιτροπή, ο κάτοχος των αποβλήτων μπορεί, εν προκειμένω, να καθοριστεί λαμβάνοντας υπόψη ποιος είχε την κυριότητα των υγρών καυσίμων κατά τον χρόνο που αυτά μεταβλήθηκαν σε απόβλητα. Κατά την Επιτροπή, αγοράζοντας τα υγρά καύσιμα η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού απέκτησε την επ’ αυτών κυριότητα. Το γεγονός ότι παραγωγός των υγρών καυσίμων ήταν η Texaco δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα, δεδομένου ότι τα απόβλητα παρήχθησαν στο πλαίσιο της δραστηριότητας εκμεταλλεύσεως του σταθμού υγρών καυσίμων.
2. Εκτίμηση
50. Οι απορρέουσες από την κανονιστική ρύθμιση περί αποβλήτων υποχρεώσεις μπορούν, εν προκειμένω, να βαρύνουν την Texaco μόνο αν αυτή θεωρηθεί παραγωγός ή κάτοχος αποβλήτων. Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας-πλαίσιο περί αποβλήτων, ο κάτοχος αποβλήτων υποχρεούται να τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες αυτές ή να εξασφαλίσει ο ίδιος την αξιοποίηση ή τη διαθεσή τους. Το άρθρο 15 της οδηγίας προβλέπει ότι, σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», ο κάτοχος στερεών αποβλήτων βαρύνεται με το κόστος της διαθέσεως των αποβλήτων τα οποία παραδίδει σε φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση αναλαμβάνουσα τη διάθεσή τους. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο γ΄, κάτοχος δεν είναι μόνο ο πράγματι κατέχων, αλλά, επίσης, ο παραγωγός των αποβλήτων, έννοια η οποία ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο β΄.
Επί της έννοιας του παραγωγού αποβλήτων
51. Το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων ορίζει ως παραγωγό κάθε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παρήγαγε απόβλητα («Αρχικός παραγωγός»), ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμιξης ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών.
52. Η Texaco δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραγωγός αποβλήτων απλώς και μόνο επειδή παρήγαγε υγρά καύσιμα τα οποία, εκ τυχαίου γεγονότος κατέστησαν απόβλητα. Η έννοια του παραγωγού αποβλήτων συνδέεται με την πρόσδοση της ιδιότητας του αποβλήτου. Όταν τα υγρά καύσιμα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον σκοπό τους καταναλώνονται χωρίς να αφήσουν απόβλητα (15). Εν προκειμένω, κατέστησαν απόβλητα όχι λόγω της παραγωγικής δραστηριότητας της Texaco, αλλά απλώς επειδή αποθηκεύτηκαν σε ελαττωματικές δεξαμενές. Συνεπώς, παραγωγός των αποβλήτων είναι, κατ’ αρχήν, εκείνος ο οποίος είχε την εκμετάλλευση των δεξαμενών κατά τον χρόνο διαρροής των υγρών καυσίμων. Εκ πρώτης όψεως, το πρόσωπο αυτό είναι εκείνο που είχε την εκμετάλλευση του σταθμού. Πάντως, απόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει αν, αντιθέτως προς αυτήν την εκ πρώτης όψεως αντίληψη, ευθύνη για τα αποθέματα είχε η Texaco και αν, επομένως, η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού υγρών καυσίμων εκμεταλλευόταν τις δεξαμενές όχι ως στοιχείο της επιχειρήσεώς της, αλλά για λογαριασμό της Texaco.
53. Το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει σχετικώς ποιος ασκούσε, από νομικής και πραγματικής απόψεως, την εξουσία διαθέσεως επί του αποθέματος υγρών καυσίμων και είχε την ευθύνη για την κατάσταση των δεξαμενών. Σχετικά στοιχεία μπορούν να συναχθούν από τη σύμβαση εκμεταλλεύσεως και από όλες τις λοιπές εφαρμοστέες διατάξεις. Ομοίως, έχει σημασία ο τρόπος κατά τον οποίο πράγματι συμπεριφέρθηκε η Texaco. Ασφαλώς, η Texaco δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση ελέγχου που εκ του νόμου υπέχει, παραλείποντας να την αναλάβει στην πράξη. Πάντως, αν λόγω της οικονομικής της ισχύος έναντι της έχουσας την εκμετάλλευση του σταθμού υγρών καυσίμων, η Texaco πέραν των νομίμων υποχρεώσεών της, είχε πράγματι την εξουσία εκμεταλλεύσεως των δεξαμενών, τότε υπέχει επίσης και τη σχετική ευθύνη.
54. Επιπροσθέτως, η Texaco θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραγωγός αποβλήτων αν οι ζημίες που προκλήθηκαν στις δεξαμενές προέρχονται από δική της συμπεριφορά. Αναφέρομαι στο ενδεχόμενο που επικαλέσθηκε η περιφέρεια Bruxelles-Capitale εσφαλμένου χειρισμού κατά την πλήρωση των δεξαμενών. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κατά την παράδοση του σταθμού υγρών καυσίμων στην ασκούσα την εκμετάλλευσή του, η Texaco όφειλε να γνωρίζει και όφειλε να επισκευάσει εκείνα τα ελαττώματα που προκάλεσαν, μεταγενέστερα, τη διαρροή των υγρών καυσίμων. Από αυτής της απόψεως, επίσης, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στις αναγκαίες διαπιστώσεις.
Επί της έννοιας του κατόχου αποβλήτων
55. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας-πλαίσιο, περί στερεών αποβλήτων, ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα θεωρείται κάτοχος των αποβλήτων. Εφόσον η Texaco δεν είναι παραγωγός αποβλήτων, δεν μπορεί, κατά τη διάταξη αυτή, να θεωρηθεί κάτοχος αποβλήτων παρά μόνο αν πράγματι έχει στην κατοχή της τα απόβλητα.
56. Η έννοια της κατοχής δεν ορίζεται ούτε στην οδηγία ούτε, γενικότερα, στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά γενική παραδοχή, η κατοχή ισοδυναμεί με την άσκηση πραγματικής εξουσίας διαθέσεως, χωρίς να προϋποθέτει την κυριότητα ή τη νομική εξουσία διαθέσεως του πράγματος. Εντούτοις, δεν μπορεί να υπάρξει ανταπόκριση στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 8 της οδηγίας-πλαίσιο, περί στερεών αποβλήτων παρά μόνο αν πράγματι υπάρχει εξουσία διαθέσεως του αποβλήτου, αλλά, παράλληλα, υπάρχει και δικαίωμα διαχειρίσεως. Συνεπώς, η κατοχή κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείου γ΄, της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων, πέραν της στενής έννοιας (16), επιπροσθέτως της πραγματικής εξουσίας (άμεσης ή έμμεσης) διαθέσεως του πράγματος πρέπει να υπάρχει και η νομική εξουσία διαθέσεως.
57. Το επιληφθέν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει ποιος ασκούσε την πραγματική εξουσία διαθέσεως επί των αποβλήτων και κατά ποια χρονική περίοδο. Επί του ζητήματος αυτού, επίσης, εκ πρώτης όψεως προκύπτει ότι η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού ασκούσε την εξουσία διαθέσεως επί των αποβλήτων, τουλάχιστον μέχρι την παύση λειτουργίας του σταθμού. Το αν η εντύπωση αυτή αληθεύει πρέπει να εκτιμηθεί με βάση τα ίδια κριτήρια που προτάθηκαν για την επίλυση του ζητήματος ποιος είναι παραγωγός των αποβλήτων. Πάντως, δεν πρέπει να αποκλείεται ότι, τουλάχιστον δυνάμει της συμβάσεως εκμεταλλεύσεως, η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού ασκούσε ενδεχομένως την εξουσία διαθέσεως επί των δεξαμενών και του γύρω εδάφους, όχι για λογαριασμό της, αλλά για λογαριασμό της Texaco. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το στοιχείο ότι η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε τροποποίηση επί του οικοπέδου χωρίς την έγκριση της Texaco, όπως υπογραμμίζει η περιφέρεια Bruxelles-Capitale.
58. Μετά την παύση λειτουργίας του σταθμού, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η κυριότητά του περιήλθε στην Texaco. Είναι απίθανο μετά την καταγγελία της συμβάσεως εκμεταλλεύσεως η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού να διατήρησε την εξουσία διαθέσεως επί του σταθμού των υγρών καυσίμων. Αντιθέτως, η Texaco συνέχισε να καταβάλλει το μίσθωμα μέχρι το θέρος του 1993 και προέβη σε εργασίες καθαρισμού μέχρι τον Μάιο του 1994, στοιχείο εκ του οποίου προκύπτει ότι ασκούσε την εξουσία διαθέσεως επί του οικοπέδου.
59. Απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει ποιος είχε εξουσία διαχειρίσεως του μολυσμένου εδάφους. Βάσει των διαθεσίμων στοιχείων κρίνεται μάλλον απίθανο να είχε την εξουσία αυτή η έχουσα την εκμετάλλευση του σταθμού. Από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο είναι αδύνατον να διαπιστωθεί αν η Texaco είχε το δικαίωμα, βάσει της συμβάσεως μισθώσεως που είχε συνάψει με την έχουσα την κυριότητα του οικοπέδου, διαχειρίσεως των μολυσμένων χωμάτων ή αν ένα τέτοιο δικαίωμα είχε μόνο η έχουσα την κυριότητα του οικοπέδου.
Επί μέρους συμπέρασμα επί των εννοιών του παραγωγού αποβλήτων και του κατόχου αποβλήτων
60. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι, κατά το άρθρο 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας-πλαίσιο περί στερεών αποβλήτων, εταιρία πετρελαιοειδών η οποία παράγει υγρά καύσιμα και τα πωλεί προς τον εκμεταλλευόμενο ένα από τους σταθμούς της υγρών καυσίμων, στο πλαίσιο αυτοτελούς συμβάσεως εκμεταλλεύσεως αποκλείουσας οποιαδήποτε σχέση εξαρτήσεως με αυτήν, πρέπει να θεωρηθεί ως κάτοχος των αποβλήτων που συνιστούν χώματα μολυσμένα από υγρά καύσιμα που διέρρευσαν προς αυτά
– αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των νομικών και πραγματικών στοιχείων, ο έχων τη διαχείριση εκμεταλλευόταν τη δεξαμενή όχι ως τμήμα της επιχειρήσεώς του, αλλά για λογαριασμό της επιχειρήσεως πετρελαιοειδών (άρθρο 1, στοιχείο γ΄, πρώτη εναλλακτική περίπτωση – παραγωγός αποβλήτων),
– αν οι ζημίες που προκλήθηκαν στις δεξαμενές οφείλονται στη συμπεριφορά της εταιρίας πετρελαιοειδών (άρθρο 1, στοιχείο γ΄, πρώτη εναλλακτική περίπτωση – παραγωγός αποβλήτων), ή
– αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων, η εταιρία πετρελαιοειδών ασκεί πράγματι την εξουσία διαθέσεως επί των αποβλήτων και έχει δικαίωμα διαχειρίσεώς τους (άρθρο 1, στοιχείο γ΄, δεύτερη εναλλακτική περίπτωση – κάτοχος αποβλήτων).
V – Προτάσεις
61. Κατά συνέπεια, προτείνω στα ερωτήματα του Cour d’appel να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
1) Τα μολυσμένα χώματα πρέπει να θεωρούνται ως απόβλητα στην περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος υποχρεούται να προβεί στην εκσκαφή τους λόγω της μολύνσεως. Η ιδιότητα του αποβλήτου τεκμαίρεται, πλην αποδείξεως του εναντίου, όταν, λόγω της μολύνσεως, το έδαφος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό που προοριζόταν.
2) Εταιρία πετρελαιοειδών η οποία παράγει υγρά καύσιμα και τα πωλεί προς επιχείρηση εκμεταλλευόμενη έναν από τους σταθμούς υγρών καυσίμων της, στο πλαίσιο αυτοτελούς συμβάσεως εκμεταλλεύσεως απαλλαγμένης από οποιαδήποτε σχέση εξαρτήσεως με αυτήν, πρέπει να θεωρείται ως κάτοχος αποβλήτων υπό τη μορφή χωμάτων μολυσμένων από διαρρεύσαντα υγρά καύσιμα,
– αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των νομικών και πραγματικών στοιχείων, ο έχων τη διαχείριση εκμεταλλευόταν τη δεξαμενή όχι ως τμήμα της επιχειρήσεώς του, αλλά για λογαριασμό της επιχειρήσεως πετρελαιοειδών (άρθρο 1, στοιχείο γ΄, πρώτη εναλλακτική περίπτωση – παραγωγός αποβλήτων),
– αν οι ζημίες που προκλήθηκαν στις δεξαμενές οφείλονται στη συμπεριφορά της εταιρίας πετρελαιοειδών (άρθρο 1, στοιχείο γ΄, πρώτη εναλλακτική περίπτωση – παραγωγός αποβλήτων), ή
– αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων, η εταιρία πετρελαιοειδών ασκεί πράγματι την εξουσία διαθέσεως επί των αποβλήτων και έχει δικαίωμα διαχειρίσεώς τους (άρθρο 1, στοιχείο γ΄, δεύτερη εναλλακτική περίπτωση – κάτοχος αποβλήτων).
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86.
3 – EE L 78, σ. 32.
4 – Οι κατηγορίες Q5 και Q12 αφορούν τα μολυσμένα υλικά· η κατηγορία Q13 «οποιοδήποτε υλικό, ουσία ή προϊόν η χρήση του οποίου απαγορεύεται από τον νόμο».
5 – Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-206/88 και C-207/88 (Συλλογή 1990, σ. I-1461).
6 – Αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 2000 στις υποθέσεις C-418/97 και C-419/97 (ARCO Chemie Nederland κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I-4475, σκέψεις 38 επ.) και της 18ης Απριλίου 2002 στην υπόθεση C-9/00 (Palin Granit και Vehmassalon Kansanterveystyön Kuntayhtymän hallitus, Συλλογή 2002, σ. I-3533, σκέψη 23).
7 – Βλ. σχετικώς την απόφαση Palin Granit, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 22.
8 – Απόφαση ARCO, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 73.
9 – Versteyl L.A., Der Abfallbegriff im Europäischen Recht –Eine unendliche Geschichte– Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht 2000, σ. 585, ιδίως σ. 586· Dieckmann Μ., Das Abfallrecht der Europäischen Gemeinschaft, Baden-Baden 1994, σ. 152 επ.
10 – Στο σημείο 29 των προτάσεων απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000 για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α΄ της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 94/904/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 4 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 226, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2001/573/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2001, για την τροποποίηση της απόφασης 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής όσον αφορά τον κατάλογο αποβλήτων (EE L 203, σ. 18).
11 – Ιδίως η Γερμανία και η Γαλλία· στην Ιταλία ο περιορισμός αυτός προκύπτει από απόφαση του Corte Suprema di Cassazione, της 18ης Σεπτεμβρίου 2002, αριθ. 31011. Αντιθέτως, η Αυστρία συνδέει ρητώς την έννοια του αποβλήτου με τα κινητά τα οποία έρχονται σε επαφή με το έδαφος και έχουν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του περιβάλλοντος (άρθρο 2, παράγραφος 2, του Abfallwirtschaftsgesetz, νόμου περί της διαχειρίσεως των αποβλήτων). Αντιθέτως, η κανονιστική παράδοση που έχει διαμορφωθεί σε ορισμένα κράτη μέλη δεν αποτελεί κριτήριο για την ερμηνεία εννοιών του κοινοτικού δικαίου.
12 – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγρια πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7).
13 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999 στην υπόθεση C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I-7773, σκέψεις 108 επ.).
14 – Βλ., επίσης, απόφαση ARCO, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 86, όπου παρατίθεται το παράδειγμα μιας συμφωνίας.
15 – Βλ. απόφαση ARCO, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 66.
16 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo, της 20ής Νοεμβρίου 2001, στην υπόθεση C-179/00, Weidacher (Συλλογή 2002, σ. I-501 και σ. I-505, σκέψεις 76 επ..), όπου εκθέτει την αόριστη χρήση της έννοιας του κατόχου.
Full & Egal Universal Law Academy