ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 25ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-13/03 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Tetra Laval BV
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89 – Απόφαση η οποία διατάσσει τον χωρισμό επιχειρήσεων κατόπιν αποφάσεως η οποία κηρύσσει μια συγκέντρωση ασύμβατη με την κοινή αγορά»
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την αίτηση αναιρέσεως που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2002, T-80/02, Tetra Laval κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-4519), με την οποία ακυρώθηκε η «απόφαση της Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2002 για τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση του ουσιαστικού ανταγωνισμού (υπόθεση COMP/M.2146 – Tetra Laval/Sidel), η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ των επιχειρήσεων».
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Ως γνωστόν, για να συμβάλει στη δημιουργία ενός «καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς» (άρθρο 3, στοιχείο στ΄, της Συνθήκης ΕΟΚ, στη συνέχεια, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, στοιχείο ζ΄ της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, ΕΚ), ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου (στο εξής και: κανονισμός) (2) έχει καθιερώσει έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως με κοινοτικές διαστάσεις (3). Προς τούτο, ο κανονισμός ορίζει ειδικότερα ότι οι πράξεις αυτές πρέπει να ανακοινώνονται προηγουμένως στην Επιτροπή, η οποία καλείται να αξιολογεί το συμβατό με την κοινή αγορά βάσει των κριτηρίων του άρθρου 2 του κανονισμού.
3. Εν προκειμένω πρέπει να υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, οι πράξεις συγκεντρώσεως με κοινοτικές διαστάσεις δεν μπορούν να εκτελεστούν πριν ανακοινωθούν στην Επιτροπή και εγκριθούν ρητώς ή σιωπηρώς από αυτήν. Ωστόσο, η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει ότι τα πιο πάνω δεν εμποδίζουν «την πραγματοποίηση δημόσιας προσφοράς αγοράς ή ανταλλαγής που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή […], υπό τον όρο ότι ο αποκτών δεν ασκεί τα δικαιώματα ψήφου που συνδέονται με τους συγκεκριμένους τίτλους ή τα ασκεί μόνο για να διατηρήσει την πλήρη αξία της επένδυσής του και βάσει παρεκκλίσεως, η οποία παρέχεται από την Επιτροπή […]».
4. Όσον αφορά τις αποφάσεις που μπορούν να ληφθούν από την Επιτροπή, πρέπει εν προκειμένω να υπενθυμίσω το άρθρο 8, παράγραφος 3, κατά το οποίο, όταν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, η Επιτροπή «εκδίδει απόφαση με την οποία η εν λόγω συγκέντρωση κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά». Στη συνέχεια, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση που έχει ήδη πραγματοποιηθεί η συγκέντρωση, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει, με απόφαση που λαμβάνει βάσει της παραγράφου 3 ή με χωριστή απόφαση, είτε τον διαχωρισμό των επιχειρήσεων ή των στοιχείων του ενεργητικού που συγκεντρώθηκαν είτε την παύση του κοινού ελέγχου ή κάθε άλλη κατάλληλη ενέργεια, προκειμένου να αποκατασταθεί ουσιαστικός ανταγωνισμός».
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
Η πράξη που ανακοινώθηκε και οι αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή
5. Από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν, κατά το μέρος που έχει σημασία εν προκειμένω, τα εξής:
«6 Στις 27 Μαρτίου 2001 η Tetra Laval SA, ιδιωτική επιχείρηση γαλλικού δικαίου και εξ ολοκλήρου θυγατρική της Tetra Laval BV, χρηματοδοτικής εταιρίας ανήκουσας στον όμιλο Tetra Laval (στο εξής: “Tetra” ή “προσφεύγουσα”), απηύθυνε για λογαριασμό της προσφεύγουσας δημόσια προσφορά περί αγοράς όλων των εν κυκλοφορία μετοχών της Sidel SA, εταιρίας εισηγμένης στο χρηματιστήριο στη Γαλλία. Η Tetra Laval SA αγόρασε την ίδια ημέρα το 9,75 % περίπου του κεφαλαίου της Sidel από την Azeo (5,56 %) και από τη διεύθυνση της Sidel (4,19 %).
7 Κατόπιν της προσφοράς αυτής, περιήλθε στην ιδιοκτησία της Tetra το 81,3 % των εν κυκλοφορία μετοχών της Sidel. Μετά την παύση της ισχύος της προσφοράς, η προσφεύγουσα αγόρασε ορισμένες επιπλέον μετοχές, οπότε σήμερα κατέχει περίπου το 95,20 % των μετοχών και το 95,93 % των δικαιωμάτων ψήφου της Sidel.
8 Στις 18 Μαΐου 2001 κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή οι συναλλαγές με τις οποίες η Tetra απέκτησε δικαίωμα συμμετοχής στη Sidel. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού, η προσφεύγουσα δεσμεύθηκε να μην ασκήσει τα δικαιώματα ψήφου που συνδέονται με τους συγκεκριμένους τίτλους, εκτός αν υπάρξει ρητή εξουσιοδότηση εκ μέρους της Επιτροπής.
9 Οι διάδικοι αναγνωρίζουν ότι οι συναλλαγές αποτελούν αγορά κοινοτικών διαστάσεων, κατά την έννοια των άρθρων 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και 1, παράγραφος 2, του κανονισμού.
10 Στις 30 Οκτωβρίου 2001 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 4064/89 [C(2001) 3345 τελικό (υπόθεση COMP/Μ.2416 – Tetra Laval/Sidel), στο εξής: απόφαση περί ασυμβιβάστου].
11 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής:
“Η συγκέντρωση που κοινοποίησε στην Επιτροπή η Tetra Laval BV [...] στις 18 Μαΐου 2000, η οποία θα της εξασφάλιζε τη δυνατότητα να αποκτήσει τον αποκλειστικό έλεγχο της εταιρίας Tetra Laval SA, κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και τη Συμφωνία ΕΟΧ”.
[…]
15 Στις 30 Ιανουαρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση διατάσσουσα μέτρα για την αποκατάσταση του ουσιαστικού ανταγωνισμού, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (υπόθεση COMP/Μ.2416 – Tetra Laval/Sidel) (στο εξής: απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων). Η απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων […] διατάσσει την εκ μέρους της Tetra πώληση των μετοχών της Sidel και προβλέπει τις αρχές βάσει των οποίων πρέπει να διενεργηθεί ο εν λόγω χωρισμός.
[...]»
Οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου και οι αιτήσεις αναιρέσεως που η Επιτροπή υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου
6. Με προσφυγές που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Ιανουαρίου 2002 και στις 19 Μαρτίου 2002, η Tetra προσέβαλε αμφότερες τις αποφάσεις της Επιτροπής.
7. Επί των προσφυγών αυτών το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε με δύο αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2002, με τις οποίες: i) στην υπόθεση T-5/02 ακύρωσε την «απόφαση περί ασυμβιβάστου» και ii) στην υπόθεση T-80/02 ακύρωσε την «απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων».
8. Ειδικότερα, στη δεύτερη απόφασή του –κατά της οποίας στρέφεται η παρούσα αίτηση αναιρέσεως– το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «[η] λήψη […] αποφάσεως διατάσσουσας τον χωρισμό επιχειρήσεων σε χρόνο μεταγενέστερο της λήψεως αποφάσεως με την οποία μια συγκέντρωση κηρύσσεται ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά προϋποθέτει ότι η δεύτερη αυτή απόφαση είναι έγκυρη» (4). Μετά, αφού υπενθύμισε ότι η «απόφαση περί ασυμβιβάστου» ακυρώθηκε με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Τ-5/02 (5), το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να παρατηρήσει ότι, «[λ]αμβανομένου υπόψη ότι η έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως περί ασυμβιβάστου συνεπάγεται την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως περί χωρισμού των επιχειρήσεων, η […] προσφυγή περί ακυρώσεως της τελευταίας αυτής αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτή» (6).
9. Με εισαγωγικά της δίκης έγγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή υπέβαλε αιτήσεις αναιρέσεως αμφοτέρων των αποφάσεων του Πρωτοδικείου.
III – Νομική ανάλυση
10. Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή περιορίζεται στην ουσία να υποστηρίξει ότι, αν στην υπόθεση C‑12/03 Ρ το Δικαστήριο αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου σχετικά με την «απόφαση περί ασυμβιβάστου», το Δικαστήριο θα πρέπει να αναιρέσει και την απόφαση του Πρωτοδικείου σχετικά με την «απόφαση περί χωρισμού των επιχειρήσεων», η οποία στηρίζεται στην «απόφαση περί ασυμβιβάστου».
11. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι στην υπόθεση C‑12/03 Ρ πρότεινα να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ότι και η παρούσα αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε εν προκειμένω η Tetra (7).
Επί των δικαστικών εξόδων
12. Υπό το φως του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα σχετικά με την τύχη της αιτήσεως αναιρέσεως, θεωρώ ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
IV – Συμπέρασμα
13. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Κανονισμός της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395, σ. 1), όπως έχει διορθωθεί (ΕΕ 1990, L 257, σ. 13). Ο κανονισμός 4064/89 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 180, σ. 1).
3 – Το άρθρο 3 του κανονισμού διευκρινίζει τι νοείται ως «συγκέντρωση», ενώ το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, διευκρινίζει πότε μια πράξη συγκεντρώσεως έχει «κοινοτικές διαστάσεις».
4 – Σκέψη 37.
5 – Σκέψη 41.
6 – Σκέψη 42.
7 – Βλ. συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C-23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer (Συλλογή 2002, σ. Ι-1873, σκέψεις 51 και 52), από την οποία προκύπτει ότι, για διαδικαστικούς λόγους, ο κοινοτικός δικαστής δύναται να απορρίψει επί της ουσίας μια προσφυγή χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί επί των ενστάσεων απαραδέκτου που έχει προβάλει ο καθού.
Full & Egal Universal Law Academy