ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 9ης Ιουνίου 2005 1(1)
Υπόθεση C‑46/03
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
παρεμβαίνον: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης – Πρόγραμμα Manchester/Salford/Trafford 2 (“MST 2”) – Ανάληψη υποχρέωσης – Προθεσμία του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου – Απόφαση της Επιτροπής για αποδέσμευση»
Περιεχόμενα
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
III – Πραγματικά περιστατικά
IV – Διαδικασία
V – Ανάλυση της υπόθεσης
Α – Το παραδεκτό της προσφυγής βάσει των άρθρων 230 ΕΚ και 231 ΕΚ
Β – Το βάσιμο
1. Πρώτος λόγος ακύρωσης: νομικά σφάλματα και σφάλματα ερμηνείας και εκτίμησης που περιέχονται στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2002
α) Επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου
β) Επιχειρήματα της Επιτροπής
γ) Νομική εκτίμηση
i) Επί της σχέσης μεταξύ των κανονισμών
ii) Επί του ισχυρισμού ότι δεν υποβλήθηκε εμπροθέσμως αίτηση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999
iii) Επί του ισχυρισμού ότι δεν έγινε χρήση της διακριτικής ευχέρειας
iv) Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας
v) Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκε η αρχή της ασφάλειας δικαίου
vi) Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της νομιμότητας της διοίκησης, της κοινοτικής αλληλεγγύης, της περιφερειακής συνεργασίας και της έντιμης συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών
2. Δεύτερος λόγος ακύρωσης: η συμπεριφορά της Επιτροπής
α) Κύρια επιχειρήματα
β) Νομική εκτίμηση
i) Επί της λυσιτέλειας των επιχειρημάτων
ii) Επί της υποχρεώσεως της Επιτροπής να ενημερώνει το κράτος μέλος κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999
iii) Επί της συμπεριφοράς της Επιτροπής αναλυτικότερα
3. Τρίτος λόγος ακύρωσης: ελλιπής αιτιολόγηση της απόφασης C(92) 1358/8 της Επιτροπής
α) Επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου
β) Επιχειρήματα της Επιτροπής
γ) Νομική ανάλυση
VI – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο, πρώτον, την ακύρωση, βάσει των άρθρων 230 ΕΚ και 231 ΕΚ, της απόφασης της Επιτροπής, της 22ας Νοεμβρίου 2002, να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο ποσό των 11 636 600 ευρώ, το οποίο αφορούσε το επιχειρησιακό πρόγραμμα Manchester/Salford/Trafford 2 («MST 2») και είχε δεσμευτεί στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ). Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται κυρίως ότι η απόφαση αυτή βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (2) και του άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8.
2. Δεύτερον, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο, σε περίπτωση που η ερμηνεία που προσδίδει η Επιτροπή στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 και/ή στο άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 είναι ορθή, να κηρύξει, βάσει του άρθρου 241 ΕΚ, τις πράξεις αυτές ανεφάρμοστες έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου. Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 2005, το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε πάντως από αυτό το αίτημα της προσφυγής του.
II – Νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (3), επιγράφεται «Πληρωμές». Η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού έχει ως εξής:
«Η πληρωμή του υπολοίπου κάθε ανάληψης υποχρέωσης πραγματοποιείται εάν
– η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1 υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση πληρωμής εντός έξι μηνών μετά το τέλος του εν λόγω έτους ή την πραγματική ολοκλήρωση της ενέργειας,
– υποβληθούν στην Επιτροπή οι εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 4,
– το κράτος μέλος αποστείλει στην Επιτροπή βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται στην αίτηση πληρωμής και στις εκθέσεις.»
4. Ο κανονισμός 4253/88 καταργήθηκε από τον κανονισμό 1260/1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία (4), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2000.
5. Το άρθρο 52 του κανονισμού 1260/1999 επιγράφεται «Μεταβατικές διατάξεις». Η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού προβλέπει τα εξής:
«Τα τμήματα των ποσών που έχουν δεσμευθεί για τις πράξεις ή τα προγράμματα που αποφασίσθηκαν από την Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 και για τα οποία δεν θα έχει υποβληθεί στην Επιτροπή, μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 το αργότερο, αίτηση οριστικής πληρωμής αποδεσμεύονται αυτεπαγγέλτως από την Επιτροπή το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου 2001 και δημιουργούν απαίτηση για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, με την επιφύλαξη των πράξεων ή προγραμμάτων που τελούν υπό αναστολή για δικαστικούς λόγους.»
III – Πραγματικά περιστατικά
6. Μετά από αίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου της 20ής Σεπτεμβρίου 1991, η Επιτροπή εξέδωσε στις 6 Ιουλίου 1992 την απόφαση C(92) 1358/8 σχετικά με την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (στο εξής: ΕΤΠΑ) και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (στο εξής: ΕΚΤ) υπέρ ενός ολοκληρωμένου επιχειρησιακού προγράμματος που αφορούσε το Μάντσεστερ, το Salford και το Trafford και είχε εκπονηθεί στο πλαίσιο του στηριζόμενου στον στόχο 2 κοινοτικού πλαισίου στήριξης για τη Βορειοδυτική Αγγλία, της 18ης Δεκεμβρίου 1991 (στο εξής: πρόγραμμα MST 2).
7. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή ενέκρινε το πρόγραμμα MST 2 για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1992 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1993 και καθόρισε, σύμφωνα με το σχέδιο χρηματοδότησης, το ποσό της συγχρηματοδότησης από το ΕΤΠΑ σε 56,51 εκατομμύρια (εκατ.) ECU. Επιπλέον, η Επιτροπή όρισε ότι η προθεσμία για τις πληρωμές του Ηνωμένου Βασιλείου προς τους τελικούς δικαιούχους, στους οποίους θα ανετίθετο εντός του κράτους αυτού η εκτέλεση των διαφόρων πτυχών του προγράμματος, θα έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1995, αλλά η παράταση της προθεσμίας αυτής από την Επιτροπή ήταν καθ’ όλα δυνατή, αν το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλλε εμπρόθεσμα αιτιολογημένη αίτηση.
8. Το άρθρο 6 της ίδιας αυτής απόφασης τόνιζε ρητά ότι για τη συνδρομή των διαρθρωτικών ταμείων πρέπει να συντρέχουν οι ιδιαίτερες προϋποθέσεις που παρατίθενται στο άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης. Η μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναστολή της συνδρομής.
9. Το άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 προβλέπει τα εξής:
«Η πληρωμή του υπολοίπου ποσού για κάθε ανάληψη υποχρέωσης εξαρτάται από τη σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων:
– Η αρμόδια αρχή πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από τη λήξη του οικείου έτους ή από την πραγματική ολοκλήρωση της σχετικής ενέργειας αίτηση καταβολής του εναπομένοντος ποσού· η αίτηση αυτή πρέπει να ανταποκρίνεται στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν πράγματι οι τελικοί δικαιούχοι και για τις οποίες υπάρχουν τα σχετικά δικαιολογητικά.
– Η μορφή των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 και υποβάλλονται στην Επιτροπή πρέπει να ανταποκρίνεται στο υπόδειγμα που θα συμφωνηθεί.
– Το κράτος μέλος πρέπει να αποστείλει στην Επιτροπή βεβαίωση που πιστοποιεί τις πληροφορίες που παρέχονται στην αίτηση πληρωμής και στις εκθέσεις.»
10. Με την απόφαση C(93) 3804, της 17ης Δεκεμβρίου 1993, η Επιτροπή αύξησε τη συμμετοχή του ΕΤΠΑ σε 58,163 εκατ. ECU και τροποποίησε ανάλογα την απόφασή της C(92) 1358/8 επί του σημείου αυτού.
11. Στις 22 Δεκεμβρίου 1993 μια υπάλληλος του Government Office for the North West (της αρμόδιας περιφερειακής αρχής, στο εξής: GONW) απέστειλε στα μέλη της εποπτεύουσας επιτροπής και στην Επιτροπή έγγραφο στο οποίο είχε επισυνάψει τις οικονομικές καταστάσεις που είχαν αναθεωρηθεί σύμφωνα με τη νέα απόφαση της Επιτροπής. Στο έγγραφο αυτό αναγραφόταν εσφαλμένα ότι η συνολική συνδρομή του ΕΤΠΑ ανερχόταν σε 58,76 εκατ. ECU.
12. Με τηλεομοιοτυπία της 14ης Φεβρουαρίου 1994 η Επιτροπή απέστειλε στην GONW αντίγραφο της οικονομικής κατάστασης, επί της οποίας είχε γίνει χειρόγραφη διόρθωση του συνολικού ποσού σε 58,163 εκατ. ECU, και ζήτησε από τη δημόσια αυτή αρχή να της το επιβεβαιώσει. Η αρχή αυτή απέστειλε στην Επιτροπή στις 21 Φεβρουαρίου 1994 τηλεομοιοτυπία στην οποία αναγραφόταν ότι τα αριθμητικά στοιχεία των καταστάσεων που της είχε στείλει η Επιτροπή με τηλεομοιοτυπία στις 14 Φεβρουαρίου 1994 ήσαν ορθά.
13. Με την απόφαση C(96) 461, της 4ης Μαρτίου 1996, η Επιτροπή παρέτεινε την προθεσμία για τις πληρωμές του Ηνωμένου Βασιλείου προς τους τελικούς αποδέκτες από τις 31 Δεκεμβρίου 1995 στις 31 Δεκεμβρίου 1996 και τροποποίησε ανάλογα και πάλι την απόφαση C(92) 1358/8.
14. Στις 11 Ιουνίου 1999 η GONW διαβίβασε στην Επιτροπή το σχέδιο τελικής έκθεσης για το πρόγραμμα MST 2. Στις 31 Ιουλίου 2000 η GONW έστειλε και πάλι στην Επιτροπή ένα αντίγραφο των ενημερωμένων σχεδίων τελικής έκθεσης.
15. Με έγγραφο της 26ης Φεβρουαρίου 2001, η GONW δήλωσε στην Επιτροπή ότι επρόκειτο να καταρτίσει τις τελικές οικονομικές καταστάσεις για το πρόγραμμα MST 2. Οι καταστάσεις αυτές θα αποστέλλονταν ηλεκτρονικά στην Επιτροπή μόλις ήσαν έτοιμες, οπωσδήποτε πάντως πριν από τις 31 Μαρτίου 2001, καθόσον μετά την ημερομηνία αυτή τα δεσμευμένα ποσά θα αποδεσμεύονταν αυτεπαγγέλτως.
16. Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2001 η GONW απέστειλε στη συνέχεια στην Επιτροπή την τελική έκθεση για το πρόγραμμα MST 2, επισημαίνοντας ότι τα δικαιολογητικά για τις πράγματι πραγματοποιηθείσες δαπάνες θα αποστέλλονταν οσονούπω ηλεκτρονικά, μόλις διευκρινίζονταν ορισμένα ζητήματα με το δημοτικό συμβούλιο του Μάντσεστερ, εν πάση δε περιπτώσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την αποδέσμευση.
17. Η δημόσια αρχή απέστειλε ηλεκτρονικά στις 21 Μαρτίου 2001 τέσσερις οικονομικές καταστάσεις στην Επιτροπή και τόνισε ότι η Επιτροπή μπορούσε επομένως να θεωρήσει ότι το πρόγραμμα MST 2 είχε ολοκληρωθεί. Ο αρμόδιος υπάλληλος ζήτησε παράλληλα από την Επιτροπή να έλθει σε τηλεφωνική επαφή μαζί του, αν είχε κάποια ερώτηση, διότι είχε επίγνωση ότι οι προθεσμίες ήταν ιδιαίτερα σύντομες.
Οι οικονομικές καταστάσεις αυτές είχαν τη μορφή πινάκων Excel και αφορούσαν τα εξής:
Εγκεκριμένα σχέδια ανά αιτούντα (παράρτημα 3)
Εγκεκριμένα σχέδια με σειρά προτεραιότητας (παράρτημα 4)
Ανώτατα όρια χρηματοδότησης ανά μέτρο (παράρτημα 5, πίνακες 1A, 1B, 1C, καθώς και 3A και 3B –οι πίνακες 1C και 3A έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο)
Κατανομή των δαπανών που μπορούν να χρηματοδοτηθούν, με σειρά προτεραιότητας και ανά ημερολογιακό έτος (παράρτημα 5, πίνακες 2A και 2B)
Ανακεφαλαιωτικός πίνακας των εγκεκριμένων, δεσμευμένων και χορηγηθέντων πόρων για κάθε μέτρο (επίσης παράρτημα 3)
Ανακεφαλαιωτικός πίνακας των αναλήψεων υποχρεώσεων ανά έτος (παράρτημα 5, πίνακας 4).
18. Οι πίνακες του παραρτήματος 3 (Εγκεκριμένα σχέδια ανά αιτούντα) και του παραρτήματος 4 καθορίζουν το ύψος των δαπανών που μπορούν να χρηματοδοτηθούν για όλα τα σχέδια στο συνολικό ποσό των 111 735 335 λιρών στερλινών (GBP). Αντίθετα, στον πίνακα 2A του παραρτήματος 5, στον οποίο τα ποσά κατανέμονται σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας, αναγράφεται ένα συνολικό ποσό 107 746 599 GBP, αλλά στον πίνακα αυτό λείπουν τα στοιχεία για τις προτεραιότητες 3 και 5 του έτους 1996.
19. Στους πίνακες 1A και 1B του παραρτήματος 5 η χρηματοοικονομική συμμετοχή του ΕΤΠΑ καθορίζεται σε 56,51 εκατ. ECU, ενώ η συμμετοχή αυτή καθορίζεται στους πίνακες 1C και 3A σε 58,76 εκατ. ECU.
20. Κατά το παράρτημα 3, το συνολικό ποσό ανέρχεται επίσης σε 58,76 εκατ. ECU. Συναφώς, το παράρτημα 3 παραπέμπει ρητά στην απόφαση της Επιτροπής του Δεκεμβρίου 1993.
21. Λόγω των αντιφατικών αριθμητικών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στους πίνακες ως προς το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης του ΕΤΠΑ δημιουργήθηκε στη συνέχεια αβεβαιότητα σε αμφότερες τις πλευρές, όσον αφορά το ύψος των οικονομικών πόρων του ΕΤΠΑ των οποίων είχε τελικά εγκριθεί η χορήγηση. Πάντως η GONW θεωρούσε προφανώς πάντα ότι το σχέδιο χρηματοδότησης που είχε επισυναφθεί στην απόφαση C(93) 3804 ήταν το δεσμευτικό σχέδιο.
22. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 8ης Μαΐου 2001 η Επιτροπή ζήτησε αναθεωρημένα παραρτήματα του προγράμματος MST 2. Κατόπιν αυτού αντηλλάγησαν διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των ενδιαφερόμενων κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2001 και η GONW διαβίβασε επανειλημμένα στην Επιτροπή, και συγκεκριμένα στις 14 Ιουνίου, στις 19 Ιουλίου, στις 6 Αυγούστου και στις 13 Αυγούστου 2001, διορθωμένα αριθμητικά στοιχεία. Εν τω μεταξύ η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε τη λήξη της προθεσμίας στις 31 Μαρτίου 2001. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2001 μάλιστα ζήτησε και πάλι ηλεκτρονικά να υποβληθούν δύο έγγραφα, το ένα από τα οποία ήταν «αντίγραφο της τελικής δήλωσης δαπανών για το πρόγραμμα MST 2», το οποίο, κατά την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής, είχε ήδη υποβληθεί το 1997.
23. Η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της με ηλεκτρονικό μήνυμα της 24ης Οκτωβρίου 2001, οπότε η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ της Επιτροπής και της GONW συνεχίστηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2001 και στις 15 Ιανουαρίου 2002.
24. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Ιανουαρίου 2002 η Επιτροπή δήλωσε τελικά στην GONW ότι πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί αν μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 είχε υποβληθεί υπογραμμένη δήλωση δαπανών. Η Επιτροπή θα φρόντιζε να προμηθευτεί το τελευταίο σχέδιο χρηματοδότησης, το οποίο δεν είχε ακόμη στην κατοχή της. Σύμφωνα με τα πρακτικά της Επιτροπής, το τελευταίο σχέδιο χρηματοδότησης ήταν αυτό που είχε επισυναφθεί στην απόφαση C(93) 3804. Η GONW απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα της 25ης Ιανουαρίου 2002 ότι δεν είχε ακόμη υποβληθεί καμία τελική δήλωση για το πρόγραμμα MST 2 και ο λόγος ήταν ότι αναμενόταν ακόμη η ανακοίνωση σχετικά με το ποια απόφαση της Επιτροπής έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τη δήλωση.
25. Παρά ταύτα, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Περιφερειακή πολιτική» απέστειλε στις 24 Ιανουαρίου 2002 στον Μόνιμο Αντιπρόσωπο του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ έγγραφο με το οποίο του ζήτησε να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 δεν είχαν υποβληθεί ούτε βεβαίωση που να πιστοποιεί οριστικά τις αναγραφόμενες δαπάνες ούτε αίτηση οριστικής πληρωμής και όρισε ως καταληκτική ημερομηνία για την απάντηση την 7η Φεβρουαρίου 2002.
26. Στις 4 Φεβρουαρίου 2002 η GONW, αναφερόμενη στο έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 2002, πληροφόρησε ηλεκτρονικά την Επιτροπή ότι αναμενόταν η επιβεβαίωση των αριθμητικών στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων που είχαν διαβιβαστεί στις 13 Αυγούστου 2001. Την επιβεβαίωση αυτή θα ακολουθούσε η υποβολή της βεβαίωσης για τις αναγραφόμενες δαπάνες και της τελικής αίτησης πληρωμής.
27. Η GONW, αφού η Επιτροπή της επισήμανε ότι αυτό δεν αποτελούσε απάντηση στο ερώτημα που της είχε θέσει στις 24 Ιανουαρίου 2002, απάντησε επίσης στις 4 Φεβρουαρίου 2002, καθώς και με μήνυμα της 6ης Φεβρουαρίου 2002, ότι, όσον αφορά τα παλαιά προγράμματα, υπήρχε δυσκολία να εντοπιστούν τα πρωτότυπα έγγραφα και για τον λόγο αυτό είχε συνεργαστεί στενά, όπως συνήθως, με την Επιτροπή. Ενόσω η Επιτροπή δεν δήλωνε ότι συμφωνούσε με τα αριθμητικά στοιχεία, η δημόσια αυτή αρχή δεν είχε καμία δυνατότητα να υποβάλει τη βεβαίωση που να πιστοποιεί οριστικά τις αναγραφόμενες δαπάνες.
28. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 6ης Φεβρουαρίου 2002 η Επιτροπή τόνισε ότι δεν μπορεί να παράσχει αριθμητικά στοιχεία χωρίς να γνωρίζει το ύψος των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Επομένως, τα πρωτότυπα υπογραμμένα έντυπα έπρεπε να υποβληθούν το ταχύτερο δυνατό.
29. Την ίδια ημέρα η GONW υπέγραψε το έντυπο της Επιτροπής, με το οποίο πιστοποιούσε τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες και ζητούσε από την Επιτροπή να προβεί στην πληρωμή, και το απέστειλε στην Επιτροπή. Από το έντυπο αυτό συναγόταν ότι οι δαπάνες ανέρχονται συνολικά σε 111 735 335 GBP. Η κατάσταση δαπανών που έχει επισυναφθεί στο έντυπο περιέχει για τα έτη 1992 έως 1995 τα ίδια αριθμητικά στοιχεία σε σχέση με την ανάλυση κατά σειρά προτεραιότητας όπως και το παράρτημα 5, πίνακας 2A, που είχε αποσταλεί με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Μαρτίου 2001. Οι δαπάνες όμως για το 1996 δηλώνονται διαφορετικά για κάθε προτεραιότητα, και συγκεκριμένα δεν συμπληρώνονται μόνο από τα στοιχεία σχετικά με τις προτεραιότητες 3 και 5 (5).
30. Ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Περιφερειακή πολιτική» απέστειλε στις 18 Απριλίου 2002 στον Μόνιμο Αντιπρόσωπο του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ έγγραφο με το οποίο του ανακοίνωνε, μεταξύ άλλων, ότι το έγγραφο της 6ης Φεβρουαρίου 2002 δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ως αίτηση πληρωμής, διότι κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 το έγγραφο αυτό έπρεπε να υποβληθεί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το υπόλοιπο ποσό πρέπει να αποδεσμευτεί αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή έταξε δίμηνη προθεσμία από την παραλαβή του εγγράφου αυτού για τη διατύπωση παρατηρήσεων από την GONW και ανέστειλε τη διαδικασία πληρωμής μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Αν δεν διατυπώνονταν παρατηρήσεις εμπρόθεσμα, η Επιτροπή θα θεωρούσε, όπως είχε ήδη επισημάνει, ότι το πρόγραμμα είχε τερματιστεί και θα προέβαινε στις ανάλογες ενέργειες.
31. Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησε, με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 2002, ότι τα αναγκαία στοιχεία είχαν διαβιβαστεί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 και ότι είχε θεωρηθεί δεδομένο ότι οι οικονομικές καταστάσεις που είχαν υποβληθεί στις 21 Μαρτίου 2001 αρκούσαν ως δήλωση δαπανών μέχρι να επιλυθεί η διαφωνία με την Επιτροπή σχετικά με το ζήτημα ποιο ήταν πλέον το τελικό σχέδιο χρηματοδότησης. Η GONW θεωρούσε πάντοτε ότι η απόφαση C(93) 3804 αποτελούσε την τελική απόφαση, πράγμα όμως που η Επιτροπή δεν επιβεβαίωσε παρά μόνο στις 18 Ιανουαρίου 2002. Επομένως, ήταν αναπόφευκτο να καθυστερήσει η υποβολή της αίτησης. Επιπλέον, δεν είχε κανένα νόημα να υποβληθεί αίτηση βασιζόμενη σε αριθμητικά στοιχεία με τα οποία δεν θα συμφωνούσε η Επιτροπή ενόψει της έγκρισης της καταβολής του υπολοίπου.
32. Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002, η οποία είναι συγχρόνως το αντικείμενο της διαφοράς στην παρούσα διαδικασία (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ήταν αναπόφευκτη. Η αίτηση οριστικής πληρωμής και η δήλωση δαπανών αποτελούσαν συνάρτηση των υποχρεώσεων που είχαν αναληφθεί εντός του κράτους μέλους. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν μπορούν άλλωστε να αλλάζουν εκ των υστέρων. Η επιχειρηματολογία σχετικά με το σχέδιο χρηματοδότησης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η εμμονή της GONW ότι η απόφαση C(93) 3804 ήταν η τελική απόφαση αντιφάσκει με τη θέση που έλαβε με το παράρτημα 5, πίνακας 3A, της τελικής έκθεσης. Κατά συνέπεια, κανένα από τα διατυπωθέντα επιχειρήματα δεν μπορεί, κατά την Επιτροπή πάντα, να εμποδίσει, σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της αίτησης, την επέλευση των νομικών συνεπειών του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999. Στην αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης δόθηκε η εντολή να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο ποσό των 11 632 600 ευρώ. Επιπλέον, η Επιτροπή είναι αναγκασμένη να διατάξει την αναζήτηση ποσού 9 272 767,82 ευρώ.
33. Με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2002 η GONW επισήμανε στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, ότι τότε όφειλε, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, να προβεί στην αποδέσμευση μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2001. Επομένως, και η ίδια η Επιτροπή επέδειξε συναφώς αντιφατική συμπεριφορά.
IV – Διαδικασία
34. Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Ιανουαρίου 2003. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 2003 επιτράπηκε η παρέμβαση του Συμβουλίου υπέρ της Επιτροπής.
35. Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει, βάσει των άρθρων 230 ΕΚ και 231 ΕΚ, τις παρακάτω νομικές πράξεις:
α) την απόφαση της Επιτροπής να αποδεσμεύσει το ποσό των 11 632 600 ευρώ, η οποία περιέχεται σε έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002,
β) τη μεταγενέστερη απόφαση για αποδέσμευση του ποσού αυτού, η οποία ελήφθη τον Δεκέμβριο του 2002 ή τον Ιανουάριο του 2003, αλλά σε ημερομηνία που το Ηνωμένο Βασίλειο αγνοεί,
γ) όλες τις πράξεις που εκδόθηκαν κατόπιν της απόφασης αυτής καθώς και την ίδια την αποδέσμευση,
δ) μια απόφαση της Επιτροπής, που περιέχεται σε έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002, περί αναζητήσεως του ποσού των 9 272 767 ευρώ που είχε ήδη καταβληθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για το πρόγραμμα MST 2, καθώς και
ε) όλες τις πράξεις που εκδόθηκαν κατόπιν της απόφασης αυτής·
2) να κηρύξει άκυρες όλες αυτές τις πράξεις βάσει του άρθρου 231 ΕΚ·
3) σε περίπτωση που η ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 και/ή στο άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης της Επιτροπής C(92) 1358/8 είναι ορθή, να κηρύξει, βάσει του άρθρου 241 ΕΚ, τις πράξεις αυτές ανεφάρμοστες έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου·
4) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
36. Αφού η Επιτροπή δήλωσε στις 13 Μαρτίου 2003 ότι δεν προτίθεται πλέον να αναζητήσει το ποσό των 9 272 767,82 ευρώ, το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε από την προσφυγή του ως προς το σημείο αυτό (πρώτο αίτημα, στοιχεία δ΄ και ε΄). Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 2005, που φέρει εσφαλμένως ημερομηνία 23 Μαρτίου 2004, το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε από το τρίτο αίτημά του.
37. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως εν μέρει απαράδεκτη και κατά τα λοιπά αβάσιμη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως πλήρως αβάσιμη·
– να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
38. Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει το αίτημα που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του άρθρου 241 ΕΚ ως απαράδεκτο ή επικουρικά ως αβάσιμο·
– να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
39. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παραιτήθηκε, με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 2005, από το αίτημα που είχε υποβάλει βάσει του άρθρου 241 ΕΚ, δεν χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσον το αίτημα αυτό ήταν παραδεκτό. Επομένως, δεν πρόκειται να εξετάσω λεπτομερέστερα τους σχετικούς ισχυρισμούς του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αιτήματα που προέβαλαν συναφώς δεν έχουν πλέον αντικείμενο.
V – Ανάλυση της υπόθεσης
Α – Το παραδεκτό της προσφυγής βάσει των άρθρων 230 ΕΚ και 231 ΕΚ
40. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι απαράδεκτα τα αιτήματα του Ηνωμένου Βασιλείου με τα οποία το κράτος αυτό ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας όλων των αποφάσεων και πράξεων, περιλαμβανομένης και της αποδεσμεύσεως, που εκδόθηκαν κατόπιν του εγγράφου της 22ας Νοεμβρίου 2002. Η Επιτροπή θεμελιώνει τον ισχυρισμό της αυτό με το επιχείρημα ότι πρόκειται απλώς για αναπόφευκτες συνέπειες του εγγράφου της 22ας Νοεμβρίου 2002.
41. Όσον αφορά το παραδεκτό των αιτημάτων της προσφυγής, πρέπει συνεπώς να διασαφηνιστεί καταρχάς το αντικείμενό της. Κατά το άρθρο 230 ΕΚ, αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως μπορεί να είναι οποιαδήποτε πράξη της Επιτροπής, εκτός από τις συστάσεις και τις γνώμες. Από αυτό συνάγεται ότι μια πράξη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής μόνο αν προορίζεται να παράγει έννομα αποτελέσματα, δηλαδή προορίζεται, από άποψη περιεχομένου, να ρυθμίζει δεσμευτικά συγκεκριμένες καταστάσεις (6).
42. Εν προκειμένω τίθεται το ζήτημα αν –πέρα από την ανακοίνωση προς το κράτος μέλος για τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα μπορούσε να μην πραγματοποιηθεί αυτεπαγγέλτως η αποδέσμευση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999– η ίδια η αποδέσμευση, υπό μορφή ενδοϋπηρεσιακής οδηγίας, μπορεί να αποτελέσει παραδεκτώς αντικείμενο της προσφυγής.
43. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι η αποδέσμευση αποτελεί την «άλλη όψη του νομίσματος» σε σχέση με τη δέσμευση του ποσού που αφορά η ανάληψη υποχρέωσης. Ως ανάληψη υποχρέωσης νοείται η απόφαση χρηματοδότησης ενός σχεδίου ή προγράμματος. Η απόφαση αυτή εξυπηρετεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού και συναφώς πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ –εσωτερικών (7)– αναλήψεων υποχρεώσεων και αποφάσεων επί αιτήσεων πληρωμής –που απευθύνονται προς τρίτους. Το αποτέλεσμα της αποδέσμευσης είναι ότι τα σχετικά ποσά δεν επιτρέπεται να καταβληθούν χωρίς νέα ανάληψη υποχρεώσεων. Με δεδομένο το πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση της Επιτροπής ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης αποτελεί πράξη απευθυνόμενη προς τρίτους, ενώ η ίδια η αποδέσμευση είναι ενδοϋπηρεσιακή πράξη, οπότε δεν μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατ’ αυτής.
44. Με έγγραφο της 18ης Απριλίου 2002 η Επιτροπή επισήμανε για πρώτη φορά ότι έπρεπε να αποδεσμευθεί το υπόλοιπο ποσό της παρέμβασης του ΕΤΠΑ που είχε εγκριθεί. Εντούτοις, η Επιτροπή, παραχωρώντας στο Ηνωμένο Βασίλειο δίμηνη προθεσμία για να διατυπώσει την άποψή του επ’ αυτού και αναστέλλοντας για το χρονικό αυτό διάστημα τη διαδικασία αποδέσμευσης, κατέστησε σαφές ότι δεν είχε ακόμη την πρόθεση να θεσπίσει καμία δεσμευτική ρύθμιση.
45. Με έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002 η Επιτροπή επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι επρόκειτο να υλοποιήσει την αποδέσμευση στην οποία είχε αναφερθεί στις 18 Απριλίου 2002 και ανακοίνωσε ότι είχε ήδη δώσει εντολή στην αρμόδια υπηρεσία της να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο αυτό ποσό.
46. Επομένως, η απόφαση αυτή παράγει αποτελέσματα έναντι τρίτων, διότι περιέχει τη δεσμευτική ανακοίνωση προς το Ηνωμένο Βασίλειο ότι δεν θα καταβληθεί το υπόλοιπο ποσό, ύψους 11 632 600 ευρώ.
47. Η απόφαση αυτή της Επιτροπής αποτελεί συνεπώς το αντικείμενο της προσφυγής. Επομένως, οι μεταγενέστερες αποφάσεις και νομικές πράξεις, οι οποίες επιβεβαιώνουν την εν λόγω απόφαση, αποτελούν απλώς την de facto συνέπειά της και δεν είναι δυνατό να τους αποδοθεί αυτοτελές ρυθμιστικό περιεχόμενο (8).
48. Κατά συνέπεια, τα αιτήματα που υποβάλλονται με τα στοιχεία β΄ και γ΄ του πρώτου αιτήματος είναι απαράδεκτα.
49. Η προσφυγή είναι παραδεκτή κατά τα λοιπά.
Β – Το βάσιμο
50. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 2002. Με τον πρώτο λόγο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής ενέχει νομικά σφάλματα και σφάλματα ερμηνείας και εκτίμησης. Με τον δεύτερο λόγο το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει κατά της συμπεριφοράς της Επιτροπής. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η αδράνεια της Επιτροπής τού δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση ότι η αίτηση είχε υποβληθεί νομότυπα. Με τον τρίτο λόγο το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
1. Πρώτος λόγος ακύρωσης: νομικά σφάλματα και σφάλματα ερμηνείας και εκτίμησης που περιέχονται στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2002
α) Επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου
51. Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 είναι παράνομη, διότι στηρίζεται σε νομικά σφάλματα και σφάλματα ερμηνείας και εκτίμησης.
52. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεμελιώνει την παραπάνω άποψη με το επιχείρημα ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 δεν επιβάλλει κανέναν συγκεκριμένο τύπο για την υποβολή της αίτησης. Ειδικότερα, το άρθρο 52, παράγραφος 5, δεν προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εξακριβώνουν τα διάφορα στοιχεία. Εν προκειμένω δεν έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, διότι ισχύουν μόνο οι διατάξεις του κανονισμού 1260/1999, πράγμα που σημαίνει ότι δεν απαιτείται ούτε η χρησιμοποίηση των υποδειγμάτων εντύπων του ΕΤΠΑ.
53. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, το άρθρο 54 του κανονισμού 1260/1999 κατάργησε τον κανονισμό 4253/88 από την 1η Ιανουαρίου 2000, οπότε ο τελευταίος αυτός κανονισμός δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο. Επομένως, καταργήθηκε ταυτόχρονα και το άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8. Ο κανονισμός 1260/1999 δημιούργησε ένα τελείως νέο νομικό καθεστώς.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε την αντίφαση που υπάρχει, κατ’ αυτήν, μεταξύ της νομικής άποψης αφενός της Επιτροπής και αφετέρου του Συμβουλίου: ενώ η Επιτροπή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88, το Συμβούλιο προτείνει να ερμηνευτεί το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού.
54. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η πρόθεσή του να υποβάλει αίτηση πληρωμής του υπόλοιπου ποσού ακόμη και χωρίς να χρησιμοποιήσει το υπόδειγμα εντύπου συνάγεται σαφώς από την αλληλογραφία μεταξύ GONW και Επιτροπής. Σε τελική ανάλυση, έχουν υποβληθεί όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ακόμη και κατά το υπόδειγμα εντύπου.
55. Η Επιτροπή είχε παραλάβει τη σχετική αίτηση πριν από τις 31 Μαρτίου 2001. Η αίτηση αυτή περιεχόταν στα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στις 26 Φεβρουαρίου, στις 15 Μαρτίου και στις 21 Μαρτίου 2001, τα οποία περιείχαν επίσης όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν η Επιτροπή για να λάβει την τελική απόφαση σχετικά με το πρόγραμμα MST 2. Η τελική έκθεση διαβιβάστηκε στις 15 Μαρτίου 2001 και δεν χρειαζόταν να εγκριθεί από το κράτος μέλος, διότι η αρμόδια περιφερειακή αρχή έχει εξουσιοδοτηθεί να παρέχει η ίδια δεσμευτικά στοιχεία. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο πάντα, η δήλωση δαπανών διαβιβάστηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 21 Μαρτίου 2001, δηλαδή εμπρόθεσμα.
56. Η εσφαλμένη αναγραφή ως συνολικών δαπανών του ποσού των 107 766 705 GBP αντί για το ποσό των 111 735 335 GBP δεν είχε καμία συνέπεια, διότι το ορθό ποσό προέκυπτε από το παράρτημα 4. Ακόμη όμως και αν ληφθεί ως βάση το εσφαλμένο αυτό ποσό, το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθούσε να δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, διότι η χορήγηση του υπολοίπου ποσού θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμη και με βάση το πρώτο από τα παραπάνω ποσά.
57. Επιπλέον, η ερμηνεία της Επιτροπής προσβάλλει, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο πάντα, την αρχή της ασφάλειας δικαίου, διότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 δεν επιβάλλει, όπως προκύπτει από το γράμμα του, καμία προϋπόθεση ως προς τον τύπο της αίτησης που πρέπει να υποβληθεί. Η δραστική κύρωση, την οποία προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 5, δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται παρά μόνο στην περίπτωση αναμφίβολης παράβασης σαφούς και μονοσήμαντης διάταξης.
58. Τέλος, λόγω του δραστικού χαρακτήρα της κύρωσης, συντρέχει επίσης προσβολή της αρχής της αναλογικότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 5 ΕΚ. Συγκεκριμένα, ποτέ δεν διακυβεύτηκε η λειτουργική ικανότητα του Ταμείου.
59. Εν πάση περιπτώσει, οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 του παραρτήματος δεν είναι, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, δεσμευτικές. Η Επιτροπή έχει συναφώς ευρεία διακριτική ευχέρεια, πράγμα που αποδεικνύει επίσης το άρθρο 6 της απόφασης C(92) 1358/8. Επομένως, η μη τήρηση των προϋποθέσεων για την υποβολή της αίτησης δεν οδηγεί αυτόματα στην επιβολή συγκεκριμένης κύρωσης.
60. Ομοίως, το άρθρο 10 του παραρτήματος προβλέπει ότι πρέπει να υπάρξει συμφωνία για τη μορφή των εκθέσεων. Από αυτό συνάγεται ότι πρόκειται για ελαστικές διαδικαστικές διατάξεις. Η δήλωση της Επιτροπής ότι δεν έχει διακριτική ευχέρεια σε σχέση με τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, δήλωση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002, είναι επομένως νομικά εσφαλμένη.
61. Επιπλέον, η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της νομιμότητας της διοίκησης, της κοινοτικής αλληλεγγύης, της περιφερειακής συνεργασίας και την αρχή της έντιμης συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών, την οποία προβλέπει το άρθρο 10 ΕΚ.
β) Επιχειρήματα της Επιτροπής
62. Η Επιτροπή εκτιμά, αντιθέτως, ότι, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 52, παράγραφος 5, η Επιτροπή έπρεπε να διαθέτει μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 όλα τα έγγραφα που ήσαν αναγκαία για να αποφασίσει αν ένα πρόγραμμα έχει ολοκληρωθεί. Επομένως, έπρεπε να έχουν διαβιβαστεί στην Επιτροπή μέχρι την ημερομηνία αυτή όλα τα απαραίτητα έγγραφα υπό μορφή που να καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίησή τους. Η δήλωση δαπανών που αποστέλλεται ηλεκτρονικά ως αρχείο Excel, χωρίς να υπάρχει η σχετική πιστοποίηση, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναγνωριστεί ως έγκυρη αίτηση πληρωμής, και μάλιστα όχι μόνο επειδή δεν έχει χρησιμοποιηθεί το σύνηθες έντυπο, αλλά και επειδή το σχετικό έγγραφο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88, να είναι υπογραμμένο και να συνοδεύεται από τη σχετική πιστοποίηση.
63. Η Επιτροπή, αν αναγνώριζε τη δεσμευτικότητα ενός τέτοιου εγγράφου, θα παρέβαινε το άρθρο 274 ΕΚ, το οποίο της επιβάλλει την υποχρέωση να διαχειρίζεται τα οικονομικά της Κοινότητας με υπευθυνότητα.
64. Μολονότι ο κανονισμός 4253/88 καταργήθηκε με το άρθρο 54 του κανονισμού 1260/1999, η κατάργηση ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για τα προγράμματα των περιόδων 1989 έως 1993 και 1994 έως 1999 εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις που ίσχυαν στις 31 Δεκεμβρίου 1999. Επομένως, το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή στο πρόγραμμα MST 2.
65. Η ερμηνεία της Επιτροπής δεν προσβάλλει εξάλλου την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Το άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 της Επιτροπής καθορίζει σαφώς τις προϋποθέσεις για την καταβολή του υπόλοιπου ποσού. Το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση πληρωμής για τα προγράμματα που εγκρίθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994. Επιπλέον, η διάταξη αυτή προβλέπει ρητά ως νομική συνέπεια την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση των σχετικών ποσών.
66. Κατά την Επιτροπή, δεν συντρέχει ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Η εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης αποτελεί ουσιώδη υποχρέωση για την εύρυθμη λειτουργία των διαρθρωτικών ταμείων. Η μη τήρηση της προθεσμίας έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση που υπέχει η Επιτροπή από το άρθρο 274 ΕΚ. Το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 δεν παρέχει άλλωστε στην Επιτροπή καμία διακριτική ευχέρεια, διότι προβλέπει την υποχρεωτική επέλευση ορισμένης έννομης συνέπειας.
67. Κατά το άρθρο 6 της απόφασης C(92) 1358/8, η Επιτροπή είχε βέβαια την εξουσία να τροποποιήσει τις διατάξεις της απόφασης. Αυτό όμως δεν της έδινε παράλληλα την εξουσία να τροποποιήσει μια διάταξη υπέρτερης τυπικής ισχύος.
68. Η αιτίαση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η Επιτροπή παραβίασε, με την ερμηνεία της, τις αρχές της νομιμότητας της διοίκησης, της κοινοτικής αλληλεγγύης, της περιφερειακής συνεργασίας και την αρχή της έντιμης συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών, την οποία προβλέπει το άρθρο 5 ΕΚ, δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθόσον το Ηνωμένο Βασίλειο περιορίζεται σε μια απαρίθμηση γενικών αρχών, χωρίς να προσδιορίζει πώς παραβιάστηκαν οι αρχές αυτές.
γ) Νομική εκτίμηση
69. Το πρώτο νομικό ζήτημα που πρέπει να διασαφηνιστεί είναι αν και κατά πόσον το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 έχει την έννοια ότι έχει αντικαταστήσει τις διατάξεις του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 και την απόφαση C(92) 1358/8 καθώς και το παράρτημα της απόφασης αυτής, που εκδόθηκε βάσει του παραπάνω άρθρου και αφορά το πρόγραμμα MST 2, όσον αφορά τον επίμαχο εν προκειμένω τύπο και το περιεχόμενο της αίτησης πληρωμής του υπόλοιπου ποσού μιας κοινοτικής οικονομικής ενίσχυσης.
70. Αν η ερμηνεία αυτή δεν γίνει δεκτή, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τα έγγραφα που διαβίβασε το Ηνωμένο Βασίλειο εμποδίζουν την επέλευση της νομικής συνέπειας της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης, την οποία προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, ακόμη και ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη τήρηση των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 ή του αντίστοιχου άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, οι οποίες θα εξακολουθούσαν να έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αυτή.
i) Επί της σχέσης μεταξύ των κανονισμών
71. Κατά το άρθρο 54 του κανονισμού 1260/1999, η έναρξη της ισχύος του κανονισμού αυτού συνεπάγεται την κατάργηση των κανονισμών 2052/88 και 4253/88. Η κατάργηση αυτή όμως επέρχεται με τη ρητή επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999.
72. Το άρθρο 52 περιλαμβάνει, όπως προκύπτει από την επικεφαλίδα του, «Μεταβατικές διατάξεις» και ορίζει στην παράγραφο 1 ότι ο κανονισμός 1260/1999 δεν θίγει τη συνέχιση των παρεμβάσεων που είχαν εγκριθεί βάσει των καταργούμενων κανονισμών. Το άρθρο 52, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/1999 προβλέπει μάλιστα τη δυνατότητα έγκρισης νέων παρεμβάσεων με βάση τους καταργούμενους κανονισμούς, εφόσον η αίτηση υποβληθεί με βάση τους κανονισμούς αυτούς.
73. Με τις μεταβατικές αυτές διατάξεις ο κοινοτικός νομοθέτης όρισε ότι οι εγκεκριμένες ήδη παρεμβάσεις θα συνεχιστούν σύμφωνα με την αρχική νομική βάση τους και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να εξεταστούν και να εγκριθούν νέες παρεμβάσεις με βάση το παλαιό δίκαιο. Όσον αφορά το επίμαχο εν προκειμένω πρόγραμμα MST 2, τη νομική βάση αποτελούν ο κανονισμός 2052/88 και ο εκτελεστικός κανονισμός 4253/88, καθώς και η απόφαση C(92) 1358/8, όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις C(93) 3804 και C(96) 461.
74. Κατά συνέπεια, η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι διατάξεις αυτές έχουν αντικατασταθεί από τον κανονισμό 1260/1999 είναι προφανώς εσφαλμένη. Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί ακόμη το ζήτημα της σχέσης μεταξύ του κανονισμού 1260/1999 και της αρχικής νομικής βάσης του προγράμματος MST 2. Συγκεκριμένα, η συνέχιση των εγκεκριμένων ήδη παρεμβάσεων σύμφωνα με την αρχική νομική βάση τους δεν εμποδίζει καταρχήν την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση του υπόλοιπου ποσού σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, το οποίο εφαρμόζεται αναμφίβολα και στο πρόγραμμα MST 2. Επομένως, τίθεται το ζήτημα των συγκεκριμένων προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η επέλευση της νομικής συνέπειας που επιτάσσει η εν λόγω διάταξη.
75. Ο θεσμός της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, αποτελεί καινοτομία του κανονισμού αυτού έναντι του κανονισμού 4253/88. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός προέβλεπε μόνο τη μείωση, την αναστολή ή την ακύρωση της συνδρομής σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή διαπίστωνε, κατόπιν ελέγχου, ότι υπήρχε αντικανονικότητα ή σημαντική αλλαγή της φύσης ή των συνθηκών εκτέλεσης της ενέργειας ή του μέτρου για την οποία δεν είχε ζητηθεί η έγκρισή της (9). Επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι με τις νομικές αυτές συνέπειες επιβάλλεται τελικά κύρωση για τη συμπεριφορά του τελικού αποδέκτη της κοινοτικής χρηματοοικονομικής συνδρομής (10), ενώ η επίμαχη εν προκειμένω αποδέσμευση αφορά (μόνο) τη συμπεριφορά του κράτους μέλους.
76. Ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο νομοθέτης με την καθιέρωση της αυτεπάγγελτης αυτής αποδέσμευσης είναι να εξασφαλισθεί η χρηστή διαχείριση των κοινοτικών πόρων μέσω της βελτίωσης των προβλέψεων και της εκτέλεσης των δαπανών (11).
77. Από τη μια μεριά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 παρατείνει την προθεσμία υποβολής της αίτησης οριστικής πληρωμής μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001, δηλαδή πέρα από την προθεσμία των έξι μηνών –μετά το τέλος του εν λόγω έτους ή την πραγματική ολοκλήρωση της ενέργειας– που προέβλεπε το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88. Από την άλλη μεριά καθιερώνεται για πρώτη φορά η έννομη συνέπεια της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης για την περίπτωση της μη τήρησης της προθεσμίας.
78. Επομένως πρέπει να διευκρινιστεί αν η έννομη συνέπεια που καθιέρωσε το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 –σε συνδυασμό με την προθεσμία για την υποβολή «αίτησης οριστικής πληρωμής»– μπορεί να αναχθεί σε κύρωση για τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 ή του άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, το οποίο έχει συναφώς ταυτόσημο περιεχόμενο (12).
79. Η λύση αυτή φαίνεται αναμφίβολα να προσκρούει στο γεγονός ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 δεν παραπέμπει ρητά στις προϋποθέσεις του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88. Συναφώς το Ηνωμένο Βασίλειο παραπέμπει στην απόφαση της 26ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής (13), κατά την οποία « η αρχή της ασφαλείας δικαίου απαιτεί, προκειμένου για διάταξη πού τάσσει αποκλειστική προθεσμία, ιδίως μάλιστα όταν δύναται να έχει ως συνέπεια να στερήσει ένα κράτος μέλος από την καταβολή μιας οικονομικής ενισχύσεως, της οποίας η αίτηση είχε εγκριθεί και βάσει της οποίας το κράτος μέλος έχει ήδη προβεί σε σημαντικές δαπάνες, να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή, ώστε τα κράτη μέλη να δύνανται να εκτιμήσουν με πλήρη επίγνωση τη σημασία που έχει γι’ αυτά η τήρηση της προθεσμίας». Η νομολογία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι η προθεσμία του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 έχει διαμορφωθεί, όσον αφορά την έννομη συνέπεια της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης, ως αποκλειστική προθεσμία και ότι η μη τήρησή της συνεπάγεται για το οικείο κράτος μέλος την απώλεια πιστώσεων.
80. Πράγματι, η αυτεπάγγελτη αποδέσμευση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, καθιστά την προβλεπόμενη από την προϊσχύουσα νομοθεσία κύρωση σημαντικά αυστηρότερη (14), οπότε πρέπει, με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία, να απορριφθεί η δυνατότητα ερμηνείας του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 υπό την έννοια ότι το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 –με την προσθήκη νέας έννομης συνέπειας, η οποία συναρτάται προς την αποκλειστική προθεσμία.
81. Από τα παραπάνω δεν συνάγεται όμως ότι δεν τίθεται καμία προϋπόθεση σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη κατά την υποβολή της αίτησης οριστικής πληρωμής κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται καταρχάς από τον ανωτέρω αναφερθέντα σκοπό της μεταβατικής αυτής διάταξης (15). Ακόμη και αν η Επιτροπή δεν μπορούσε να απαιτήσει την τήρηση των διαφόρων προϋποθέσεων του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 και του άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 στο πλαίσιο του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν είχε καμία εξουσία να διατυπώσει ορισμένες απαιτήσεις ως προς την ορθότητα και την αξιοπιστία των στοιχείων που είχε διαβιβάσει το Ηνωμένο Βασίλειο πριν από τη λήξη της προθεσμίας στις 31 Μαρτίου 2001 (16). Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είχε οπωσδήποτε την εξουσία αυτή, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη π.χ. ότι, σε τελική ανάλυση, ο σκοπός που επιδιώκεται προφανώς με τον θεσμό της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης μεταφέρει στο παράγωγο δίκαιο την επιταγή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, την οποία έχει καθιερώσει το πρωτογενές δίκαιο, και συγκεκριμένα το άρθρο 274 ΕΚ.
Οποιαδήποτε ερμηνεία της έννοιας «αίτηση οριστικής πληρωμής», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, κατά την οποία δεν θα λαμβάνονταν υπόψη οι λοιπές διατάξεις του κανονισμού 1260/1999 και του κανονισμού 4253/88 θα προσέκρουε επίσης στο γεγονός ότι το ουσιαστικό ρυθμιστικό περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 έχει ενσωματωθεί στο άρθρο 32, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999. Από την ενσωμάτωση αυτή αποδεικνύεται, ανεξάρτητα από το ζήτημα του διαχρονικού πεδίου εφαρμογής των δύο αυτών διατάξεων, ότι ο κανονισμός 1260/1999 δεν έθιξε τον τύπο, το περιεχόμενο και τη λειτουργία της αίτησης οριστικής πληρωμής, πράγμα που σημαίνει ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, παρά την αντίθετη άποψη που υποστήριξε ο εκπρόσωπος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, να ερμηνευθεί χωρίς να ληφθούν προσηκόντως υπόψη οι λοιπές διατάξεις είτε του κανονισμού 4253/88 είτε του κανονισμού 1260/1999.
Συναφώς δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η άποψη του Συμβουλίου ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 32, παράγραφος 4, του κανονισμού 1260/1999 συμβιβάζεται με τη νομική αντίληψη της Επιτροπής.
82. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει επομένως ότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 έχει την έννοια ότι η μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 δεν συνεπάγεται καθαυτή την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση, αλλά ότι η Επιτροπή έχει, όσον αφορά τα στοιχεία για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες που υποβάλλονται άτυπα, την εξουσία να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά μπορούν να αναγνωριστούν ως αίτηση οριστικής πληρωμής από την άποψη του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999.
83. Επομένως, η Επιτροπή βάσισε την προσβαλλόμενη απόφαση σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 κατά το μέρος κατά το οποίο συναρτά την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό κύρωση της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88 και/ή στο άρθρο 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 της Επιτροπής.
84. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει επομένως σημασία, παρά την αντίθετη νομική άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν χρησιμοποίησε το έντυπο που έχει εκδώσει η Επιτροπή και το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως για την υποβολή των αιτήσεων καταβολής πόρων του Ταμείου και για την υποβολή της δήλωσης που πιστοποιεί την ακρίβεια των στοιχείων σχετικά με τις δαπάνες.
85. Η νομικά εσφαλμένη αυτή ερμηνεία του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 θα μπορούσε όμως να μην έχει σημασία, αν η Επιτροπή καλώς θεώρησε, ενόψει των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέλειψε να υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999.
ii) Επί του ισχυρισμού ότι δεν υποβλήθηκε εμπροθέσμως αίτηση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999
Η τελική έκθεση
86. Η GONW απέστειλε ηλεκτρονικά στην Επιτροπή την τελική έκθεση για το πρόγραμμα MST 2 στις 15 Μαρτίου 2001 ως αρχείο Excel. Μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 όμως τα στοιχεία αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο.
87. Η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου ότι δεν χρειαζόταν επιβεβαίωση των στοιχείων από το κράτος μέλος, διότι η αρμόδια αρχή είχε κατά το εθνικό δίκαιο την εξουσία να παρέχει αυτόνομα τα στοιχεία στην Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
88. Τόσο το άρθρο 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88 όσο και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 απαιτούν ρητά την υποβολή βεβαίωσης του κράτους μέλους που να πιστοποιεί τα στοιχεία. Αντίθετα, τις προϋποθέσεις που θέτουν η πρώτη και η δεύτερη περίπτωση πρέπει να πληροί η εν λόγω εθνική αρχή (17).
89. Η διάκριση αυτή ανταποκρίνεται επίσης στο γράμμα και στο πνεύμα της διάταξης. Κατά τη φάση της εκπόνησης του προγράμματος τον ενεργό ρόλο έχουν το κράτος μέλος και η Επιτροπή, ενώ κατά την ολοκλήρωση της φάσης αυτής, δηλαδή μετά την έγκριση ενός κοινοτικού πλαισίου στήριξης, το κράτος μέλος αναθέτει την εκτέλεση του προγράμματος σε ορισμένη αρχή (18). Το πλεονέκτημα της λύσης αυτής είναι ότι οι επιτόπιες αρχές μπορούν να διαχειρίζονται τα προγράμματα με σαφώς μεγαλύτερη ευχέρεια. Το κράτος μέλος πάντως εξακολουθεί να είναι υπεύθυνο για την επιτήρηση της εκτέλεσης του προγράμματος (19).
90. Ακόμη και αν γίνει δεκτό, σύμφωνα με τη νομική άποψη που εκφράζεται εδώ, ότι η μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 21, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 4253/88 και/ή του άρθρου 10, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8 δεν επιφέρει καθαυτή την έννομη συνέπεια του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, παραμένει εντούτοις το γεγονός ότι η διαβίβαση μιας ανεπιβεβαίωτης τελικής έκθεσης από μια τοπική αρχή δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα αξιοπιστίας. Ειδικότερα, από την έκθεση αυτή δεν προκύπτει ότι το κράτος μέλος αναλαμβάνει την ευθύνη για την –ουσιαστική και αριθμητική– ορθότητα των αναγραφόμενων στην έκθεση στοιχείων. Επομένως, το κράτος μέλος δεν έχει προβεί στη νομικά δεσμευτική επιβεβαιωτική δήλωση η οποία είναι απαραίτητη εν προκειμένω, ανεξάρτητα από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν άμεση εφαρμογή (20).
91. Η εξουσιοδότηση της αρμόδιας αρχής από το κράτος μέλος, την οποία προέβαλε ως επιχείρημα το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν δικαιολογεί τη συναγωγή κανενός άλλου συμπεράσματος. Οι διατάξεις του εθνικού δικαίου δεν μπορούν να τροποποιούν ή μάλιστα να καταργούν μονομερώς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο.
Η δήλωση δαπανών
92. Η GONW υπέβαλε επίσης εμπρόθεσμα, και συγκεκριμένα στις 21 Μαρτίου 2001, δήλωση δαπανών με τη μορφή πινάκων. Όπως όμως προκύπτει από τη δικογραφία, τα στοιχεία για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες περιείχαν αντιφάσεις και σφάλματα.
93. Ως συνολικό ποσό δαπανών αναφερόταν άλλοτε το ποσό των 111 735 335 GBP και άλλοτε το ποσό των 107 746 599 GBP. Το ορθό ποσό των 111 735 335 GBP περιλαμβανόταν βέβαια στο παράρτημα 4 του ηλεκτρονικού μηνύματος της GONW της 21ης Μαρτίου 2001, αλλά το ποσό αυτό αντέφασκε προς το αναγραφόμενο στον πίνακα 2A του παραρτήματος 5, οπότε δημιουργούνταν αβεβαιότητα.
94. Ακόμη και αν –όπως ισχυρίστηκε το προσφεύγον– αμφότερα τα ποσά αυτά δικαιολογούσαν την καταβολή του υπολοίπου, παραμένει η αβεβαιότητα ως προς τη δεσμευτικότητα των αντιφατικών αριθμητικών στοιχείων. Η δήλωση ότι οι δαπάνες δεν υπερβαίνουν τουλάχιστον ορισμένο πλαίσιο δεν αρκεί για την ενδεχόμενη εξακρίβωση των δαπανών βάσει των υποβληθέντων δικαιολογητικών.
95. Η Επιτροπή εξάλλου υπέχει, κατά το άρθρο 274 ΕΚ, την υποχρέωση χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Τούτο σημαίνει ότι, όταν αποφασίζει αν θα καταβληθούν οικονομικές ενισχύσεις από τα διάφορα Ταμεία, οφείλει να ελέγχει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσοχή τα υποβαλλόμενα στοιχεία, ώστε να προλαμβάνονται οι απάτες. Η Επιτροπή όμως δεν έχει αυτή τη δυνατότητα ελέγχου, αν διαθέτει μόνο μη επιβεβαιωμένα στοιχεία, για τα οποία μάλιστα δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, σε τελική ανάλυση, ποια ακριβώς παρέμβαση αφορούν.
96. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα στοιχεία διορθώθηκαν μετά τη λήξη της προθεσμίας, και συγκεκριμένα στις 14 Ιουνίου, στις 19 Ιουλίου, στις 6 και στις 13 Αυγούστου 2001, άρα οπωσδήποτε εκπρόθεσμα. Σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα της αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, όλα τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για τη λήψη της απόφασης της Επιτροπής πρέπει να έχουν διαβιβαστεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Η δυνατότητα μεταγενέστερης διόρθωσης, την οποία υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι προφανώς ασυμβίβαστη με τον σκοπό που επιδιώκει η διάταξη αυτή.
Ενδιάμεσο συμπέρασμα
97. Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν έκανε προδήλως εσφαλμένη χρήση της εξουσίας της να ελέγχει τα στοιχεία που υποβάλλονται σε σχέση με την αίτηση πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999.
98. Μολονότι θα πρέπει να συμφωνήσω με το Ηνωμένο Βασίλειο ότι η υποβολή εσφαλμένων εν μέρει αριθμητικών στοιχείων και δηλώσεων δεν επιφέρει καθαυτή την έννομη συνέπεια του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 –για τον λόγο κυρίως ότι αρκεί, προκειμένου η τελική διεκπεραίωση της παρέμβασης να είναι ταχεία και αποτελεσματική και να καταβληθούν τα εναπομένοντα ενδεχομένως υπόλοιπα ποσά, να μη λαμβάνονται υπόψη τα οποιαδήποτε διαφορετικά ποσά (έστω και ορθά) μετά τη λήξη της προθεσμίας–, πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι η υποβολή εσφαλμένων στοιχείων εν προκειμένω συνοδευόταν από τη μη επιβεβαίωση της τελικής έκθεσης. Με δεδομένους όλους αυτούς τους πιθανούς κινδύνους, η Επιτροπή δεν μπορούσε να μην αντιδράσει.
99. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή κατέληξε ορθά στο συμπέρασμα ότι το κράτος μέλος δεν υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση οριστικής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, αν τα στοιχεία που παρέχει αφενός δεν ανταποκρίνονται στις –έμμεσα συναγόμενες αλλά επιτακτικές– προϋποθέσεις που προβλέπονται σχετικά με την αξιοπιστία των στοιχείων της αίτησης πληρωμής και αφετέρου δεν επιβεβαιώνονται μέχρι τη λήξη της κρίσιμης προθεσμίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επομένως, τουλάχιστον από την άποψη αυτή, βάσιμη (21).
iii) Επί του ισχυρισμού ότι δεν έγινε χρήση της διακριτικής ευχέρειας
100. Το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 αποτελεί διάταξη αναγκαστικού δικαίου και δεν παρέχει καμία διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την υποχρεωτική αποδέσμευση του υπόλοιπου ποσού, εφόσον δεν έχει υποβληθεί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 η σχετική αίτηση οριστικής πληρωμής. Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής που συγκεκριμενοποιεί την έννομη αυτή συνέπεια δεν είναι παράνομη λόγω εσφαλμένης άσκησης διακριτικής ευχέρειας (22).
101. Η παρατήρηση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το άρθρο 6 της απόφασης C(92) 1358/8, το οποίο προβλέπει ότι η μη τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την αίτηση πληρωμής μπορεί να επιφέρει την αναστολή της συνδρομής, παρέχει συναφώς διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή δεν είναι βέβαια εσφαλμένη.
102. Όπως εξέθεσα ήδη (23), ο θεσμός της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης αποτελεί καινοτομία του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999. Λόγω του δραστικού χαρακτήρα της έννομης αυτής συνέπειας, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί αυτοτελώς. Επομένως, δεν έχει εν προκειμένω σημασία αν προβλέπεται διακριτική ευχέρεια σε σχέση με άλλα θέματα από τον κανονισμό 4253/88 ή από την απόφαση C(92) 1358/8, η οποία βασίζεται στον κανονισμό αυτό.
103. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 δεν εναπέκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής, εφόσον το κοινοτικό αυτό όργανο είχε διαπιστώσει, κατόπιν εξετάσεως των κατατεθέντων δικαιολογητικών, ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση οριστικής πληρωμής.
iv) Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας
104. Η απόφαση της Επιτροπής δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 5 ΕΚ, η οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, απαιτεί να είναι τα μέτρα που επιβάλλονται με τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο (24).
105. Η αυστηρή τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 52, παράγραφος 5, είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας και της χρηστής διαχείρισης των διαρθρωτικών ταμείων σύμφωνα με το άρθρο 274 ΕΚ. Επειδή οι δραστηριότητες των διαρθρωτικών ταμείων ασκούνται, με βάση ένα αποκεντρωτικό σύστημα, από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες, λόγω των οποίων δικαιολογούνται τελικά οι καταβολές από τις δεσμευμένες πιστώσεις, μόνο όταν οι αιτήσεις πληρωμής υποβάλλονται σε εύλογο χρόνο.
106. Λόγω της ανάγκης εύρυθμης λειτουργίας των διαρθρωτικών ταμείων πρέπει επίσης να μην μπορούν οι εκπρόθεσμες ουσιώδεις συμπληρώσεις ή διορθώσεις των αιτήσεων πληρωμής να εμποδίζουν την αποδέσμευση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999, διότι ειδάλλως η διαχείριση των πιστώσεων θα δυσχεραινόταν σοβαρά από την υποβολή δυσερμήνευτων αιτήσεων.
v) Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκε η αρχή της ασφάλειας δικαίου
107. Ο ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στο άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου είναι αβάσιμος.
108. Το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 ορίζει σαφέστατα ως καταληκτική ημερομηνία της προθεσμίας για την υποβολή της αίτησης οριστικής πληρωμής την 31η Μαρτίου 2001 και ως έννομη συνέπεια της μη τήρησης αυτής της προθεσμίας την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση των ποσών που είχαν δεσμευθεί.
109. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο –όπως και η GONW– γνώριζε ποια στοιχεία έπρεπε να υποβληθούν στο πλαίσιο της σχετικής αίτησης οριστικής πληρωμής. Η ίδια η GONW δήλωσε επανειλημμένα ότι είχε επίγνωση της προθεσμίας. Επιπλέον, αποπειράθηκε προδήλως να καταρτίσει την τελική έκθεση και τις σχετικές δηλώσεις εμπρόθεσμα. Συναφώς πρέπει να ληφθούν υπόψη τα έγγραφα της 26ης Φεβρουαρίου, της 15ης και της 21ης Μαρτίου 2001, με τα οποία η GONW αναφέρεται ρητά στη λήξη της προθεσμίας στις 31 Μαρτίου 2001 και δηλώνει ότι έχει επίγνωση του ότι τα όρια των προθεσμιών που πρέπει να τηρηθούν είναι πολύ στενά.
vi) Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της νομιμότητας της διοίκησης, της κοινοτικής αλληλεγγύης, της περιφερειακής συνεργασίας και της έντιμης συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών
110. Ο ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων από την Επιτροπή αντιβαίνουν στις αρχές της νομιμότητας της διοίκησης, της κοινοτικής αλληλεγγύης, της περιφερειακής συνεργασίας καθώς και στην αρχή της έντιμης συνεργασίας μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών, την οποία προβλέπει το άρθρο 10 ΕΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέλειψε να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του για την ύπαρξη παραβίασης των αρχών αυτών. Τόσο το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου όσο και το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου απαιτούν όμως τη συνοπτική τουλάχιστον έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί περί παραβιάσεων πρέπει επίσης να αποδεικνύονται με σαφή και κατανοητό τρόπο.
111. Το συμπέρασμα επομένως είναι ότι ο πρώτος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Δεύτερος λόγος ακύρωσης: η συμπεριφορά της Επιτροπής
α) Κύρια επιχειρήματα
112. Με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται κατ’ ουσία ότι η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να προβάλει αντιρρήσεις κατά του τύπου και του τρόπου της υποβολής της αίτησης, διότι δεν επισήμανε στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την παρέλευση της προθεσμίας ότι η αίτηση δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999.
113. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται επιπλέον ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να του επισημάνει ότι η αίτηση δεν ανταποκρινόταν, κατά τη γνώμη της, στις ισχύουσες τυπικές προϋποθέσεις.
114. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αντέδρασε στην παραλαβή των εγγράφων της 15ης και της 21ης Μαρτίου 2001 μέχρι το καλοκαίρι του 2001 δημιούργησε ευλόγως στο προσφεύγον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, την πεποίθηση ότι η αίτηση για την πληρωμή του υπολοίπου ποσού πληρούσε όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις.
115. Η Επιτροπή αντιτείνει, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, ότι οι υπηρεσίες της ποτέ δεν δημιούργησαν την εντύπωση ότι τα έγγραφα που είχαν υποβληθεί μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αρκούσαν για να θεωρηθεί ολοκληρωμένο το πρόγραμμα. Η Επιτροπή διαπιστώνει εξάλλου ότι η δική της συμπεριφορά δεν ασκεί, εν πάση περιπτώσει, καμία επιρροή στην αυτεπάγγελτη αποδέσμευση.
β) Νομική εκτίμηση
i) Επί της λυσιτέλειας των επιχειρημάτων
116. Ο υπό κρίση λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν τα επιχειρήματα αυτά ευσταθούν, ο υπό κρίση λόγος ακύρωσης δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
117. Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-46/98 P (25), ο λόγος ακύρωσης που προβάλλεται με την προσφυγή είναι λυσιτελής, εφόσον μπορεί να οδηγήσει, αν κριθεί βάσιμος, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
118. Ακόμη και αν υπήρχε υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώσει το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή της αυτή, αυτό δεν θα σήμαινε κατ’ ανάγκη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλε εμπρόθεσμα τη σχετική αίτηση οριστικής πληρωμής.
ii) Επί της υποχρεώσεως της Επιτροπής να ενημερώνει το κράτος μέλος κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999
119. Χάριν πληρότητας θα εξετάσω επίσης την υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώνει το κράτος μέλος, την οποία καθιερώνει ρητά το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999, κατά το οποίο η Επιτροπή ενημερώνει εγκαίρως, εν πάση περιπτώσει, το κράτος μέλος και την αρχή πληρωμής, όποτε υπάρχει κίνδυνος εφαρμογής της προβλεπόμενης στο δεύτερο εδάφιο αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης.
120. Η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στο υπό κρίση πρόγραμμα. Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 52 του κανονισμού 1260/1999, οι παρεμβάσεις που εγκρίθηκαν βάσει του κανονισμού 2052/88 και του εκτελεστικού του κανονισμού 4253/88 δεν θίγονται από τον κανονισμό 1260/1999. Η υποχρέωση της Επιτροπής να επισημαίνει, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999, την ύπαρξη κινδύνου αποδέσμευσης ισχύει επομένως μόνο για τα μελλοντικά προγράμματα.
121. Η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 52 του κανονισμού 1260/1999 δεν αποβαίνει πάντως σε βάρος του Ηνωμένου Βασιλείου, διότι το άρθρο 52, παράγραφος 5, έχει ως αποτέλεσμα, όσον αφορά την υποβολή των αιτήσεων οριστικής πληρωμής, τη σημαντική παράταση της αρχικής προθεσμίας που προέβλεπε το άρθρο 21, παράγραφος 4, του κανονισμού 4253/88.
iii) Επί της συμπεριφοράς της Επιτροπής αναλυτικότερα
122. Χάριν πληρότητας θα εξετάσω επίσης παρακάτω τις αιτιάσεις που αφορούν τη συμπεριφορά της Επιτροπής.
123. Μολονότι η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν αποτελεί υπόδειγμα σαφούς συμπεριφοράς, αφού μάλιστα εξακολούθησε και μετά τη λήξη της προθεσμίας να θέτει συμπληρωματικά ερωτήματα σχετικά με τα αντιφατικά στοιχεία που είχαν παράσχει το κράτος μέλος και η GONW και δεν γνώριζε πλέον προφανώς ούτε η ίδια ποιο ήταν το τελικό σχέδιο χρηματοδότησης, παραμένει το γεγονός ότι υπεύθυνο για την εμπρόθεσμη υποβολή στην Επιτροπή όλων των αξιόπιστων στοιχείων για τις δαπάνες, τα οποία χρειαζόταν το όργανο αυτό για να λάβει την τελική απόφασή του, ήταν καταρχήν το Ηνωμένο Βασίλειο.
124. Επιπλέον, ποτέ η Επιτροπή δεν ελαχιστοποίησε και ποτέ δεν αποσιώπησε δολίως τη συνέπεια της αυτεπάγγελτης αποδέσμευσης. Αντίθετα, στις 31 Ιουλίου 2000 ανακοίνωσε ότι είχε την πρόθεση να προβεί στο κλείσιμο του προγράμματος MST 2. Επομένως κάλεσε έμμεσα για πρώτη φορά το Ηνωμένο Βασίλειο να ενεργήσει.
125. Τέλος, από τις διατάξεις που χρησιμεύουν ως νομική βάση δεν προκύπτει καμία υποχρέωση της Επιτροπής να επιβεβαιώνει τη λήξη της προθεσμίας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ούτε από το άρθρο 10 ΕΚ, κατά το οποίο τα κοινοτικά όργανα υπέχουν επίσης υποχρέωση έντιμης συνεργασίας με τα κράτη μέλη (26), συνάγεται κανένα διαφορετικό συμπέρασμα. Η παράλειψη της Επιτροπής να επιστήσει την προσοχή του κράτους μέλους στην παρέλευση της προθεσμίας δεν συνιστά παράβαση της υποχρέωσης έντιμης συνεργασίας, όταν το κράτος μέλος είχε προφανώς πλήρη επίγνωση της υποχρέωσής του να τηρήσει την προθεσμία (27).
126. Επιπλέον, όσον αφορά το ενδεχόμενο δημιουργίας ορισμένης πεποίθησης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται σε κανονισμό του Συμβουλίου, οπότε η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως παραίτηση από τυπικές προϋποθέσεις στις οποίες έχει υποβληθεί από μόνη της η ίδια η Επιτροπή.
3. Τρίτος λόγος ακύρωσης: ελλιπής αιτιολόγηση της απόφασης C(92) 1358/8 της Επιτροπής
α) Επιχειρήματα του Ηνωμένου Βασιλείου
127. Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση να παραθέσει αιτιολογίες, την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ, διότι η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2002 δεν περιέχει τους βασικούς νομικούς και πραγματικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται και οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την κατανόηση της αιτιολογίας.
128. Ειδικότερα, δεν παρέχεται, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, καμία εξήγηση για το ότι τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2001 κρίθηκαν ανεπαρκή σε σχέση με την αίτηση του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν εξήγησε γιατί ήταν αδύνατο να θεωρηθεί ολοκληρωμένο το πρόγραμμα λόγω της μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται μέχρι τη λήξη της προθεσμίας. Η δήλωση της Επιτροπής ότι «οι αρμόδιοι υπάλληλοι δεν συμφωνούν με το επιχείρημα που αφορά το οριστικό σχέδιο χρηματοδότησης» είναι τελείως ανεπαρκής και ακατανόητη.
β) Επιχειρήματα της Επιτροπής
129. Η Επιτροπή, αντιθέτως, εκτιμά ότι η απόφαση είναι αιτιολογημένη προσηκόντως, διότι ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 253 ΕΚ. Το έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002 πρέπει να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αλληλογραφίας με το Ηνωμένο Βασίλειο, και ειδικότερα σε συσχετισμό με τα έγγραφα της 24ης Ιανουαρίου, της 18ης Απριλίου και της 12ης Ιουνίου 2002. Σε όλα τα έγγραφα αυτά διατυπώνεται η άποψη της Επιτροπής ότι μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 δεν είχε υποβληθεί αίτηση για την καταβολή του υπολοίπου ποσού.
130. Εξάλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνώρισε σε τελική ανάλυση, με το έγγραφό του της 12ης Ιουνίου 2002, ότι μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 δεν είχε υποβληθεί νομότυπα καμία αίτηση. Επομένως, γνώριζε τους λόγους της απόφασης, έστω και αν δεν συμφωνούσε.
γ) Νομική ανάλυση
131. Κατά πάγια νομολογία, από την επιβαλλόμενη κατά το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία μιας νομικής πράξης πρέπει να προκύπτει τόσο σαφώς η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που την εξέδωσε, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερόμενους να λάβουν γνώση των λόγων που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, προκειμένου να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, στον δε κοινοτικό δικαστή να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχο. Η έκταση της υποχρέωσης παράθεσης αιτιολογιών εξαρτάται από τη φύση της νομικής πράξης, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε και από το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (28).
132. Ειδικότερα, στην αιτιολογία μιας απόφασης για κατάργηση κοινοτικής συνδρομής πρέπει, λόγω των σοβαρών συνεπειών της απόφασης αυτής για τον αποδέκτη της συνδρομής, να παρατίθενται σαφώς οι λόγοι που δικαιολογούν την απόφαση αυτή (29).
133. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται βέβαια για κατάργηση συνδρομής. Πάντως πρόκειται και εδώ για τη μεταγενέστερη άρνηση παροχής ενός οφέλους που είχε εγκριθεί αρχικά, και συγκεκριμένα για άρνηση καταβολής του υπόλοιπου ποσού των πιστώσεων που είχαν δεσμευτεί στο ΕΤΠΑ για το πρόγραμμα MST 2.
134. Με το προσβαλλόμενο έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2002 η Επιτροπή δήλωσε κατ’ ουσία ότι ήταν αναγκασμένη να λάβει την απόφαση για την αποδέσμευση, αφού δεν είχε υποβληθεί μέχρι τις 31 Μαρτίου 2001 αίτηση πληρωμής που να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999.
135. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση επιβεβαιώνουν το ότι η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αιτιολόγησης χρειάζονται λιγότερο λεπτομερείς αιτιολογίες, όταν ο αποδέκτης της απόφασης έχει ήδη γνώση της νομικής βάσης της απόφασης και των προϋποθέσεών της (30). Το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε οπωσδήποτε σαφώς –όπως εξέθεσα ήδη (31)– πριν από τη λήξη της προθεσμίας ότι είχε επίγνωση του ότι τα όρια των προθεσμιών κατά το άρθρο 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 ήσαν πολύ στενά. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Ηνωμένο Βασίλειο –ανεξάρτητα από το ζήτημα αν εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 του παραρτήματος της απόφασης C(92) 1358/8, ζήτημα επί του οποίου διαφωνούν οι διάδικοι– είχε επίγνωση του ότι η μη τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 52, παράγραφος 5, του κανονισμού 1260/1999 θα είχε ως συνέπεια την αποδέσμευση.
136. Τέλος, οι διάδικοι συζήτησαν, με όλα αυτά τα έγγραφα που αντάλλαξαν, και ιδίως με τα έγγραφα της 24ης Ιανουαρίου, της 18ης Απριλίου και της 12ης Ιουνίου 2002, τις διαφορετικές απόψεις τους και συνεπώς διευκρινίστηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο οι λόγοι της αποδέσμευσης.
137. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η Επιτροπή, αν ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες περιστάσεις εν προκειμένω, αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της της 22ας Νοεμβρίου 2002.
138. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI – Πρόταση
139. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στο σύνολό της·
– να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1260/1999).
3 – ΕΕ L 374, σ. 1 (στο εξής: κανονισμός 4253/88).
4 – Βλ. άρθρο 54 του κανονισμού 1260/1999.
5 – Βλ. παραπάνω το σημείο 18.
6 – Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C-123/03 P, Επιτροπή κατά Greencore Group (Συλλογή 2004, σ. Ι‑11647, σκέψη 44): «Τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ».
7 – Βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 190/84, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 1017, σκέψεις 7 επ.): «[…] [η] παρούσα προσφυγή […] βάλλει κατά πράξεων αναλήψεως [υποχρεώσεων]. Αυτές οι πράξεις παράγουν νομικά αποτελέσματα μόνο εντός της διοικήσεως και δεν δημιουργούν δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τους τρίτους. Επομένως, δεν συνιστούν βλαπτικές αποφάσεις».
8 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1980, 23/80, Grasselli κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 451), καθώς και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Επιτροπή κατά Greencore Group (σκέψη 39).
9 – Βλ. άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88.
10 – Όσον αφορά τα προβλήματα που δημιουργούνται ενδεχομένως από την άποψη των αρχών του κράτους δικαίου, βλ. Nehl, H.‑P., EuropäischesVerwaltungsverfahrenundGemeinschaftsverfassung, Βερολίνο, 2002.
11 – Κατά την τεσσαρακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1260/1999, ενδείκνυται προς τον σκοπό αυτό να επιφέρουν οι καθυστερήσεις στη δημοσιονομική εκτέλεση την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση των δεσμευμένων πιστώσεων.
12 – Εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης για καταβολή των υπόλοιπων ποσών, υποβολή έκθεσης κατά τα προβλεπόμενα, υποβολή βεβαίωσης που να πιστοποιεί τις δαπάνες.
13 – Υπόθεση 44/81 (Συλλογή 1982, σ. 1855, σκέψη 16).
14 – Βλ. σημείο 75 ανωτέρω.
15 – Βλ. σημείο 76 ανωτέρω.
16 – Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C‑84/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-6547, σκέψη 57), ερμήνευσε την έννοια της αίτησης οριστικής πληρωμής –σε σχέση πάντως με άλλη νομική βάση– και αποφάνθηκε –ανεξάρτητα από το ζήτημα της ενδεχόμενης επιβεβαίωσης των σχετικών δαπανών– ότι «οι αιτήσεις οριστικής πληρωμής τις οποίες υποβάλλουν τα κράτη μέλη πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να προβεί στην οριστική εκκαθάριση των σχεδίων αυτών και στην καταβολή των ζητούμενων ποσών».
17 – Η διάταξη κάνει επομένως διάκριση μεταξύ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί η δημόσια αρχή και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί το κράτος μέλος.
18 – Άρθρα 10 και 14 του κανονισμού 4253/88.
19 – Άρθρο 23 του κανονισμού 4253/88.
20 – Βλ. επίσης την τεσσαρακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1260/1999: «είναι αναγκαίο να εισαχθούν εγγυήσεις χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, με την υποχρέωση δικαιολόγησης και απόδειξης των δαπανών […]».
21 – Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1990, C-86/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑3891, σκέψη 20), για το υποστατό μιας απόφασης αρκεί να είναι βάσιμη η ουσιώδης αιτιολογία της. Οι ενδεχόμενες πλημμέλειες της περαιτέρω αιτιολογίας της απόφασης δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα της απόφασης αυτής.
22 – Όσον αφορά τη μη ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας σε σχέση με την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση, βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής.
23 – Βλ. σημείο 75 ανωτέρω.
24 – Βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1986, 116/82, Επιτροπή κατά Γερμανίας (αποκαλούμενη «Οίνοι ποιότητας», Συλλογή 1986, σ. 2519, σκέψη 21).
25 – European Fertilizer Manufacturers Association (EFMA) κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I‑7079, σκέψη 38).
26 – Βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, 230/81, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 255), και διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C‑2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑3365).
27 – Βλ. συναφώς σημείο 109 ανωτέρω.
28 – Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I‑395, σκέψεις 15 και 16).
29 – Βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Φεβρουαρίου 2000, T-46/98 και T-151/98, CCRE κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑167, σκέψη 48).
30 – Συναφώς θα ήθελα να παραπέμψω στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, κατά την οποία η συμμετοχή ενός κράτους μέλους στην εκπόνηση μιας απόφασης έχει σημασία για την έκταση της υποχρέωσης αιτιολόγησης. Βλ. π.χ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου 1981, 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 21, σκέψεις 19 έως 21).
31 – Βλ. σημείο 109 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy