ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L.A. GEELHOED
της 29ης Απριλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-70/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελλιπής μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές»
I – Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να μεταφέρει πλήρως στην εσωτερική του έννομη τάξη την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (2), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης και της εν λόγω οδηγίας.
2. Η προσφυγή της Επιτροπής αφορά ειδικότερα δύο ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα έγκειται στην παράλειψη του Βασιλείου της Ισπανίας να μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική του έννομη τάξη τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας. Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη μη ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, περί του εφαρμοστέου δικαίου. Η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη εξέπνευσε στις 31 Δεκεμβρίου 1994.
II – Η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής: το άρθρο 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας
3. Η πρώτη αιτίαση αφορά τη μη ορθή μεταφορά στην ισπανική έννομη τάξη του άρθρου 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας. Στο άρθρο 5 διατυπώνεται ως κύριος κανόνας ότι οι ρήτρες που συντάσσονται εγγράφως στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές πρέπει να διατυπώνονται πάντα κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Εν συνεχεία, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο του άρθρου αυτού περιλαμβάνουν τον ακόλουθο ερμηνευτικό κανόνα:
«[...] Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2.»
Οι διαδικασίες του άρθρου 7, παράγραφος 2, αποτελούν τις καλούμενες συλλογικές αγωγές επί παραλείψει «[...] που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών». Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, μια ρήτρα θεωρείται «καταχρηστική» όταν, «[...] παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση».
4. Η οδηγία μεταφέρθηκε στην ισπανική έννομη τάξη με τον νόμο 7/1998, της 13ης Απριλίου 1998, περί των γενικών όρων των συμβάσεων (3) (στο εξής: νόμος 7/1998), ο οποίος τροποποίησε τον γενικό νόμο 26/1984, της 19ης Ιουλίου 1984, περί της προστασίας των καταναλωτών και των χρηστών (4) (στο εξής: γενικός νόμος 26/1984). Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του γενικού νόμου 26/1984, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 7/1998, μεταφέρει το άρθρο 5 της οδηγίας ως εξής:
«Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την έννοια μιας ρήτρας υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία».
Στο ισπανικό δίκαιο δεν ενσωματώθηκε διάταξη ισοδύναμη με αυτήν του άρθρου 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας.
5. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ισπανός νομοθέτης, παραλείποντας να ορίσει ρητώς ότι ο κανόνας περί της ευνοϊκότερης για τον καταναλωτή ερμηνείας του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει, δεν μετέφερε ορθώς τη διάταξη αυτή στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατά την Επιτροπή, η παράλειψη αυτή μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των εν λόγω αγωγών, καθόσον ο επαγγελματίας, επικαλούμενος τον ερμηνευτικό αυτόν κανόνα, μπορεί να επιτύχει να μη θεωρηθεί καταχρηστική μια ρήτρα. Κατά την Επιτροπή, εν αντιθέσει προς την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του γενικού νόμου 26/1984, όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο ερμηνευτικός αυτός κανόνας εφαρμόζεται αποκλειστικά στο πλαίσιο των ατομικών αγωγών. Ελλείψει ρητών διατάξεων που να περιορίζουν την εφαρμογή του κανόνα αυτού στις ατομικές αγωγές, πρέπει να συναχθεί ότι αυτός εφαρμόζεται και στις δύο κατηγορίες αγωγών.
6. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ισπανική νομοθεσία προβλέπει παράλληλα ατομικές αγωγές και συλλογικές αγωγές και ότι ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας εφαρμόζεται αποκλειστικά στις ατομικές αγωγές. Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι όταν συλλογικές αγωγές έχουν ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί, κατά τις συνήθεις ερμηνευτικές μεθόδους, μια ρήτρα ως ασαφής ή καταχρηστική, η αγωγή αυτή θα ευδοκιμεί, χωρίς να είναι δυνατό να μεταβληθεί το αποτέλεσμα από μια στενότερη υπέρ του ενός ή του άλλου καταναλωτή ερμηνεία. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, επίσης, ότι η εθνική νομοθεσία η οποία, σε σχέση με την οδηγία, παρέχει μεγαλύτερη προστασία, περιλαμβάνει έναν κατάλογο ρητρών οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, θεωρούνται καταχρηστικές. Ο αναγκαστικού δικαίου χαρακτήρας αυτού του καταλόγου δεν επιτρέπει την επίκληση μιας ευνοϊκής για τον καταναλωτή ερμηνείας προς παράλυση των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει. Δεδομένου ότι πρόκειται για κοινό τόπο, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα μιας κατά γράμμα μεταφοράς του άρθρου 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας στη εθνική έννομη τάξη. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εφαρμογή αυτού του κανόνα εξασφαλίζεται επαρκώς στην ισπανική έννομη τάξη. Συναφώς, η εν λόγω Κυβέρνηση παραπέμπει στο άρθρο 1228 του ισπανικού αστικού κώδικα, το οποίο ορίζει ότι «η ερμηνεία των ασαφών ρητρών μιας συμβάσεως δεν πρέπει να ευνοεί το μέρος που ευθύνεται για την ασάφεια αυτή». Τέλος, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το Tribunal Supremo έκρινε ότι ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται και στις συμβάσεις προσχωρήσεως.
7. Κύριο σημείο διαφωνίας των αντιδίκων ως προς την πρώτη αιτίαση αποτελεί όχι τόσο το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του άρθρου 5, όσο ο τρόπος με τον οποίο η υποχρέωση αυτή πρέπει να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο περιορισμός που εισάγεται στον υπέρ του καταναλωτή ερμηνευτικό κανόνα με το άρθρο 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, ο οποίος είναι επίσης γνωστός, κατ’ αντιδιαστολή, ως contra preferentem ερμηνεία, πρέπει να προκύπτει ρητώς από το γράμμα του νόμου. Προς στήριξη της θέσεώς της, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι από την οικονομία του ισπανικού δικαίου προκύπτει ότι ο υπέρ του καταναλωτή ερμηνευτικός κανόνας εφαρμόζεται αποκλειστικά στις ατομικές αγωγές και ότι, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαία η ρητή πρόβλεψη ότι ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας. Επί της ουσίας, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ομοίως, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του υπέρ του καταναλωτή (ατομικά) ερμηνευτικού κανόνα στο πλαίσιο αγωγής που έχει ως αντικείμενο τη γενική απαγόρευση της χρήσεως ορισμένων καταχρηστικών ρητρών.
8. Το Δικαστήριο, με πληθώρα αποφάσεων, έχει αναγνωρίσει την ελευθερία των κρατών μελών ως προς την επιλογή της μορφής και των μέσων που θα χρησιμοποιήσουν για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από μια οδηγία αποτελέσματος. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν απαιτεί, κατ’ ανάγκην, τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεών της σε ρητή και ειδική νομική διάταξη. Για τη μεταφορά αυτή μπορεί, ανάλογα με το περιεχόμενο της οδηγίας, να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, ούτως ώστε, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία έχει ως σκοπό να δημιουργήσει δικαιώματα υπέρ ιδιωτών, να παρέχεται σε αυτούς η δυνατότητα να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους και να τα επικαλούνται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (5). Το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η οδηγία απονέμει δικαιώματα σε υπηκόους άλλου κράτους μέλους, όπως συμβαίνει πάντα στον τομέα προστασίας των καταναλωτών.
9. Συνεπώς, το εθνικό νομικό πλαίσιο πρέπει να εξασφαλίζει πράγματι την επίτευξη του επιδιωκόμενου από την οδηγία αποτελέσματος. Επιπλέον, η τήρηση των σχετικών διατάξεων πρέπει να μπορεί να ελέγχεται κατά τρόπο αποτελεσματικό από τις αρμόδιες εθνικές (δικαστικές) αρχές. Καθόσον με την εθνική νομοθεσία διατηρείται ανασφάλεια ως προς τη συμφωνία των εθνικών διατάξεων με τις διατάξεις οδηγίας που αποσκοπεί στην αναγνώριση δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η έλλειψη ασφάλειας δεν μπορεί να αίρεται μέσω της δυνατότητας συστηματικής ερμηνείας των εθνικών διατάξεων ή σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας τους εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, εθνική νομολογία που έχει ερμηνεύσει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου κατά την έννοια που κρίνεται σύμφωνη με τις επιταγές μιας οδηγίας δεν μπορεί, ακόμη και αν θεωρηθεί πάγια, να εμφανίζει τη σαφήνεια και την ακρίβεια που απαιτούνται προς πλήρωση της επιταγής της ασφαλείας δικαίου (6).
10. Καθόσον η διάταξη του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας μεταφέρθηκε κατά γράμμα στο ισπανικό δίκαιο, θα πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί αν από την εθνική διάταξη προκύπτει ομοίως κατά τρόπο αρκούντως σαφή ότι το πεδίο εφαρμογής του ερμηνευτικού αυτού κανόνα περιορίζεται στις ατομικές αγωγές και, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, δεν εφαρμόζεται στις συλλογικές αγωγές επί παραλείψει. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει, καταρχάς, να εξετασθεί βαθύτερα η ratio legis αυτής της, εκ πρώτης όψεως παράδοξης, διατάξεως.
11. Ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας είναι επικουρικού χαρακτήρα, καθόσον εφαρμόζεται μόνον εφόσον, μετά την ερμηνεία μιας ρήτρας με τις συνήθεις μεθόδους, εξακολουθούν να υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη σημασία της. Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία σχετικά με ρήτρα συμβάσεως, η ρήτρα αυτή θα ερμηνεύεται υπέρ του καταναλωτή. Η ασάφεια της ρήτρας αυτής και οι εξ αυτής συνέπειες καταλογίζονται στον επαγγελματία. Πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί και πρέπει εκ των υστέρων να κριθεί αν η ρήτρα είναι ή όχι καταχρηστική. Ο ερμηνευτικός αυτός κανόνας συνάδει προς τον σκοπό της οδηγίας ο οποίος συνίσταται στην προστασία του καταναλωτή κατά τις (διασυνοριακές) συναλλαγές.
12. Οι συλλογικές αγωγές επί παραλείψει που ασκούνται από οργανώσεις καταναλωτών διαφέρουν ως προς τη φύση τους σε ορισμένα ουσιώδη σημεία από τις αγωγές που ασκούνται ατομικά από καταναλωτές κατά του πωλητή. Συγκεκριμένα, οι συλλογικές αγωγές, οι οποίες έχουν προληπτικό χαρακτήρα, αποσκοπούν στη γενική προστασία του καταναλωτή έναντι της ενσωματώσεως στο κείμενο των γενικών όρων ρητρών που θεωρούνται καταχρηστικές. Με τον τρόπον αυτόν, η ανισότητα στη σχέση καταναλωτή και επαγγελματία αντισταθμίζεται μέσω μιας ανεξάρτητης από τον καταναλωτή θετικής παρεμβάσεως (7). Στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών, η εξέταση αυτών των ρητρών πραγματοποιείται κατά τρόπο αφηρημένο, χωρίς ο ενάγων να έχει προσωπικό συμφέρον για το αποτέλεσμα.
13. Στην περίπτωση των αγωγών του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, η αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή οφείλει να κρίνει, βάσει των συνήθων ερμηνευτικών μεθόδων του εθνικού δικαίου, αν η ρήτρα είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας και να διατάξει την παύση της χρήσεως αυτής της ρήτρας. Αν ήταν δυνατή η υπέρ του καταναλωτή ερμηνεία της επίμαχης ρήτρας, σε περίπτωση αμφιβολίας και με επίκληση του contra preferentem κανόνα, τότε η ρήτρα αυτή θα εξακολουθούσε να ισχύει, όχι κατ’ ανάγκην προς το συμφέρον του καταναλωτή. Προκειμένου να επιτευχθεί το ευνοϊκότερο για τον καταναλωτή αποτέλεσμα, πρέπει να θεωρηθεί, στο πλαίσιο μιας in abstracto εξετάσεως σε περίπτωση συλλογικής αγωγής, ότι η ρήτρα συνεπάγεται αρνητικά για τον καταναλωτή αποτελέσματα. Συνεπώς, το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι μια δυσμενής για τον καταναλωτή ερμηνεία οδηγεί στην ενίσχυση της προστασίας του.
14. Για τον λόγο αυτόν, ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, δεν εφαρμόζεται στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει. Οι ρήτρες που περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους που προορίζονται για εφαρμογή σε πληθώρα συμβατικών σχέσεων πρέπει, κατά το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, να συντάσσονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Η σημασία τους δεν πρέπει να εξαρτάται από τις διάφορες ερμηνευτικές μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
15. Επομένως, πρέπει να εξασφαλίζεται εντός της εθνικής έννομης τάξεως ότι η εξέταση των ρητρών γενικής χρήσεως, στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, οδηγεί εν τέλει σε ευνοϊκότερο για τους καταναλωτές αποτέλεσμα. Κατά την οικονομία της οδηγίας, το αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται καθόσον στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, η δυνατότητα εφαρμογής του contra preferentem κανόνα αποκλείεται και, επομένως, πρέπει να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά οι ερμηνευτικές μέθοδοι του εθνικού δικαίου.
16. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίτευξη του επιδιωκόμενου από την οδηγία αποτελέσματος εξασφαλίζεται, αφενός, από τη γενική οικονομία της ρυθμίσεως περί προστασίας των καταναλωτών και, αφετέρου, από τους γενικούς όρους που ισχύουν για τις συμβάσεις. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι το περιεχόμενο του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας επαναλαμβάνεται μόνο στις διατάξεις περί ατομικών αγωγών (άρθρο 10 παράγραφος 2, του γενικού νόμου 26/1984, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 7/1998) υποδηλώνει ότι ο ερμηνευτικός κανόνας που περιλαμβάνει δεν εφαρμόζεται στις συλλογικές αγωγές επί παραλείψει, σύμφωνα με το άρθρο 5, τρίτο εδάφιο της οδηγίας. Οι συλλογικές αυτές αγωγές διέπονται από το κεφάλαιο IV του νόμου 7/1998 (άρθρα 12 έως 20). Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εθνική νομοθεσία παρέχει μεγαλύτερη προστασία σε σχέση με την οδηγία, καθώς περιλαμβάνει έναν κατάλογο ρητρών οι οποίες είναι αυτοδικαίως άκυρες. Με τον τρόπον αυτόν, η επίτευξη του επιδιωκόμενου από την οδηγία αποτελέσματος εξασφαλίζεται ομοίως όσον αφορά την εξέταση των ρητρών στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει.
17. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι από πολλά στοιχεία της ισπανικής νομοθεσίας προκύπτει ότι ο υπέρ του καταναλωτή ερμηνευτικός κανόνας είναι γενικής ισχύς. Συγκεκριμένα, το άρθρο 10, παράγραφος 3, του νόμου 26/1984, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 7/1998, το οποίο ακολουθεί το άρθρο που περιλαμβάνει τον ερμηνευτικό αυτόν κανόνα, ορίζει ότι οι ρήτρες που έχουν χαρακτήρα γενικών όρων κατά την έννοια του νόμου περί των γενικών όρων των συμβάσεων διέπονται «ομοίως» από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου περιλαμβάνει επίσης έναν υπέρ του καταναλωτή ερμηνευτικό κανόνα: οι αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία ασαφών γενικών όρων αίρονται υπέρ του προσχωρούντος στη σύμβαση. Αν ο ισπανός νομοθέτης είχε πρόθεση να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του ερμηνευτικού κανόνα στις ατομικές αγωγές, θα μπορούσε να εισάγει ρητή πρόβλεψη είτε στο άρθρο 10, παράγραφος 3, του γενικού νόμου 26/1984, είτε στο άρθρο 6 του νόμου 7/1998. Καθόσον ο εθνικός νομοθέτης δεν προέβη στην ενέργεια αυτή, το λογικό συμπέρασμα είναι ότι ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται και στις δύο κατηγορίες αγωγών.
18. Δεδομένου ότι δεν υφίστανται συγκεκριμένες ενδείξεις ότι ο contra preferentem κανόνας εφαρμόζεται, κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας, κατά την εξέταση ρητρών στο πλαίσιο των συλλογικών αγωγών επί παραλείψει, δεν είναι βέβαιο ότι η επίτευξη του επιδιωκόμενου από την οδηγία αποτελέσματος δεν εξασφαλίζεται στην ισπανική έννομη τάξη. Παρά ταύτα, από το πεδίο εφαρμογής των επίμαχων διατάξεων του νόμου προκύπτει ότι υφίσταται μια νομική δυνατότητα να εφαρμόζεται ο ερμηνευτικός αυτός κανόνας στις περιπτώσεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας. Όταν ένας κανόνας σχετικός με την ερμηνεία των διατάξεων κανονιστικής ρυθμίσεως μετέχει κατά τρόπο αποφασιστικό στο περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, ο κανόνας αυτός πρέπει να πλάθεται κατά τρόπο όμοιο με αυτόν των διατάξεων στις οποίες αναφέρεται. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η ισπανική νομοθεσία δεν εξασφαλίζει επαρκώς τη μη εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, στο πλαίσιο των αγωγών του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας.
19. Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
III – Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής: το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας
20. Η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής αφορά τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε στην ισπανική έννομη τάξη το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η διάταξη αυτή ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να μην αίρεται η προστασία που παρέχει στον καταναλωτή η παρούσα οδηγία, λόγω του ότι επιλέγεται ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση δίκαιο τρίτης χώρας, εάν η σύμβαση έχει στενή σχέση με την επικράτεια των κρατών μελών».
21. Το άρθρο 10 bis, τρίτο εδάφιο, του γενικού νόμου 26/1984, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 7/1998, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ισπανική έννομη τάξη το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει τα εξής: «οι κανόνες προστασίας των καταναλωτών έναντι των καταχρηστικών ρητρών εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του δικαίου που τα μέρη επέλεξαν ως διέπον τη σύμβαση, κατά τους όρους του άρθρου 5 της συμβάσεως της Ρώμης του 1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές».
22. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της συμβάσεως της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (στο εξής: σύμβαση της Ρώμης του 1980) ορίζει –εν περιλήψει– ότι η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερεί στον καταναλωτή την προστασία που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της χώρας στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του, εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο αυτό. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της συμβάσεως της Ρώμης του 1980, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις συναπτόμενες από καταναλωτές συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο την προμήθεια ενσωμάτων κινητών ή την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις που αφορούν τη χρηματοδότηση μιας τέτοιας συναλλαγής.
23. Στο πλαίσιο αυτό, κρίσιμο είναι και το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 7/1998, το οποίο ορίζει:
«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των διεθνών συνθηκών και συμβάσεων, [ο παρών νόμος] εφαρμόζεται και στις συμβάσεις που διέπονται από αλλοδαπό νόμο, αν ο προσχωρών δήλωσε τη βούλησή του εντός της ισπανικής επικράτειας και έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του».
24. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας της οδηγίας αποσκοπεί στην προστασία όλων των καταναλωτών στο πλαίσιο του συνόλου των συμβάσεων που συνάπτονται με επαγγελματίες, ενώ το άρθρο 10 bis του τροποποιηθέντος νόμου 26/1984 προβλέπει τέτοια προστασία για ορισμένα μόνον είδη συμβάσεων (ήτοι για τις συμβάσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της συμβάσεως της Ρώμης) και μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (ήτοι οι απαιτούμενες από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της συμβάσεως της Ρώμης). Κατά την Επιτροπή, οι προϋποθέσεις αυτές είναι αυστηρότερες από τη μόνη προϋπόθεση του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο θέτει ως μόνον όρο να έχει η σύμβαση «στενή σχέση με την επικράτεια των κρατών μελών».
25. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, από μια συνεπή ερμηνεία («interpretación integradora») των εθνικών διατάξεων περί προστασίας των καταναλωτών έναντι των καταχρηστικών ρητρών προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές είναι αναγκαστικού δικαίου. Οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν ανεξαρτήτως του διέποντος τη σύμβαση δικαίου που επιλέγουν τα μέρη. Οι διατάξεις αυτές λαμβάνουν υπόψη τόσο την οδηγία όσο και της σύμβαση της Ρώμης του 1980. Η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου 7/1998 προβλέπει την υποχρεωτική εφαρμογή των εθνικών διατάξεων στις συμβάσεις που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο, εάν το συμβαλλόμενο μέρος δήλωσε τη βούλησή του εντός της ισπανικής επικράτειας και διαμένει σ’ αυτή. Συνεπώς, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η έννοια της «στενής σχέσεως με την επικράτεια των κρατών μελών» συγκεκριμενοποιείται για τις συμβάσεις που σχετίζονται με το ισπανικό δίκαιο.
26. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι η προστασία που παρέχει η οδηγία δεν θα καθίσταται άνευ ουσίας για τον λόγο ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιλέγουν ως διέπον τη σύμβαση το δίκαιο τρίτου κράτους. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού η οδηγία χρησιμοποιεί ένα ευρύ κριτήριο για το στοιχείο του δεσμού: μεταξύ της συμβάσεως και της επικράτειας κράτους μέλους πρέπει να υφίσταται υπάρχει στενή σχέση. Καθόσον το άρθρο 10 του τροποποιηθέντος γενικού νόμου 26/1984 παραπέμπει στο άρθρο 5 της συμβάσεως της Ρώμης του 1980, ανακύπτει το ζήτημα αν θίγεται ο σκοπός της οδηγίας, ήτοι η προστασία του καταναλωτή.
27. Φρονώ ότι εν προκειμένω συντρέχει πράγματι αυτή η περίπτωση. Το κριτήριο που χρησιμοποιεί η οδηγία, ήτοι η ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ της συμβάσεως και της επικράτειας κράτους μέλους, αφήνει ευρέα περιθώρια ερμηνείας. Το εν λόγω κριτήριο θέτει έτσι ελάχιστες προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του μηχανισμού προστασίας που παρέχει η οδηγία όταν τα μέρη έχουν επιλέξει ως διέπον τη σύμβαση το δίκαιο τρίτου κράτους. Αντιθέτως, η παραπομπή που γίνεται με το άρθρο 10 bis, παράγραφος 3, του γενικού νόμου 26/1984, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 7/1998, οδηγεί στην εισαγωγή κριτηρίων που έχουν ως αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται η εφαρμογή της οδηγίας στην ισπανική έννομη τάξη σε όλες τις περιπτώσεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας.
28. Το άρθρο 5 της συμβάσεως της Ρώμης του 1980 προβλέπει την εφαρμογή των (αναγκαστικού) δικαίου διατάξεων του κράτους στο οποίο ο καταναλωτής έχει τη συνήθη διαμονή του, ανεξαρτήτως της επιλογής των μερών, και εξαρτά την εφαρμογή αυτή από ορισμένες προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται από την οδηγία. Συγκεκριμένα, κατά το εν λόγω άρθρο, θα πρέπει α) πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, να έγινε στο κράτος αυτό ειδική προσφορά ή διαφήμιση και ο καταναλωτής να ολοκλήρωσε εκεί τις απαραίτητες για τη σύναψη της συμβάσεως πράξεις και β) ο αντισυμβαλλόμενος να έλαβε την παραγγελία του καταναλωτή στο κράτος αυτό ή γ) ο πωλητής να οργάνωσε ταξίδι με σκοπό να οδηγήσει τον καταναλωτή στη σύναψη της συμβάσεως. Οι προϋποθέσεις αυτές περιορίζουν την έκταση της προστασίας που παρέχεται από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας. Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της συμβάσεως του Ρώμης του 1980 περιορίζεται στις συμβάσεις της πρώτης παραγράφου της εν λόγω διατάξεως. Ανεξαρτήτως του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής αυτής της διατάξεως, η οδηγία διέπει το σύνολο των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία, ενώ με την εθνική διάταξη δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων να αποκλεισθούν αδικαιολόγητα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10 bis, τρίτη παράγραφος.
29. Όσον αφορά την παραπομπή της Ισπανικής Κυβερνήσεως στο άρθρο 3, τρίτη παράγραφος, του νόμου 7/1998, πρέπει, ομοίως, να επισημανθεί ότι, πέραν του γεγονότος ότι η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικά τους γενικούς όρους των συμβάσεων και, επομένως, όχι ειδικά τις συμβάσεις που συνάπτουν καταναλωτές, η εν λόγω διάταξη προβλέπει επίσης δύο αυστηρές προϋποθέσεις που δεν συνάδουν με το σύστημα προστασίας που καθιερώνει η οδηγία. Συγκεκριμένα, ισχύουν, ομοίως εν προκειμένω, σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, να έχει ο καταναλωτής τη συνήθη διαμονή του στην ισπανική επικράτεια και, αφετέρου, να έχει δηλώσει εντός αυτής τη βούλησή του για σύναψη της συμβάσεως. Οι προϋποθέσεις αυτές περιορίζουν ομοίως την παρεχόμενη από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας προστασία.
30. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά το οποίο το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με μια συστηματική ή συνεπή ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ισπανικού δικαίου, επιβάλλεται η παραπομπή στη σχετική με την εν λόγω οδηγία νομολογία του Δικαστηρίου (8). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν από την οδηγία πρέπει να αποτυπώνονται στην εθνική νομοθεσία κατά τρόπο σαφή και βέβαιο. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ο όρος αυτός δεν πληρούται ως προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας.
31. Συνεπώς, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι ομοίως βάσιμη.
IV – Πρόταση
32. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να μεταφέρει πλήρως στην εσωτερική του έννομη τάξη τα άρθρα 5 και 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης και της εν λόγω οδηγίας·
– να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 95, σ. 29.
3 – Ley 7/1998, de 13 de abril, sobre Condiciones Generales de la Contratacíon, Boletin Oficial del Estado [Επίσημη Εφημερίδα του Βασιλείου της Ισπανίας] αριθ. 89, της 14ης Απριλίου 1998, σ. 12304.
4 – Ley General 26/1984, de 19 de julio, para la Defensa de los Consumidores y Usarios, Boletin Oficial del Estado αριθ. 176, της 24ης Ιουλίου 1984, σ. 21686.
5 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1991, C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I-2567, σκέψη 15), και της 11ης Αυγούστου 1995, C-433/93, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. I-2303, σκέψη 18).
6 – Απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-144/99, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. Ι-3541, σκέψη 21).
7 – Αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000 (Συλλογή 2002, σ. I-819, σκέψεις 14 και 15).
8 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
Full & Egal Universal Law Academy