ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-74/03
SmithKline Beecham plc
κατά
Lægemiddelstyrelsen
[αίτηση του Østre Landsret (Δανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα – Άδεια κυκλοφορίας – Συντομευμένη διαδικασία»
1. Στην παρούσα υπόθεση το Østre Landsret (Δανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν τις αιτήσεις προς τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας φαρμάκων. Κατά τη συγκεκριμένη περίοδο οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνονταν στην οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (στο εξής: οδηγία) (2), όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την οδηγία 87/21/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (3).
2. Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της οδηγίας καθιέρωσε συντομευμένη διαδικασία για τη χορήγηση τέτοιας άδειας που δίνει τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να επικαλεστεί με την αίτησή του τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί για άλλο προϊόν ήδη εγκεκριμένο υπό την επιφύλαξη μεταξύ άλλων ότι αποδεικνύεται ότι το άλλο αυτό προϊόν είναι ουσιαστικά παρεμφερές με το δικό του φάρμακο. Η κοινοτική νομοθεσία την οποία θα εξετάσω κατωτέρω (4) διευκρινίζει ότι για να θεωρηθούν δύο προϊόντα ως ουσιαστικά παρεμφερή πρέπει να έχουν, μεταξύ άλλων, την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση σε δραστικές ουσίες.
3. Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω είναι το αν δύο προϊόντα που έχουν την ίδια δραστική ουσία, αλλά υπό μορφή διαφορετικών αλάτων, μπορούν να θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονται στο προαναφερθέν κριτήριο. Με το δεύτερο, ερωτάται αν ο αιτών στο πλαίσιο συντομευμένης διαδικασίας είχε το δικαίωμα να προσκομίσει στην αρμόδια αρχή συμπληρωματική τεκμηρίωση υπό τη μορφή πορισμάτων ορισμένων φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή κλινικών δοκιμών με σκοπό να αποδείξει ότι το προϊόν του είναι ουσιαστικά παρεμφερές με το ήδη εγκεκριμένο προϊόν.
4. Από τον κρίσιμο χρόνο οι κοινοτικές διατάξεις τροποποιήθηκαν επανειλημμένα και παρέχουν σαφείς καταφατικές απαντήσεις στα δύο ερωτήματα.
Νομοθετικό πλαίσιο
Η οδηγία
5. Κατά τον κρίσιμο χρόνο οι εφαρμοστέες διατάξεις περιλαμβάνονταν κυρίως στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας όπως τροποποιήθηκε ιδίως με την οδηγία 87/21/ΕΟΚ (5). Το άρθρο 3, της οδηγίας όριζε ότι ένα φάρμακο δεν μπορούσε να τεθεί σε κυκλοφορία σε κράτος μέλος χωρίς άδεια κυκλοφορίας από την αρμόδια αρχή του κράτους αυτού.
6. Το άρθρο 4 καθόρισε λεπτομερώς τη διαδικασία, τα έγγραφα και τις αναγκαίες πληροφορίες για τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Η διάταξη αυτή καθόρισε πλείονες διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας στην εθνική αγορά. Στο πλαίσιο της πλήρους διαδικασίας του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, ο αιτών την άδεια κυκλοφορίας όφειλε κατά κανόνα να προσκομίσει τα αποτελέσματα δοκιμών:
«– φυσικοχημικής, βιολογικής ή μικροβιολογικής φύσεως,
– φαρμακολογικής και τοξικολογικής φύσεως,
– ιατρικής ή κλινικής φύσεως.»
7. Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, καθιέρωσε διάφορες άλλες διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων και σε ορισμένες περιπτώσεις ο αιτών άδεια κυκλοφορίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση να προσκομίσει τα αποτελέσματα φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών που απαιτεί κατά κανόνα το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, και αντ’ αυτών μπορούσε να επικαλεστεί στοιχεία που είχαν προσκομιστεί για άλλο προϊόν «αναφοράς» που είχε ήδη κυκλοφορήσει. Αυτό δεν επηρέαζε την υποχρέωση προσκομίσεως όλων των στοιχείων φυσικοχημικής φύσεως του προϊόντος. Για να μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη διαδικασία (στο εξής: συντομευμένη διαδικασία), ο αιτών όφειλε να αποδείξει:
«iii) […] ότι το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα είναι ουσιαστικά παρεμφερές με προϊόν το οποίο έχει εγκριθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις από έξι τουλάχιστον χρόνια στην Κοινότητα και κυκλοφορεί στο κράτος μέλος που αφορά η αίτηση· […] ένα κράτος μέλος μπορεί να επεκτείνει την περίοδο αυτή σε δέκα χρόνια με μία μόνη απόφαση που θα καλύπτει όλα τα προϊόντα που κυκλοφορούν στο έδαφός του αν κρίνει ότι το απαιτούν οι ανάγκες της δημόσιας υγείας […].»
8. Το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, διατυπώνει in fine την ακόλουθη επιφύλαξη (στο εξής: επιφύλαξη) στις διαδικασίες που θεσπίζει η διάταξη αυτή:
«Ωστόσο, στις περιπτώσεις που το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα προορίζεται για διαφορετική θεραπευτική χρήση ή πρέπει να λαμβάνεται από τον ασθενή με διαφορετικό τρόπο ή με διαφορετική δοσολογία, σε σχέση με τα άλλα φάρμακα που κυκλοφορούν, πρέπει να προσκομίζονται τα αποτελέσματα των κατάλληλων φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή/και κλινικών δοκιμών.»
9. Η επιφύλαξη είχε δηλαδή ως αποτέλεσμα ότι καθιέρωσε μια πρόσθετη διαδικασία χορήγησης άδειας κυκλοφορίας, που καλείται συχνά και την οποία στο εξής θα ονομάζω «υβριδική συντομευμένη διαδικασία». Κατά τη διαδικασία αυτή ο αιτών όφειλε μόνο να προσκομίσει τα αποτελέσματα των καταλλήλων φαρμακολογικών, τοξικολογικών και κλινικών δοκιμών λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ως προς τη θεραπευτική χρήση, τον τρόπο χορηγήσεως ή τη δοσολογία σε σχέση με τα άλλα φάρμακα που κυκλοφορούν. Κατά τα λοιπά ο αιτών στηριζόταν στα στοιχεία για το προϊόν αναφοράς τα οποία όφειλε να επισημάνει βάσει του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii. Η υβριδική συντομευμένη διαδικασία αποτελούσε δηλαδή μια ενδιάμεση διαδικασία μεταξύ της συντομευμένης και της κανονικής διαδικασίας όσον αφορά το βάρος αποδείξεως που φέρει ο αιτών. Τα νέα στοιχεία που όφειλε να προσκομίσει ο αιτών στο πλαίσιο της υβριδικής συντομευμένης διαδικασίας ονομάστηκαν «συμπληρωματικά στοιχεία».
10. Οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας και της οδηγίας 87/21 διευκρινίζουν τους στόχους που διαπνέουν το άρθρο 4 της οδηγίας. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη ανέφερε ότι κάθε ρύθμιση σχετικά με την άδεια κυκλοφορίας φαρμάκων πρέπει να έχει ως βασικό στόχο τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη υπογράμμιζε ότι ο σκοπός αυτός πρέπει να επιτευχθεί με μέσα που δεν θα εμποδίζουν την ανάπτυξη της φαρμακευτικής βιομηχανίας ή την εμπορία των φαρμακευτικών προϊόντων εντός της Κοινότητας. Η τρίτη και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρουν ότι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των συναλλαγών επί των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και πρέπει συνεπώς να εξαλειφθούν.
11. Η οδηγία 87/21 εισήγαγε την τροποποίηση του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρει, για να δικαιολογήσει τη διάταξη αυτή, ότι «η πείρα που έχει αποκτηθεί έδειξε ότι είναι σκόπιμο να καθοριστούν σαφέστερα οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζονται τα αποτελέσματα των φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή κλινικών δοκιμών προκειμένου να χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας για φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που είναι ουσιαστικά παρεμφερές με άλλο προϊόν που έχει εγκριθεί, χωρίς ωστόσο να θίγονται τα συμφέροντα των καινοτομουσών εταιρειών». Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη επισημαίνει εξάλλου ότι για λόγους δημοσίας τάξης, αντενδείκνυται η επανάληψη δοκιμών στον άνθρωπο ή σε ζώα, χωρίς να υπάρχει επιτακτική ανάγκη.
Η ανακοίνωση προς τους αιτούντες
12. Οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη φύση των δοκιμών που απαιτούνται στο πλαίσιο των διαφόρων διαδικασιών τις οποίες θεσπίζει το άρθρο 4 της οδηγίας περιείχε το παράρτημα της οδηγίας 75/318/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1975, περί της προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις αναλυτικές, τοξικοφαρμακολογικές και κλινικές προδιαγραφές και πρωτόκολλα στον τομέα των δοκιμών των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (6), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/507/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1991 (7).
13. Το παράρτημα όριζε ότι οι αιτήσεις άδειας κυκλοφορίας υποβάλλονται λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες δημοσίευσε η Επιτροπή στο έγγραφο «Οι κανόνες που διέπουν τα φαρμακευτικά προϊόντα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα», τόμος ΙΙ: Οδηγίες στους υποβάλλοντες αίτηση για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων για ανθρώπινη χρήση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» (συνήθως καλούνται και θα τις αποκαλώ κατωτέρω: ανακοίνωση προς τους αιτούντες).
14. Το τμήμα 5 του κεφαλαίου 1 της έκδοση του 1998 της Ανακοίνωσης προς τους αιτούντες είχε ως αντικείμενο τις απλουστευμένες αιτήσεις άδειας κυκλοφορίας. Το σημείο 5.4 έφερε τον τίτλο «Άλλες απλουστευμένες αιτήσεις». Περιείχε κατάλογο των συμπληρωματικών στοιχείων που απαιτούνται κατά κανόνα για τους διάφορους τύπους αιτήσεων συντομευμένης διαδικασίας. Το στοιχείο α΄ του καταλόγου αναφερόταν στις αιτήσεις στις οποίες το προϊόν του οποίου ζητείται να εγκριθεί η άδεια κυκλοφορίας ήταν «διαφορετικό σύμπλοκο/παράγωγο/εστέρας/άλας (με το ίδιο θεραπευτικώς ενεργό μέρος)» που είναι το μέρος του προϊόντος στο οποίο οφείλεται κυρίως η θεραπευτική του ενέργεια επί του καταναλωτή. Καθόριζε ως απαραίτητα τα ακόλουθα συμπληρωματικά στοιχεία:
«Απόδειξη ότι δεν υπάρχει μεταβολή της φαρμακοκινητικής του θεραπευτικώς ενεργού μέρους, της φαρμακοδυναμικής και/ή της τοξικότητας που θα μπορούσε να μεταβάλει τη σχέση ασφάλεια/αποτελεσματικότητα (διαφορετικά πρέπει να θεωρηθεί ως νέα ουσία).»
15. Στις μετά τον Μάιο 2001 εκδόσεις της Ανακοίνωσης προς τους αιτούντες (δηλαδή μετά την υποβολή των επίδικων αιτήσεων άδειας κυκλοφορίας) υπάρχει η ακόλουθη εξήγηση όσον αφορά τον ορισμό της νέας ουσίας:
«Το παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος κεφαλαίου δίνει τον ορισμό της νέας ουσίας.
Μια ενεργή ουσία υπό τη μορφή διαφορετικών αλάτων, εστέρων, παραγώγων κ.λπ., αλλά με το ίδιο θεραπευτικώς ενεργό μέρος δεν θεωρείται (κατά κανόνα) ως νέα δραστική ουσία, εκτός αν οι δύο ουσίες παρουσιάζουν μεταξύ τους σημαντικές διαφορές ως προς τις ιδιότητες σχετικά με την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα. Ο αιτών υποχρεούται να αποδείξει ότι ένα άλας, ένας εστέρας ή άλλο παράγωγο μιας δραστικής ουσίας εμφανίζει τις ίδιες ιδιότητες όσον αφορά την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα, όταν δηλώνει ότι το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα για το οποίο υποβάλλει αίτηση είναι ουσιαστικά παρεμφερές με φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που έχει εγκριθεί και περιέχει άλλο άλας, εστέρα, ή άλλο παράγωγο της ίδιας δραστικής ουσίας (βλ. παράρτημα IV του παρόντος κεφαλαίου).
Η απάντηση στο ερώτημα αν μια διαφορετική μορφή της δραστικής ουσίας πρέπει να θεωρηθεί ως νέα δραστική ουσία δίνεται κατά περίπτωση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών/την ΕΦΙ».
16. Το παράρτημα IV του κεφαλαίου 1, τόμος 2Α επαναλαμβάνει το στοιχείο α΄ του καταλόγου που είχε περιληφθεί στο σημείο 5.4 της έκδοσης του 1998 της προαναφερθείσας ανακοίνωσης προς τους αιτούντες (8).
Η απόφαση Generics (UK) κ.λπ.
17. Στην υπόθεση Generics (UK) κ.λπ. (9) το Δικαστήριο εξέτασε την έννοια του ουσιαστικά παρεμφερούς που περιέχεται στο άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄. Υπογράμμισε ότι το κριτήριο του ουσιαστικά παρεμφερούς πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τον βασικό στόχο της οδηγίας, δηλαδή την προστασία της δημόσιας υγείας, ώστε να αποφεύγεται η ελαστικοποίηση των προδιαγραφών ασφαλείας που πρέπει να πληρούν όλα τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (10).
18. Στη συνέχεια το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα είναι ουσιαστικά παρεμφερές με ένα άλλο «όταν πληροί τα κριτήρια της ίδιας ποιοτικής και ποσοτικής συνθέσεως όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, της ίδιας φαρμακευτικής μορφής και της βιοϊσοδυναμίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν παρουσιάζει, εξεταζόμενο με γνώμονα τις επιστημονικές γνώσεις, σημαντικές διαφορές σε σχέση με το αρχικό ιδιοσκεύασμα, όσον αφορά την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα». Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη τα τρία προαναφερθέντα κριτήρια όταν καλείται να εξακριβώσει αν δύο προϊόντα είναι ουσιαστικά παρεμφερή (11).
19. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κριτήρια της ποιοτικής και ποσοτικής σύνθεσης όσον αφορά τα δραστικά συστατικά, της ίδιας φαρμακευτικής μορφής και της βιοϊσοδυναμίας συμβάλλουν στο να εξασφαλίζεται ότι το νέο προϊόν είναι εξίσου ασφαλές και αποτελεσματικό με το προϊόν αναφοράς. Ωστόσο, δεν παρέλειψε να προσθέσει την τελευταία προϋπόθεση ότι δηλαδή τα δύο προϊόντα δεν πρέπει να εμφανίζουν κατά τα λοιπά σημαντικές διαφορές όσον αφορά την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα. Υπογράμμισε δε την ανάγκη της τελευταίας αυτής προϋπόθεσης, παρατηρώντας ότι «δεν αποκλείεται ένα φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα, ακόμη και αν πληροί τα τρία κριτήρια που παρατίθενται […], να μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ασφάλειας λόγω των εκδόχων που περιέχει» (12).
Μεταγενέστερες τροποποιήσεις
20. Μετά την εξεταζόμενη περίοδο, η οδηγία αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001 (στο εξής: νέα οδηγία) (13). Για μια αρχική περίοδο η συντομευμένη διαδικασία που περιλαμβάνεται πλέον στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της νέας οδηγίας παρέμεινε κατά τα ουσιώδη ίδια με αυτή που περιγράφει η έκδοση η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Κατά την περίοδο αυτή, το παράρτημα Ι της νέας οδηγίας τροποποιήθηκε με την οδηγία 2003/63/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 2003 (14). Το μέρος II του παραρτήματος αυτού αναφερόταν στους «Ειδικούς φακέλους άδειας κυκλοφορίας και ειδικές απαιτήσεις». Το σημείο 2 του μέρους αυτού ανέφερε ότι για να αποδεικνύεται το ουσιαστικά παρεμφερές, οι αιτήσεις για συντομευμένη διαδικασία πρέπει να περιέχουν «κατά περίπτωση, συμπληρωματικά δεδομένα για να αποδείξει [ο αιτών] ότι τεκμηριώνεται η ισοδυναμία των ιδιοτήτων ασφαλείας και της αποτελεσματικότητας των διαφόρων αλάτων, εστέρων ή παραγώγων της αντίστοιχης εγκεκριμένης δραστικής ουσίας». Εξάλλου, το σημείο 3 ανέφερε ότι:
«Όταν η δραστική ουσία ενός ουσιαστικά παρεμφερούς φαρμακευτικού προϊόντος περιέχει την ίδια θεραπευτική ποσότητα με το αρχικό εγκεκριμένο προϊόν, συνδεδεμένη με διαφορετικό άλας/εστέρα σύμπλοκο/παράγωγο πρέπει να παρέχονται αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν υπάρχει αλλαγή της φαρμακοκινητικής του δραστικού τμήματος, της φαρμακοδυναμικής ή/και της τοξικότητας που θα μπορούσαν να μεταβάλουν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας/αποτελεσματικότητας. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, η σύνδεση αυτή θα θεωρείται νέα δραστική ουσία.»
21. Στη συνέχεια η συντομευμένη διαδικασία μεταρρυθμίστηκε ουσιαστικά με την οδηγία 2004/27/ΕΚ, της 31ης Μαρτίου 2004 (15). Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1 της νέας οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, η έννοια του ουσιαστικά παρεμφερούς αντικαταστάθηκε από τη (βασικά ανάλογη) απαίτηση ότι ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι το προϊόν του είναι γενόσημο φάρμακο ενός φαρμάκου αναφοράς για το οποίο έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας πριν από 8 τουλάχιστον έτη. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ορίζει το γενόσημο φάρμακο ως:
«[…]ένα φάρμακο με την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση σε δραστικές ουσίες, την ίδια φαρμακευτική μορφή όπως το φάρμακο αναφοράς και του οποίου η βιοϊσοδυναμία με το φάρμακο αναφοράς έχει αποδειχθεί βάσει των κατάλληλων μελετών βιοδιαθεσιμότητας. Τα διάφορα άλατα, εστέρες, αιθέρες, ισομερή, μείγματα ισομερών, σύμπλοκα ή παράγωγα μιας δραστικής ουσίας θα θεωρούνται ως μία και η αυτή δραστική ουσία, εκτός εάν οι ιδιότητές τους διαφέρουν σημαντικά από απόψεως ασφαλείας ή/και της αποτελεσματικότητας· στην περίπτωση αυτή πρέπει να παρασχεθούν από τον αιτούντα συμπληρωματικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την ασφάλεια ή/και την αποτελεσματικότητα των διαφόρων αλάτων, εστέρων ή παραγώγων επιτρεπομένης δραστικής ουσίας. […]»
Τα πραγματικά περιστατικά
22. Στην υπό κρίση υπόθεση, η φαρμακευτική επιχείρηση SmithKline Beecham plc (στο εξής: SmithKline Beecham) αμφισβητεί την εγκυρότητα της άδειας κυκλοφορίας που χορήγησε η Lægemiddelstyrelsen, αρμόδια αρχή στη Δανία, σε δύο άλλες φαρμακευτικές εταιρίες, τις Synthon BV και Genthon BV (στο εξής: Synthon και Genthon), που ανήκουν αμφότερες στον όμιλο Synthon.
23. Η SmithKline Beecham είναι ο κάτοχος άδειας κυκλοφορίας για το φάρμακο Seroxat. Η δραστική ουσία του Seroxat εμφανίζεται υπό τη μορφή paroxetine hydrochloride semihydrate σε δόσεις των 20 mg και 30 mg. Η πρώτη άδεια κυκλοφορίας του Seroxat ανατρέχει στο 1993.
24. Το Ιούλιο 1999, οι Synthon και Genthon υπέβαλαν αιτήσεις άδειας κυκλοφορίας ως επί το πλείστον παρόμοιες για το φάρμακο Paroxetine «Synthon» και Paroxetine «Genthon» (στο εξής: προϊόν Synthon). Οι αιτήσεις τους υποβλήθηκαν κατά τη συντομευμένη διαδικασία και ως προϊόν αναφοράς δηλώθηκε το Seroxat. Όπως και το Seroxat, το προϊόν Synthon περιέχει παροξετίνη, αλλά υπό τη μορφή διαφορετικού άλατος, του paroxetine mesylate.
25. Εκτός της τεκμηρίωσης που έπρεπε να προσκομίσουν στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας, οι Synthon και Genthon προσκόμισαν επίσης αποτελέσματα διαφόρων φαρμακολογικών και τοξικολογικών δοκιμών σε ζώα όπως προβλέπει το παράρτημα της οδηγίας 75/318, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/507, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/507. Η Lægemiddelstyrelsen ζήτησε τη διαβίβαση συμπληρωματικών στοιχείων.
26. Οι Synthon και Genthon δεν διαβίβασαν τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών σε ασθενείς επικαλούμενες εξαίρεση λόγω του ότι οι ενέργειες του προϊόντος τους επί του ανθρώπου ήταν ήδη έμμεσα τεκμηριωμένες από τη βιοϊσοδυναμία του προϊόντος αναφοράς Seroxat επί υγιών εθελοντών.
27. Η Lægemiddelstyrelsen χορήγησε στις Synthon και Genthon τις άδειες κυκλοφορίας για το προϊόν Synthon τον Οκτώβριο 2000.
Η εθνική δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
28. Η SmithKline Beecham άσκησε ενώπιον του Østre Landsret (Δανία) προσφυγή με την οποία αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης της Lægemiddelstyrelsen για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για το προϊόν Synthon.
29. Υποστηρίζει ότι το Seroxat και το προϊόν Synthon δεν είναι ουσιαστικά παρεμφερή διότι περιέχουν διαφορετικές δραστικές ουσίες, καίτοι ανάλογες. Η δραστική ουσία του Seroxat είναι το paroxetine hydrochloride hemihydrate ενώ του προϊόντος Synthon είναι το paroxetine mesylate, άλλο άλας παροξετίνης. Σχετικά με το κριτήριο του ουσιαστικά παρεμφερούς, πρέπει να είναι δυνατόν να διαπιστώνεται αμέσως αν δύο προϊόντα είναι ή δεν είναι ουσιαστικά παρεμφερή. Το γεγονός ότι ήταν αναγκαία η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων για να αποδειχθεί το ουσιαστικά παρεμφερές αρκεί να επιβεβαιώσει ότι οι δραστικές ουσίες του Seroxat και του προϊόντος Synthon είναι διαφορετικές. Η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων υπό τη μορφή αποτελεσμάτων φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή κλινικών δοκιμών στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας δεν επιτρέπεται παρά μόνον δυνάμει της επιφύλαξη, δηλαδή οσάκις το νέο προϊόν προορίζεται για διαφορετική θεραπευτική χρήση ή πρέπει να λαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο ή διαφορετική δοσολογία.
30. Το Østre Landsret ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Μπορεί να χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας για φάρμακο κατά τη συντομευμένη διαδικασία του άρθρου 4, τρίτο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της πρώτης οδηγίας 65/65 [οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα] όταν μια μορφή άλατος της δραστικής ουσίας του προϊόντος έχει υποκαταστήσει τη χρησιμοποιούμενη μορφή άλατος για το προϊόν αναφοράς;
2) Επιτρέπεται η συντομευμένη διαδικασία εκδικάσεως αιτήσεων όταν ο αιτών εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή κατόπιν αιτήματος των εθνικών υγειονομικών αρχών προσκομίζει συμπληρωματικά έγγραφα υπό τη μορφή ορισμένων φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή κλινικών δοκιμών προς απόδειξη του ότι το προϊόν είναι “ουσιαστικά παρεμφερές” με το προϊόν αναφοράς;»
31. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι SmithKline Beecham, οι Synthon και Genthon, η Δανική, η Ολλανδική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με εξαίρεση την Ολλανδική και την Πορτογαλική Κυβέρνηση.
Εξέταση
32. Από τη διάταξη περί παραπομπής και τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα δύο προδικαστικά ερωτήματα εμφανίζουν στενή συνάφεια. Ένα από τα επιχειρήματα που αμφισβητούν ότι δύο προϊόντα μπορούν να είναι ουσιαστικά παρεμφερή παρά το ότι διαφέρει το άλας δραστικής ουσίας (το ζήτημα ανακύπτει στο πρώτο ερώτημα) είναι ότι ο αιτών οφείλει κατά κανόνα στην περίπτωση αυτή να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία για να αποδείξει ότι τα δύο προϊόντα δεν είναι διαφορετικά από τη σκοπιά της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας, πράγμα που, όπως υποστηρίζεται, δεν επιτρέπεται (το ζήτημα τίθεται με το δεύτερο ερώτημα). Για τον λόγο αυτό θα εξετάσω μαζί τα δύο ερωτήματα.
33. Οι Synthon και Genthon, η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή τάσσονται υπέρ της καταφατικής απάντησης στα προδικαστικά ερωτήματα, όπως εξάλλου τελικά και η Πορτογαλική Κυβέρνηση. Η SmithKline Beecham και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν ότι αρμόζει αρνητική απάντηση.
34. Είναι προφανές ότι το κείμενο της οδηγίας δεν δίνει το ίδιο λύση στα προδικαστικά ερωτήματα. Η έννοια του ουσιαστικά παρεμφερούς δεν είναι οριοθετημένη. Ομοίως, δεν είναι σαφές αν επιβάλλονται ορισμένα όρια στα συμπληρωματικά στοιχεία που μπορούν να προσκομιστούν στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας.
35. Η νομολογία του Δικαστηρίου εξάλλου επιδέχεται ερμηνεία. Η απόφαση Generics (UK) κ.λπ. δεν διευκρίνισε λεπτομερώς τι σημαίνει «ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά». Από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η έκφραση «δραστικά συστατικά» χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει πότε το πλήρες μόριο που απαρτίζει το δραστικό συστατικό, πότε, όταν το συστατικό αυτό εμφανίζεται υπό τη μορφή άλατος, το τμήμα του μορίου αυτού (που καλείται συχνά «θεραπευτικό μέρος») που έχει θεραπευτική ενέργεια σ’ αυτόν που λαμβάνει το φάρμακο.
36. Όσον αφορά τα στοιχεία που ο αιτών δικαιούται να προσκομίσει, η νομολογία δεν έχει μέχρι στιγμής εξετάσει τις περιστάσεις στις οποίες ο αιτών μπορεί να παραλείψει την προσκόμιση στοιχείων επικαλούμενος στοιχεία που έχουν ήδη προσκομιστεί για άλλο προϊόν.
37. Κατά συνέπεια, οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο επικεντρώνονται κυρίως στην οικονομία της οδηγίας γενικότερα, στους στόχους που τη διαπνέουν καθώς και σε άλλες ενδεχομένως ενδιαφέρουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και της ανακοίνωσης προς τους αιτούντες.
Η οικονομία της οδηγίας
38. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham υπογραμμίζουν τη σημασία, όσον αφορά την οικονομία της οδηγίας, της διάκρισης μεταξύ της συντομευμένης διαδικασίας του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, και της υβριδικής συντομευμένης διαδικασίας που θεσπίζει η επιφύλαξη. Κατά την άποψή τους, η διάκριση αυτή χάνει την έννοιά της αν ο ορισμός του ουσιαστικά παρεμφερούς που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ. ελαστικοποιηθεί, και επιτραπεί κατά κανόνα η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων σε ευρύτερο φάσμα περιπτώσεων από αυτές που προβλέπει ρητά ή σιωπηρά η επιφύλαξη.
39. Οι προαναφερθείσες υποστηρίζουν ότι ο ορισμός του ουσιαστικά παρεμφερούς που έδωσε το Δικαστήριο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν πληρούνται τα σχετικά κριτήρια, τεκμαίρεται με βεβαιότητα ότι τα δύο υπό σύγκριση προϊόντα εμφανίζουν την ίδια σχέση ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας . Η τελική προϋπόθεση ότι δηλαδή τα δύο προϊόντα δεν πρέπει να εμφανίζουν σημαντικές διαφορές ως προς την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη παρά μόνον ως πρόσθετη εξασφάλιση ή «αναδίπλωση», κατά του κινδύνου κάποια διαφορά στα χρησιμοποιούμενα έκδοχα να καταστήσει το νέο προϊόν λιγότερο ασφαλές ή λιγότερο αποτελεσματικό.
40. Αν όμως τα δύο άλατα που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος θεωρηθεί ότι αποτελούν την ίδια δραστική ουσία, το κριτήριο αυτό δεν μπορεί πλέον να χρησιμεύσει λυσιτελώς για την εκτίμηση της βιοϊσοδυναμίας όσον αφορά την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Η αντικατάσταση ενός άλατος από ένα άλλο θα μπορούσε να επηρεάσει τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα αυξάνοντας ή μειώνοντας την απορρόφηση του φαρμάκου και τη βιοδιαθεσιμότητά του ή να επηρεάσει το τοξικό δυναμικό και την τοξική σταθερότητά του προκαλώντας ολέθρια αποτελέσματα.
41. Για τον λόγο αυτό ο αιτών οφείλει κατά κανόνα να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία για να αποδείξει ότι, παρά το διαφορετικό είδος άλατος, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των δύο προϊόντων. Η τελική προϋπόθεση του κριτηρίου που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ. πρέπει να εφαρμόζεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων αν όχι σε όλες τις περιπτώσεις. Δεν διαφέρει από το κριτήριο της δραστικής ουσίας, αλλά στην πραγματικότητα το αντικαθιστά. Επιπλέον, ο αιτών δικαιούται τότε να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία σε μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων από αυτές που προβλέπει (ρητά ή σιωπηρά) η επιφύλαξη.
42. Δεν νομίζω ότι ευσταθούν αυτά τα επιχειρήματα.
43. Σχετικά με τη διατύπωση του δευτέρου ερωτήματος που προφανώς προσδιορίστηκε από αυτή την επιχειρηματολογία, θα παρατηρήσω εξ αρχής ότι δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, κανένας γενικός κανόνας που να αντιτίθεται στην προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας. Συνεπώς, στο ερώτημα αυτό νομίζω ότι αρμόζει καταφατική απάντηση.
44. Αυτό προκύπτει από το κείμενο των σχετικών διατάξεων. Η συντομευμένη διαδικασία θεωρείται ότι κινείται αν ο αιτών μπορεί να αποδείξει μεταξύ άλλων το ουσιαστικά παρεμφερές. Το τελικό κρίσιμο στοιχείο είναι βεβαίως ότι ο αιτών μπορεί να προσκομίσει όλα τα αναγκαία προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία.
45. Ομοίως, τίποτα στην επιφύλαξη δεν υποδηλώνει ότι τα συμπληρωματικά στοιχεία μπορούν να προσκομιστούν μόνον κατ’ εφαρμογήν της διάταξης αυτής. Κατ’ αρχήν τα στοιχεία που προσκομίζονται στο πλαίσιο της επιφύλαξης και αυτά που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, εξυπηρετούν διαφορετικούς στόχους. Τα πρώτα σκοπούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα ενώ τα δεύτερα να τον αποδείξουν.
46. Από το κριτήριο που δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ. προκύπτει επίσης ότι τα συμπληρωματικά στοιχεία μπορεί συχνά να είναι αναγκαία για να αποδειχθεί το ουσιαστικά παρεμφερές. Η Επιτροπή παρατηρεί, π.χ., ότι ο αιτών που ακολουθεί τη συντομευμένη διαδικασία μπορεί να υποχρεωθεί να προσκομίσει τεκμηρίωση προκειμένου να αποδειχθεί η βιοϊσοδυναμία του προϊόντος του με το προϊόν αναφοράς. Πρόσθετα στοιχεία μπορεί επίσης να απαιτηθούν για να αποδειχθεί ότι δύο προϊόντα τα οποία κατά τα λοιπά πληρούν τα κριτήρια που καθόρισε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ. δεν διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα λόγω, π.χ., διαφορών στα χρησιμοποιούμενα έκδοχα ή (σύμφωνα με το παράδειγμα που έδωσαν οι Synthon και Genthon) της αλλαγής του τρόπου συνθέσεως που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή του δραστικού συστατικού.
47. Γενικώς θεωρώ ότι θα ήταν ατυχές και τελείως αντίθετο προς την οικονομία της οδηγίας να θεωρηθεί ότι υπόκεινται σε περιορισμούς τα στοιχεία που μπορεί να προσκομίσει ο αιτών στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής είτε αυτοβούλως. Με την επιφύλαξη της ειδικής πολιτικής σχετικά με την αποκλειστικότητα των στοιχείων κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, η κατάλληλη αντιμετώπιση που διαφαίνεται σε πολλές πτυχές των σχετικών κοινοτικών διατάξεων είναι ότι διευρύνονται στο ανώτατο όριο οι πληροφορίες που τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής όταν αυτή καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως άδειας κυκλοφορίας.
48. Συνεπώς, το κατάλληλο ερώτημα είναι κατά την άποψή μου όχι το αν μπορούν να προσκομιστούν συμπληρωματικά στοιχεία στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας, αλλά το αν, οσάκις δύο άλατα που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος θεωρούνται ότι συνιστούν την ίδια δραστική ουσία, απαιτούνται πολύ συχνά συμπληρωματικά στοιχεία στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας, και κατ’ αυτό τον τρόπο αποδυναμώνεται η διάκριση μεταξύ της διαδικασίας αυτής και της υβριδικής συντομευμένης διαδικασίας.
49. Παραδέχομαι ότι υπάρχει κίνδυνος να διευρυνθούν υπερβολικά τα κριτήρια του ουσιαστικά παρεμφερούς και να καταστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο υπερβολικά καθοριστική η τελική προϋπόθεση που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ., να απαμβλυνθεί δε η διάκριση μεταξύ των δύο διαδικασιών αντίθετα με την οικονομία της οδηγίας.
50. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι η ερμηνεία του ουσιαστικά παρεμφερούς που υποστηρίζουν οι Synthon και Genthon, η Δανική, η Ολλανδική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θα διεύρυνε υπερβολικά τις περιπτώσεις στις οποίες τα δύο προϊόντα μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή.
51. Αντιθέτως, μάλλον θεωρώ υπερβολικά συσταλτική την ερμηνεία του ουσιαστικά παρεμφερούς που απαιτεί να έχουν τα δύο προϊόντα δραστικά συστατικά με ακριβώς την ίδια μοριακή δομή για να μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή.
52. Το κείμενο της οδηγίας δεν διευκρινίζει ότι δύο προϊόντα πρέπει να είναι ακριβώς τα ίδια για να εφαρμοστεί η συντομευμένη διαδικασία, αλλά μόνο ότι πρέπει να είναι ουσιαστικά παρεμφερή. Είναι δηλαδή προφανές ότι μπορεί να υπάρχουν ορισμένες διαφορές μεταξύ των δύο προϊόντων.
53. Ομοίως, η ανάγκη ακριβούς μοριακής αντιστοιχίας μεταξύ των δραστικών συστατικών δεν προκύπτει από το κριτήριο που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ., σύμφωνα με το οποίο τα ουσιαστικά παρεμφερή προϊόντα πρέπει να έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση όσον αφορά τα δραστικά συστατικά. Όπως προανέφερα, η έκφραση δραστικό συστατικό χρησιμοποιείται ενίοτε για να δηλώσει το θεραπευτικό μέρος μιας δραστικής ουσίας όπως και την ίδια την ουσία.
54. Οι διάδικοι συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ως προς το ότι είναι περισσότερο ρεαλιστικό να ληφθεί ως κρίσιμο στοιχείο η θεραπευτική ενέργεια και όχι η ακριβής μοριακή σύνθεση των δραστικών συστατικών οσάκις εξετάζεται αν δύο προϊόντα μπορεί να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή.
55. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η θεραπευτική ενέργεια ενός φαρμάκου υπό τη μορφή άλατος εξαρτάται κατά κανόνα από το θεραπευτικό μέρος του άλατος και όχι από τα συναπτόμενα μέρη του μορίου.
56. Ομοίως, η Ολλανδική Κυβέρνηση κάνει διάκριση, όταν το δραστικό συστατικό ενός φαρμάκου έχει τη μορφή άλατος, μεταξύ του θετικού μέρους του άλατος αυτού το οποίο περιγράφει ως δραστικό συστατικό και του αρνητικού μέρους το οποίο χαρακτηρίζει ως αδρανές στοιχείο. Κατά τη διάλυση, τα δύο μέρη διαχωρίζονται. Το θετικό μέρος δίνει στο φάρμακο την ενέργειά του.
57. Οι Synthon και Genthon υποστηρίζουν, όσον αφορά τα επίδικα στην κύρια δίκη προϊόντα (δηλαδή το Seroxat και το προϊόν Synthon), ότι το ένα και το άλλο εξαρτώνται από το θετικό μέρος του άλατος που συνιστά το δραστικό συστατικό τους για να παραγάγουν τη θεραπευτική τους ενέργεια επί του ασθενούς. Το αρνητικό μέρος του άλατος που διαφέρει μεταξύ των δύο προϊόντων αποτελεί απλώς ένα αδρανές βοηθητικό όχημα που δίνει τη δυνατότητα να παρασκευαστούν τα προϊόντα υπό μορφή δισκίων. Και στις δύο περιπτώσεις το θετικό μέρος απορροφάται στην κυκλοφορία του αίματος, διανέμεται και μεταβολίζεται σ’ ολόκληρο το σώμα. Αντιθέτως, το αδρανές στοιχείο κάθε προϊόντος διέρχεται από τον πεπτικό σωλήνα χωρίς να απορροφάται και χωρίς να έχει καμιά ενέργεια επί του σώματος.
58. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Δανική Κυβέρνηση υπογράμμισε και αυτή την τύχη του δραστικού συστατικού μετά τη χορήγησή του στον ασθενή. Όταν πρόκειται για άλας, τα δύο μέρη του διαχωρίζονται πάντα. Το θεραπευτικό μέρος απορροφάται ενώ το άλλο αποβάλλεται από τον οργανισμό.
59. Τα επιχειρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι συχνά υπάρχει αναλογία μεταξύ του μη θεραπευτικού μέρους του άλατος όταν το δραστικό συστατικό έχει τη μορφή άλατος και κάθε άλλου αδρανούς συστατικού ενός φαρμάκου. Αν η ανάλυση αυτή είναι ορθή, είναι παράλογο να αποκλείεται ο ουσιαστικά παρεμφερής χαρακτήρας σε όλες τις περιπτώσεις που μεταβάλλεται το μέρος αυτό, ενώ το θεραπευτικό μέρος παραμένει το ίδιο και στα δύο προϊόντα. Βεβαίως, όπως στην περίπτωση των εκδόχων, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να προκαλέσει η μεταβολή του παρακειμένου μέρους του άλατος αλλαγή που θα επηρεάσει την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του προϊόντος. Πάντως, η τελική προϋπόθεση του κριτηρίου Generics (UK) κ.λπ. δίνει ακριβώς τη δυνατότητα προστασίας από τον κίνδυνο αυτό.
60. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η οικονομία της οδηγίας δεν θίγεται αν δύο προϊόντα που έχουν δραστικά συστατικά των οποίων το θεραπευτικό μέρος είναι το ίδιο, θεωρηθούν ότι έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση σε δραστικά συστατικά.
61. Πάντως, για να επιβεβαιωθεί η ορθότητα αυτής της ερμηνείας πρέπει να εξεταστεί επίσης αν συνάδει προς τους στόχους που διαπνέουν το σύστημα της άδειας κυκλοφορίας και στις διάφορες άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου των οποίων έγινε επίκληση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Οι στόχοι που διαπνέουν το σύστημα άδειας κυκλοφορίας
62. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας και όπως έκρινε το Δικαστήριο, πρέπει να ληφθούν υπόψη τέσσερις στόχοι για την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων που διέπουν τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας εντός των κρατών μελών: η προστασία της δημόσιας υγείας· η ανάγκη αποφυγής περιττών δοκιμών στον άνθρωπο και στα ζώα· η προστασία των συμφερόντων των καινοτομουσών φαρμακευτικών εταιριών και, τέλος, η προαγωγή της εσωτερικής αγοράς φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, ιδίως με την εξασφάλιση εναρμονισμένης αντιμετώπισης εκ μέρους των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών.
Η προστασία της δημόσιας υγείας
63. Όσον αφορά τον κύριο στόχο της προστασίας της δημόσιας υγείας, που πρέπει να διαπνέει κάθε νομοθεσία διέπουσα την άδεια κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham αναφέρονται αμφότερες σε περιπτώσεις στις οποίες διαφορετικές μορφές αλάτων του ίδιου δραστικού συστατικού είναι δυνατόν να διαφέρουν ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα .
64. Δεν φαίνεται όμως ότι υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία αν δύο μορφές άλατος με το ίδιο θεραπευτικό μέρος θεωρηθούν ως ουσιαστικά παρεμφερείς. Οι συνέπειες της αλλαγής του τύπου άλατος, για τις οποίες κάνει λόγο η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham, δεν αποδεικνύουν το αντίθετο.
65. Στο μέτρο που οι συνέπειες αυτές ανάγονται στη βιοδιαθεσιμότητα, δεν επιτρέπουν εν πάση περιπτώσει τη διαπίστωση του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα, δεδομένου ότι η βιοϊσοδυναμία πρέπει και αυτή να αποδεικνύεται. Όταν οι συνέπειες αφορούν τη σταθερότητα και την τοξικότητα συνεπάγονται διαφορά ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα μεταξύ των δύο προϊόντων και συνεπώς καλύπτονται από την τελική προϋπόθεση του κριτηρίου που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ.
Ανάγκη αποφυγής των περιττών δοκιμών
66. Όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή, η Δανική Κυβέρνηση και οι Synthon και Genthon, ο στόχος της αποφυγής των περιττών δοκιμών στον άνθρωπο και στα ζώα μάχεται σαφώς υπέρ μιας ερμηνείας του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα που μπορεί κατ’ αρχήν να περιλάβει διάφορες μορφές αλάτων που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος. Αντί να χρειάζεται να συγκροτήσει εξ ολοκλήρου νέο φάκελο στοιχείων με τις διάφορες δοκιμές που απαιτούνται προς τούτο, ο αιτών μπορεί να επικαλεστεί σε μεγάλο βαθμό τα στοιχεία που προσκομίστηκαν για το προϊόν αναφοράς.
Ανάγκη να μην αδικούνται οι καινοτομούσες φαρμακευτικές εταιρίες
67. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι το κριτήριο του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα πρέπει να εφαρμόζεται συσταλτικά προκειμένου να διατηρηθεί η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των καινοτομουσών εταιριών και αυτών που παρασκευάζουν γενόσημα φάρμακα, ισορροπία την οποία θεωρείται ότι επιτυγχάνουν η οδηγία και η απόφαση Generics (UK) κ.λπ.
68. Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη.
69. Η προστασία των συμφερόντων των καινοτομουσών φαρμακευτικών εταιριών επιτυγχάνεται κυρίως με την περίοδο των έξι ή δέκα ετών αποκλειστικότητας των στοιχείων που προβλέπει το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii. Η απαίτηση του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα έχει ως πρώτο και κύριο στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας.
70. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν δεν μπορούσαν ποτέ να θεωρηθούν ως ουσιαστικά παρεμφερείς διαφορετικές μορφές αλάτων με το ίδιο θεραπευτικό μέρος, οι φαρμακευτικές εταιρίες θα είχαν ίσως τη δυνατότητα να παρατείνουν τεχνητά την περίοδο αποκλειστικότητας των στοιχείων που τις καλύπτει, αποσύροντας ένα προϊόν από την αγορά λίγο πριν από την πάροδο της περιόδου αυτής και εισάγοντας στην αγορά μια άλλη εκδοχή του προϊόντος με το ίδιο δραστικό συστατικό, αλλά υπό τη μορφή διαφορετικού άλατος.
71. Στο μέτρο που ο κίνδυνος αυτός υπάρχει πράγματι, μπορεί να μειωθεί με την ερμηνεία του ουσιαστικά παρεμφερούς που υποστηρίζει η Επιτροπή, η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και οι Synthon και Genthon.
Η εσωτερική αγορά φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και η διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης
72. Κατά τη SmithKline Beecham, η έννοια του ουσιαστικά παρεμφερούς πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών χωρίς δισταγμό κατά τρόπο απλό και σαφή που θα εξασφαλίζει εναρμονισμένη αντιμετώπιση στο σύνολο της Κοινότητας. Η κοινή αντιμετώπιση είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη λαμβανομένης υπόψη της διαδικασίας αμοιβαίας αναγνώρισης βάσει της οποίας ο αιτών που λαμβάνει άδεια κυκλοφορίας σε ένα κράτος μέλος μπορεί, βάσει αυτής, να λάβει άδειες σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να οφείλει να υποβάλει σε κάθε περίπτωση πλήρη αίτηση. Λόγω του ότι δεν υπάρχει ισοδυναμία όσον αφορά την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους τα παραπλήσια αλλά διαφορετικά άλατα απαιτούν λεπτομερέστερη εξέταση που πρέπει να πραγματοποιείται κατά περίπτωση. Αν όμως προϊόντα που περιέχουν τέτοια άλατα μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή, τότε αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο διαφορετικής αντιμετώπισης μεταξύ των αρμοδίων αρχών και επομένως τον κίνδυνο δημιουργίας ενός forum shopping εκ μέρους των φαρμακευτικών επιχειρήσεων.
73. Συμφωνώ ότι το κριτήριο του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν σαφές και αντικειμενικό. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 87/21/ΕΟΚ κάνει λόγο για την πρόθεση του νομοθέτη να καθορίσει σαφέστερα τις περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών άδεια κυκλοφορίας δεν χρειάζεται να προσκομίζει όλα τα στοιχεία. Φυσικά ο καθορισμός κανόνων που εφαρμόζονται εύκολα μπορεί να ευνοήσει την ομαλή λειτουργία της διαδικασίας αμοιβαίας αναγνώρισης και συνεπώς την ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμακευτικών προϊόντων.
74. Είναι πάντως αναπόφευκτο ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών όταν εξετάζουν αιτήσεις στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας, όπως προκύπτει από την τελική προϋπόθεση του κριτηρίου που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να σχηματίσουν γνώμη ως προς το ζήτημα, π.χ., αν η αλλαγή των εκδόχων μεταξύ του προϊόντος αναφοράς και ενός νέου προϊόντος συνεπάγεται σημαντικές διαφορές όσον αφορά την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
75. Οι αρνητικές συνέπειες αυτού για τη διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται. Ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία χορηγείται η άδεια κυκλοφορίας υπάρχει το ενδεχόμενο να μη συμφωνούν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ως προς το βάσιμο της μιας ή της άλλης αίτησης. Ακριβώς γι’ αυτό το αναπόφευκτο στοιχείο διακριτικής ευχέρειας που ενέχει το σύστημα των αδειών κυκλοφορίας, οι κοινοτικές διατάξεις προβλέπουν ένα σύστημα που έχει σκοπό να επιλύσει τέτοιου είδους διαφωνίες (16). Νομίζω ότι το σύστημα αυτό αρκεί για την αντιμετώπιση των κινδύνων αποκλίσεων και forum shopping.
76. Το τελικό συμπέρασμά μου όσον αφορά τους στόχους του συστήματος αδειών κυκλοφορίας είναι ότι ο σκοπός της αποφυγής των περιττών δοκιμών στον άνθρωπο και στα ζώα οδηγεί στην παραδοχή ότι δύο προϊόντα μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή οσάκις έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος ακόμη και αν έχουν τη μορφή διαφορετικών αλάτων. Κανένας από τους άλλους στόχους δεν επιβάλλει διαφορετικό συμπέρασμα.
Άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
77. Η SmithKline Beecham και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλούνται διάφορες πτυχές των κοινοτικών διατάξεων που ισχύουν στον φαρμακευτικό τομέα για να στηρίξουν έμμεσα τον ισχυρισμό ότι τα διάφορα είδη αλάτων μιας δραστικής ουσίας δεν μπορούν ποτέ να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή.
78. Πρώτον, παραπέμπτουν στο πρώτο μέρος του παραρτήματος της οδηγίας 75/318. Υποστηρίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει το παράρτημα αυτό την ποσοτική σύνθεση ενός φαρμακευτικού προϊόντος δείχνει ότι το δραστικό συστατικό ενός τέτοιου προϊόντος πρέπει να νοηθεί, όταν πρόκειται για άλατα, ότι περιλαμβάνει συγχρόνως το δραστικό μέρος και το παρακείμενο μέρος του μορίου και πρέπει να χαρακτηρίζεται ως τέτοιο.
79. Βεβαίως, ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer, προτείνοντας στην υπόθεση Generics (UK) κ.λπ. το κριτήριο του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα, παρατήρησε ότι το παράρτημα περιγράφει σαφώς την έννοια της σύστασης ενός φαρμακευτικού προϊόντος (17). Αν όμως αναφέρθηκε στο παράρτημα, το έπραξε για να αποδείξει ότι ούτε τα έκδοχα ούτε το εξωτερικό περίβλημα ενός φαρμακευτικού προϊόντος επηρεάζουν τη σύνθεσή του.
80. Δεν νομίζω ότι το παράρτημα έχει καθοριστική σημασία στην προκειμένη υπόθεση. Στην εποχή του είχε σκοπό να απαριθμήσει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που πρέπει να συνοδεύουν τις αιτήσεις χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι εύλογο να περιγράφεται λεπτομερώς η ποσοτική σύνθεση της δραστικής ουσίας. Η αντιμετώπιση είναι διαφορετική όταν πρόκειται να ερμηνευθούν τα κριτήρια του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ.
81. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham παραπέμπουν επίσης στον κανονισμό (ΕΚ) 541/95 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 1995, σχετικά με την εξέταση των τροποποιήσεων των όρων χορήγησης άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος εκ μέρους της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους (18). Κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο κανονισμός αυτός καθόρισε διαδικασία εξετάσεως των αιτήσεων τροποποιήσεως των όρων χορήγησης άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικού προϊόντος. Ο κανονισμός έκανε διάκριση μεταξύ των ήσσονος σημασίας τροποποιήσεων που μπορούν να γίνουν με την τροποποίηση της υπάρχουσας άδειας και μείζονος σημασίας τροποποιήσεων που επέβαλαν την αίτηση νέας άδειας κυκλοφορίας. Η πρώτη κατηγορία τροποποιήσεων προσδιορίστηκαν στο παράρτημα Ι του κανονισμού και η δεύτερη στο παράρτημα ΙΙ. Μεταξύ των τροποποιήσεων που απαριθμούσε το παράρτημα ΙΙ ήταν και οι «μεταβολές του δραστικού συστατικού» που, κατά το παράρτημα αυτό, περιελάμβαναν την «αντικατάσταση των δραστικών συστατικών από διαφορετικό σύμπλοκο ή παράγωγο άλατος/εστέρος ανάλογης θεραπευτικής προέλευσης)». Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham υποστηρίζουν ότι είναι παράλογο μια μεταβολή να είναι αρκούντως σημαντική ώστε να απαιτείται νέα άδεια κυκλοφορίας και παράλληλα να μην επηρεάζει το συμπέρασμα ότι ένα γενόσημο προϊόν εμφανίζει την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση με το προϊόν αναφοράς.
82. Όπως παρατηρεί η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου το Δικαστήριο έκρινε ρητά στην υπόθεση Generics (UK) κ.λπ. ότι δεν προκύπτει ότι το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 541/95 ασκεί οποιαδήποτε επιρροή επί της εφαρμογής του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της οδηγίας (19).
83. Εν πάση περιπτώσει, δεν δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι μια μεταβολή μεταξύ δύο προϊόντων μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως σημαντική ώστε να απαιτεί την υποβολή αίτησης για νέα άδεια κυκλοφορίας βάσει του κανονισμού 541/95 και συγχρόνως να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της μιας ή της άλλης διαδικασίας που προέβλεπε κατά την κρίσιμη περίοδο το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά άλλα είδη μεταβολών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ εμπίπτουν στην υβριδική συντομευμένη διαδικασία που προβλέπει η επιφύλαξη του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄.
84. Τέλος, η SmithKline Beecham επιδιώκει να επικαλεστεί υπέρ της ερμηνείας που δίνει στην έννοια του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα, τις κοινοτικές διατάξεις περί ορφανών φαρμάκων που χρησιμεύουν για τη διάγνωση, την πρόληψη ή τη θεραπευτική αγωγή σπανίων ασθενειών και τα οποία συνεπώς είναι οικονομικώς ασύμφορο να αναπτυχθούν υπό τις συνήθεις συνθήκες αγοράς. Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 141/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1999, για τα ορφανά φάρμακα (20), αναγνωρίζει για τα προϊόντα αυτά αποκλειστικότητα εμπορίας δέκα ετών κατά την οποία περίοδο δεν χορηγείται άδεια για παρεμφερές προϊόν στο πλαίσιο της ίδια θεραπευτικής ένδειξης.
85. Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 847/2000 της Επιτροπή, της 27ης Απριλίου 2000 (21), ορίζει το παρόμοιο φάρμακο ως «το φάρμακο που περιέχει παρόμοια δραστική ουσία ή ουσίες όπως αυτή(-ές) που περιέχεται(-ονται) σε ορφανό φάρμακο που κυκλοφορεί επί του παρόντος και η (οι) οποία(-ες) προορίζεται(-ονται) για την ίδια θεραπευτική ένδειξη». Η παρόμοια δραστική ουσία ορίζεται ως «η πανομοιότυπη δραστική ουσία ή η δραστική ουσία με τα ίδια κύρια μοριακά δομικά χαρακτηριστικά (αλλά όχι αναγκαστικά ίδια όλα τα μοριακά δομικά χαρακτηριστικά) και η οποία δρα μέσω του ίδιου μηχανισμού». Κατά τον ορισμό αυτό, περιλαμβάνει «ισομερή, μείγμα ισομερών, σύμπλοκα, εστέρες, άλατα και παράγωγα της αρχικής δραστικής ουσίας με μη ομοιοπολικό δεσμό ή δραστική ουσία που διαφέρει από την αρχική δραστική ουσία μόνο ως προς ελάσσονες μεταβολές της μοριακής δομής, όπως ένα δομικό ανάλογο».
86. Το στοιχείο ότι δύο προϊόντα θεωρούνται ως παρόμοια και όχι πανομοιότυπα όταν έχουν τη μορφή διαφορετικών αλάτων αναδεικνύει το γεγονός ότι τα προϊόντα δεν μπορούν να έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση σε δραστικά συστατικά κατά την έννοια του κριτηρίου του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα που διατύπωσε η απόφαση Generics (UK) κ.λπ.
87. Έχω τη γνώμη ότι οι ορισμοί που δίνει ο κανονισμός 847/2000 είναι προσαρμοσμένοι στο ειδικό πλαίσιό τους και δεν ασκούν επιρροή για την ερμηνεία του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της οδηγίας. Νομίζω ότι κανείς δεν θα υποστηρίξει ότι δύο διαφορετικά άλατα που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος είναι πανομοιότυπα. Το ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω είναι το αν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν την ποιοτική και ποσοτική σύνθεση σε δραστικά συστατικά.
88. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ασκεί επιρροή, ο ορισμός μιας παρόμοιας δραστικής ουσίας θεωρείται ότι περιλαμβάνει την πανομοιότυπη δραστική ουσία, και συνεπώς δεν μπορεί καθόλου να χρησιμεύσει ως βάση για μια διάκριση μεταξύ παρομοίων και πανομοιότυπων ουσιών.
89. Συνεπώς, δεν νομίζω ότι κάποια από τις νομοθετικές διατάξεις στις οποίες παραπέμπει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham αναιρεί το συμπέρασμά μου ότι δύο προϊόντα που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος αλλά εμφανίζονται ως διαφορετικά άλατα μπορούν να είναι ουσιαστικά παρεμφερή κατά την έννοια του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της οδηγίας.
Η ανακοίνωση προς τους αιτούντες
90. Η Επιτροπή, η Δανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και οι Synthon και Genthon αναφέρονται όλες στην ανακοίνωσης προς τους αιτούντες για να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι δύο διαφορετικά άλατα που περιέχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή κατά την έννοια του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της οδηγίας.
91. Απαντώντας η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η SmithKline Beecham υπογραμμίζουν κατ’ αρχάς ότι η πράξη αυτή δεν είναι νομικώς δευσμευτική. Η SmithKline Beecham παρατηρεί επίσης ότι η έκδοση 2001 της ανακοίνωσης προς τους αιτούντες δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, η οποία κινήθηκε πριν από τη δημοσίευσή της. Κατά την άποψη της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, ακόμη και η έκδοση 1998 της ανακοίνωσης που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν στηρίζει χωρίς αμφισβήτηση την άποψη ότι δύο άλατα που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος μπορούν κατ’ αρχήν να θεωρηθούν ως ουσιαστικά παρεμφερή. Η έκδοση αυτή αναφέρει ότι τα άλατα αυτά τότε μόνο είναι ουσιαστικά παρεμφερή αν αποδεικνύεται ότι «δεν υπάρχει μεταβολή στη φαρμακοκινητική του θεραπευτικού μέρους, τη φαρμακοδυναμική και/ή την τοξικότητα που θα μπορούσε να μεταβάλλει τη σχέση ασφάλεια/αποτελεσματικότητα». Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει πάντα αναπόφευκτα το ενδεχόμενο η αλλαγή του είδους του άλατος να επηρεάσει την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα. Η έκδοση του 1998 της ανακοίνωσης συνάδει δηλαδή προς την άποψη ότι δύο προϊόντα που έχουν διαφορετικά άλατα δεν μπορούν ποτέ να θεωρηθούν ως ουσιαστικά παρεμφερή.
92. Για τους λόγους που εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Approved Prescription Services (22), θεωρώ ότι, ναι μεν η ανακοίνωση δεν είναι νομικώς δεσμευτική πλην όμως πρέπει να της αναγνωρίσουμε κάποια σημασία για την ερμηνεία της οδηγίας. Αυτό ισχύει ιδίως όταν ανακύπτουν τεχνικά περίπλοκα ζητήματα, όπως εν προκειμένω.
93. Νομίζω, παρά την αντίθετη άποψη της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι η ανακοίνωση προς τους αιτούντες μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο στο μέτρο που στηρίζει την άποψη ότι δύο διαφορετικά είδη αλάτων με το ίδιο θεραπευτικό μέρος μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιαστικά παρεμφερή. Είναι βέβαιο ότι η ανακοίνωση δεν έλαβε υπόψη μια προοπτική που οπωσδήποτε θεωρούσε απραγματοποίητη.
94. Πάντως, δεν συμφωνώ τελείως με την ανάλυση που δέχεται η ανακοίνωση προς τους αιτούντες για να καταλήξω σ’ αυτό το συμπέρασμα. Η ανακοίνωση υπονοεί ότι το ζήτημα αν δύο μορφές συνιστούν το ίδιο δραστικό συστατικό εξαρτάται από την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους. Νομίζω ότι θα ήταν πλέον σύμφωνο με την έννοια του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα όπως τη δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Generics (UK) κ.λπ. να περιγραφούν τα εν λόγω προϊόντα ως έχοντα την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση σε δραστικά συστατικά παρατηρώντας συγχρόνως ότι ο ουσιαστικά παρεμφερής χαρακτήρας τους θα εξαρτηθεί σε τελική ανάλυση από την απόδειξη ότι δεν διαφέρουν όσον αφορά την ασφάλειας και την αποτελεσματικότητα, σύμφωνα με την τελική προϋπόθεση που συνοδεύει την έννοια αυτή.
95. Ομοίως, η ανακοίνωση προς τους αιτούντες κατατάσσει την αίτηση που υποβάλλεται με βάση τον ουσιαστικά παρεμφερή χαρακτήρα δύο μορφών αλάτων στην κατηγορία «άλλες απλουστευμένες αιτήσεις», μαζί με τις αιτήσεις που υποβάλλονται βάσει της επιφύλαξης. Κατά την άποψή μου, η αίτηση αυτή θα έπρεπε να εμπίπτει στη συνήθη συντομευμένη διαδικασία. Κάθε συμπληρωματικό στοιχείο που προσκομίζεται στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας σκοπεί να αποδείξει τον ουσιαστικά παρεμφερή χαρακτήρα δύο προϊόντων και όχι να αντισταθμίσει την έλλειψή του.
96. Συνεπώς, η ανακοίνωση προς τους αιτούντες συμπίπτει μεν με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω, πλην όμως ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει το συμπέρασμα αυτό μπορεί να ευθύνεται για ένα μέρος της αμφιβολίας και της σύγχυσης που παρατηρείται στην παρούσα διαδικασία.
97. Λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας και του στόχου της οδηγίας, των άλλων διατάξεων κοινοτικού δικαίου που εξέτασα ανωτέρω, καθώς και της ανακοίνωσης προς τους αιτούντες, διαμορφώνω τη γνώμη ότι δύο προϊόντα που περιέχουν διαφορετικές μορφές αλάτων της ίδιας δραστικής ουσίας μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή στο πλαίσιο της συντομευμένης διαδικασίας όπως λειτουργούσε πριν από τις πρόσφατες τροποποιήσεις της. Ακόμη και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ο αιτών είχε τη δυνατότητα, είτε κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους είτε αυτοβούλως, να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει τον ουσιαστικά παρεμφερή χαρακτήρα.
98. Θα παρατηρήσω ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα στην παρούσα υπόθεση συνάδει με την ερμηνεία του ουσιαστικά παρεμφερούς χαρακτήρα που δέχθηκε ρητά το παράρτημα της οδηγίας 2001/83/ΕΚ (23) μετά την τροποποίησή του από την οδηγία 2003/63/ΕΚ (24). Είναι τουλάχιστον ευλογοφανές αν ληφθεί υπόψη η διατύπωση των σχετικών διατάξεων που αντικατέστησαν το παράρτημα ότι είχαν σκοπό να καταγράψουν την αντίληψη της Επιτροπής για την υπάρχουσα νομική κατάσταση και όχι να τροποποιήσουν το status quo.
99. Θα παρατηρήσω επίσης ότι από τότε ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε να επικυρώσει και πάλι την προσέγγιση αυτή με τη νέα μορφή της συντομευμένης διαδικασίας που θεσπίζει η οδηγία 2004/27/ΕΚ (25). Βεβαίως, οι παλαιότερες εκδόσεις της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες αυτές εξελίξεις. Ωστόσο, η επιλογή του νομοθέτη καθιστά τουλάχιστον ευλογοφανές το γεγονός ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα θεωρείτο ρεαλιστικό και κατάλληλο υπό το φως των στόχων των κοινοτικών διατάξεων περί άδειας κυκλοφορίας.
Πρόταση
100. Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του Østre Landsret:
«1) Δύο προϊόντα που έχουν το ίδιο θεραπευτικό μέρος αλλά εμφανίζονται υπό τη μορφή διαφορετικών αλάτων, έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύνθεση σε δραστικά συστατικά και συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικά παρεμφερή κατά την έννοια του άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, σημείο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση iii, της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιανουαρίου 1965 περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, όπως τροποποιήθηκε, υπό τον όρο ότι δεν παρουσιάζουν μεταξύ τους σημαντικές διαφορές όσον αφορά την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα.
2) Στο πλαίσιο αίτησης που υποβάλλεται βάσει της διάταξης αυτής, ο αιτών μπορεί αυτοβούλως ή κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους να προσκομίσει συμπληρωματικά στοιχεία υπό τη μορφή των αποτελεσμάτων ορισμένων φαρμακολογικών, τοξικολογικών ή κλινικών δοκιμών με σκοπό να αποδείξει ότι το προϊόν του είναι ουσιαστικά παρεμφερές με το προϊόν αναφοράς.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25.
3 – ΕΕ 1987, L 15, σ. 36.
4 – Στα σημεία 17 έως 19.
5 – Το κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο για τα φάρμακα κωδικοποιήθηκε από τις 18 Δεκεμβρίου 2001 με την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, για τον καθορισμό κοινοτικού κώδικα φαρμάκων για χρήση από τον άνθρωπο (ΕΕ 2001, L 311, σ. 67). Οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις των διατάξεως της οδηγίας αυτής που μας ενδιαφέρουν αναφέρονται κατωτέρω.
6 – ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 1.
7 – ΕΕ L 270, σ. 32.
8 – Σημείο 14.
9 – Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-368/96 (Συλλογή 1998, σ. I-7967).
10 – Σκέψη 22.
11 – Σκέψεις 36 και 37 και διατακτικό.
12 – Σκέψη 32.
13 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5.
14 – ΕΕ L 159, σ. 46.
15 – ΕΕ L 136, σ. 34.
16 – Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται προς το παρόν στο κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ. Κατά τον κρίσιμο χρόνο, περιλαμβάνονταν στην οδηγία και στη δεύτερη οδηγία 75/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της, 20ής Μαΐου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/003, σ. 66), όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, από την οδηγία 93/39/ΕΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ 1993, L 214, σ. 22).
17 – Σημείο 37.
18 – ΕΕ L 55, σ. 7.
19 – Σκέψη 58.
20 – ΕΕ 2000, L 18, σ. 1.
21 – ΕΕ L 103, σ. 5.
22 – Απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C-36/03 (Συλλογή 2004, σ. Ι-11583), σημεία 70 έως 73.
23 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5.
24 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14.
25 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15.
Full & Egal Universal Law Academy